Η φιλοσοφική θεολογία του Σπυρίδωνος Κυριαζόπουλου

0
802

Στο παρόν άρθρο, θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε συνοπτικά τις απόψεις που εκφράζει ο Σπυρίδων Κυριαζόπουλος στο έργο του «Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού»[4]. Ο Κυριαζόπουλος εκκινεί από τη θέση ότι ο πυρήνας της Φιλοσοφίας είναι το πρόβλημα του Θεού. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, διαπραγματεύεται τις απαντήσεις που έδωσε ο λόγος στην ιστορική του εξέλιξη στην ερώτηση περί Θεού, δηλαδή τα διάφορα οντολογικά συστήματα της ιστορικής Θεολογίας.

ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ Ή ΘΕΤΙΚΗ Ή ΦΥΣΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Πρόγονος της καταφατικής θεολογίας είναι ο Αριστοτέλης, αλλά το σύστημα αυτό φθάνει στην κορύφωσή του στη μεσαιωνική Σχολαστική Θεολογία. Η καταφατική θεολογία θεμελιώνεται στη διδασκαλία πως μεταξύ Θεού και δημιουργημάτων υφίσταται μια κάποια συγγένεια – ομοιότητα. Ο κόσμος είναι αναπαράσταση του Θεού. Οι τελειότητες του Σύμπαντος είναι απεικάσματα των θείων τελειοτήτων. Υπερθέτει, λοιπόν, στο απόλυτο τις αρετές της φύσεως και αποδίδει αυτές στον Θεό· άλλως ειπείν, αποδίδει στον Θεό τα κατηγορήματα του όντος απολυτοποιηθέντα. Ο Θεός είναι μεν εκτός του κόσμου, αλλά συνίσταται από τις αγαθές ιδιότητες του φυσικού και πνευματικού κόσμου, εφ’ όσον τούτες θεωρηθούν σε κατ’ εξοχήν απόλυτο βαθμό και άνευ ορίων (απειροποίηση). Από τις τελειότητες, τώρα, του κόσμου, οι οποίες, καίτοι πεπερασμένες, είναι ομοούσιες των θείων, η σκέψη εξάγει έννοιες που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του Θεού. Ο Θεός είναι δυνατόν να γνωσθεί δια του φυσικού φωτός της ανθρώπινης διανοίας. Η επιστημονική γνώση του Θεού είναι δυνατή κατ’ αναλογίαν προς το ον (analogia entis). Δοθέντος δε ότι η ανθρώπινη διάνοια είναι έκτυπο της αρχέτυπης διανοίας του Θεού, η αυτοπαρατηρησία – αυτογνωσία καθίσταται κλείδα της Θεογνωσίας.

Ένα πρώτο πρόβλημα που ανακύπτει είναι αυτό της Θεοδικίας: ο κόσμος έχει και αγαθές και κακές ιδιότητες· η κοσμική πραγματικότητα είναι πλήρης αντιθέσεων και αντινομιών. Επιχειρώντας να επιλύσει το πρόβλημα λογικά, η φυσική θεολογία αναπτύσσει τη θεωρία της «συμπτώσεως των εναντίων» (coincidentia oppositorum): ο υπερβατικός Λόγος συναιρεί και αναιρεί τις αντιθέσεις (Ηράκλειτος)· στον Θεό, «τα κακά συνηχούν προς τα αγαθά» (Αυγουστίνος). Το αποτέλεσμα είναι: Ένας Θεός διιστάμενος προς εαυτόν, η ενσφήνωση της αντινομίας εντός της Θεότητας.

Ένα δεύτερο, και σημαντικότερο ίσως, πρόβλημα της θετικής θεολογίας είναι η «οντοποίηση» του Θεού («οντοθεολογία»). Είδαμε ότι, σύμφωνα με την καταφατική θεολογία, ο Θεός υπόκειται στην αντιληπτική και παραστατική δύναμη της διανοίας, αφού μόνο διαφορά μεγέθους τον διαστέλλει της λοιπής εμπειρικής πραγματικότητας. Ο Θεός «λέγεται ώσπερ το ον». Παραγόμενος κατ’ αναλογίαν εκ του κόσμου, ο Θεός γίνεται ανάλογος του κόσμου, ένας Θεός «οντικός». Η καταφατική θεολογία επιφέρει την ολοκληρωτική κοσμικοποίηση του Υπερβατικού, μέσω του διπλασιασμού του ανθρώπου και του κόσμου ως έχουν εντός του χρόνου.

 

ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ 

Γενάρχης της αποφατικής θεολογίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Πλάτων, και συστηματικοί θεμελιωτές της ο Πρόκλος και ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Η αποφατική θεολογία τοποθετείται στον αντίποδα της καταφατικής: μεταξύ θείας ουσίας και ανθρωπίνης νοήσεως υπάρχει απόλυτη ασυμμετρία. Η διάνοια δεν δύναται να προσδιορίσει την απρόσιτη ουσία του Θεού, αλλά οφείλει να αφαιρέσει από την έννοια του Θεού τις κοσμικές ιδιότητες που τον υποβιβάζουν στην περιοχή του πεπερασμένου. Ο Θεός είναι το απολύτως Έτερον, ο Άλλος παντός επιστητού και νοητού· δεν ορίζεται, είναι άρρητος, ακατάληπτος, ανεξιχνίαστος, ανέκφραστος· γιγνώσκεται μόνο δια της αγνοίας. Γνώση Θεού σημαίνει διάγνωση τού «τι δεν είναι» η θεία ουσία. Γι’ αυτό και οι αποφατικοί θεολόγοι περιγράφουν τον Θεό δια των κοσμικών κατηγορημάτων, προστιθεμένου ενός στερητικού α-. Συνεπώς, η αποφατική θεολογία ισοδυναμεί με αυτοκατάλυση της μεταφυσικής γνώσεως.

Και εδώ εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα: Πρώτον, η θεολογία των αρνήσεων καταλήγει στην αρνησιθεΐα, τον μηδενισμό και τον αθεϊσμό. Η Θεότητα είναι τόσο πτωχή, γυμνή και κενή, ως εάν δεν υπήρχε· ένα ανώνυμο Μηδέν, μία σιγή χωρίς ουσία και θέληση· ένα ουδέτερο απρόσωπο που δύσκολα διατηρείται στη συνείδηση του ανθρώπου ως Θεός. Γράφει ο Κυριαζόπουλος: «Το πυρ εις τον “βωμόν του αγνώστου Θεού” … απειλείται υπό ενός ψύχους, το οποίον είναι δυνατόν να νεκρώση πάσαν θρησκευτικήν συνείδησιν και ζωήν»[5]. Ωστόσο, αντιδιαστέλλει με ακρίβεια το «μη-ον» της αποφατικής θεολογίας από το «ουκ ον».  Το «μη-ον» είναι ένα μηδέν, το οποίον, όμως, οφείλει να υπάρχει, χωρίς να υπόκειται στους όρους της υπάρξεως, ως Υπέρ-είναι, υπερούσιο, στερούμενο της μορφής του προσδιορισμού. Το «μη-ον» δεν σημαίνει «ουδέν», σημαίνει «όχι κάποιο ον».

Δεύτερον, η υπερβολή της αποφατικής θεολογίας κατέληξε στον ολοκληρωτικό σχετικισμό, κατ’ αναφοράν όχι μόνον προς την περί Θεού γνώση, αλλά προς πάσα γνώση γενικώς: «Η αποφατική θεολογία, στην προσπάθειά της να σχεδιάσει την εικόνα του Θεού εντελώς μαύρην, κατέληξε να υπερβή το διάγραμμα και να μαυρίση όλον τον πίνακα»[6].

Τρίτον, ενώ ο αντιδιανοητισμός της αποφατικής θεολογίας υποτίθεται πως πολεμά να κατανικήσει τον αυτοερωτισμό της διάνοιας, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ο διανοητισμός παραλλαγμένος. Η αποφατική θεολογία καταχράται του λόγου, τον οποίον πιστεύει ότι υπερβάλλει. Διότι, είτε δια των καταφάσεων, είτε δια των αρνήσεων, ο λόγος προσπαθεί να εγκλείσει τον Θεό εντός του. Είτε χαρακτηρίζει το περιεχόμενό του ως υπερβατικό, είτε το εντάσσει σε έννοιες, ο λόγος αυτοβεβαιούται και εκφράζει την αυτοπεποίθησή του στο αξιωματικό κύρος του. Επιδεικτικώς αναιρούμενος, ο λόγος παραμένει αναναίρετος. Και η κατά των όντων πολεμική, σημειώνει ο Κυριαζόπουλος, είναι τελικώς οντολογία!

 

ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΣ 

Ο Κυριαζόπουλος θεωρεί ως τη σημαντικότερη μυστικιστική φυσιογνωμία της ιστορίας τον Πλωτίνο. Κατά το τέλος του Μεσαίωνα και την αρχή των Νέων Χρόνων, ο μυστικισμός φθάνει στο απόγειό του με τους Μάιστερ Έκχαρτ και Άγγελο Σιλέσιο, αντιστοίχως. Ο μυστικισμός χαρακτηρίζεται από την κατάργηση της ετερότητας Ενθάδε – Επέκεινα, την ταύτιση του ανθρωπίνου προς το Θείον, και τη θέωση, η οποία έχει τρία στάδια: την κάθαρση, τον φωτισμός και την ένωση. Προϋπόθεση του μυστικισμού αποτελεί η αντίληψη ότι εσωτάτη συγγένεια συνδέει Θεό και άνθρωπο. Η ψυχή είναι ουσιαστικά μόριο του Θεού, και δύναται όχι απλώς να ενωθεί, αλλά να ταυτισθεί και να γίνει απολύτως Εν με τον Θεό. Τοιουτοτρόπως, η προσωπικότητα του θεουμένου εκμηδενίζεται. Το ατομικό εγώ τήκεται και δι’ «εκστάσεως» και «απλώσεως» διαλύεται εντός του εγώ της Θεότητας.

Ο μυστικισμός ήταν άγνωστος στην αρχαία Ελλάδα· αναπτύσσεται συστηματικά εντός του κλίματος του Νεοπλατωνισμού, εκ του οποίου και μεταμοσχεύεται στη χριστιανική Δύση. Ο Κυριαζόπουλος επισημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις ελληνικές επιδράσεις και το γεγονός ότι διαμορφώθηκε επί του εδάφους της ευεπίφορης προς τον μυστικισμό Ανατολής, απέφυγε να αναπτύξει συστηματική μυστική θεολογία (όπως αυτή του Eckhart ή του Silesius). Στους κόλπους της Ορθοδοξίας, αναπτύσσεται ένας άλλου τύπου μυστικισμός: ο «Χριστολογικός» (ή «Χριστοκεντρικός») μυστικισμός, ο οποίος τονίζει την ενανθρώπηση του Θεού και πρεσβεύει την δια της χάριτος του ενανθρωπήσαντος Θεού θέωση του ανθρώπου· ο μεν Θεός γίνεται άνθρωπος δια του Χριστού, ο δε άνθρωπος θεός πάλι δια του Χριστού.

Ο μυστικισμός ισοδυναμεί με άρση του λόγου, είναι άλογος. Ως εκ τούτου: Πρώτον, η μυστική εμπειρία δεν είναι δυνατόν να ανακοινωθεί από τον «μετέχοντα» σε κάποιον «τρίτο», και δεύτερον, αυτός ο «τρίτος» δεν μπορεί να την κρίνει. Ο μυστικισμός δεν είναι ούτε αυταπόδεικτος ούτε αποδεικτικός, δεν πείθει. Από την άλλη, δεν είναι ούτε αναιρετός. Είναι αυθαίρετος και αδιάψευστος ταυτοχρόνως.

Όταν ο μυστικισμός φθάνει στην έπαρση, καθίσταται εγωιστική έκφραση του ανθρώπινου αυτισμού και προβαθμίδα του Αθεϊσμού. Η επιδεικτική αυτοπεποίθηση της θεώσεως παρακινεί τον θεατή που στερείται τοιαύτης επιτηδειότητας στην αμφιβολία, όχι μόνον ως προς το κύρος των διηγήσεων του ένθεου, αλλά και ως προς την αντικειμενικότητα του Θεού.

 

ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΣ

Οι μεγάλοι Γερμανοί φιλόσοφοι Φίχτε, Σέλλινγκ και Χέγκελ συγκροτούν το φιλοσοφικό κίνημα του Γερμανικού Ιδεαλισμού ή «Γερμανικού Ιδεαλιστικού Μονισμού», όπως τον αποκαλεί ο Κυριαζόπουλος. Κατά τον Κυριαζόπουλο, ο Χέγκελ είναι ο μέγιστος μεταφυσικός φιλόσοφος της νεώτερης εποχής.

Ο Γερμανικός Ιδεαλισμός δεν είναι παρά η φιλοσοφική λογικοποίηση του μυστικισμού και η μεταμφίεσή του σε θεωρητικό σύστημα. Διδάσκει την ταυτότητα θείου και ανθρωπίνου Πνεύματος, την ενότητα Απολύτου και πεπερασμένου. Ο Θεός αποκτά αυτοσυνείδηση, αυτεπίγνωση, γνωρίζει εαυτόν, εντός και δια του ανθρωπίνου πνεύματος. Το ατομικό πνεύμα είναι το γενικό θείο Πνεύμα, που αποκαλύπτεται στο υποκείμενο και προσλαμβάνεται απ’ αυτό. Ο Θεός δεν είναι πλέον ένα επέκεινα, ένα άγνωστο, διότι γνωστοποιεί στον άνθρωπο τι είναι, εντός της συνειδήσεως.

Η προβληματικότητα του ιδεαλισμού έγκειται στο ότι το Θείον υποτάσσεται στον λόγο. Το εν και παν είναι ο νους. Εγώ είμαι που παράγω το Επέκεινα. Ο Θεός διαλύεται εντός του ανθρωπίνου εγώ. Ο Θεός είναι κατ’ ουσίαν εντός της σκέψης. Πρόκειται για μια εγωκεντρική φιλοσοφία. Ότι ο Θεός δεν δύναται άλλως να έλθει εις εαυτόν ειμή δια της συνειδήσεως του ανθρώπου και στις σκέψεις του ανθρώπου υπήρξε η βάση επί της οποίας ορθώθηκε η αθεΐα. Στην πραγματικότητα, έχουμε τη θεωρητική κατασκευή ενός Θεού που είναι το εξιδανικευθέν είδωλο του ανθρώπου. Τελικώς, φθάνουμε στην καθαίρεση του υπερβατικού, στην άρνηση του Θεού, και στη θεοποίηση του ανθρωπίνου πνεύματος, το οποίον «αυτενθρονίζεται» στον θρόνο της πρώτης Αρχής. Ο Κυριαζόπουλος ονομάζει τον Γερμανικό Ιδεαλισμό «Άθεο Μυστικισμό», γιατί αντικατέστησε τη μυστική έφεση συγχωνεύσεως – ταυτίσεως ανθρώπου και Θεού με την αρχή της ενοποιήσεως – ταυτότητας Θείου και ανθρωπίνου Πνεύματος.

 

ΑΘΕΪΣΜΟΣ

Ο Κυριαζόπουλος ανιχνεύει τα αίτια του αθεϊσμού. Αυτά είναι: α) η αποφατική θεολογία: η άρνηση της γνώσεως της ουσίας του Θεού οδήγησε ευκόλως στην άρνηση της υπάρξεώς του· β) ο Γερμανικός Ιδεαλισμός, με την προβολή της υποκειμενικής αρχής ως προϋποθέσεως παντός Είναι· γ) η κοπερνίκεια αστροφυσική, δια της αποβολής του Θεού εκ του κοσμικού χώρου· δ) η αντίθεση προς τις επικρατούσες, εν πολλοίς διεστραμμένες, περί Θεού ιδέες· ε) οι επαναστατικές, υλιστικές, πολιτικές κοσμοθεωρίες (π.χ. μαρξισμός)· στ) η ρευστότητα των διδασκαλιών της Διαμαρτυρόμενης Εκκλησίας, στην οποίαν πρεσβεύονται άλλοτε άλλα, αναλόγως των εκάστοτε ερμηνευτών· ζ) η μεσαιωνική αδιαλλαξία και ανικανότητα της Καθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας να επισημάνουν τα δημιουργηθέντα νέα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου· και η) η εξέλιξη των Φυσικών Επιστημών και της Τεχνικής.

Η ύπαρξη του Θεού δεν μπορεί ούτε να βεβαιωθεί, αλλά και ούτε να απορριφθεί επί τη βάσει λογικών αποδείξεων· διότι η απόδειξη βασίζεται πάντοτε επί του κόσμου, ενώ ο Θεός είναι υπερβατικός. Τούτο συνιστά την αχίλλειο πτέρνα του αθεϊσμού. Στη σύγχρονη εποχή, εμφανίζεται μια μορφή σκεπτικισμού που αμφιβάλλει όχι μόνο για τη βεβαιότητα, αλλά και για την αμφιβολία (αμφιβολία περί της αμφιβολίας). Ο σοβαρότερος εχθρός του Αθεϊσμού σήμερα δεν είναι η πίστη, αλλά η αμφιβολία, που κρίνει την απιστία.

Τα οφέλη από τον αθεϊσμό ήταν πολλαπλά. Υπήρξε ιστορικά μια απαραίτητη αντενέργεια προς εμβάθυνση και λήψη υγιούς αντίληψης του Θεού. Η πίστη αποτελματώνεται, αν δεν την αναταράσσει από καιρού εις καιρόν η θύελλα του Αθεϊσμού, και αν δεν είναι ακοίμητη αγωνιστική προσπάθεια προς υπερνίκηση της απιστίας. Η πίστη χρειάζεται την απιστία ως «εσωτερικό εχθρό», διότι έχει αληθή αξία, όταν είναι αποτέλεσμα αγώνα κατά του εχθρού αυτού, ο οποίος γίνεται, δια της κριτικής του, ο καλύτερός της φίλος. Ο αθεϊσμός είναι ο πειρασμός και το μαστίγωμα της πίστεως, αλλά ταυτοχρόνως η προϋπόθεση της αυτοσυνειδήσεως και ο έλεγχος της αντοχής της.

Ωστόσο, για να διατηρηθεί γόνιμος, ο αθεϊσμός οφείλει να αντικαταστήσει την πολεμική προς όσους πιστεύουν με μια διαμάχη προς εαυτόν, ούτως ώστε να γίνει βαθύτερος, να αυθυπερβληθεί· ειδεμή θα παραμείνει αφιλοσόφητος, στείρος δογματισμός, υποκατάστατο θρησκείας.

 

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΓΙΓΝΟΜΕΝΟΥ («ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΜΕΝΟΥ» Ή «ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΥ») ΘΕΟΥ 

Εδώ, ο Κυριαζόπουλος εντάσσει μια πλειάδα στοχαστών και ρευμάτων: Ηράκλειτος, Ιωάννης Σκώτος Εριγένης, Γερμανική Μυθολογία, Σέλλινγκ, Νίτσε, Καζαντζάκης, Μπερξόν κ.α. Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του γιγνομένου Θεού, ο Θεός δεν είναι, αλλά γίνεται. Δεν είναι ακίνητος, αεί ωσαύτως ων, αλλά εξελίσσεται αενάως, αυτοδημιουργείται. Δηλαδή η φιλοσοφία αυτή πρεσβεύει μια δυναμική και όχι στατική αντίληψη του Θεού. Ο Θεός παλεύει να αυθυπερβληθεί και να πραγματώσει τη δυνάμει εντός του υπάρχουσα θεότητα.

Αλλά η κίνηση και η υπέρβαση προϋποθέτουν αντίθεση και υπερνίκηση αντιστάσεως. Ο Θεός αγωνίζεται να άρει μια αρνητική αντενέργεια, την αίρει, αλλά αδυνατεί να την εξαλείψει. Έτσι, η αντινομία, η τραγικότητα και ο πόθος της λυτρώσεως εμφυτεύονται εντός του Θεού. Ο Θεός έχει το τραγικό πεπρωμένο να αγωνίζεται αιωνίως κατά της αντιφατικής φύσεώς του. Στο μέγα έργο της λυτρώσεως του Θεού συνδράμει ο άνθρωπος, ως βοηθός και συνεργός. Η ανάπτυξη του Θεού, το έπος της θεογονίας, εξαρτάται από τη συνεργασία του ανθρώπου.

Παραλλαγή της φιλοσοφίας του γιγνομένου Θεού αποτελεί η «φιλοσοφία του «ανυπάρκτου» Θεού»: Ο Θεός δεν είναι ο άναρχος πρωτουργός του κόσμου, αλλά ένα μεταγενέστερο γέννημα, ένα επακόλουθο ή προϊόν της εξελικτικής πορείας του κόσμου.

Στη φιλοσοφία του γιγνομένου Θεού, ο άνθρωπος θεοποιεί την βασική κατά την άποψή του ιδιότητα του κόσμου, το Γίγνεσθαι, και ειδωλοποιεί τον Θεό. Ο αγωνιζόμενος, κατά της αντενεργούσας φύσεώς του και των όρων του περιβάλλοντος, Θεός αποτελεί, στην πραγματικότητα, αντικατοπτρισμό της ηθικής σύγκρουσης που διεξάγεται στο εσωτερικό του ανθρώπου. Η ανθρωπολογία καταδεικνύεται ως βάση της θεολογίας. Καίτοι δε η εν λόγω φιλοσοφία είχε ως βαθύτερη ρίζα και αφετηρία τη Θεοδικία, την «ανοικτή πληγή πάσης θεολογίας», η τραγική ερώτηση της Θεοδικίας μένει και  από αυτήν αναπάντητη.

Εν τέλει, η φιλοσοφία του γιγνομένου Θεού συνιστά τη βιαιότερη έκφραση αυτοθέωσης, αυτοειδωλοποίησης και έπαρσης του ανθρώπου, αφού ο άνθρωπος είτε δημιουργεί τον Θεό εκ του μη όντος, είτε καθίσταται ο αναγκαίος σύμμαχος του Θεού στη σισύφεια πορεία του τελευταίου. Ακόμη, υποκαθιστά τον λόγο και την κριτική δύναμη από τη φαντασία και τη μυθολογία, εξ ου και η εγκόλπωση στοιχείων της φιλοσοφίας αυτής από τον εθνικοσοσιαλισμό.

 

Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ 

Στο τελευταίο μέρος της διατριβής του, ο Κυριαζόπουλος προβαίνει σε κριτικές καταληκτικές παρατηρήσεις μεγάλης αξίας. Η βασική του θέση είναι ότι η έννοια του Θεού είναι αντιφατική: από τη μια, η ιδέα ενός Είναι που υπερβάλλει το συμβατικό, και συγχρόνως η παράσταση της ιδέας αυτής δια των τύπων της λογικής και των ιδιοτήτων του όντος. Η ιστορία της φιλοσοφικής Θεολογίας είναι η ιστορία της αντιφάσεως της εννοίας του Θεού. Ο λόγος είναι ο δέκτης ενός υπερκόσμιου πομπού (του Θεού), τη γλώσσα του οποίου δεν δύναται να εννοήσει. Γι’ αυτό και προχωρεί σε ένα πλήθος διαφορετικών ερμηνειών, που όλες είναι ανάλογες προς απόψεις της γνωστής του πραγματικότητας.

Ο Κυριαζόπουλος εισηγείται μια «κριτική Θεολογία», θέμα της οποίας δεν είναι η ερμηνεία του Θεού, θεωρουμένου σαν αντικειμένου, αλλά η αντίληψη της ερωτήσεως περί του αναιρούντος την έννοια του αντικειμένου, υπερβατικού Θεού. Ο Θεός δεν υπόκειται σε έρευνα όπως τα αντικείμενα του κόσμου, αλλά είναι η Υπερβατικότητα. Η Υπερβατικότητα αυτή αναμοχλεύει την ύπαρξη και παραλλήλως απουσιάζει, είναι άμεσα εγγύς και συγχρόνως σε μεγίστη απόσταση.

Η ερώτηση περί Θεού είναι η κατ’ εξοχήν ερώτηση, η πρώτη και σπουδαιότερη ζωτική ερώτηση της Φιλοσοφίας, το κεντρικό θέμα για όλες τις εποχές και τα γένη, η θεμελιώδης ερώτηση πάσης ανθρωπίνης υπάρξεως. Είναι ο κρίκος του ανθρώπου και του Θεού, η αρχή της σχέσεώς τους. Στον ορίζοντα της ερώτησης του λόγου, ανατέλλει η απάντηση της πίστεως.

Αρχή της φιλοσοφίας είναι η σιωπηλή έκπληξη. Φιλοσοφία είναι η ομιλούσα έκπληξη. Το τέλος της φιλοσοφίας είναι η εκπλησσόμενη σιωπή. Η γλώσσα σταματά προ αυτού, το οποίο χάνουμε, εάν γίνει αντικείμενο· τότε αρχίζει η περισυλλογή της σιωπής. Η σιωπή προ του Θεού είναι η ερώτηση που ωρίμασε· δεν συνιστά αποσιώπηση και άρση του λόγου, αλλά αυτοσυλλογή του λόγου, επιστροφή του λόγου εις εαυτόν, αυτεπίσχεση του λόγου εν αναμονή του ερχομένου, ετοιμασία και παρασκευή για τον προσδοκώμενο εορτασμό.

Όχι ο λόγος περί Θεού, αλλά ο λόγος προς τον Θεό καταξιώνει τον λόγο προ του Θεού. Ο μόνος δυνατός τρόπος σκέψεως του Θεού είναι η προσευχή. Μόνον η σχέση ανθρώπου – Θεού ως δύο προσώπων, η συνομιλία του Εγώ και του Συ, όχι η πραγματεία του Αυτό, ο διάλογος, όχι η διάλεξη, επιτρέπουν την υπέρβαση και τη σύνδεση του ανθρώπου μετά του Θεού. Η ουσία της σχέσεως ανθρώπου – Θεού είναι η αφοσίωση, η αμοιβαιότητα της αγάπης και η πράξη. Στην πράξη, γίνεται αντιληπτή από τον άνθρωπο η παρουσία ενός συνεργού και διδασκάλου, ενός συμπορευόμενου οδηγητή. Ο Θεός συμπαρίσταται στον αγώνα του ανθρώπου ως μέγας Αδελφός, και όχι ως μεταφυσικός όρος.

Η Μεταφυσική, ως «πρώτη φιλοσοφία», είχε ανέκαθεν ως κεντρικό θέμα της τον Θεό, το Πρώτον της πραγματικότητας. Από της εποχής του Καντ, αντικείμενο της Μεταφυσικής δεν είναι πια ο Θεός, αλλά η ερώτηση περί Θεού. Αποστολή της δεν είναι η ανατομία της θείας ουσίας, αλλά η αντίληψη του προβλήματος του Θεού. Η ερώτηση για τον Θεό ανήκει στη Μεταφυσική, τουτέστιν στη Φιλοσοφία. Η απάντηση περί του Θεού ανήκει στη Θρησκεία, ως πεδίο αποκαλύψεως. Η βίωση του Θεού ανήκει στον Μυστικισμό, ως μέθοδο θεώσεως.

Ο λόγος, ως αναζητητής, ως διώκτης του υπερβατικού Θεού εντός του κόσμου, είναι τα προλεγόμενα της πίστεως. Η φιλοσοφία δεν είναι ούτε θεραπαινίδα ούτε βασίλισσα της θεολογίας, δύναται όμως να γίνει προεισαγωγή στην πίστη. Η τάση προς το Απόλυτο και όχι το επίτευγμα, η προέλαση και όχι η κατοχή, η πρόσκτηση και όχι η κτήση, η πρόοδος του αγώνα και όχι η συσσώρευση γνώσης συνιστούν τη φύση του φιλοσοφείν. Στο γνήσιο φιλοσοφείν προσιδιάζουν η συνείδηση της αγνοίας, ο αυτοπεριορισμός, ο καθορισμός των ορίων.

            Η σημασία της αμφιβολίας ως αυτοκριτικής της κρίσεως είναι πρωταρχική. Δια του συστηματικού ελέγχου του παροδικού, ετοιμάζει εντός της συνειδήσεως τον χώρο, όπου θα κατοικήσει το Μέγα. Η πίστη είναι το επιστέγασμα του αγώνα εναντίον της αμφιβολίας. Η βαθύτητα της πίστεως εξαρτάται εκ του βάθους της αμφιβολίας, την οποίαν αγωνίζεται να άρει. Η πίστη σχετίζεται προς την απιστία, δεν είναι το αντίθετο της απιστίας· πίστη και απιστία είναι ομοούσιες. Πίστη είναι εκείνη η απιστία που αγωνίζεται να αυθυπερβληθεί. Αντιθέτως, μία πίστη που χαίρεται την αυτάρκειά της είναι, στην πραγματικότητα, απιστία.

            Πίστη είναι ο εσώτατος συγκλονισμός της υπάρξεως προ του Είναι, η ολοκληρωτική συναρπαγή της προσωπικότητας ενώπιον του Υπερβατικού· δεν βασίζεται επί λογικών αποδείξεων, δεν είναι εξαγόμενο συλλογισμού. Ποία είναι, όμως, η σχέση της πίστεως με τον λόγο;. Το «ρήμα της πίστεως» δεν διαλύει τον λόγο, αλλά του υποδεικνύει την πλασματικότητά του και τα όρια της δικαιοδοσίας του. Αρνητής της πίστεως δεν είναι ο λόγος, αλλά ο ορθολογισμός. Εχθρός του λόγου δεν είναι η πίστη, αλλά η μισαλλοδοξία. Λόγος και πίστη, ως παράλληλες προσπάθειες υπερπηδήσεως του πέρατος, δεν είναι αντίπαλοι, αλλά συναγωνιστές. Ο λόγος προετοιμάζει την είσοδο της πίστεως, ενώ η πίστη βοηθά τον λόγο να απαλλαγεί από τον έμφυτο εγωισμό του. Ο λόγος είναι η «φάτνη» της πίστεως· η πίστη δεν καταλύει, αλλά πληρώνει τον λόγο. «Ο λόγος είναι ο «μάγος», ο οποίος ακάματος, με επιμονήν προ της θέας ενός οδηγητικού συμβόλου, διασχίζει ερήμους, αναρριχάται εις όρη και κατέρχεται εις κοιλάδας, παλαίων προς τον καύσωνα, τον χειμώνα και την απαγοήτευσην, ελπίζων, αλλ΄ αβέβαιος, αγωνιζόμενος να εύρη τον προσδοκώμενον. Ως «μάγος», ο λόγος δεν ανέρχεται εις τον ουρανόν, αλλά πορεύεται επί της γης… και ακολουθών «αυτού τον αστέρα» ευρίσκει τον Θεόν ήδη «γεννηθέντα». Ο οδοιπόρος λόγος δεν είναι εκπορθητής, ούτε νομάς, είναι προσκυνητής»[7].

 

Ο Γιώργος Κρανιδιώτης είναι ιατρός, πτυχιούχος Φιλοσοφίας, Διδάκτωρ Ιατρικής και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης στην Ιστορία της Φιλοσοφίας.

[1] Μιχάλης Στούκας, «Σπύρος Κυριαζόπουλος (1932-1977): Ένας μεγάλος φιλόσοφος και το πρόωρο, τραγικό τέλος του», Εφημερίδα «Το Πρώτο Θέμα», 13/04/2019.

[2] Αυτόθι.

[3] Αυτόθι.

[4] Σπυρίδων Δ. Κυριαζόπουλος, «Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού», Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα, 2000.

[5] Κυριαζόπουλος, ένθα ανωτέρω, σ. 67.

[6] Κυριαζόπουλος, ένθα ανωτέρω, σ. 69.

[7] Κυριαζόπουλος, ένθα ανωτέρω, σ. 222.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Ο Σπυρίδων Κυριαζόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1932. Σπούδασε Φιλοσοφία στην Αθήνα, το Αμβούργο, τη Χαϊδελβέργη και τη Βασιλεία της Ελβετίας, όπου υπήρξε μαθητής του Καρλ Γιάσπερς, του «σπουδαιότερου ανθρώπου στη ζωή του», όπως ο ίδιος αναφέρει. Επίσης, γνώρισε προσωπικά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ. Διετέλεσε επί 9 χρόνια καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Το 1977 σκοτώθηκε, μαζί με τη σύζυγό του Δώρα, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, σε ηλικία μόλις 45 ετών[1]. «Την ώρα που το έργο του ήταν σε κρίσιμη καμπή και κέρδιζε μια διεθνή αναγνώριση – με τις μεταφράσεις κειμένων του και τις αλλεπάλληλες προσκλήσεις σε επιστημονικά συνέδρια και πανεπιστήμια άλλων χωρών – ήρθε ο αναπάντεχος θάνατος…», παρατηρεί ο φοιτητής και συνεργάτης του Παναγιώτης Νούτσος[2]. Ο Κυριαζόπουλος ξεχώριζε για την αγάπη του προς τους φοιτητές, τους οποίους αντιμετώπιζε πάντα σαν παιδιά του[3]. Το πολυσχιδές έργο του περιλαμβάνει τη μνημειώδη διδακτορική του διατριβή «Προλεγόμενα εις την ερώτησιν περί Θεού» (1957), το κεφαλαιώδες και πρωτοποριακό για την εποχή του βιβλίο «Η καταγωγή του τεχνικού πνεύματος» (1965), και πολλά άλλα κείμενα.

 

Εικόνα του ιερού Αυγουστίνου. Από εικονογραφημένο χειρόγραφο.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here