Η ιδιωτική επιστήμη Στη μνήμη του Πέρη Ιερεμιάδη

0
107

Αφού χορτάσαμε την αθεΐα και την αλητεία του ναρκισσισμού, καιρός είναι πια να ιδρύσουμε την οικογενειακή μας θρησκεία. Σειρά οι άγιοι της οικογένειας, τα αποθαμένα και τα ζωντανά της. Ευτυχώς τίποτα δεν αγγίζεται από τις παλιές μορφές.

Αν δεν έχεις γέρο, έλεγαν οι παλαιοί, πήγαινε κι αγόρασε. Οι «γέροι» βέβαια δεν πουλιούνται στα καροτσάκια· ειναι θέμα τύχης ή ατυχίας να τους βρεις στο δρόμο σου. Με ποιο σκοπό ακριβώς; Για να σε μυήσουν στο χρόνο. Ο γέρος μιλάει από το μέλλον, είναι ταμείο συσσωρευμένης ταλαιπωρίας, έχει πληρώσει τη γνώση του με λεφτά παντελονάτα, άρα κάτι μπορεί να διδάξει σε έναν νέο που ξεκινάει τη ζωή του άπραγος και ανυποψίαστος. Τυχαία έλεγαν οι γονείς στους δασκάλους «σας φέρνω ένα κομμάτι κρέας, θέλω να μου το κάνετε άνθρωπο»;

Δύσκολο ζήτημα το «κρέας». Ανέκαθεν η παιδαγωγική γνώριζε ότι πριν και μετά από τα εγκύκλια μαθήματα βάραινε το εξής παράδοξο. Ο μαθητευόμενος έπρεπε να μάθει τον εαυτό του όπως μαθαίνουμε μια ξένη γλώσσα, όπως μαθαίνουμε βιολί ή φλογέρα. Άμεση γνώση δεν υπάρχει. Τίποτα δεν είναι δεδομένο εκτός από την κουτρουβάλα, την παρεξήγηση, τη λάθος πόρτα και τους δωρεάν εφιάλτες.

Οι Εσκιμώοι έχουν 49 λέξεις για το χιόνι – πόσες λέξεις χρειάζεται ένας νέος για τον εαυτό του; Κάθε φορά που αναλογίζεται μια πράξη του θυμίζει άνθρωπο που παρακολουθεί έναν τρελό. Κάθεται στην άκρη και σπουδάζει την παραφορά. Από τη στιγμή που σκεφτεί «αυτός δεν είμαι εγώ», μπορούμε να πούμε ότι αρχίζει η ιδιωτική επιστήμη του. Διότι περί αυτού πρόκειται. Αν δεν εφεύρει τον εαυτό του σαν ιδιωτικό παράδοξο, σαν άλυτο γρίφο που καθημερινά τον λύνει και καθημερινά τον τρώει κατάμουτρα, σελίδα δεν γυρίζει.

Ασφαλές σημείο δεν υπάρχει γι’ αυτή τη βρομοδουλειά. Η αυτογνωσία γαλουχείται με οξύμωρα. Στο «τι γυρεύεις εδώ;» η απάντηση είναι μασκαρεμένη: «μη ρωτάς, γιατί θα σου πω ψέματα». Στο «πώς γίνεται να επιστρέφεις από παντού;» η απάντηση είναι «επειδή δεν έχω πάει πουθενά». Στην ερώτηση «τι δουλειά κάνεις;» η πρώτη απάντηση είναι «βάζω το σκουλήκι να μηνύσει το πουλί που το έφαγε». Ο γέρος συμβουλεύει «δέξου το χωρίς να το χαλάσεις με το μυαλό σου» και ο νέος απορεί – «γιατί μου φόρτωσαν ένα χαλασμένο μυαλό;».

Αλλά και το χαλασμένο μυαλό τελικά γίνεται αρετή. Στη μοδίστρα, όταν κάποια γυναίκα ματώσει από την καρφίτσα, της λένε «μη σε μέλει, θα κάνεις φιγούρα…». Και η φιγούρα κρατάει χρόνια. Αφού κάθε μέρα ο καθένας γίνεται θέατρο, ο θεατρώνης βάζει μυαλό, γίνεται τετραπέρατος σπουδάζοντας στο φροντιστήριο των άλλων. Μπορεί από πολύ νωρίς στη ζωή του να ένιωσε ότι είναι πολύ αργά, ότι ανά πάσα στιγμή το παρελθόν του τον απειλεί ότι θα τον κάνει μια χαψιά. Αδιάφορο. Αυτή η τέχνη, να κάνεις διαπραγματεύσεις με το χρόνο έστω κι αν δεν τον καταλαβαίνεις, είναι αδίδακτη. Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι ότι εσύ και ο εαυτός σου ζείτε μια ζωή που δεν σας ανήκει. Κάνεις του κεφαλιού «σου» αλλά το κεφάλι μοιάζει ξένο.

Δεν αποκλείεται – αντίθετα συμβαίνει πολύ συχνά – να θέλουμε να ξεκορμίσουμε και να οικειωθούμε τη ζωή ενός άλλου. Αφού χρεοκόπησα γιατί να μη δοκιμάσω τη λύση της φυγής; Οι ξένοι τρόποι, το υγιές φρόνημα ενός τρίτου ενίοτε είναι βάλσαμο. Ωστόσο λογοκλοπία και νοσφισμός αλλότριου εγώ δεν ισχύει. Σαν παιδεμένο και χιλιομουντζουρωμένο χειρόγραφο, το εγώ ανθίσταται σε κάθε μεταμόρφωση. Μετά από χρόνια, ένας φίλος μάς ρωτάει αθώα «πώς με βλέπεις, άλλαξα καθόλου;». Αλλάζουν όλοι στο εσωτερικό μιας μονιμότητας. Όπως στις γλώσσες υπάρχει η μητρική που κακιώνει σαν οικοπεδούχος της καρδιάς, σε κάθε μεταμόρφωση η καταγγελία είναι στο πιάτο. Από αυτή τη σκοπιά η υποτιθέμενη ωρίμαση μοιάζει με κραχτή απάτη. Γιατί ο καθένας θέλει να χαλάσει το όμορφο λάθος – έτσι όπως βγήκε από την κοιλιά της μάνας του – και να γίνει κακάσχημη αλήθεια; Όποιος λιώνει παλιά νομίσματα για να φτιάξει καινούρια, κάτι από παλιές κορόνες και παμπάλαια γράμματα βλέπει να σαλεύουν σαν μαρμαρυγή πάνω στο νεόκοπο νόμισμα.

Η φάτσα σε αυτές τις δύσκολες στιγμές αποδεικνύεται οδηγός. Σαράντα χρόνια χρειάζεται ο νέος για να υποψιαστεί ότι το μόνο που πέτυχε στη ζωή του ήταν να γίνει φτυστός ο πατέρας του. Το φτύσιμο δεν χωράει παρεξήγηση. Φτου φτου, φτυστός ο πατέρας του! Η ζωή δεν έρχεται μόνο από τα έξω – σαν το σπάνιο βοτάνι ο νεανίας πλάθεται εσωτερικά από το φύσημα των γενεών, αναντάμ παπαντάμ οι ίδιες γραμμές κάνουν και ξεκάνουν πρόσωπα, ζωές και ζωούλες. Πρέπει να ξενιτευτούμε στο παρελθόν για νά μας επιτρέψει να βγάλουμε εισιτήριο για το παρόν.

Αφού χορτάσαμε την αθεΐα και την αλητεία του ναρκισσισμού, καιρός είναι πια να ιδρύσουμε την οικογενειακή μας θρησκεία. Σειρά οι άγιοι της οικογένειας, τα αποθαμένα και τα ζωντανά της. Ευτυχώς τίποτα δεν αγγίζεται από τις παλιές μορφές. Όλες θυμίζουν κούτσουρα που κάηκαν και κράτησαν το σχήμα τους με στάχτη – ένα φύσημα κι όλα διαλύονται. Είναι καιρός που η ανάσα παίζει μεγάλο παιχνίδι. Όλα είναι μια ανάσα! Όλα ξεκινούν και τελειώνουν με μιαν ανάσα.

Σκέφτεται καλά μόνο όποιος έχει «τρύπα» στο κεφάλι. Όπως μέσα στο σύμπαν ακούγεται ακόμα ο βόμβος της αρχικής έκρηξης, κάθε παρόν το τυλίγουν τα πανάρχαια θροΐσματα της καταγωγής. Η αλήθεια της μουσικής λένε πως βρίσκει καταφύγιο πέραν της μουσικής. Και η αλήθεια του εγώ δεν έχει άλλο τρόπο. Μετά από μακρά εξορία, συσκοτισμένη από τη σολομωνική του κόσμου, βρίσκει ανάπαυση στο αδιάστατο και το αόρατο.

πηγή: LIFO, 4 Απριλίου 2007

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here