Η καθ΄ημάς Ανατολή

6
172

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός παρουσιάζει μιαν εξαιρετική αυτονομία. Ο νόμος της αλληλεπίδρασης των πολιτισμών ισχύει βέβαια κι εδώ, αλλά η επίδραση που άσκησε η Αρχαία Ελλάδα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτή που δέχτηκε. Οι σημαντικότερες εκφάνσεις αυτού του πολιτισμού (η ρητορική, η ιστοριογραφία, η τραγωδία κι η κωμωδία, η φιλοσοφία) κομίζουν απαραχάρακτα πιστοποιητικά αυτοχθονίας.

Ωστόσο οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν φέρνουν μόνον τον ελληνισμό ως τη Βακτριανή και τους Ινδούς, αλλά δημιουργούν και τις προϋποθέσεις για μια εκτεταμένη διείσδυση του ανατολικού –πιο σωστά του σημιτικού στοιχείου- στον ελληνισμό και τη βαθμιαία μετάλλαξή του σε κάτι άλλο, στην εξελληνισμένη  καθ’ ημάς Ανατολή.

Μια πτυχή της επίδρασης   των σημιτικών λαών, που δεν είναι τόσο εμφανής, αφορά στην ελληνική γλώσσα, δηλαδή στη διαμόρφωση μιας νέας μορφής της ελληνικής, που τη διαπνέει ένα τελείως διαφορετικό πνευματικό ήθος, ένας κόσμος αξιών και βιωμάτων που η κλασσική ελληνική δεν γνωρίζει.  Μιλάω για την ελληνιστική κοινή.

Η προγενέστερη μορφή της νεοελληνικής γλώσσας είναι η κοινή ελληνική των αλεξανδρινών και των ελληνορρωμαϊκών χρόνων. Τότε συντελέσθηκε μια κοσμογονία που άλλαξε άρδην τη δομή και τη φωνολογία της γλώσσας μας. Όσον αφορά στη δομή, η σύνταξη γίνεται πιο αναλυτική. Όσον αφορά στη φωνολογία, χάνεται η προσωδία και αλλάζει η προφορά. Αυτές οι αλλαγές δεν έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε ταυτόχρονα σ’ όλες τις περιοχές, όπου ομιλούνταν η ελληνική. Εικάζεται όμως πως εδώ επέδρασαν καθοριστικά οι σημιτικές γλώσσες. Δεν θα δυσκολευόμαστε, άλλωστε, να αναζητήσουμε την κοιτίδα της  ελληνιστικής κοινής στην Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο.

Τα πρώτο σπουδαίο κείμενο που συντάσσεται  στην ελληνιστική κοινή είναι η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους Εβδομήκοντα. Η επίδραση που θα ασκήσει η Παλαιά Διαθήκη των Εβδομήκοντα,  με την καθιέρωσή της ως ιερού κειμένου της ανατολικής χριστιανοσύνης, θα είναι τεράστια. Αν και στο μεγαλύτερο μέρος του το εβραϊκό πρωτότυπο είναι αρχαιότερο από τα Ομηρικά Έπη, αυτό το κείμενο  διαθέτει μιαν αμεσότητα που δύσκολα τη συναντάμε στα αρχαιοελληνικά κείμενα. Το «κραταιά ως θάνατος αγάπη» του Άσματος Ασμάτων μας αγγίζει βαθύτερα από το σαπφικό «φαίνεταί μοι κείνος ίσος θεοίσιν».

Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι τα πρώτα πρωτότυπα σημαντικά κείμενα που γράφονται στην Ελληνιστική Κοινή. Τα Ευαγγέλια κι οι Επιστολές του Παύλου δεν άλλαξαν μόνο την μορφή του κόσμου. Άλλαξαν και τη μορφή της γραπτής ελληνικής και την ζωογόνησαν ξανά.   Σ’ αυτά θα προστεθούν αργότερα τα απόκρυφα, ενώ  σε μια κοινή του Πέμπτου Αιώνος γράφει ο Ρωμανός τα κοντάκιά του. Η λειτουργική ποίηση των Βυζαντινών γεννάται στη Συρία.

Εκεί που ο νεοέλληνας, λόγω της συνθετικής τους σύνταξης, δυσκολεύεται να κατανοήσει τα κείμενα της κλασσικής γραμματείας και λόγω της κατάργησης της προσωδίας να αφουγκραστεί τους ρυθμούς τους, οικειώνεται με μεγάλη άνεση και ευκολία τους ψαλμούς του Δαυίδ, τα Ευαγγέλια ή τα κοντάκια του Ρωμανού. Στα λογοτεχνικά μας έργα, από το Πάσχα των Ελλήνων του Σικελιανού ως το Άξιον Εστί του Ελύτη η επίδραση του βιβλικού, του ευαγγελικού (επίσημου ή απόκρυφου) και του υμνογραφικού λόγου είναι και πιο εμφανής και πιο γόνιμη από των κλασσικών συγγραφέων.  Αν ο Σοφοκλής, ο Πίνδαρος κι ο Αισχύλος είναι οι γλωσσικοί και λογοτεχνικοί μας προπάτορες, τότε ο Παύλος, ο εξελληνισμένος Δαυίδ, οι Ευαγγελιστές, ο Χρυσόστομος, ο Ρωμανός κι οι υμνογράφοι της εκκλησίας  είναι οι πατέρες μας.

Αυτή η χριστιανική Ανατολή είναι η καθ’ ημάς Ανατολή. Ο ανατολικός χριστιανισμός είναι μια μεγαλειώδης σύνθεση του ελληνικού και του σημιτικού στοιχείου. Βάση της Χριστιανοσύνης είναι η (εβραϊκής προελευσης) Παλαιά Διαθήκη από τη μια μεριά και η ελληνική σκέψη και ρητορική από την άλλη: οι τρεις Ιεράρχες θα προσπαθήσουν να ενοφθαλμίσουν την αρχαιοελληνική ρητορική και φιλοσοφία στο νέα γλώσσα και το νέο πνεύμα του Χριστιανισμού.

Εμείς όμως υπερτονίζουμε το ελληνικό στοιχείο και αποσιωπούμε εσκεμμένα το σημιτικό. Και φυσικά παραβλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η αρχαία Χριστιανοσύνη θεωρεί τον εαυτό της, δηλαδή ως αυτόνομο πνευματικό φαινόμενο, διαφορετικό  και από τον ιουδαϊσμό κι από τον ελληνισμό.

Το ψυχικό πρόσωπο του νεοέλληνα, όπως διαγράφεται ήδη σε μιαν από τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του, το δημοτικό τραγούδι, διαφέρει και από αυτό του ελληνόφωνου χριστιανού της όψιμης αρχαιότητας και από του αρχαίου Έλληνα. Είναι ικανός και ευφυής, αλλά δεν διαθέτει ούτε το ψυχικό βάθος του πρώτου ούτε την πνευματική ιδιοφυία του δεύτερου. Ωστόσο ο χριστιανός της βυζαντινής Συρίας είναι πιο κοντά του και μπορεί να αναπτύξει πιο εύκολα διάλογο μαζί του.

Η  καθ’ ημάς  Ανατολή  βρίσκεται στους αντίποδες της ισλαμικής. Σεβόμαστε τη συμβολή των Αράβων στη σκέψη, την τέχνη, την επιστήμη και τη λογοτεχνία, αλλά όσο κι αν γειτνιάσαμε γεωγραφικά μαζί τους, δεν συνομιλήσαμε παρά μόνο με τις πιο επιφανειακές πτυχές του ισλαμικού πολιτισμού. Κι αυτές οι επιφανειακές πτυχές αντιπροσωπεύουν για μας –το τονίζω- μιαν απειλή.

Τους αρχαίους Έλληνες κλασσικούς πρέπει και να τους μελετάμε και να τους τιμάμε. Νομίζω όμως πως θα τους γνωρίσουμε καλύτερα,  όχι μόνον  υπό το πρίσμα μιας, εν μέρει υπαρκτής κι εν μέρει χαλκευμένης, συνέχειας, αλλά κι υπό το πρίσμα της διαφοράς και της ασυνέχειας. Ας συλλογιστούμε πόσο καλύτερα γνώριζαν οι Βυζαντινοί τους αρχαίους, κι ας πίστευαν πως ήταν διαφορετικοί από εκείνους. Δεν χρειαζόμαστε ανθρώπους που να θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους του Ομήρου. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να ξέρουν τον Όμηρο.

πηγή: Aντίφωνο, Δημοσιεύτηκε στη Νέα Ευθύνη, τχ. 10 (Μάιος-Ιούνιος 2012) σ. 210-211.

6 Σχόλια

  1. Συγχαρητήρια στὸν συγγραφέα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικότερες παρεμβάσεις τῶν τελευταίων χρόνων, διότι μὲ συμπυκνωμένο λόγο, χωρὶς καμία ἰδεολογικὴ φόρτιση, μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ μέτρο τῶν πραγμάτων. Ἕνα μέτρο τὸ ὁποῖο χάνουμε, μὲ γοργοὺς ῥυθμούς, μέσα στὴν ἀρθρογραφία-γνώμης, ἀνθρώπων ποὺ κατακλύζουν τὸ διαδίκτυο (καὶ ὅχι μόνον) μὲ ἐθνικιστικὰ μανιφέστα, καὶ θέλουν νὰ ἔχουν τὸν πρῶτο λόγο στὸν (οὐσιαστικὰ ἀνύπαρκτο) διά-(μονό-)λογο περὶ τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀνεπάρκειά τους βγάζει μάτι, καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ Δὸν Κιχῶτες συνεχίζουν τὰ σαλπίσματά τους (στὸν γάμο τοῦ Καραγκιόζη…).

    Θὰ ἤθελα, ταπεινὰ καὶ μὲ τὴν ὑποκειμενικότητα ποὺ (πρέπει νὰ) διέπει τὶς προσωπικὲς ἀπόψεις τῶν ἀναγνωστῶν, νὰ προτείνω στὸν συγγραφέα τὴν συνέχιση τῆς ἀρθρογραφίας του πάνω στὸ ὑπαρξιακὸ αὐτὸ ἀντικείμενο. Ὑπαρξιακό, διότι ἐμεῖς οἱ νεο-Ἕλληνες Ῥωμηοί, πνευματικοὶ ἀπόγονοι τῶν πάλαι ποτὲ Ῥωμαίων, “Βυζαντινῶν΄΄ ἐδῶ καὶ διακόσια χρόνια KAI γιὰ μᾶς, προγόνων μας, ἔχουμε χάσει τὸν μπούσουλα. Καταρρέει τὸ ἐθνικὸ κράτος, καὶ ἀντὶ νὰ “έκμεταλλευτοῦμε΄΄ τὴν κατάρρευση αὐτή, μέσω τῆς ἀπίστευτης δυναμικῆς ποὺ δίνει ἡ οἰκουμενικότητα τῆς ῥωμαϊκῆς συνείδησης, γινόμαστε ὁλοένα καὶ πιὸ μισάνθρωποι, περισσότερο ἐθνικιστὲς καὶ ρατσιστὲς ἀπὸ ποτέ.

    Θὰ ἤθελα νὰ προτείνω, γιὰ τὴν μελλοντικὴ ἀρθρογραφία τοῦ συγγραφέα, μιὰ ἀναφορὰ στὴν ῥωμαϊκότητα, ἡ ὁποία θεμελιώνεται σὲ συνιστῶσες τὶς ὁποῖες σήμερα ἀγνοοῦμε ἢ παραβλέπουμε (ἐσκεμμένα): ἡ ἱουδαιοχριστιανικὴ Παράδοση εἶναι ἡ πρώτη ἠχηρὴ συνιστώσα, στὴν ὁποία ἀναφέρθηκε καὶ ὁ κ. Βαρθαλίτης. Ἡ ἑλληνιστικὴ Παράδοση ἀποτελεῖ ἐπίσης ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ θεμέλιά της. Εἶναι ὅμως καὶ ἡ λατινικὴ Παράδοση (μέσα στὴν καθ’ ἡμᾶς Λατινοφωνία ἀνήκουν καὶ οἱ ἀπανταχοῦ Romani/Armani, στοὺς ὁποίους ἐπιβιώνει μέχρι καὶ στὶς μέρες μας μιὰ νεολατινικὴ διάλεκτος). Τέλος, εἶναι καὶ ἡ ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορικὴ κληρονομιά, στὴν ὁποία γυρνοῦμε ἐπιδεικτικὰ τὴν πλάτη, ἐνῶ τὴν βιώνουμε, μέχρι καὶ στὶς μέρες μας, μέσω τῶν Λειτουργικῶν μας Παραδόσεων.

    Χαίρομαι ἰδιαίτερα, διότι ὁ Δρ. Βαρθαλίτης τονίζει τὴν ἀλληλεπίδραση μεταξὺ τῆς ἱουδαιοχριστιανικῆς καὶ ἑλληνιστικῆς Παράδοσης. Ἄν βάλουμε σὲ αὐτὰ καὶ τὴν λατινική, καθῶς καὶ τὴν ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορικὴ κληρονομιά, μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε εὐκολότερα κείμενα σὰν καὶ τὰ παρακάτω (Καλὰ Χριστούγεννα σὲ ὅλους!):

    [Πηγή: Constantinus VII Porfyrogenitus, De cerimoniis aulae Byzantinae A. Vogt, Le livre des cérémonies, vols. 1-2. Paris: Les Belles Lettres, 1:1935; 2:1939 (repr. 1967): 1:1-179; 2:1-187.]

    ΠΓʹ (ΟΔʹ) (1t)

    Τὰ ὑπὸ τῶν καγκελλαρίων τοῦ κοιαίστωρος ἐν (1t)

    ταῖς προελεύσεσι τῶν δεσποτῶν ἐν τῇ Μεγάλῃ (2t)

    Ἐκκλησίᾳ ῥωμαϊστὶ ᾀδόμενα. (3t)

    Τὰ Χριστούγεννα. «Δὲ Μαρίε Βέργηνε νάτους ἐτ Μάγια (4)

    δ’ ωριεντε κοὺμ μούνερα ἀδοράντες.» Ἑρμηνεύεται· «Ἐκ (5)

    Μαρίας τῆς παρθένου ἐγεννήθη, καὶ Μάγοι ἐξ ἀνατολῶν

    μετὰ δώρων προσκυνοῦσιν.»

    Ἀπόκριμα· «Κρίστους, Δέους νόστερ, κουμσέρβετ ἠμπέ-

    ριουμ βέστρουμ περ μουλτουσάννος ἐτ βόνος.» Ἑρμηνεύε-

    ται· «Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φυλάξῃ τὴν βασιλείαν ὑμῶν (10)

    ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσι καὶ καλοῖς.»
    

  2. “Στα λογοτεχνικά μας έργα, από το Πάσχα των Ελλήνων του Σικελιανού ως το Άξιον Εστί του Ελύτη η επίδραση του βιβλικού, του ευαγγελικού (επίσημου ή απόκρυφου) και του υμνογραφικού λόγου είναι και πιο εμφανής και πιο γόνιμη από των κλασσικών συγγραφέων. Αν ο Σοφοκλής, ο Πίνδαρος κι ο Αισχύλος είναι οι γλωσσικοί και λογοτεχνικοί μας προπάτορες, τότε ο Παύλος, ο εξελληνισμένος Δαυίδ, οι Ευαγγελιστές, ο Χρυσόστομος, ο Ρωμανός κι οι υμνογράφοι της εκκλησίας είναι οι πατέρες μας.

    Το ψυχικό πρόσωπο του νεοέλληνα, όπως διαγράφεται ήδη σε μιαν από τις πιο αυθεντικές εκφράσεις του, το δημοτικό τραγούδι, διαφέρει και από αυτό του ελληνόφωνου χριστιανού της όψιμης αρχαιότητας και από του αρχαίου Έλληνα. Είναι ικανός και ευφυής, αλλά δεν διαθέτει ούτε το ψυχικό βάθος του πρώτου ούτε την πνευματική ιδιοφυία του δεύτερου. Ωστόσο ο χριστιανός της βυζαντινής Συρίας είναι πιο κοντά του και μπορεί να αναπτύξει πιο εύκολα διάλογο μαζί του.

    Η καθ’ ημάς Ανατολή βρίσκεται στους αντίποδες της ισλαμικής.

    Τους αρχαίους Έλληνες κλασσικούς πρέπει και να τους μελετάμε και να τους τιμάμε. Νομίζω όμως πως θα τους γνωρίσουμε καλύτερα, όχι μόνον υπό το πρίσμα μιας, εν μέρει υπαρκτής κι εν μέρει χαλκευμένης, συνέχειας, αλλά κι υπό το πρίσμα της διαφοράς και της ασυνέχειας. Ας συλλογιστούμε πόσο καλύτερα γνώριζαν οι Βυζαντινοί τους αρχαίους, κι ας πίστευαν πως ήταν διαφορετικοί από εκείνους. Δεν χρειαζόμαστε ανθρώπους που να θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους του Ομήρου. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να ξέρουν τον Όμηρο.”

    Λόγια νηφάλια, που θα πρέπει να ακουστούν μέσα στον ορυμαγδό του νηπιώδους και συνεχώς πιο μισαλλόδοξου εθνικισμού που κατακλύζει το Διαδίκτυο. Το “συναμφότερον”, που θα ΄λεγε και ο Ζουράρις.

    Ευχαριστούμε, κ. Βαρθαλίτη.

  3. Το Ζουράριο ”συναμφότερο” κραυγάζει ως κύμβαλο αλαλάζων του πιο μισαλλόδοξου εθνικισμού βαλκανικής κοπής. Ενίοτε λαθροχειρεί έδρες πανεπιστημιακές της αλλοδαπής και λουφάζει ασκαρδαμυκτί και ανερυθρίαστο όταν αποκαλύπτεται. Επιτομή της χαλασμένης Ράτσας.

  4. Εξαιρετικό κείμενο ως προς την ιστορική του προσέγγιση, καθώς φωτίζει την αληθινή εικόνα της ελληνιστικής και βυζαντινής οικουμενικότητας. Εκφράζω όμως την αμφιβολία μου κατά πόσο αυτή η εικόνα μπορεί να είναι συμβατή με τις σημερινές και μελλοντικές προοπτικές του ελληνισμού. Οι ρομαντικές τάσεις επιστροφής στην αρχαιοελληνική, την ελληνιστική ή τη βυζαντινή πραγματικότητα μόνο σύγχυση και αποπροσανατολισμό μπορούν να επιφέρουν, τη στιγμή που το ζητούμενο σήμερα είναι ποιο ρόλο θα παίξει το ελληνικό πολιτισμικό στοιχείο στη ραγδαίως οικοδομούμενη ευρωπαϊκή συλλογική ταυτότητα.

  5. lΟ βαθμός της επίδρασης των σημιτικών γλωσσών στην διαμόρφωση της κοινής των ελληνιστικών χρόνων είναι ένα ζήτημα για τον φιλόλογο και τον γλωσσολόγο .
    Υποθέτω ότι εκτός της ελληνικής ,απαιτείται και η βαθειά γνώση των σημιτικών γλωσσών της περιοχής και ειδικότερα των διαλέκτων που ομιλούνταν κατά την ελληνιστική περίοδο.
    Επομένως ελείψει ειδικότητος, προσωπικά, δεν θα μπορούσα ούτε να διαφωνήσω ούτε να συμφωνήσω με την άποψη του κ. Βαρθαλίτη.

    Σίγουρα κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι τα κείμενα της παλαιάς και της καινής διαθήκης εκόμισαν ‘’ ένα τελείως διαφορετικό πνευματικό ήθος ‘’
    Επισημαίνω όμως ότι οι Ο΄ μετέφρασαν από τα εβραϊκά σε μια μορφή της ελληνικής –την κοινή- που ήταν ήδη διαμορφωμένη . Άρα την πιθανή επίδραση των σημιτικών γλωσσών στην δομή της κοινής θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε προγενέστερα έργα της ‘’σημιτικής’’ (φοινικικής εβραϊκής συριακής) βιβλιογραφίας.
    Θα παρακαλούσα λοιπόν τον κ. Βαρθαλίτη να με ενημερώσει σχετικά με την ύπαρξη ή μη τέτοιων έργων.
    Από την άλλη μεριά η ανίχνευση της επίδραση των γλωσσών της περιοχής στον προφορικό ελληνικό λόγο της εποχής είναι απείρως δυσκολότερη. Φοβάμαι ότι μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε
    Άραγε πόσο διαφορετικά ήταν τα ελληνικά που μιλούσε το δισέγγονο του παλαίμαχου μακεδόνα πεζικάριου που εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια από τα ελληνικά του προπάππου του? Και πού οφειλόταν αυτή η διαφοροποίηση ? Στην συμβίωση με ανθρώπους ξένους (εβραίους αιγύπτιους σύρους) που προσπαθούσαν να μιλήσουν ελληνικά ή στην συμβίωση με άλλους έλληνες που προερχόμενοι από διαφορετικές διαλεκτικές περιοχές του ελληνικού κόσμου μιλούσαν ο καθένας τα ‘’δικά του’’ ελληνικά?.
    Ας μην ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι πολυσύνθετο και δυναμικό. φαινόμενο που η εξέλιξη του δεν εξηγείται μονοπαραγοντικά.
    Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της κοσμοϊστορικής συνάντησης των ελλήνων με τους σημιτικούς λαούς και οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις έχει όντως εξαιρετικό ενδιαφέρον και αξίζει την προσοχή μας.

  6. Επιθυμείς να κράξεις με τον τρόπο του Ζουράρη, αλλά δεν το έχεις ρε Γιάννη. Πήγαινε να δεις τι ακριβώς σημαίνει η λέξη ασκαρδαμυκτί και αν ταιριάζει με το πνεύμα που θέλεις να δώσεις στο κείμενό σου. Κοινώς, όταν θέλεις να παίξεις τέτοια μπάλα, πρέπει να το κατέχεις λίγο το άθλημα, ή τουλάχιστον να είσαι λίγο πιο προσεκτικός. Αλλιώς απλώς γελοιοποιείσαι.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here