Η πορεία πρός Εμμαούς

13
938

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
Κατά Λουκάν, 24, 13-35

Ο Λουκάς και ο Κλεόπας οδεύουν προς Εμμαούς, έχοντας αφήσει την Ιερουσαλήμ, τον τόπο όπου εξελίχτηκαν τα γεγονότα της σταύρωσης του Χριστού. Είναι κατηφείς γιατί πιστεύουν πως όλα έχουν τελειώσει. Το μέγα ποθούμενο για την λύτρωση του Ισραήλ έχει αποτύχει. Ο Διδάσκαλος είναι νεκρός. Η αμφιβολία τους βασανίζει. Δεν μπορούν να πιστέψουν αυτό που ξεπερνά την ανθρώπινη φύση. Η μαρτυρία των γυναικών ότι είδαν οπτασία αγγέλων οι οποίοι τις είπαν ότι ζει, δεν τους πείθει. Πήγαν και κάποιοι άλλοι μαθητές στο μνήμα και δεν τον βρήκαν. Το σώμα έχει χαθεί. ΄Όμως εκεί που δεν περιμένουν πλέον τίποτε, ο Χριστός εμφανίζεται να πορεύεται μαζί τους. Τα μάτια τους μένουν κλειστά, ώστε να μην τον αναγνωρίσουν. Του διηγούνται τα όσα συνέβησαν, πώς οι αρχιερείς και οι άρχοντες καταδίκασαν σε θάνατο τον Ιησού και τον σταύρωσαν. Το τέλος κάθε ελπίδας σκοτεινιάζει τα μάτια τους. Δεν υπάρχει φως που να φωτίζει τις καρδιές τους. Εκείνος τους επιπλήττει για την απιστία τους: «Ω ανόητοι και βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οις ελάλησαν οι προφήται· ουχί ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν αυτού»; Και αρχίζοντας από τον Μωυσή τους εξηγεί όσα αναφέρουν οι προφήτες σχετικά με τον ερχομό του μεταξύ των ανθρώπων. Η αναφορά του δείχνει και πάλι την συνέχεια ανάμεσα στις δύο διαθήκες, την  εκπλήρωση των όσων καταγράφονται στην Παλαιά για τον ερχομό του Σωτήρα του κόσμου. ΄Όμως ακόμη και τότε οι δύο μαθητές δεν τον αναγνωρίζουν. «Ανόητοι και βραδείς τη καρδία».  Ο χαρακτηρισμός βέβαια δεν αφορά μόνο τους δύο μαθητές, αλλά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. ΄Οσους άκουσαν γι’ αυτόν και τον παρερμήνευσαν, στρέφοντας αλλού το βλέμμα.


Η πορεία προς Εμμαούς είναι μια μακρά πορεία μέσα στη νύχτα. Είναι η δική μας πορεία. Τα συμβαίνοντα στην καθημερινότητα μας βυθίζουν ολοένα και πιο βαθιά στον ύπνο. Νομίζουμε πως αν διορθωθούν τα κακώς κείμενα, η κοινωνία θα βαδίσει με ασφάλεια προς την πρόοδο και την ευημερία, δημιουργώντας ένα στέρεο σύστημα αξιών και συμπεριφορών, όπως των μαθητών που περιστρέφονταν διαρκώς στα πλαίσια της επίγειας κυριαρχίας του Ισραήλ. ΄Όμως κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι ελλοχεύει κάτω από τις πατούσες του καθώς πορεύεται απορροφημένος στις ασχολίες του. Μέσα στην απόγνωση και τη μοναξιά μας ο Χριστός πορεύεται δίπλα μας εμψυχώνοντας τις καρδιές μας. ΄Όμως εμείς δεν έχουμε μάτια για να τον δούμε. Δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε πως όταν η ελπίδα έχει αφανιστεί, υπάρχει πέρα απ’ τον  κλειστό μας ορίζοντα το αναστάσιμο φως του Χριστού.
Oι μαθητές τον αναγνωρίζουν «εν τη κλάσει του άρτου». Η κλάση του άρτου παραπέμπει στην Ενσάρκωση. Στο Σώμα του Χριστού που προσφέρεται σε όλους. ΄Όπως και στη ζωή μας, ο Χριστός είναι παρών και ταυτοχρόνως απουσιάζει. Η είσοδός του στον ιστορικό χρόνο δεν είναι για να τον διαιωνίσει και να τον δικαιώσει, αλλά για να τον υπερβεί, και να δείξει ότι δεν είναι ο ιστορικός χρόνος που καθορίζει τον άνθρωπο ως πνευματική οντότητα και ολότητα, αλλά ο χώρος της μετα-ιστορίας, ακολουθώντας, ωστόσο, την αναγκαία, οδυνηρή όσο και επικίνδυνη πορεία στην κοιλάδα του θανάτου, που είναι η Ιστορία.
«Τίνες οι λόγοι ούτοι ους αντιβάλλετε προς αλλήλους περιπατούντες και έστε σκυθρωποί;  Αποκριθείς δε ο εις, ω όνομα Κλεόπας, είπε προς αυτόν· συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις; Και είπεν αυτοίς· ποία; Οι δε είπον αυτώ· τα περί Ιησού του Ναζωραίου, ος εγένετο ανήρ προφήτης δυνατός εν εργώ και λόγω εναντίον του Θεού και παντός του λαού, όπως τε παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς και οι άρχοντες ημών εις κρίμα θανάτου και εσταύρωσαν αυτόν. Ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός εστιν ο μέλλων λυτρούσθαι τον Ισραήλ. (Λουκ. 17-21)». Ο Κλεόπας απευθύνεται στον Ιησού με έναν τόνο ονειδισμού, σαν να απευθύνεται σε έναν  άνθρωπο εκτός τόπου και χρόνου, ο οποίος δεν έχει ιδέα για τα τεκταινόμενα. Ενώ ο ίδιος κοιμάται (βραδύς τη καρδία), συμπεριφέρεται σαν να είναι ολότελα ξυπνητός, έχοντας πλήρη επίγνωση των όσων συμβαίνουν.  Αποκαλώντας τον μάλιστα οι μαθητές «προφήτη», είναι  φανερό πως δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το περιεχόμενο που δίνουν στη λύτρωση του Ισραήλ είναι διαφορετικό από το περιεχόμενο που η έννοια της λύτρωσης έλαβε κατόπιν, εκείνη της ανακαινίσεως του ανθρώπου, έξω από τον λαβύρινθο του φόνου και της βίας που μας απομακρύνει απ’ την αγάπη.
Δυσκολευόμαστε να δεχτούμε ότι ο Χριστός  φέρει την κλείδα της κατανόησης της Παλαιάς Διαθήκης, και είμαστε ανίκανοι να συμμετάσχουμε στη γνώση που δόθηκε στους ανθρώπους μετά το Πάθος του, όπως φανερώνεται σε κάποιες μεταπασχάλιες σκηνές και στην πορεία προς Εμμαούς. Τούτο δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, όταν το μήνυμα της Βασιλείας παραμένει παραγνωρισμένο και άγνωστο. Η Βασιλεία του Θεού λογαριάζεται μύθος, μια ουτοπία, κάτι που δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς μαζί του ούτε κατ’ ελάχιστον. ΄Όμως Πάθος δεν θα υπήρχε αν η  Βασιλεία του Θεού δεν ήταν πραγματικότητα. Όπως δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός έρχεται για να διαφωτίσει τους οδοιπόρους, πράγμα που δεν συμβαίνει σε καμία ψευδοανάσταση.
Ο Χριστός είναι ο ξένος, ο μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι μέσα στον κόσμο, αλλά και ο άγνωστος φίλος που μας πλησιάζει εκεί που θεωρούμε τα πάντα τελειωμένα, βλέποντας το κακό να θριαμβεύει παντού. Το φως του είναι πέρα από το τέλος και πριν από την αρχή. Είναι η ελπίδα που έρχεται από αλλού, και μας πάει αλλού. Ο Κύριος δεν ζητάει να κάνουμε θυσίες για να τον καταλάβουμε. Μας εξηγεί τις Γραφές, τα λόγια των προφητών που αποτέλεσαν προτυπώσεις της ελεύσεώς του.
Οι ταξιδιώτες της Εμμαούς εσθίουν και πίνουν στην τράπεζα της Βασιλείας του Θεού έστω και αν δεν το γνωρίζουν, καθώς εκείνος που τους μοιράζει τον άρτο είναι ο αναστημένος Χριστός. Τους μοιράζει την αγάπη, διότι τι άλλο μπορεί να είναι ο άρτος του αναστημένου Κυρίου; Κι ευθύς ανοίγονται οι οφθαλμοί τους ώστε να τον αναγνωρίσουν. Τον αναγνωρίζουν και οι καρδιές τους πυρπολούνται. Όμως γίνεται άφαντος, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν έχει σχέση με την ειδωλολατρία και τις συναφείς προς αυτήν εκδηλώσεις δέους και ιερού τρόμου, όπως συμβαίνει με τις εμφανίσεις και τα σημεία των μυθολογικών βίαιων και φονικών θεοτήτων. «Και είπον προς αλλήλους· ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν, ως ελάλει ημίν εν τη οδώ και ως διήνοιγεν ημίν τας γραφάς; Και αναστάντες αυτή τη ώρα υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ, και εύρον συνηθροισμένους τους ένδεκα και τους συν αυτοίς, λέγοντας ότι ηγέρθη ο Κύριος όντως και ώφθη Σίμωνι. Και αυτοί εξηγούντο τα εν τη οδώ και ως εγνώσθη αυτοίς εν τη κλάσει του άρτου».

πηγή: antifono.gr

13 Σχόλια

  1. ..κι εμείς ως άλλοι Κλέοπες και Λουκάδες περπατούμε στο σκοτάδι του κόσμου τούτου, ευτυχώς όμως που έστω και εν αγνοία μας περπατά και κάποιος Άλλος μαζί μας.

  2. Με αφορμή το σχόλιο του Κωστή, θα ήθελα να γράψω κι εγώ κάποιες ακέψεις, ιδιαίτερα πάνω στη φράση, “όπως και στη ζωή μας ο Χριστός είναι παρών και ταυτοχρόνως απουσιάζει”. Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η φράση η ολότελα αντιφατική, ή και γελοία; Διαβάζοντάς την μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του Τ.Σ.΄Ελιοτ από την κατά Σεφέρη “Έρημη χώρα”(κατ’ εμέ ορθότερος τίτλος είναι η “Χέρσα γη” καθότι πλήθη ανθρώπων κυκλοφορούν επάνω της χωρίς ωστόσο να κσρπίζουν):

    Ποιος είναι ο τρίτος που πάντα περπατά δίπλα σου;
    ΄Οταν μετρώ, είμαστε μόνο εσύ κι εγώ
    Όμως όταν κοιτάζω μπροστά στον άσπρο δρόμο
    Υπάρχει πάντα κάποιος που βαδίζει πλάι σου
    Γλιστρώντας τυλιγμένος στον σκοτεινό του μανδύα, κουκουλωμένος
    Δεν ξέρω αν είναι άντρας ή γυναίκα
    -Μα ποιος είναι εκείνος στο πλευρό σου;

    Ο ΄Ελιοτ αναφέρει ότι ερέθισμα γι’ αυτούς τους στίχους στάθηκε η εξερεύνηση του Shackleton στην Ανταρκτική, για μια μορφή που έβλεπαν να τους ακολουθεί (βλ. και το εξαιρετικό βιβλίο του Γιώργου Φραντζολά “Το καμίνι που δροσίζει, Προσεγγίσεις στον Παπαδιαμάντη και στον Πεντζίκη”, ΄Εκδοση Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης – ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2010). Τέτοιες εμπειρίες συμβαίνουν όταν ο άνθρωπος φτάσει στα όρια της ψυχικής και σωματικής του αντοχής. Ανάλογη πιστεύω είναι και η διήγηση του Γέροντος Παϊσίου στο βιβλίο του “Αγιορείται και Αγιορείτικα” για τον Ρώσο ασκητή Παπα-Τύχωνα. Μια μέρα που τον είχε επισκεφτεί, ο παπα-Τύχων ανεβαίνοντας τα σκαλάκια έπεσε ανάσκελα και σφηνώθηκε στην πόρτα, γιατί φορούσε πολλά ρούχα, και ο γέρων Παϊσιος δυσκολεύτηκε να τον σηκώσει. ΄Οταν τον ρώτησε, “τι θα έκανες Γέροντα μόνος σου εάν δεν ήμουν εγώ”; Εκείνος τον κοίταξε παράξενα και του απήντησε: “Θα με σήκωνε ο φύλακας άγγελός μου”.

  3. “Όμως εκεί που δεν περιμένουν πλέον τίποτε, ο Χριστός εμφανίζεται να πορεύεται μαζί τους”
    Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω, αλλά και παρακολουθώντας την απελπιστική εθνική επικαιρότητα, κάνω την αναγωγή και μου γεννιέται η ελπίδα. Ο καθένας μας θα λάβει μια κάποια ιδιαίτερη πρόσκληση …

  4. Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι κατ΄εμέ τα εξής: ποιο είναι αυτό το μαγικό ραβδί που μας ανοίγει τα μάτια και μάς επιτρέπει να αναφερθούμε άμεσα και φυσικά στο Χριστό; Να τον αναγνωρίσουμε και να του χαμογελάσουμε γλυκά όπως το βρέφος στη μητέρα του; Να βεβαιωθούμε ότι Αυτός είναι που μας μιλάει, Αυτός που σηκώνει μαζί μας τα βάρη της καθημερινότητας, Αυτός ο τυχαίος συνδιαβάτης; Μήπως απαιτείται πρώτα η γεύση της αγάπης Του για να Τον αναγνωρίσουμε στη συνέχεια σε μια δύσκολη στιγμή;
    Η πενιχρή μου πείρα μού μηνύει πως, όταν βρισκόμαστε μέσα στο τούνελ και Τον επικαλούμαστε διακαώς και διαρκώς, νιώθουμε ότι δεν μας ακούει όσο θα θέλαμε, ότι κωφεύει ίσως. Μόλις, όμως, βγούμε από το τούνελ και προχωρήσουμε αρκετά και θεωρήσουμε τη ζωή μας αναδρομικά θα αναφωνήσουμε: “Τελικά Αυτός ήταν μαζί μου. Χωρίς τη βοήθειά του δε θα ανταποκρινόμουν.”

  5. Από τό ενδιαφέρον κείμενο του κυρίου Κοσματόπουλου,μόνο μία φράση είναι αρκετή:”Ο Χριστός είναι ο ξένος,ο μή έχων πού την κεφαλήν κλίναι μέσα στόν κόσμο”.Ολα τα υπόλοιπα δέν χρειάζονται.
    Αγαπητέ κύριε Κοσματόπουλε,και εσείς αγαπητοί σχολιαστές,μήν φλυαρείτε.Μήν αναζητάτε Χριστούς και Θεούς σε επινοήσεις και φαντάσματα.

  6. Κύριε Θεόδωρε Ταμπάκη, θα είχατε την καλωσύνη να διευκρινίσετε με ποιό κριτήριο διαφοροδιαγιγνώσκετε ένα πραγματικό γεγονός από κάτι φαντασιώδες/ψυχολογικό; Μιλάτε για «εμπειρίες που συμβαίνουν οταν ο άνθρωπος φτάσει στα όρια της ψυχικής και σωματικής του αντοχής». Σε αυτά τα όρια, μπορεί να βλέπει κάποιος άστρα, πλην ανύπαρκτα. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με λήψη φαρμάκων. Με άλλα λόγια, θα ήθελα να πείτε πώς ξεχωρίζετε την πλάνη από την αλήθεια. Γιατί μπορεί να γίνει σύγχυση αυτών, και ένα γεγονός το οποίο είναι π.χ. ψυχιατρικού ενδιαφέροντος (μία κοινή παραίσθηση ας πούμε), να ανάγεται σε υπαρκτό. Οι υπαρκτικές δυνατότητες του ανθρώπου είναι ασύλληπτες, αλλά νομίζω ότι αυτό δεν σημαίνει πως αποκλείεται ο υφερπισμός του ψευδούς στα φυλλώματα του αληθούς. Παρακαλώντας γιά τη διευκρίνισή σας, κλείνω με την παρατήρηση ότι η πορεία των τριών προς Εμμαούς και η κλάση του άρτου στο σπίτι των μαθητών, ήταν ένα αντικειμενικό γεγονός και πραγματικό. Η αναγνώριση του Χριστού που δόθηκε στους μαθητές, δεν ήταν αντικειμενικό γεγονός, αλλά Δώρο Υπαρκτό και Πραγματικό.
    Με τιμή και ευχές για καλή χρονιά,
    Δημήτρης Κουτσογιάννης.

  7. Η επισήμανση του κυρίου Δ. Κουτσογιάννη σαφώς και με βρίσκει σύμφωνο. Άλλωστε παρόμοια περιστατικά αναφέρονται κι από ανθρώπους που διασχίζουν κάποια έρημο ή χαροπαλεύουν κλπ.
    Θα ήθελα όμως να θυμήσω πως μιλάμε για στίχους του Τ.Σ.΄Ελιοτ. Είναι κάτι που αναφέρεται δηλαδή σε ποίημα και σαφώς όταν η τέχνη εμπνέει (…Διαβάζοντάς την μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του Τ.Σ.΄Ελιοτ..) ο επιστημονικός τρόπος σκέψης, τα επιχειρήματα κι οι αποδείξεις είναι ξένα κι ασύμβατα.
    Τέλος, με την ευκαιρία, προτείνω σ’ όλους να δουν το ντοκυμαντέρ (τριών επεισοδίων) στο you tube σχετικά με τον Shackleton στην Ανταρκτική!

  8. Αγαπητέ Κύριε Δημήτρη Κουτσογιάννη,
    Δεν θα ήθελα με την απάντησή μου να υποκαταστήσω τον κ. Κοσματόπουλο, ο οποίος ίσως είναι αρμοδιότερος να απαντήσει. Καθώς όμως απευθύνεστε σε μένα, έκρινα πώς θα έπρεπε να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις επί του θέματος. Το ζήτημα που θέτετε είναι καίριο, και πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός. Κατ’ αρχάς δεν πρέπει να ενδιαφέρουν τα οράματα και τα συναφή τον άνθρωπο που αναζητά μια πραγματική, πνευματική και ουσιώδη ζωή. Μοιραία όμως από το μυαλό του καθενός περνούν τα μύρια όσα. Κάποιος ασκητής μου έλεγε ότι ένα βράδυ άκουσε έναν κτύπο στην πόρτα του κελιού του και ανοίγοντας αντίκρισε τον Ιησού Χριστό. Δεν συγκατένευσε στο όραμα, και υπέβαλε τον εαυτό του σε σκληρές δοκιμασίες προκειμένου να καταλάβει τι ήταν αυτό που είδε. Επρόκειτο βέβαια για φρεναπάτη. Όμως τι μας πείθει ότι η φωνή που άκουσε επί παραδείγματι ο άγιος Σιλουανός, «κράτει τον νου σου εις τον άδη, και μη απελπίζου» δεν ήταν ομοίως μια παραίσθηση; Τι μας πείθει ότι ο άνθρωπος που βάδιζε στο πλευρό των μαθητών προς τους Εμμαούς δεν ήταν μια φρεναπάτη; Τι συμβαίνει δηλαδή όταν αντιμετωπίζουμε καταστάσεις συντριπτικές της ατομικότητας; Διότι και ο Σιλουανός και οι μαθητές βρίσκονταν σε βαθιά απόγνωση. Αλλά και ο απατώμενος μπορεί να βρίσκεται σε απόγνωση επίσης. Είναι δύσκολο να δώσει κανείς μια σαφή απάντηση, καθότι τέτοια γεγονότα αποτελούν βαθύτατα βιώματα ζωής. Πιστεύω πως στην περίπτωση των μαθητών εκείνο που πείθει είναι η αναφορά του Ιησού στις γραφές, συνδέοντας τον εαυτό του κατά κάποιο τρόπο με τις απαρχές του κόσμου, αλλά κυρίως το κόψιμο και το μοίρασμα του ψωμιού. Εκεί είναι που τον αναγνωρίζουν, και αμέσως γίνεται άφαντος. Διότι παραμένει ξένος προς τούτο τον κόσμο, όπως επεσήμανε και ένας άλλος σχολιαστής. Το μοίρασμα του άρτου, που ασφαλώς παραπέμπει στον μυστικό δείπνο, ως ολική και άνευ όρων προσφορά, είναι που πείθει.
    Επειδή όμως αναφερόμαστε σε ένα κείμενο του Κοσματόπουλου, επιτρέψτε μου να αναφερθώ και σε ένα βιβλίο του, «Τα δυο φορέματα». Το βιβλίο ξεκινά με ένα όραμα, καθώς βλέπει την πόλη να μεταμορφώνεται σε σώμα γυναικός. Το όραμα αυτό είναι αναμφίβολα δαιμονικού χαρακτήρα, αλλά και συντριπτικό για την ατομικότητα. Ωστόσο του επιτρέπει να προχωρήσει στην διερεύνηση της πόλης ανά τους αιώνες και ταυτοχρόνως του εαυτού του, οδεύοντας προς μια λύτρωση.
    Δεν ξέρω αν η απάντησή μου ήταν επαρκής, αλλά σε τέτοια ζητήματα, όπως είπα, δεν υπάρχουν σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Εξάλλου βλέπετε τι γίνεται με τα μνημόνια και τα αντιμνημόνια, και όλον αυτό τον ιδεολογικό αναβρασμό τόσο των ειδικών όσο και των ανειδίκευτων.

  9. Μετά το “εμπουρδουκλωθήκαμε” μπορώ να πω άφοβα ότι αυτή ήταν η πιο χαριτωμένη και συγκινητική συνάντηση.

  10. Ε, κι εγώ ο καημένος, που ήλθα πολύ καθυστερημένος (μόνο σήμερα, 20 Μαρτίου 2011) στην παρέα, να μην προσθέσω (ύστερα από το χαριτωμένο “εμπουρδουκλωθήκαμε”) ότι ενθουσιάστηκα από το κείμενό σου, Αλέξανδρε;
    Νίκος

  11. Κύριε Μαμαλίγκα,
    Επειδή στο youtube υπάρχουν πολλά σχετικά με τον Shackleton, μήπως μπορείτε να μου υποδείξετε ποιο ντοκυμαντέρ εννοείτε;
    Ευχαριστώ πολύ,
    Νίκος Τζανάκης

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here