Η τελική λέξη του μεγάλου ταξιδιού

0
97

Ἄγγελος Καλογερόπουλος

Ποίηση εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ χειρίζεσαι τὴ γλώσσα μὲ τρόπο τέτοιο ὥστε ἐκφράζοντας τὸ ἀτομικό σου ἰδίωμα νὰ διατυπώνεις τὸ μέρος ὡς συμπύκνωση τοῦ ὅλου. Ὁ βαθμὸς ποὺ προσεγγίζει αὐτὸ τὸν στόχο εἶναι τὸ ἀληθινὸ μέτρο τῆς ποιήσεως. Γιατὶ παρὰ τὰ ἀντίθετα ποὺ κατὰ κόρον λέγονται ἡ ποίηση δὲν κινδυνεύει, γιατί ἡ ποίηση δὲν κρίνεται ἀπὸ τὴ δόξα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ διάρκεια. Καὶ ἡ ποίηση ποὺ κατακτᾶ τὴ διάρκεια εἶναι ἡ ποίηση ποὺ μεσιτεύει γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ μερίδιο τῆς ἀλήθειας ποὺ μᾶς ἀναλογεῖ. 
Γνώρισα τὸν Γιῶργο Ἀναγνωστόπουλο στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’80 σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ κι αὐτὸς κι ἐγὼ εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα φίλο γιὰ νὰ ἐκμυστηρευτοῦμε πόσο βαριὰ μᾶς ἔπεφτε ἡ μοναξιὰ, πόσο φειδωλὸς ὁ ἔρωτας τῶν γυναικῶν, πόσο λίγη ἡ ζωὴ ποὺ ζούσαμε μπροστὰ σ’ἐκείνη ποὺ ποθούσαμε. Μέσα σ’αὐτὴ τὴ διαταραγμένη ἀντίληψη τῆς ζωῆς – καὶ καθὼς ἡ δεκαετία τοῦ ’80 ἀντικαθιστοῦσε τὰ εἴδωλά της μὲ μιὰ ἰσοπεδωτικὴ ἀπάθεια – σταθερό μας δείκτη εἴχαμε τὴν πίστη,τὴν ἐμμονὴ στὰ πάτρια καὶ τὴν ποίηση. Παρ’ὅλο ποὺ μὲ περνοῦσε στὰ χρόνια σχεδὸν μιὰ δεκαετία εἶχα προηγηθεῖ στὴν ἔκδοση κι ἔτσι ἀπὸ τὴν πλεονεκτικὴ θέση κάποιου ποὺ ἔχει ἤδη δημοσιεύσει πῆρα τὰ πρῶτα του χειρόγραφα. Ἦταν αὐτὰ ποὺ θὰ συγκροτοῦσαν τὴν πρώτη του συλλογὴ «Ἐκ τῶν συμφραζομένων» καὶ ὅταν διάβασα τὸ ποίημά του «Χάραξις πορείας ἐπὶ χάρτου» νομίζω ὅτι γεύτηκα κι ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὑφάλμυρο ὑγρό. 

Ἡ ποίηση τοῦ Γ.Α. μὲ ἄγγιξε ἀπὸ τότε καὶ μὲ ἀγγίζει μὲ ἕναν τρόπο ἄμεσο καὶ σκοτεινὸ θὰ ἔλεγα. Ἀπροσδιόριστο. Μοῦ προκαλεῖ ἄμεσα ἕναν συναισθηματικὸ κλονισμὸ καθὼς σὲ κάθε του ποίημα διανοίγεται ἕνα δραματικὸ βάθος. Ἡ μοναξιά, ὁ θάνατος, ἕνα σκοτεινὸ μέλλον. Δὲν ὑπάρχει πουθενὰ μιὰ ὀρθολογικὴ πρόθεση. Ὁ ποιητικὸς του κόσμος συγκροτεῖται ἀπευθείας ἀπὸ τὰ αἰσθήματα. Οἱ εἰκόνες του ἀφήνουν γιὰ λίγο τὸ αἴσθημά μας μετέωρο μέχρι νὰ κατασταλάξει στὴν προσμονὴ μιᾶς ἀκέραιης ζωῆς. 
Ἀλλὰ ἄς πάρουμε τὰ πράγματα μὲ τὴν κανονική τους σειρὰ, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ τέλος πρὸς τὴν ἀρχή. Στὴν τελευταία του συλλογή, λοιπόν, ποὺ ἔφερε τὸν τίτλο «Ἄλαλος Φόρμιγξ» ξεκινάει μὲ τὸ ποίημα «Πρωινὸ Κυριακῆς» μὲ τὸν ἐντὸς παρενθέσεως ὑπότιτλο (Ἔξω ἀπὸ τὸν Ἱ.Ν.Ἁγίας Βαρβάρας Πατησίων ἀκριβῶς μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας). Σᾶς θυμίζω ὅτι ἡ ἀμέσως προηγούμενη συλλογή του ἔφερε τὸν τίτλο «Οἱ Κυριακὲς τῶν ποιημάτων». Ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ βασικὴ ποιητικὴ σταθερὰ τοῦ Γ.Α. Συνοψίζει τὸν κόσμο ποὺ ὁραματίζεται. Εἶναι τὸ σύμβολο τῆς πίστης του, ἡ ἐλπίδα ποὺ αὐγάζει μέσα σὲ ἕναν κατὰ τὰ ἄλλα διαρραγέντα κόσμο. Ἀλλὰ στὸ πρῶτο αὐτὸ ποίημα ἡ πρώτη μορφὴ ποὺ προβάλλει εἶναι αὐτὴ τοῦ ζητιάνου. Ἕνας ζητιάνος ποὺ ζητιανεύει τὸ φῶς μέσα σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἔχει καταντήσει καὶ τὸν οὐρανὸ «παράλυτο» ἀλλὰ ποὺ λυτρώνεται ἀπὸ τὸ δάκρυ ἑνὸς μωροῦ. Ἐνῶ στὸ ποίημα ποὺ χαρίζει τὸν τίτλο σ’ὅλη τὴ συλλογὴ Ἡ ἄλαλος φόρμιγξ») οἱ ἁμαρτίες ἐξαγνίζονται μὲ νάματα «ἁγίου φωτός» κι ἔτσι καθὼς ἁγιάζεται ἡ ἀσκήμια μας ἐντοπίζουμε τὴ μουσικὴ αὐτῆς τῆς ἄλαλης φόρμιγγος στὴ «χαρὰ τῶν καθημερινῶν πραγμάτων».
Στὶς Κυριακὲς τῶν ποιημάτων οἱ ζητιάνοι ἀποκαλοῦνται «προνομιοῦχοι τοῦ σύμπαντος» ἐνῶ ἀπὸ τὴν πρώτη του συλλογὴ «Ἐκ τῶν συμφραζομένων» ξεχωρίζω τοὺς στίχους:
«Μὲ δυὸ βαθειὲς οὐλὲς 
στὶς παρειὲς τοῦ μέλλοντός του
ζητιανεύει στὶς γωνιὲς νυφικῶν θαλάμων 
καὶ μοναστηριῶν». 
Ὁ ζητιάνος τοῦ Γ.Α. εἶναι τρόπον τινὰ ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς. Αὐτὸ εἶναι τὸ διακόνημά του, νὰ εἶναι ὁ διακονιάρης μιᾶς ἀκέραιης ζωῆς ποὺ πραγματώνεται μέσα στὴν πνευματικὴ διάσταση ἑνὸς γάμου ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ζοῦμε τὴ βιολογία ὡς θαῦμα ἤ ἑνὸς θείου ἔρωτος ὥστε νὰ ζοῦμε τὴ στέρηση ὡς πύλη τῆς πληρότητος.
Ἄν στὴν πρώτη συλλογὴ τοῦ Γ.Α. ἡ τραγικότητα ὡς μοίρα τοῦ ἀνθρώπου ἔδινε τὸν τόνο ἐμμένοντας στὸ βάρος τοῦ πόνου στὴν τελευταία του συλλογὴ διατηρώντας αὐτὸ τὸ αἴσθημα τοῦ πόνου στὸ ἀκέραιο κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ τέλους. Στὴν «Ἑσπερινὴ μοναξιὰ» ἐπιλέγει: 
Ἀπόψε πονάω λιγότερο·
ἡ ζωή μου πήδησε στὶς ἑπόμενες σελίδες. 
Πρόκειται γιὰ τὸ αἴσθημα ἑνὸς τέλους ποὺ τὸ χαρακτηρίζει μιὰ ἀέναη διάρκεια. Τὸ φεγγάρι, αὐτὸ τὸ ἄλλο ὄνομα τῆς νύχτας ἄλλοτε κοκκαλωμένο ἄλλοτε μὲ βλέφαρα κλειστὰ συνοδεύει τὴν τραγική μας ἄγνοια (τὴν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου μας ποὺ μόνο ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς τὴν εἶδε) ἀλλὰ δὲν ματαιώνει τὸν χορὸ τῶν φαιδρῶν ψυχῶν ποὺ περιμένουν τὸν Λάζαρο νὰ κάνει τὸ μεγάλο βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς οὔτε καὶ τὴν ἀνάσταση ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν λυγμὸ τῆς μετάνοιας.
Ἡ ποίηση ὡς μεσιτεύουσα πνευματικὴ ὁδὸς μᾶς ὁδηγεῖ ἐπὶ τέλους στὴ γνώση.
Ἀλλὰ γιατὶ μεσιτεύουσα; Γιατὶ ὄχι εὐθεία ὁδός; Τί μᾶς χρειάζεται ἡ μεσιτεία; Θέλουμε μέσον καὶ μεσίτες γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἀλήθεια; Γιατί ἡ ποίηση νὰ μὴν ἔχει τὴ δική της ἀδιαμεσολάβητη ἀλήθεια;
Μὰ ἡ μεσιτεία στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἑπομένως καὶ στὴν ποίηση μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ αὐθαιρεσία. Εἶναι ἡ ἀναγωγικὴ ὁδὸς ποὺ δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐκλάβουμε τὸ μέρος ὡς ὅλον, ἐνῶ μᾶς ἐπιτρέπει μέσα ἀπὸ τὸ ἐπὶ μέρους νὰ συλλάβουμε τὸ ὅλον. Δὲν εἶναι μιὰ ψιλὴ θεωρία αὐτὸ, ἀλλὰ ἡ κατ’ἐξοχὴν θεωρία. Δηλαδὴ δὲν μιλᾶμε γιὰ ἀφηρημένες ἔννοιες ἀλλὰ γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς πνευματικῆς θέας. Ἡ ἀτομικὴ ποίηση τῶν ἡμερῶν μας – αὐτὴ ποὺ ὅλοι ὅσοι γράφουμε ποιήματα ὑπηρετοῦμε- ἐὰν ἐκληφθεῖ ὡς αὐτόνομη ἀξία ἀκυρώνει τὴν ἀλήθεια της ἀφοῦ ἡ ἑρμηνεία της ἐπαφίεται στὸ νὰ προσλάβουμε τὸ ὅποιο νόημά της ἁπλῶς ὡς μιὰ ἐπὶ πλέον ἐκδοχή. Ἀπεναντίας ἡ ἀναγωγικὴ ὁδὸς ὅπου ἡ ποίηση καλεῖται νὰ μεσιτεύσει μιὰ ἀλήθεια ποὺ ξεπερνᾶ τὸ ἄτομο καὶ ταὸν καιρό, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ καταλάβουμε πρὸς τὰ ποῦ πηγαίνει ὁ φίλος μας ποὺ πρῶτος ἀπ’ ὅλους μας φεύγοντας, γράφει: 
Τώρα ὄρθιος πάνω σὲ καλοτάξιδο σύννεφο
Περνάει μὲ οὔριο ἄνεμο
Στὴν τελικὴ λέξη τοῦ μεγάλου ταξιδιοῦ.

 

Ομιλία στην ἐκδήλωση ἀφιερωμένη στὸν ποιητὴ Γιῶργο Ἀναγνωστόπουλο από τον Ὅμιλος Ἐρασιμόλπων ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΤΕΧΝΩΝ τὴν Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009.

πηγή:Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here