Η Res Publica υπό Στενή Πολιορκία

Μερικές Σημειώσεις για τις Αμερικανικές Εκλογές

3
1925

Οι αμερικανικές εκλογές του 2020 είναι οι κρισιμότερες όχι μόνο μεταπολεμικά αλλά πιθανότατα και από την εποχή της ανάδειξης του Α. Λίνκολν, το 1860, και την καισαρική μοίρα του εμβληματικού αυτού ηγέτη που κατοπτρίσθηκε στα λόγια του δολοφόνου του: «Sic semper tyrannis» («έτσι πάντοτε στους Τυράννους»)[1].  Οι δύο υποψήφιοι των εκλογών Μπάιντεν και Τραμπ άφησαν, ρητά ή άρρητα, ανοικτό το ενδεχόμενο να αμφισβητήσουν τα αποτελέσματα των εκλογών. Μάλιστα, ο Μπάιντεν ζήτησε και την βοήθεια του Αμερικανικού στρατού για την απομάκρυνση του Τραμπ από τη προεδρία, στην περίπτωση που ο τελευταίος  δεν  αποδεχθεί ενδεχόμενη ήττα του μετά τις  εκλογές.

Τούτο το γεγονός μας εισάγει σε ένα πρωτόγνωρο για την αμερικανική ιστορία κλίμα πολιτικής ανωμαλίας. Η πεζοδρομιακή, ακτιβιστική σύγκρουση των «Τραμπικών» με τους Δημοκρατικούς, από την αρχή της προεδρίας του Τραμπ μέχρι τα πιο πρόσφατα γεγονότα που ακολούθησαν την ανατριχιαστική δολοφονία του αφροαμερικανού Φλόυντ  δημιούργησε  την αίσθηση ότι η τραγωδία ενός νέου αμερικανικού εμφυλίου είναι επί θύραις. Αυτό που  πλέον  διακυβεύεται στην Αμερική – αλλά και σε όλο τον κόσμο θάλεγε κανείς- είναι το πέρασμα από την Δημοκρατία, την Res Publicа, στον μετα-φιλελεύθερο, μετα-δημοκρατικό Καισαρισμό, την αμερικανική εκδοχή του Βοναπαρτισμού, ήγουν μια δημοκρατική δικτατορία.

Οι εκλογές αυτές κινούνται ίσως για πρώτη φορά, τουλάχιστον μεταπολεμικά, γύρω από ένα πολιτικό πρόσωπο, η εκλογική απόφαση είναι υπέρ ή κατά του Τραμπ. Ο απρόσωπος Μπάιντεν στηρίχθηκε στην δαιμονοποίηση του Τραμπ και ανήγαγε τις οικονομικές επιπτώσεις του Covid-19 σε ένα είδος αυτόματου πιλότου για την κατακρήμνυση του αντιπάλου του. Ο Τραμπ εξίσου ρηχός αλλά με ταπεραμέντο αψίκορου θεληματία και τζακσονικό λαϊκισμό έδωσε την εντύπωση ότι δεν ηγείται ενός κόμματος, αλλά συνιστά ένα πρόσωπο που υπερβαίνει τα δύο ιστορικά πολιτικά κόμματα της Αμερικής, τα οποία, από πολλού, έχουν συσπειρωθεί γύρω από τις δύο μεγάλες οικογένειες, τους Κλίντον και τους Μπους. Ο Τραμπ εμφανίσθηκε όπως ακριβώς και ο πρόεδρος Τζάκσον στην εποχή του, ως το κατεξοχήν «Άτομο» που ενώνει τον προτεσταντικό Πουριτανισμό και τον Φιλελευθερισμό έναντι των παλαιών παραδόσεων της πατρίκιας, συγκλητικής Ρώμης και της μοναρχικής, αγγλικανικής οικογενειοκρατίας.  Μόνος εναντίον όλων και με εμπιστοσύνη μόνο έναντι του εσωτερικού του Θεού, μονοθεϊστής δηλαδή του εαυτού του και μόνο, ο Τραμπ ενσαρκώνει τον αρχέγονο προτεσταντικό μύθο του «The Pilgrim’s Progress», «Το Ταξίδι του Προσκυνητή», του John Bunyan, με τον Πουριτανό ήρωα στο τέλος του έργου να το σκάει στα λιβάδια προς αναζήτηση του Θεού με την κραυγή «Ζωή, Αιώνια Ζωή», ενώ τα παιδιά του και η γυναίκα του κρεμασμένοι στην πλάτη του τον παρακαλάνε, εις μάτην, να γυρίσει πίσω, να μην αφήσει άσπλαχνα την οικογένεια στην μοναχική της μοίρα[2].

Ο τζακσόνιος Λαϊκισμός του Τραμπ είναι ένας Λαϊκισμός του Ατόμου σε αντίθεση με τον κοινωνιοκεντρικό Λαϊκισμό του Δημοκρατικού κόμματος που εκκινεί από το New Deal του περιώνυμου FDR, του Frank Delano Roosevelt και της συνακόλουθης κριτικής του «Λοκιανού» ατομικισμού, δοκιμίτη λίθου της αγγλοσαξωνικής φιλελεύθερης παράδοσης[3].

Αυτή η κατά βάση ρητορική διαχωριστική γραμμή διαθέτει διαφορετικό περιέχομενο και αποτελεί την μεγάλη αντινομία τόσο των τωρινών όσο και των προηγούμενων αμερικανικών εκλογών: ο ατομικιστικός Λαϊκισμός του Τραμπ είναι «κινηματικός» προέρχεται «από τα κάτω» της κοινωνίας και εγκύπτει αυτόκλητα να την προστατεύσει έναντι του κράτους, αντιθέτως ο κοινωνιοκεντρικός, φυλετικός, ομαδικός Λαϊκισμός του Δημοκρατικού Κόμματος έχει ως όριο τις μεσαίες τάξεις της Αμερικής (αλλά και της Ευρώπης) που έχουν καταλάβει και ακινητοποιήσει το κράτος και συνάμα την κοινωνία. Ο πρώτος είναι ο αμερικανικός λαϊκισμός, είναι ο αμερικανικός νεοφιλελευθερισμός όπως τον περιγράφει ο Φουκώ στις περίφημες παραδόσεις του στο College de France: ισότητα των ατόμων στις ευκαιρίες, στην δυνατότητα να γίνουν όλοι – μα όλοι, ακόμη και ο τελευταίος πολίτης- επιχειρηματίες, έχουμε να κάνουμε με την ισότητα του ελεύθερου συναγωνισμού, ο οποίος εντούτοις αφήνει στο διάβα του ηττημένους σαν τα τραγικά πρόσωπα του αμερικανικού θεάτρου, του Άρθουρ Μίλερ, του Τένεσι Ουίλιαμς[4].

Ο Δεύτερος, ο Δημοκρατικός Λαϊκισμός, στην μετεξέλιξή του μετά την επί δεκαετίες κυριαρχία των Κλίντον, μοιάζει με τον ευρωπαϊκό αγγλογερμανικό νεοφιλελευθερισμό που αναστέλλεται στα όρια της μεσαίας τάξης και υπάγει την κοινωνία σε ένα καθεστώς λιμνάζοντος εσωτερικού φυλετισμού ανάμεσα σε κύριους και δούλους, σε άεργους ή αυτοαπασχολούμενους αστούς από την μία πλευρά και  εξαθλιωμένους, εργαζόμενους χωρίς εργατικά δικαιώματα, μικροαστούς. Ο Τραμπ κερδίζει ως ψηφοφόρο τον Αμερικανό των κατώτερων στρωμάτων, τον λευκό εργαζόμενο του «Μπλε Κολάρου», τον «μουτζούρη» που δεν διαθέτει πτυχίο κολλεγίου, τον μικροαστό, τον άνθρωπο των αγροτικών περιοχών, ψηφοφόρους που κάποτε ανήκαν «ασυζητητί» στο Δημοκρατικό Κόμμα πριν η προοοδευτική παράταξη αγκαλιά με τους Νεοσυντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς συγκροτήσουν μεγάλο μεταμοντέρνο «κατεστημένο». Ο Τραμπ κέρδισε αυτό που θα ονομάζαμε «Περιφερειακή Αμερική», κατ΄αναλογίαν ενός πολιτικού όρου του συρμού  στην Γαλλία, την «France périphérique» του γεωγράφου Christophe Guilluy. Για να το θέσουμε με τους όρους ενός νεώτερου πολιτικού συγκρητισμού, ο Τραμπ υφάρπαξε την παράδοση του «Τρίτου Κόμματος» από τον Theodor Roosevelt[5] και τον κοινωνιοκεντρικό ατομικισμό του, επιφέροντας μια ριζοσπαστική εκ νέου ανάδυση του πολιτικού φιλελευθερισμού του Τζων Λοκ.

Από τα παραπάνω προκύπτει ακριβώς και το πολιτικό στοίχημα των σημερινών όπως και των προηγούμενων εκλογών: καθώς η ψήφος στις αμερικανικές εκλογές είναι σταθερή σε ποσοστό περίπου ενενήντα τοις εκατό, οι εκλογές κρίνονται στις περίφημες μετακινούμενες πολιτικά «swing» ή  «battleground states». Το εκλεκτορικό κέντρο βάρους των αμερικανικών εκλογών καθιστά την νίκη σε συγκεκριμένες πολιτείες πιο σημαντική από την ποσοτική επικράτηση σε πανεθνικό επίπεδο. Έτσι όπως και στις προηγούμενες εκλογές θα κερδίσει αυτός που θα  διαρρήξει ή θα διατηρήσει το δημοκρατικό ανατολικό κέρας του «Γαλάζιου Τείχους», η για να το θέσουμε υπό ευρύτερη κλίμακα: αυτός που θα κατισχύσει στις περιλάλητες πλέον πολιτείες της «Ζώνης της Σκουριάς», τις πολιτείες των Άνω Μεσοδυτικών Πολιτειών, τις κάποτε πιο ανεπτυγμένες οικονομικά πολιτείες όχι μόνο της Αμερικής, αλλά και όλου του κόσμου.

Πρόκειται για τις βιομηχανικές ζώνες της φορντικής Αμερικής, οι οποίες με την έλευση και ακμή της μετανεωτερικής οικονομίας των αμερικανικών ανατολικών και δυτικών ακτών «σκούριασαν», παρήκμασαν και ερημώθηκαν. Στην άνοδό τους οι Δημοκρατικοί στηρίχθηκαν ευρέως από την εργατική τάξη αυτών των  περιοχών, εντούτοις, καθ’οδόν, οι Δημοκρατικοί  προώθησαν τις νέες οικονομίες αιχμής και εγκατέλειψαν στην μοίρα τους αυτούς τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του κόμματος, ανάγωντας σε ένα είδος πολιτικής πυθίας το μετανεωτερικό Software. Η προδοσία αυτή προκάλεσε αυτό που αποκαλείται «Εξέγερση της Ζώνης της Σκουριάς», στις πέντε μεγάλες πολιτείες αυτής της ζώνης:  Michigan, Ohio, Wisconsin, Iowa, Pennsylvania,  (“Rust Belt Five”)[6]. Ας σημειώσουμε παρεκβατικώς ότι ο Μπάιντεν κατάγεται από την Πενσυλβάνια, όπου στην ουσία κρίθηκαν οι προηγούμενες και πολύ πιθανόν οι επικείμενες εκλογές.

Ίδού το ιλαροτραγικό στοιχείο των προηγούμενων εκλογών του 2016:  ακριβώς σ’αυτές τις περιοχές η ψήφος των ευκατάστατων εργαζομένων «λευκού κολάρου» μετακινήθηκαν από το Ρεπουμπλικανικό στο Δημοκρατικό κόμμα, ενώ οι ψήφοι των αγροτικών και των μεταβιομηχανικών περιοχών από το Δημοκρατικό στο Ρεπουμπλικανικό, για πρώτη φορά στην μεταπολεμική πολιτική ιστορία και την πολιτική συμπεριφορά αυτών των πολιτειών. Για να το θέσουμε με όρους πολιτικής ορθότητας είχαμε μια «αλλαγή ρόλων». Ωστόσο θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι το 2016 ο Τραμπ εμφανίσθηκε ως ένα πολιτικό, χαρισματικό «πουλέν», απρόβλεπτο και ανελκυόμενο «εκ του μηδενός», ένα είδος «Παράκλητου» για τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις της Αμερικής και την στοιχειακή, χιλιαστική πολιτική θεολογία τους. Δεν είναι καθόλου βέβαιη η επικράτησή του και το 2020, υπό το βάρος μάλιστα της τεράστιας οικονομικής  κρίσης που προκάλεσε η πανδημία. Επίσης δεν θα πρέπει να αποκλείσει κανείς κάποια έκπληξη ή τεκτονική μετακίνηση στην λεγόμενη «Ζώνη του Ήλιου» (Sun Belt) (πετρέλαιο, στρατός, αεροτεχνολογία και βιομηχανία, συνταξιοδότηση) που εκτείνεται  από την Φλώριδα μέχρι την Καλιφόρνια[7], και  στην οποία πλέον στοχεύει η πολιτική στρατηγική των Δημοκρατικών, καθώς θεωρεί ότι τα δημογραφικά δεδομένα και η κοινωνική σύνθεση της περιοχής  ευνοούν  μακροπρόθεσμα την πολιτική επικράτησή τους.

Μια άλλη πολιτική αλλαγή που συνιστά μοναδικό χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών είναι η τοποθέτηση από τον Τραμπ τριών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας. Πρόκειται για την περιβόητη σχέση του Προέδρου της χώρας, του «Potus» (President of the United States), με το Ανώτατο Δικαστήριο, με τον «Scotus» (Supreme Court of the United States). Η επιλογή αυτών των συντηρητικών δικαστών αποτέλεσε προεκλογικό «τάμα» του Τραμπ στους «Ευαγγελιστές» από το 2016. Έτσι η  εξέλιξη αυτή  γέρνει την πλάστιγγα της πολιτικής οριοθέτησης του Νόμου από τα Αριστερά προς τα Δεξιά, από την προοδευτική παράταξη στην συντηρητική. Συντηρητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο έχει να απαντηθεί από το 1937. Πολλά κεκτημένα της δημοκρατικής παράδοσης των πολιτιστικών επανάστασεων όπως οι αμβλώσεις ή ζητήματα της σύγχρονης και μελλοντικής δημοκρατικής ατζέντας όπως το περιβάλλον και η πράσινη τεχνολογία μπορούν να μπλοκαρισθούν από την νέα σύνθεση και πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τούτο σημαίνει ότι αυτές οι εκλογές είναι αναμφιβόλως υπαρξιακής σημασίας για τους Δημοκρατικούς. Τόσο υπαρξιακής ώστε ένας από τους λόγους να αρνηθεί ο Μπάιντεν το τελικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η διαπραγμάτευση του ηλικιακού ορίου πέραν του οποίου ένας δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα όφειλε να παραιτηθεί, δηλαδή τα 70 χρόνια. Στην αντίθετη περίπτωση οι Δημοκρατικοί κινδυνεύουν να υποστούν αυτό που διέπραξαν οι ίδιοι από την εποχή Κλίντον και εντεύθεν, ήγουν ένα δικαστικό πολιτικό ακτιβισμό που θα κινηθεί σε βάρος τους για την χρονική περίοδο μιας ολόκληρης γενιάς. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο πειρασμός μιας πολιτειακής εκτροπής δεν είναι ούτε μικρός ούτε αμελητέος. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι πολιτικοί αναλυτές μίλησαν για ένα ιδιότυπο «αυτό-πραξικόπημα» του Προέδρου Τραμπ, αυτό που αποκαλείται Autogolpe, μια εξουσία δηλαδή που παρότι έχει κατακτηθεί δημοκρατικά επεκτείνεται επ’αόριστον πραξικοπηματικά με νομικά ή ιδεολογικά προσχήματα. Ωστόσο αφήσαν εκτός ένα ενδεχόμενο Autogolpe της δημοκρατικής παράταξης που θέλει να διατηρήσει τα κεκτημένα που κέρδισε δημοκρατικά επί δεκαετίες και τα οποία σήμερα όζουν ολιγαρχικού, μεταδημοκρατικού χαρακτήρα. Τούτων ούτως δοθέντων η περίοδος από την επόμενη των αμερικανικών εκλογών μέχρι την ορκωμοσία του νέου προέδρου μπορεί να κρατήσει πολύ και να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη όχι μόνο για την εσωτερική πολιτική σκηνή της Αμερικής αλλά και για τις ευρωπαϊκές και τις παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος. Πιθανόν μάλιστα και για την γεω-πολιτική σκηνή της χώρας μας.

Ακόμη όμως και αν το μετεκλογικό τοπίο μέχρι την ορκωμοσία του νέου Προέδρου κυλήσει ομαλά, η πρώτη περίοδος ενός δυνητικού Προέδρου Μπάιντεν φαίνεται ότι θα κλονισθεί εκ βάθρων από το σκάνδαλο του γιού του. Δεν είναι απίθανο αυτό το σκάνδαλο της οικογένειας Μπάιντεν να είναι το αντίστοιχο «Russiagate» που γνώρισε η πρώτη περίοδος της προεδρίας Τραμπ και το οποίο εντέλει οδήγησε στην ολική μετάπλαση του επιτελείου του, κυρίως αυτού που αφορούσε την εξωτερική πολιτική της χώρας. Το «κεκλεισμένων των θυρών» νεοσυντηρητικό κράτος οδήγησε στο περιθώριο την AltRight, την εναλλακτική εθνολαϊκή Δεξιά του πρωτογενούς, προεκλογικού Τραμπ, του 2016, αυτήν την μετανεωτερική μεθερμηνεία του εθνολαϊκού συντηρητισμού του  Barry Goldwater, του πρώτου Ρεπουμπλικανού που άλωσε όλες τις πολιτείες του Δημοκρατικού «Στέρεου», «Βαθέος Νότου». Είμαστε άραγε στο σύθαμπο, στο «Μεγάλο Απόβραδο» της δημοκρατίας ή μήπως «δεν γνωρίζουμε εποχή που να μην είμαστε όπως τώρα»;

[1] Helena Rosenblatt, The Lost History of Liberalism, Princeton University Press 2018, σελ. 168.

[2] Την πουριτανική αυτή αλληγορία αναλύει ευφυώς ο Max Weber στο περίφημο «Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού», Εκδ. ΔΟΛ, Αθήνα 2010, σελ. 81

[3] George Klosko,The Transformation of American Liberalism, Oxford University Press 2017,σελ. 108.

[4] Michel Foucault, Naissance De La Biopolitique, Cours au Collège de France 1978-1979, Seuil / Gallimard 2004, σ.σ. 221-271.

[5] George Klosko,The Transformation…, ειδικά το κεφ. Theodore Roosevelt Progressive Ideas, σ.σ. 70-77.

[6] Michael McQuarrie, The revolt of the Rust Belt: place and politics in the age of anger, BJS Vol. 68, Νοέμβριος 2017

[7] Τον όρο εισήγαγε ο Kevin Phillips στην πολιτική Βίβλο της εποχής του Νίξον και της «Νότιας Στρατηγικής  του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος» που θα υπερφαλάγγιζε την Δημοκρατική Συμμαχία του New Deal, το κεφαλαιώδες πλέον,  «The Emerging Republican Majority», The James Madision Library in American Politics edition, 2015, πρώτη έκδοση 1969.

 

3 Σχόλια

  1. Καλησπερα κ.Μαυριδη,
    θα ηθελα καποιες πληροφοριες για τα βιβλια σας (τιτλοι, εκδοσεις κτλ) αν σας ειναι ευκολο,
    σας ευχαριστω,
    Βασιλης

    • Κύριε Κατσάπη θα σας στείλω τα στοιχεία μου στο email σας, νάστε καλά.

  2. Ενδιαφέρον άρθρο, με ολοκληρωμένη ανάλυση και πρωτότυπη προσέγγιση. Γιατί όμως αλλάξατε την φωτογραφία?

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here