Η ποίηση μπορεί να ανθίσει μόνο μέσα σ’ένα ανοιχτό πεδίο σημασιών

0
44

Συνέντευξη του Δημήτρη Κοσμόπουλου στον Σταμάτη Μαυροειδή

Στον σημερινό μας «Επισκέπτη» ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλο δεν δόθηκε, ίσως, η χάρη να αναφερθεί αναλυτικά σ’εκείνα που ο ίδιος θα επιθυμούσε περισσότερο. Οι ερωτήσεις μας «έγειραν» συνειδητά εστιάζοντας στον θεολογικό παρά στον οικείο ποιητικό Λόγο οπού εκείνος θα είχε (επίσης) πολλά και ενδιαφέροντα να μας πει. Και αφού τον καταστήσαμε εκόντα – άκοντα «… απολογητή δεν έχουμε παρά να πούμε δυο – τρεις «διορθωτικές» κουβέντες προλόγισμα που να συμπληρώνουν -την ολίγον αδιάκριτη»- βιογραφική εικόνα του ποιητικού προσώπου.

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γεννήθηκε στο Κοντογόνι Πυλίας στη Μεσσηνία και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Σήμερα ζει και δουλεύει στην Αθήνα. Η εμφάνιση τoυ στο χώρο της ποίησης έγινε πολύ γρήγορα αλλά και ένθερμα δεκτή, αναγνωρίστηκε δε ευθύς εξαρχής ένα ιδιαίτερο προσωπικό ποιητικό ιδίωμα με «πληθωρικό και στιβαρό διασκελισμό …». Η ποίηση του στα δύο πρώτα του βιβλία (το Λατομείο και Του νεκρού αδελφού, εκδόσεις «Κέδρος») χαρακτηρίστηκε ότι φέρει έντονα μέσα της τα στοιχεία της ιθαγένειας και της συνομιλίας με τις παραδοσιακές και τις μοντερνιστικές τεχνοτροπίες, ενώ δοκίμια του για πρόσωπα και πράγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και μεταφράσεις του φιλοξενούνται στα σοβαρότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

«Στον αιώνα τον άπαντα» ο άνθρωπος φαίνεται να αναζητά κάποιο βαθύτερο νόημα στη ζωή του, να ψάχνει πάντοτε κάτι που του λείπει. Η πίστη, σε εκείνο που του προσφέρθηκε εξ αποκαλύψεως, δεν θα’πρεπε φυσιολογικά να τον κάνει ευτυχή και να θέτει τέρμα σ’ αυτή την αναζήτηση;

Ο άνθρωπος, έχετε δίκιο θα νιώθει εσαεί -δηλαδή έως συντελείας του χρόνου-ότι κάτι του λείπει. Κι αυτό το κάτι είναι πρωτίστως το νόημα. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Κι όταν ακόμη το βρεί,θα εξακολουθεί να του λείπει παραμένοντας ως διαρκώς ανοιχτή κλήση ενώπιον του-η μετοχή στη «ζωή «αυτού του νοήματος. Εδώ ακριβώς ξανοίγεται το πεδίο της αναμέτρησης με την αρνητική εκδοχή του εαυτού του. Κι εδώ. ειδικά, είναι που προκύπτει η ανάγκη της επικοινωνίας κατ’αρχήν μέσω λέξεων αυτής της προσπά9ε:ας με τούς γύρω του.Η αλήθεια βέβαια (αυτή η οποία κομίζει το νόημα) για την καθ’ ημάς παράδοση, μας έχει φανερωθεί ένσαρκα και προσωπικά και -μας έχει προσφερθεί ρητά -δηλαδή εξ’ αποκαλύψεως.Aυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, πώς παύει να προαπαιτείται η δική μας κρίση, προκειμένου να την παραλάβουμε. Αν κάποιοι τώρα κατηγορούν τον Δημιουργό επειδή εισήλθε στην ιστορία εν σαρκί, επειδή μίλησε (ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσε εν ημίν), σκεφτείτε πόσο δριμύτερο θα εξαπολυόταν τo κατηγορητήριο, αν τυχόν μπορούσαν να του προσάψουν ότι έχει σιωπήσει…

Ποιά η σχέση της πίστης με την ποίηση;

H ποιητική κατάσταση είναι η εγγύτερη δυνατή -μέσα στο πλαίσιο του εγκόσμιου βιώματος- με την κατάσταση της ευχαριστιακής αναγωγής των στιγμών μας στο Νόημά τους. Kατά μια ορισμένη διατύπωση άλλωστε, «νόημα είναι η εκλέπτυνση του νοήματος». Δεν έχετε παρά να παρατηρήσετε (αν είναι να κρίνετε του λόγου τo ασφαλές) ότι η ποίηση αρχίζει να αποσύρεται από τα τοπία της καθημερινότητας, τόσο περισσότερο όσο περισσότερο διαδίδονται οι όροι της εκκοσμίκευσης..
Ή να ανοίξετε τις ιερές μας Γραφές: κανένα άλλο -υποστηρίζω- είδος γραμματείας δεν θα σας συνεπάρει εναργέστερα σε μιαν εμπειρία ποιητικής «απολαβής» της ανάγνωσης.Αν θέλετε, ακόμη, μπορείτε να ανατρέξετε στη μαρτυρία της Φιλοκαλίας. στο Συναξαριστή των Νεομαρτύρων του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου ή στα κείμενα της ρώσικης θεολογίας της διασποράς τoυ εικοστού αιώνα: τηρουμένων των αναλογιών, πείτε μου. σας παρακαλώ, αν έχετε ανταμώσει κάπου ακμαιότερη ποιητική «ιδιοσυστασία» του λόγου. Γενικεύοντας: η ποίηση μπορεί ν’ ανθίσει μόνο μέσα σ’ ένα ανοιχτό πεδίο σημασιών-και τo μόνο ανοιχτό πεδίο σημασιών που γνωρίζω είναι εκείνο που αρνείται να αναπροσδιοριστεί με ένα (εν είδει νοήματος), Όχι στον Άλλο. Άλλωστε, ο αυτοπροσδιορισμός δια του Άλλου, συνειδητά ή ακόμη και ως
ανεπίγνωστή δίψα, ψηλαφείται στα έργα του Ρίτσου, του Λειβαδίτη ή του Αλεξάνδρου για παράδειγμα, και άλλων πολλών.

Η θρησκευτική πίστη και η δυσπιστία μπορούν να συμπορεύονται;

Η εκκλησιαστική πίστη βρίσκεται στους αντίποδες των θρησκευτικών «βεβαιοτήτων». Η πατερική διατύπωση περί του «αεί σχοινοβατείν» το επιβεβαιώνει.Η πίστη είναι δυναμική κατάσταση, που πάντα ξεκινά απ’ την αρχή. Είναι άσκηση στην ελευθερία. Μέγιστος αντίπαλος της είναι η φυσική ροπή προς τις ψυχολογικές εξασφαλίσεις. Η ροπή προς τις μαγικές λύσεις, που ο Ντοστογιέφσκι ονόμασε «υποδούλωση στο θαύμα».

Στον αιώνα που μόλις αποχαιρετήσαμε αλλά και σε εκείνον που ανέτειλε, η φρίκη και η αγριότητα περισσεύουν. Ποια η πηγή και οι αιτίες των όλο και αυξανόμενων δεινών του ανθρώπου;

Σ’έναν κόσμο που θέλησε να υποκαταστήσει την φιλοσοφία με την επιστήμη (προκειμένου ακόμη και οι εκτιμήσεις περί νοήματος να εμφανίζονται δεσμευτικές ) τα πράγματα άρχισαν να εξιχνιάζονται, αλλά εκείνο που συνέβαινε ολοένα σκιερότερο αίνιγμα ήταν ο άνθρωπος: ο κόσμος μας, θέλω να πω, φαίνεται να προάγει όλους τους λόγους, αλλά οπισθοχωρεί στην ανθρωπολογία. Κι είναι, ετούτη, μια υποχώρηση που κυοφορεί την τερατογονία.Σύμφωνοι υπάρχουν ένα σωρό κοινωνικά κακά (κοντά κι ακόμη περισσότερα κοντά μας) που θα πρέπει να διορθώσουμε. Μα το ριζικότερο απ’όλα θα είναι πάντα η ορμή δύο (έστω) ανθρώπων που συνυπάρχουν- μέσα στις ίδιες συνθήκες- να τραπούν, καθένας ενώπιον του άλλου, σε Κάιν. Είναι, δηλαδή, το «απλό» μυστήριο του καλού και του κακού. Αυτό που σύμπασα,σχεδόν, η νεόκοπη φιλολογία πασχίζει να διασύρει και να διαγράψει… Ανακύπτει, φοβάμαι, ως θέμα μονάχα ειλικρίνειας το να παραδεχθεί κανείς ότι εντεύθεν (και όχι βέβαια πέραν) του καλού και του κακού, η ζωή των ανθρώπων δεν θ’ αξιωθεί παρά να εικονίσει τον θάνατο. Η βία άλλωστε , δεν προβαίνει στην Ιστορία παρά ως συμπύκνωση κενού. Και το κενό, ήδη,υψώνει τη σημαία του στο κέντρο της αγοράς:»νόημα είναι η απουσία νοήματος»
Οι εκδόσεις και τα περιοδικά, προσέξτε, που το επαγγέλλονται είναι εκείνα που πραγματοποιούν τις πολυπληθέστερες πωλήσεις: ως άδοξη σκότιση των «φώτων» του «λόγου».

«Η απελπισία σέρνει τον χορό γιατί αυτός ο εξαίσιος και τρομερός υιός του ανθρώπου, ο Θεός, πέθανε…» διαπίστωνε από αυτήν εδώ τη στήλη ο προλαλήσας επισκέπτης ο Ηρακλής Λογοθέτης. Συμμερίζεστε την άποψη του πως σήμερα πενθούμε την «απώλεια» του θεού και των εξ’αυτού μύθων;

θα ξεκινήσω απ’ το τέλος. Ποιοι είναι, τάχα, αυτοί οι θεολογικοί «μύθοι» που υποτίθεται οτι έχουν «πεθάνει»; Όπου κι αν ψάξετε δεν νομίζω πως θα μπορέσετε να τους εντοπίσετε… Όλως αντιθέτως θα βρείτε, παντού να έχει καταρρεύσει να έχει καταρρεύσει ένα πλήθος ζωτικών μυθολογιών της «αντιθεολογίας».Δεν νομίζω, επίσης, πως θα μπορέσετε εύκολα να στοιχειοθετήσετε την «απώλεια» του ίδιου του Θεού. Παρατηρήστε,έστω, ότι η «αντι-θεολογία» αναδύεται ως η ασυγκρίτως πυκνότερη θεματική επιλογή (ακόμη κι όταν ο τίτλος μιας συγγραφής δεν μας προϊδεάζει) μέσα στις σελίδες όλων των «θεσμικών» εντύπων παραγωγής θεωρίας. Η αντι-θεολογία… Δηλαδή, και πάλι, ο λόγος περί Θεού! Γεγονός «άτοπο» αν υποθέταμε oτι η ιστορία έχει «αυτονομηθεί» από την παρουσία Του.
Ας αποδώσουμε στα πράγματα το όνομά τους: ο «θάνατος του Θεού» είναι, ίσως, μια προσδοκία κάποιων διανοουμένων, την οποία, όμως, απολύτως τεχνητά προβάλλουν ως προσδοκία της κοινωνίας. «Τεχνητά»: δηλαδή, εκμεταλλευόμενοι την παντοκρατορία τούς στη μέση του δημόσιου «διαλόγου». Αυτό, όμως,διόλου δεν σημαίνει πως η υπόλοιπη κοινωνία συμμερίζεται τις ψευδαισθήσεις τους -για τούτο, άλλωστε, και εκείνοι δεν χάνουν αφορμή να την σύρουν στο εδώλιο του δικαστηρίου τους ως «κλειστή», «ανασφαλή», συντηρητική» ή οτιδήποτε συντηρητικότερο.Ακόμη πιο δηλωτικό φαινόμενο, ωστόσο, από την συνείδηση του «πλήθους» παραμένει, για μένα, η ταραχή της συνείδησης των «εκλεκτών»: Δεν είναι δυνατόν, ισχυρίζομαι, να υπάρξει νοήμων άνθρωπος του οποίου η σκέψη να μη στρέφεται αδιαλείπτως γύρω από το ερώτημα περί θεού. Μαρτυράς μου,ξαναλέω σύνολη η βιβλιογραφία όσο και η δημοσιογραφία που επιτάσσουν τον σύγχρονο «τρόπο» μας.
Όσο για τον σπαραγμό της νιτσεϊκής αρνητικής θεολογίας που ο φίλτατος Ηρακλής ενσωματώνει στην αγωνία της δικής τoυ οπτικής, να συμπληρώσω:Ο Νίτσε, ο Σιοράν, ο Καμύ. μου δίνουν με την αλήθεια της αγωνίας τους ζωτικό χώρο αναδίφησης των μεγάλων ερωτημάτων. Άραγε, γιατί μπορώ γονιμώτερα να μιλώ με ανθρώπους όπως ο Λογοθέτης, εν αντιθέσει με τούς θρησκευτικά ή ιδεολογικά τακτοποιημένους στη «θαλπωρή» των τσελεμεντέδων τους;

Ο χριστιανισμός επαγγέλλεται το τέλος της ιστορίας. Το ίδιο από την άλλη(;) σκοπιά διακηρύσσουν ο κ. Φουκουγιάμα και οι συν αυτώ. Μήπως με όλα αυτά τα… τέλη ενδυναμώνεται και αποκτά άλλοθι ο ολοκληρωτισμός των σύγχρονων «δημοκρατιών»;

Αυτό που ευαγγελίζεται η εκκλησιαστική εμπειρία είναι η απελευθέρωση της ζωής από τον θάνατο. Η επιφάνεια της Βασιλείας του θεού. Τούτο -πάντα κατά την εκκλησιαστική εμπειρία- δεν θα συμβεί, φυσικά, από τις ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά μέσω της δεύτερης παρέμβασης του Θεανθρώπου στην ανθρωπινή ιστορία. Και θα συμβεί όταν η ιστορία αυτή θα έχει εκδηλώσει τη μέγιστη υποστροφή της στην απανθρωπιά.
Η θεωρία του Φουκουγιάμα κηρύσσει ακριβώς το αντίθετο: δοξολογεί την πρόοδο αυτής της υποστροφής ως υπέρτατο επίτευγμα. Βεβαιώνει, μάλιστα, πως οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επιζητήσουν την… αναστροφή της.
Eίναι μία θεωρία που-όπως όλες οι αντίστοιχες, οι ευαγγελιζόμενες την μαζική ευτυχία – παρέχει, ασφαλώς, έρεισμα στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό. Μη μας διαφεύγει, ωστόσο, πως ο ολοκληρωτισμός αυτός ορίζει ως κύριο στόχο του την συντριβή οποιασδήποτε έλλογης θρησκευτικής εκδήλωσης.Ας μην πηγαίνει,μάλιστα, ο νους μας μόνο στα Γκουαντανάμο της Ρax Americana: ας συγκρατήσουμε και τη συμπεριφορά της Γαλλικής πολιτείας αντίκρυ στο δικαίωμα αυτοκαθορισμού του «φαίνεσθαι» των υπηκόων της.

Ας έρθουμε στην ποίηση σας χωρίς να απομακρυνθούμε από το προσφιλές μας θέμα. «Πώς να’ναι προς τα μέρη του θανάτου;» ο στίχος σας αποτελεί απλό – ρητορικό ερώτημα ή μήπως αγωνιώδες ως προς τον φόβο για τo αντάμωμά του;

Ευχαριστώ, αγαπητέ κύριε Μαυροειδή, γιατί επιτελούς ξαναρχόμαστε στην ποίηση, έστω και με την εμμονή σας στο «προσφιλές θέμα» των προηγούμενων ερωτήσεων που μου υποβάλατε, με τις οποίες κατέστην σχεδόν… απολογητής. Ευχαριστώντας σας, θα σας έλεγα ότι θα είχα φθάσει σε ύψη αγιότητος, εάν δεν φοβόμουν τον θάνατο. Ακόμη και τότε, όμως, δεν θα μπορούσα να μιλώ αγνοώντας τον φόβο των άλλων ανθρώπων.Ο μέγιστος φόβος, ωστόσο, υποκρύπτεται πίσω από τον λόγο (αλλά κι από τον πολιτισμό) εκείνο ο οποίος ποτέ δεν αγγίζει τον χρόνο της νύχτας.Η αρχέτυπη σύλληψη τoυ πολιτισμού μας ορίζει, βεβαίως, μιαν ανθρώπινη ύπαρξη που δεν φοβάται τον θάνατο. Μόνο που αυτό καταδεικνύει, από μόνο του, πόσο αφύσικος φανερώνεται ο ρυθμός της ζωής που η «σύλληψη ετούτη παραγγέλλει στην πλάση.Όταν δοκιμάζουμε να επικοινωνήσουμε (άρα κι όταν γράφουμε ποίηση), το ζητούμενο είναι ο λόγος που παραπέμπει στην ζωή- όχι ο λόγος που παραπέμπει την ζωή στον εαυτό του. Κι η εκκλησιαστική πείρα της ελευθερίας είναι, πιστεύω, η προσφορότερη για να προφυλάξει από μια τέτοια παραφθορά του λόγου μας σε αλογία.

Ποιοι είναι ή ποιοι πρέπει να είναι εκείνοι που (θα) κρίνουν τo παρόν της ποίησης;

Ο καθένας δικαιούται την ελευθερία της έκφρασης γνώμης. Όσον αφορά όμως στα ΜΜΕ -έντυπα (με τα ένθετά τους!) και ηλεκτρονικά- (όπου δεν χωράνε οι πάντες) το πρόβλημα είναι πως η ελευθερία του ενός αφαιρεί την ελευθερία του άλλου. Το δίλημμα, λοιπόν, μεταφέρεται και στον δέκτη της κριτικής -ο οποίος καλείται, με τη σειρά του, να κρίνει την αμεροληψία του μηνύματος το οποίο λαβαίνει.Προσωπικώς, αν δεν προλάβαινα να έχω μια άμεση εποπτεία του χώρου της ποιητικής παραγωγής, θα εμπιστευόμουν περισσότερο όποιον κριτικό μου υπενθύμιζε συχνότερα ότι και οι δικές του αποτιμήσεις διατελούν… υπό κρίσιν.

Το ιθαγενές στοιχείο είναι έντονο στην ποίησή σας. Κάποιοι θα μπορούσαν να το θεωρήσουν παράκαιρο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

θα συνεννοηθούμε καλύτερα αν μιλήσουμε για εντοπιότητα. Προβάλλει, πράγματι,σαφής στην πρόθεση μου. Εξίσου σαφή, όμως θα τη βρείτε και σ’ όλη την κουλτούρα της «παγκοσμιοποίησης». Διότι, απλούστατα, δεν θα επρόκειτο ποτέ για μια αόριστη παγκοσμιοποίηση-η συγκεκριμένη, μάλιστα, δεν είναι παρά η παγκοσμιοποίηση του δυτικού αποκλειστικά αρχετύπου.Το να λέμε λοιπόν πως η απόρριψη αυτού του αρχετύπου καθίσταται υπόλογη επειδή… το ίδιο αξιώνει την προσαρμογή κάθε άλλου (αρχετύπου) στα δικά του μέτρα, δεν συνιστά άρθρωση κριτικού (σε βάρος μου – δεν θα είχα καμία αντίρρηση.) λόγου: συνιστά μια απλοΐκότατη ταυτολογία.

Παλιότερα η ποίηση ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένη. Αλλά και σήμερα παρατηρείται μια προσπάθεια να συσπειρωθούν κάποιοι ποιητές πολιτικά. Πώς βλέπετε αυτήν την κίνηση;

Η ποίηση ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένη σε εποχές όπου μεσουρανούσε η πολιτική προσδοκία. Συνέβαινε ευλόγως – αλλά ακόμη και τότε η ποίηση διακινδύνευε, έτσι, να αδικήσει την σχέση της με τον χρόνο.Η σημερινή πολιτικοποιημένη ποιητική διακινδυνεύει, πολύ περισσότερο, να αδικήσει ακόμη και τη σχέση της με το παρόν. Παρά ταύτα, δεν είναι ούτε αυτό ακατανόητο: αρκεί να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε το… συμπαντικό πρόβλημα «αμηχανίας» από το οποίο διέπεται πλέον ο διανοούμενος κόσμος της νεωτερικότητας.
Η πολιτική ήταν. πράγματι, η εντελέστερη υπεκφυγή: μια μεγαλεπήβολη προσπάθεια να πληρωθεί το κενό της καθημερινότητας με νόημα – και μάλιστα στεγανώς ενδοκοσμικά οριοθετημένο. Οι άνθρωποι που γνώρισαν αυτήν την πληρότητα της ελπίδας, έστω, είναι φυσικά αδύνατον να συμφιλιωθούν με τους όρους της κρατούσας απονοηματοδότηοης. Προκρίνοντας, όμως, και πάλι. την αυτοσημασιοδότηση αυτής της ζωής, η υπεκφυγή από την οντολογία υποτροπιάζει σε καταφυγή στην αυτούσια ψευδαίσθηση -η οποία συν τοις άλλοις οδηγεί στην παντελή διακοπή της επικοινωνίας με τους αληθινούς φορείς των ενεστωσών ευαισθησιών.

Στην ποίησή σας διακρίνει κανείς το ονειρικό στοιχείο είτε με άμεση αναφορά στο περιεχόμενο ονείρων είτε με εικονογραφία που προσλαμβάνεται ως ονειρική.

Πρωτοτυπία, έλεγε ο Λορεντζάτος, είναι η εμμονή στους πρώτους τύπους, Η προσήλωση σ’ αυτούς. Μ’ άλλα λόγια, στα αρχέτυπα. Μαθητεύοντας στα αρχέτυπα ποιητικά μεγέθη -ελληνικά και ευρωπαϊκά- διδάσκεται κανείς «με καιρό και με κόπο», αυτό που ο ποιητής Νάσος Βαγενάς διατυπώνει ως «πραγματική πραγματικότητα». που βεβαίως δεν είναι τα επιφαινόμενα μόνον. Είναι η κατάργηση του οριζοντιωμένου χρόνου, η συναίρεση του χρόνου, του τόπου και των προσώπων μέσα στην αλήθεια(= μη λήθη) της απέραντης αλληλεγγύης νεκρών και ζωντανών (καλύτερα: κεκοιμημένων και ζώντων). Όπως -κατ’ αναλογίαν- γίνεται στην υμνογραφία ή στο δημοτικό τραγούδι. Η ποιητική μου εργασία οφείλει να τίθεται υπό την κρίσιν καθενός, όμως εγώ την αντιλαμβάνομαι ως προέκταση προσευχής. Προϋποθέτει την -έστω και ατελή στην περίπτωση μου- μετοχή στη συλλογική – πνευματική εμπειρία. Αυτή η άσκηση μετοχής, κ, Μαυροειδή, οικοδομεί την ευρυχωρία της καθολικότητας στο βλέμμα. Οπότε ενοποιούνται τα διεστώτα και διεσκορπισμένα στην κοίτη της όντως ζωής. Οι κεκοιμημένοι που καταδέχονται να διαβούν τα φθαρτά μας ενύπνια παίρνουν το σκοτάδι της μνήμης μας και της το γυρίζουν τροφή και νερό. Ο χρόνος υπερβαίνεται και καθίσταται άχρονη εμπειρία αρμονίας: Αγέννητοι, εν χρόνω ζώντες και εκδημήσαντες γίνονται ένα σώμα. Αληθινά ζωντανό.

«Η αριστερά μαζεύει μόνο τις στάχτες της δικής της φλόγας…»Υπάρχει σημείο συνάντησης της αριστεράς με την Εκκλησία;

Η αριστερά εμφανίζεται ως ένα πολιτικό κίνημα που οραματίζεται δικαιοσύνη. Δηλαδή, αξιώνει την καθιέρωση του ηθικού κριτηρίου στα πολιτικά μας διλήμματα, θαυμάσια… Το παράδοξο είναι ότι πριν απ’ αυτό, εισηγείται πάντως ένα νόημα στους αντίποδες της ιερότητας –σαν να επρόκειτο η ιερή αναφορά να αντιστρατευτεί τη λαχτάρα της δικαιοσύνης.
Η ιστορία, βεβαίως, έχει αποδείξει εν τω μεταξύ το απολύτως αντίθετο:
Η αριστερό ήκμασε σε μία εποχή που η ιερή φλόγα εξακολουθούσε να φλέγει καταμεσής της συνύπαρξης. Και η αριστερά μαζεύει μόνο τις στάχτες της δικής της φλόγας, σε μια εποχή όπου η εκκοσμίκευση συστέλλει τα πάντα (εντός και τριγύρω μας) σε τετράγωνες μέριμνες.
Το καταγωγικό λάθος της ειλικρινούς εκδοχής της αριστεράς (έξω, εννοώ, από την βούληση για χειραγώγηση του πεδίου συνείδησης) ήταν ότι ενώ πολέμησε κατά του πολιτικού συστήματος που την περιέβαλλε, υπερασπίστηκε τον πολιτισμό εκείνο ο οποίος το γένναγε…
Και το απόσταγμα της εμπειρίας της δεν νομίζω πως μπορεί να είναι άλλο από το ότι έθεσε ένα στοίχημα το οποίο, απλώς, μας αποκάλυψε τα όρια του πολιτισμού που (τώρα εδώ) μας κλείνει εντός του.
 
πηγή: Εφ. «Κυριακάτικη Αυγή», 21 Νοεμβρίου 2004 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here