Η ηθική φιλοσοφία «μετά Θεόν»

2
6448

Ο εξοβελισμός του Θεού από τη σύγχρονη φιλοσοφία είχε ως αποτέλεσμα την συρρίκνωση και του εμπειρικού. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από την πορεία της αγγλόφωνης ηθικής φιλοσοφίας, η οποία και εκκοσμικεύθηκε  πλήρως. Όταν ο εξοβελισμός του θείου ήταν ακόμη πρόσφατος, οι φιλόσοφοι μιλούσαν ακόμη για ενόραση στην ηθική, για μια δηλαδή ειδική ικανότητα με την οποία είμαστε εξοπλισμένοι οι άνθρωποι που έγκειται στο ότι αντιλαμβανόμαστε, «ενοράμε», το αγαθό που είναι μια αντικειμενικά υπάρχουσα ποιότητα. Έχουμε συνείδηση του αγαθού, και η συνείδηση αυτή δεν είναι τίποτε λιγότερο από το ότι συλλαμβάνουμε κάτι που υπάρχει έξω από μας, αλλά εισχωρεί μες στη ζωή μας: το «αγαθό».

Ωστόσο, η ύπαρξη μιας μεταφυσικής ποιότητας, του «αγαθού», δεν μπορούσε πια να γίνει αποδεκτή σε μια κοινότητα ανθρώπων που εξοβέλισε το θείο από τη ζωή και τη σκέψη της. Η μεταφυσική σχηματίσθηκε ως ένα υποκατάστατο της θεολογίας, και αυτό έγινε τον 20ο αιώνα αντιληπτό. Ετσι τελικά επικράτησαν άλλες θεωρίες περί αγαθού, οι οποίες έφθασαν να υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα ούτε ως φυσική ούτε ως μεταφυσική ποιότητα, και ότι το αγαθό είναι απλώς μια σύμβαση του ανθρώπινου νοός, ο οποίος και το εφευρίσκει. Κατά μια άποψη που κυριάρχησε στον αγγλόφωνο στοχασμό, την λεγόμενη «συγκινησιακή», «οι ηθικοί  όροι που μεταχειριζόμαστε εκφράζουν ψυχολογικές, συγκινησιακές καταστάσεις μας, και πιο συγκεκριμένα, τα αισθήματα επιδοκιμασίας ή αποστροφής που νιώθομε απέναντι σε ορισμένα γεγονότα» (Θ. Πελεγρίνη, Ηθική Φιλοσοφία, Εκδ. Πεδίο, Αθήνα 2015, σελ. 149).

Η άποψη αυτή αρνείται την αναφορική θεωρία του νοήματος, κατά την οποία μια λέξη μπορεί να έχει νόημα εάν και μόνο αν δηλώνει κάτι. Ακολουθώντας αυτή την γραμμή οι φιλόσοφοι στο παρελθόν αναζήτησαν το αντικείμενο αναφοράς του «αγαθού» στην ηδονή, άλλοι στην ευδαιμονία ,  άλλοι στο ένστικτο, όπως εκείνο της αυτοσυντήρησης και άλλοι σε κάποια υπεραισθητή οντότητα. Η απομάκρυνση από την θρησκεία είχε αυτή την καταστροφική συνέπεια. Τώρα πια το αγαθό δεν ήταν συνδεδεμένο με την θεία φύση και βούληση, οπότε και θα ήταν καλώς θεμελιωμένο, αλλά υφίστατο στην καλύτερη περίπτωση ως μια υπεραισθητή ποιότητα, δηλαδή κάτι το μεταφυσικό, είτε στην χειρότερη ως μια εμμενής ουσία, όπως η ηδονή, το ένστικτο, η ευδαιμονία. 

Ωστόσο, όπως είπαμε, δίχως Θεό ήταν πια δύσκολο να θεμελιωθεί το αγαθό. Η σύγχρονη σκέψη δεν μπορούσε, όντας εκκοσμικευμένη να δεχθεί την ύπαρξη μεταφυσικών ποιοτήτων, ούτε ωστόσο για διαφόρους λόγους μπορούσε να δεχθεί ότι το αγαθό είναι κάτι απλώς σαν την ηδονή, το ένστικτο και την ευδαιμονία. Έναντι όλων αυτών προβλήθηκαν στέρεα επιχειρήματα. Ξεκινώντας από αυτή τη βάση ο άγγλος φιλόσοφος Έερ (Ayer) άρχισε να κηρύττει ότι στην πραγματικότητα η λέξη «αγαθό» είναι κενός όρος, δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μια ψευδοέννοια. Ηταν φυσικό να φθάναμε στην απόφανση αυτή, αφού, όπως είπαμε, ο εξοβελισμός του Θεού στην πραγματικότητα συρρικνώνει το πεδίο του εμπειρικού, της εμμένειας. Δίχως Θεό, και για να περισώσουν τις θεωρίες τους, οι σημερινοί φιλόσοφοι έφθασαν να κηρύττουν ότι δεν υπάρχουν τα λεγόμενα «qualia», δηλαδή ο πόνος, η λύπη, η χαρά, η έκπληξη κλπ. Όλων αυτών, επειδή δεν είναι υλικά, αμφισβητείται πια η ύπαρξη.

Αν το ηθικό δεν υφίσταται, τότε μένει ξεκρέμαστη ολόκληρη η ηθική σφαίρα. Χωρίς μια έννοια του αγαθού, δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία, να επαινέσει κανείς κάποιον για μια πράξη του ή να τον μεμφθεί κλπ. Αισθανόμενος την πίεση να αιτιολογήσει την παρουσία του «αγαθού» στην ζωή μας, έστω και αν αυτό είναι μια πλασματική έννοια, ο φιλόσοφος Αίερ είπε ότι «ο ηθικός χαρακτηρισμός (ως αγαθής ή όχι) μιας πράξης ή ενός προσώπου δεν έχει να κάνει με την πράξη καθεαυτήν ή το πρόσωπο καθεαυτό. Απλώς εκφράζει την ψυχολογική διάθεδη του ομιλητή, που αναφέρεται στην εν λόγω πράξη ή στο εν λόγω πρόσωπο. Αν παραδείγματος χάριν, πει κάποιος «δεν ήταν ηθικά σωστό που έκλεψες τα χρήματα», δεν λέει τίποτε παραπάνω από εκείνο που θα έλεγε αν έλεγε απλώς «έκλεψες τα χρήματα». Αποδίδοντας ο ομιλητής στην πράξη της κλοπής τον ηθικό προσδιορισμό «δεν ήταν ηθικά σωστό», δεν παρέχει καμιά περαιτέρω πληροφορά γι’ αυτήν. Ο,τι κάνει, προσθέτοντας τον ηθικό χαρακτηρισμό «δεν ήταν ηθικά σωστό», είναι να εκφράσει την αποστροφή του για την πράξη της κλοπής, ο οποίος , προφανώς, δεν επηρεάζει το ουσιαστικό περιεχόμενο της πράξης αυτής. Είτε θεωρηθεί ηθικά καλή η πράξη της κλοπής των χρημάτων, είτε επιλήψιμη, το γεγονός ότι εκλάπησαν τα χρήματα δεν μεταβάλλεται» (Πελεγρίνης, σ. 151) Οι ηθικοί όροι εκφράζουν τις ψυχικές διαθέσεις μας, π.χ. την αποστροφή για μια πράξη.

Στην δυτική χριστιανοσύνη κυριάρχησε η νοοκρατία και χάθηκε η ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς βαθύτερα την ανθρώπινη συνθήκη και τις καταστάσεις της. Ο όρος «αποστροφή» δεν σημαίνει απλώς κάτι το ψυχολογικό, «νιώθω άσχημα για κάτι». Μέσα στην «αποστροφή» είναι εκπεφρασμένη και μια ηθική ποιότητα. Με άλλα λόγια ο Αίερ αστοχεί γιατί, για να μιλήσουμε στην γλώσσα του, λάθεψε όσον αφορά τη γραμματική της λέξης «αποστροφή». Μπορώ να πω ότι «αποστρέφομαι το τάδε φαγητό», οπότε ο όρος «αποστροφή» σημαίνει απλώς ένα αίσθημα, αλλά όταν λέω «αποστρέφομαι μια πράξη» δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Είναι πολύ λεπτό το εν λόγω ζήτημα, και εύκολο να κατηγορηθούμε για λήψη του ζητουμένου, πάντως όταν λέω «αποστρέφομαι μια πράξη», εννοούμε την αποστρέφομαι «ηθικώς». Είναι αδύνατον να μιλήσουμε για μια ανθρώπινη πράξη δίχως να την χρωματίσουμε ηθικά. Αν η αποστροφή δεν είναι ηθική, τότε δεν είναι τίποτε. Πέρα βέβαια από το ότι δεν μας εξηγεί ο εν λόγω φιλόσοφος γιατί αποστρεφόμαστε τελικά κάποιες πράξεις, αυτό που πρέπει να παρατηρήσουμε είναι ο ψυχολογισμός του φιλοσόφου. Εξοβέλισε μαζί με τον Θεό και το αγαθό- και αυτό είναι συνέπεια του βασικού αξιώματος που αναφέραμε πιο πάνω, ότι δηλαδή ο εξοβελισμός του θείου συρρικνώνει και το πεδίο του εμπειρικού.

Παρόμοια ισχύουν και για την φιλοσοφία του Στίβενσον (Stevenson), ενός Αμερικανού ηθικού φιλοσόφου, κατά τον οποίο «οι ηθικοί όροι, εκτός από το γεγονός ότι εκφράζουν αισθήματα επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας του ομιλητού, ασκούν, επίσης, έναν ψυχολογικό μαγνητισμό επί των ακροατών του. Με την ηθική φράση , για παράδειγμα, «οποιαδήποτε φράση θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ηθικά επιλήψιμή», ο ομιλητής, πέρα από την αποστροφή του προς μια τέτοια πράξη, επιδιώκει να επηρεάσει ψυχολογικώς τους ακροατές του και να τους προκαλέσει ανάλογα αισθήματα αποστροφής για τέτοιου είδους πράξεις. Ο χαρακτήρας  των ηθικών προτάσεων δεν είναι πληροφοριακός, αλλά επενεργειακός. Τούτο σημαίνει  ότι με τις ηθικές λέξεις και εκφράσεις ο εκάστοτε ομιλητής δεν αποσκοπεί μόνο στην διατύπωση των πεποιθήσεών του για κάποιο πρόσωπο ή γεγονός, για μια πράξη ή κατάσταση κ. ά., αλλά επιδιώκει, επίσης, την μεταφορά των ψυχολογικών διαθέσεών του, με σκοπό να επηρεάσει την στάση των ακροατών του απέναντι στο πρόσωπο, το γεγονός, την πράξη ή την κατάσταση, όπου αυτός αναφέρεται» (Πελεγρίνης, σ. 152). 

Εδώ ο Στίβενσον, συμπληρώνοντας την θεωρία του Αίερ, λέγει πως ο ομιλών ηθικώς δεν εκφράζει μόνον την επιδοκιμασία του ή αποδοκιμασία για μια πράξη, αλλά ασκεί έναν ιδιότυπο «μαγνητισμό» επί των ακροατών του, προσπαθώντας να τους κάνει να ενστερνιστούν τις δικές του απόψεις και συναισθήματα. Ο όρος «μαγνητισμός» τι άραγε να σημαίνει; Όταν μαγνητίζεται κανείς, υπνωτίζεται και δρα παθητικώς. Ο Στίβενσον θα ήθελε να πει ότι οι ακροατές του ηθικώς ομιλούντος επηρεάζονται έχοντας ενεργό την κρίση και τον νου τους. Τι ειναι αυτός ο «μαγνητισμός»; Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα μυστικιστικό όρο, ο οποίος εμφιλοχωρεί στην καρδιά μιας υποτίθεται ολωσδιόλου κριτικής, ορθολογικής στάσης ενός φιλοσόφου, ο οποίος κάνει προσπάθεια να αποστασιοποηθεί από την ηθική. Μπορεί οι φιλόσοφοι τώρα πια να μην πιστεύουν ότι το ηθικό είναι μια αισθητή ή υπεραισθητή ποιότητα, αλλά οδηγούνται στον μυστικισμό, χωρίς να το καταλαβαίνουν. Γενικά, όταν κανείς εξοβελίζει τον Θεό από την σκέψη του, είναι εύκολο να ανθίσει ο μυστικισμός, χωρίς να το καταλαβαίνει. Μεταφυσική και μυστικισμός δεν εκδιώκονται εύκολα.

Ο Στίβενσον περαιτέρω επισημαίνει ότι «δεν πρέπει να συγχέονται οι περιγραφικού τύπου αποφάνσεις μας με την δυναμικού χαρακτήρα έκφραση ψυχολογικών διαθέσεών μας. Δύο πρόσωπα είναι δυνατόν να αποφαίνονται με τον ίδιο τρόπο, να έχουν την αυτή πεποίθηση για κάποιο θέμα, αλλά ψυχολογικώς να διάκεινται διαφορετικά απέναντι σε αυτό. Λ.χ., η μητέρα ενός παιδιού μπορεί να πιστεύει ότι το ποδόσφαιρο περικλείει πολλούς κινδύνους και γι’ αυτό να μη θέλει να παίζει ο γιος της ποδόσφαιρο. Ο γιος της, όμως, μολονότι πιστεύει, όπως η μητέρα του, ότι το ποδόσφαιρο είναι πράγματι επικίνδυνο σπόρ, ωστόσο διαφωνεί μαζί της και θέλει να παίζει ποδόσφαιρο. Η μητέρα και ο γιος της, εν προκειμένω, έχουν την αυτή πεποιθηση ή γνώμη, αποφαίνονται κατά τον ίδιο τρόπο για κάποιο θέμα, αλλά διατηρούν διαφορετική ψυχολογική στάση απέναντι σε αυτό. Στον όρο «ποδόσφαιρο» συνυπάρχουν δύο διαφορετικής τάξεως νοήματα: το περιγραφικό, το οποίο ανάγεται στην αληθή ή την ψευδή πεποίθηση που μπορεί να έχει κανείς για το ποδόσφαιρο, και το δυναμικό ή συγκινησιακό νόημα, το οποίο συνίσταται στις ψυχολογικές διαθέσεις, τα αισθήματα που υφίστανται ή μπορούν να προκληθούν μέσα του για το ποδόσφαιρο» (Πελεγρίνης, σ. 153). 

Ετσι λοιπόν, πιστεύει ο Στίβενσον, οι ηθικές λέξεις ή εκφράσεις περικλείουν αυτές τις δύο τάξεις νοημάτων. Αφενός περιγράφουμε κάτι όταν πληροφορούμε κάποιον με μια ηθική πρόταση, όταν π.χ. λέμε «ο τάδε έκλεψε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από τον φορέα εργασίας του», αφετέρου εκφράζουμε την ευαρέσκεια ή δυσαρέσκεια, την επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία μας για αυτήν την πράξη. 

Και στην περίπτωση αυτή ο στοχαστής έχει άδικο να θεωρεί την περιγραφή μιας χρωματισμένης ηθικά πράξης ως απλώς περιγραφική, πληροφοριακή, δίχως καμία ηθική ποιότητα να εγκλείεται στο εσωτερικό της. Όταν θέλουμε να περιγράψουμε και μόνο μια ηθική πράξη, δίχως να την χρωματίσουμε ηθικά, θα πρέπει, π.χ. για την κλοπή των χρημάτων να πούμε τα εξής: «κάποιος με πόδια μπήκε μέσα στην τράπεζα, σήκωσε το πιστόλι που κρατούσε και απείλησε την ταμία, η οποία φοβισμένη του έδωσε το χρηματικό ποσόν. Μετά αυτός έφυγε». Αλλά στην περιγραφή αυτή, χρησιμοποιήσαμε τις λέξεις «απείλησε» και «φοβισμένη», που στην ουσία εκφράζουν ηθική ποιότητα. Η απειλή είναι πάντα συνδεδεμένη με κάτι κακό, το ίδιο και ο φόβος, γιατί από την νηπιακή ηλικία, ίσως και από την βρεφική, μαθαίνουμε ότι το να μας απειλεί κάποιος είναι κάτι κακό και ο φόβος ανήκει στα αρνητικά συναισθήματα. Δομούμε τον κόσμο μας από νήπια πάνω σε αυτό το δίπολο «καλό/κακό», αλλιώς δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε στον κόσμο. Πώς θα μεταφράζαμε την λέξη «απείλησε» με έναν καθαρά περιγραφικό ορισμό; Το «απείλησε» και το «φοβισμένη» είναι χρωματισμένα συναισθηματικά, και τα συναισθήματά μας κατατάσσονται εξορισμού στα καλά και στα κακά. Από πολύ νωρίς το νήπιο αντιλαμβάνεται την σημασία του καλού και του αγαθού, γιατί αυτά είναι συσχετισμένα και με τις ίδιες τις σωματικές αντιδράσεις του. Μια ηθικά ουδέτερη γλώσσα, εντελώς περιγραφική, δίχως αξιακούς όρους, είναι αδύνατον να υπάρξει. Περαιτέρω, στην θεωρία του Στίβενσον, όταν αυτός λέγει πως ο ηθικώς ομιλών επιθυμεί να μεταβιβάσει την ευαρέσκεια ή δυσαρέσκεια που ο ίδιος νιώθει για μια ηθική πράξη στον ακροατή του, αυτή η «μεταβίβαση» είναι και πάλι χρωματισμένη ηθικά, πράγμα ευκολονόητο.

Για διαφόρους λόγους που δεν μπορούμε να εκθέσουμε εδώ ούτε η συγκινησιακή ερμηνεία του Αίερ και του Στίβενσον έγινε δεκτή από τους φιλοσόφους. Και έρχεται κατόπιν ο φιλόσοφος Χερ, με την επιτακτική θεωρία του για τις ηθικές έννοιες. Αυτός όμως αξιοποιεί τα «διδάγματα» της συγκινησιακής θεωρίας, ότι δηλαδή όταν αναφερόμαστε στο «αγαθό» δεν σημαίνει ότι κάνουμε αναφορά σε μια αισθητή ή υπεραισθητή ουσία (σε κάτι δηλαδή που έχει αντικειμενική υπόσταση), και περαιτέρω, την θεωρία ότι πρέπει να διακρίνουμε το αξιολογικό και το περιγραφικό νόημα των ηθικών όρων και εκφράσεων. Αξιολογικό σημαίνει να χρωματίζουμε με την ευαρέσκεια ή δυσαρέσκειά μας μια ηθική εκφορά μας ενώ περιγραφικό να περιγράφουμε απλώς μια ηθική πράξη, χωρίς να την χρωματίζουμε ηθικά.  

Τελευταία στην παρούσα συντομότατη παρουσίαση έγκειται η επικτατικοκρατία και η θεωρία καθολικοποίησης των ηθικών μας αρχών, που πρότεινε ο φιλόσοφος  Χερ, επεκτείνοντας τις θέσεις του Καντ. «Το τι κάνομε όταν μεταχειριζόμαστε τις ηθικές λέξεις και εκφράσεις, παρατηρεί ο Χερ, συνίσταται πρωτίστως, στην υπόδειξη επιταγών εκτέλεσης ορισμένων πράξεων. Είναι παράλογο, έχοντας υιοθετήσει την ηθική πρόταση «πρέπει να του γράψω», να αρνηθώ την επιταγή «γράψε του». Το αξιολογικό νόημα της ηθικής γλώσσας, κατά τον Χερ, είναι θεμελιωδώς επιτακτικό. Μεταχειριζόμαστε τις ηθικές λέξεις και φράσεις για να εκφράσουμε αντίστοιχες επιταγές – είτε προς τον εαυτό μας είτε προς τους άλλους, ανάλογα με το σε ποιον απευθύνομε τις ηθικές λέξεις και φράσεις.» (Πελεγρίνης, σ. 160). Είναι φυσικό το ότι η ηθική παρακινεί και σε μια αντίστοιχη δράση. Η επιτακτικότητα μπορεί να θεωρηθεί χαρακτηριστικό της ηθικής έκφρασης, όχι όμως ορισμός της, όπως λανθασμένα εκλαμβάνεται. Η τακτική αυτή, να αντικαθίστανται οι ορισμοί των διαφόρων ποιοτήτων με τα χαρακτηριστικά τους, είναι χαρακτηριστική της υπομείωσης του υπερβατικού από την σύγχρονη φιλοσοφία, που αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις διάφορες προς ορισμό ηθικές κ.λπ. ποιότητες, καθώς, όπως επανειλημμένως είπαμε, πάσχει από την ασθένεια να συρρικνώνει το πεδίο της εμμένειας.

Εν πάση περιπτώσει, ο Χερ προχωρεί λέγοντας ότι οι ηθικές προτάσεις ισχύουν γενικά για όλους τους ανρθώπους, καθολικεύονται. Όταν πω σε κάποιον «δεν πρέπει να λες ψέματα», τότε αυτή η επιταγή ισχύει γενικά για κάθε άνθρωπο. Η καθολικότητα των ηθικών προτάσεων είχε επισημανθεί προηγουμένως από τον Καντ, αλλά και γενικά, είναι ευνόητο ότι οι ηθικές αρχές απευθύνονται σε όλους, είναι με αυτήν έννοια καθολικές. «Ο Χερ δεν παρέλειψε να επισημάνει το ενδεχόμενο μια πρόταση να έχει επιτακτικό χαρακτήρα χωρίς, συγχρόνως, να είναι ηθική. Για τούτο και αυτός, πέρα από την επιτακτικότητα, υποθέτει ένα άλλο, βασικό επίσης γνώρισμα των ηθικών προτάσεων – την δυνατότητα καθολικοποίησής τους-, χάρη στο οποίο, τελικώς, αντιδιαστέλλονται προς το πλήθος των άλλων προτάσεων, που εκφράζουν μεν επιταγές χωρίς, συγχρόνως, όμως, να είναι ηθικές. Οι ηθικές προτάσεις , κατ’ αντίθεσιν προς άλλες δεοντολογικές προτάσεις, παραπέμπουν σε αρχές που χαρακτηρίζονται για την αμεριστία τους.» (Πελεγρίνης, σ. 160). Η πρόταση π.χ. «πρέπει να λες την αλήθεια», ισχύει γενικά, καθολικά, για όλους τους ανθρώπους, εφόσον είναι μια ηθική πρόταση. Ο Χερ ωστόσο παρατηρεί ότι η δυνατότητα καθολικοποίησης ισχύει και για τις περιγραφικού τύπου προτάσεις, καθώς, αν πω «αυτό το τραπέζι είναι κίτρινο», είμαι υποχρεωμένος να ονομάζω κίτρινο και κάθε άλλο αντικείμενο που έχει αυτό το χρώμα. 

Ο Χερ προχωρεί λέγοντας ότι η δυνατότητα καθολικοποίησης των περιγραφικών όρων και προτάσεων είναι διαφορετικής υφής από την δυνατότητα καθολικοποίησης των ηθικών όρων και εκφράσεων. Θα παραλείψουμε εδώ, χάριν συντομίας, την περαιτέρω ανάλυση της σκέψης του, για να πούμε ότι, κατ’ αυτόν, οι ηθικοί όροι προκύπτουν ως αποτέλεσμα καθολικών αρχών, τις οποίες υιοθετεί το υποκείμενο. Αν κάποιος λέγει π.χ. ότι «πρέπει να ενθαρρύνουμε τους μετανάστες να γυρίσουν στην πατρίδα τους» και κάποιος άλλος πει «δεν πρέπει να τους ενθαρρύνουμε για κάτι τέτοιο», τότε τα δύο υποκείμενα διαφοροποιούνται στις αρχές που έχουν υιοθετήσει, οι οποίες και καθολικεύονται. «Πρέπει σε κάθε περίπτωση, καθολικά να ενθαρρύνουμε τους μετανάστες να γυρίσουν στην πατρίδα τους» ή «σε κάθε περίπτωση δεν πρέπει να κάνουμε κάτι τέτοιο». Παρόμοια πράγματα, επαναλαμβάνουμε, είχε πει και ο Καντ. Κατά τον γερμανό φιλόσοφο, πράττει κανείς ηθικά επί τη βάσει πάντοτε καθολικών αρχών και κατά τρόπον κατηγορηματικώς προστακτικό. Στα ίδια συμπεράσματα, αλλά από άλλο δρόμο, φθάνει και ο Χερ, διερευνώντας την λεγόμενη «ενδοϊδιωματική» (=τι κάνομε όταν μεταχειριζόμαστε ηθικές λέξεις και εκφράσεις) λειτουργία της γλώσσας.

Πολλά πράγματα μπορεί να πει κανείς σχετικά με την θεωρία του Χερ, της οποίας παρουσιάσαμε ένα απειροελάχιστο τμήμα (συμπληρώνεται και από άλλες παρατηρήσεις, που δεν καταργούν την γενική αυτή θέση του). Ο Χερ μας λέγει ότι οι ηθικές προτάσεις έχουν «επιτακτικό» χαρακτήρα, και θεωρεί ότι ο όρος «επιτακτικός» δεν είναι χρωματισμένος με ηθική σημασία. Αν προσέξουμε καλύτερα, ποτέ δεν δίνουμε εντολή σε κάποιον, όντας ηθικά ουδέτεροι. Δεν «επιτάσσουμε» λες και πληροφορούμε κάποιον συμπεριλαμβάντοντας και κάποιο αίσθημα ή συναίσθημα, την «επίταξη». Η επίταξη έχει εξαρχής ηθική χροιά. Αν πω σε κάποιον «μη λες ψέματα», η επίταξη αυτή δεν λέγεται ηθικώς ουδέτερα, με τρόπο ώστε αυτομάτως η πρότασή μου αυτή να λειτουργεί ως μια απλή πληροφόρηση του άλλου περί του πρακτέου. Επιτάσσω θα πει δίνω μια «εντολή», και η εντολή δεν είναι ένα απλό αίσθημα ή συναίσθημα. Είναι ιδιαίτερα λεπτό το σημείο αυτό και πρέπει να αντιληφθούμε ότι , όταν δίνουμε μια εντολή, όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «πρέπει», δεν ανοίγουμε απλά το στόμα μας για να ενημερώσουμε κάποιον για κάτι, αλλά μιλάμε ηθικά. Κατά συνέπεια, η επιτακτικότητα είναι, όπως ήδη είπαμε, χαρακτηριστικό της ηθικής γλώσσας και όχι μέρος του ορισμού της.

Και η καθολικότητα επίσης είναι και αυτή χαρακτηριστικό του ηθικώς λέγειν και όχι μέρος του ορισμού της ηθικής απόφανσης. Είναι φυσικό να απευθύνουμε σε όλους τους ανθρώπους την αρχή π.χ. «δεν πρέπει να λες ψέματα», γιατί αυτή είναι η λογική του ηθικώς λέγειν. Αλλά σε όλα αυτά μας διαφεύγει το ότι στην ηθική απόφανση συμπεριλαμβάνεται και μια θεωρία περί του αγαθού: όταν λέγω «μη λες ψέματα», επιτάσσω κάποιον και δυνάμει κάθε άλλον άνθρωπο να μην λέει ψέματα, αλλά το σπουδαιότερο εισάγω και μια θεωρία για το αγαθό: είναι αρετή η ειλικρίνεια. Ο Χερ προσπάθησε να εξοβελίσει στην ουσία το αγαθό ως ψευδοέννοια, λέγοντας ότι αγαθό είναι αυτό που μπορεί να δοθεί ως καθολική επιταγή μέσα στη γλώσσα, αρνούμενος ότι το αγαθό υπάρχει ανεξάρτητα από το τι κάνουμε εμείς όταν εκφέρουμε μια ηθική πρόταση. Μοιάζει σαν να απαντά στην ερώτηση «τι κάνουμε όταν μιλάμε;» με τη φράση «ανοίγουμε το στόμα μας και εκπέμπουμε ήχους», ενώ ο λόγος είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άνοιγμα του στόματος και την εκπομπή ήχων.

Περαιτέρω, ο Χερ προχωρεί, «κατ’ αντίθεσιν προς τον Καντ, ο οποίος, αποκλείοντας κάθε μορφή συναισθήματος από την καθαρή βούληση, περιορίζει την αξιολογική σημασία της ηθικής συμπεριφοράς μας στην επιτακτικότητα και την δυνατότητα καθολικοποίησης των αρχών επί των οποίων πράττομε, …αναφερόμενος, επίσης, σε τρεις ακόμη εμπειρικούς παράγοντες αναγκαίους για το κύρος της διατύπωσης ηθικών αιτημάτων. Ειδικότερα, ως τέτοιους συντελεστές ο Χερ ορίζει τα σχετικά προς τις εκάστοτε διατυπούμενες ηθικές εκφράσεις μας γεγονότα, τις κλίσεις μας και την φαντασία μας.» (Πελεγρίνης, σ. 164). 

Στο σημείο αυτό, ως προς την καθολικότητα των ηθικών αποφάνσεων, αξίζει να αναφέρει κανείς και μία ένσταση του Σαρτρ, ο οποίος, με το γνωστό παράδειγμα του νέου που πρέπει να διαλέξει ανάμεσα από τις δυο επιλογές (να μην πάει στον πόλεμο για να προστατεύσει την μητέρα του ή να φύγει για τον πόλεμο), προσπάθησε να επιχειρηματολογήσει για το ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικές ηθικές αξίες, αλλά τα πάντα εξαρτώνται από το συναίσθημα. «Ακου το συναίσθημα σου», είπε ο Σαρτρ στον νέο αυτό. Ο Πελεγρίνης παρατηρεί ότι αυτή η φράση «άκου πάντα το συναίσθημά σου», είναι μια τέτοια καθολική ηθική απόφανση, που ισχύει σε κάθε περίπτωση. Περαιτέρω, θα πρέπει να πούμε ότι κατά τον Σαρτρ πρέπει να ακούει κανείς το «συναίσθημά» του, αλλά δεν εξηγείται τι είναι αυτό το συναίσθημα. Εχουμε πολλά συναισθήματα, χαρά, λύπη, ευτυχία, δυστυχία, ευφροσύνη, αγαλλίαση,  θλίψη κλπ, και από μόνα τους δεν μπορούν να συστήσουν ηθικές αρχές. Στην θέση του αγαθού ως αντικειμενικής ποιότητας μπαίνει τώρα το συναίσθημα, με μια τάση να μυστικοποιηθεί. «Το συναίσθημα οδηγός για τη ζωή».

                                         **********

Σκοπό είχαμε στην παρούσα εργασία, επιλέγοντας κατ’ άκραν συντομία μια σειρά φιλοσόφων της ηθικής της σύγχρονης εποχής, να δείξουμε ότι ο εξοβελισμός του θείου είχε ως αποτέλεσμα στην ουσία να σχετικοποιηθεί η ηθική και μαζί το αγαθό ως αντικειμενική ποιότητα. Στην ουσία οι εν λόγω στοχαστές πρότειναν να καταργηθεί ο όρος «αγαθό», εφευρίσκοντας αποτυχημένα σε κάθε περίπτωση συνώνυμα ή χαρακτηριστικά του αγαθού, που θα αντικαθιστούσαν τη χρήση του στη γλώσσα. Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και πρέπει να πούμε ότι ο εξοβελισμός του θείου εξοβέλισε μαζί και μέρος της εμμένειας. Η «μετά Θεόν» σκέψη έχει βρεθεί μπροστά σε αυτό το δράμα, το οποίο την έχει παγιδεύσει όσο τίποτε άλλο στις μέρες μας.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Ρόρρη.

2 Σχόλια

  1. Όλοι μιλούν για τον θάνατο ως τον μέγιστο εχθρό του ανθρώπου. Ξεχνούν ότι δίχως θάνατο δεν υπάρχει ανάσταση. Η μέγιστη χαρά του ανθρώπου. Κι αυτήν την χαρά μάς την χαρίζει μόνον ο Θεός Λόγος που έγινε σαρξ στην γαστέρα της Θεοτόκου Παναγίας.
    Μιλούν για την φιλοσοφία του αθεϊσμού. Ξεχνούν ότι η φιλοσοφία γεννήθηκε ως υπηρέτρια της οντο-θεολογίας.
    Μιλούν για την αποϊέρωση της Τέχνης. Ξεχνούν ότι όλες οι Τέχνες είναι γεννήματα του θρησκεύεσθαι, του Διονυσιακού-θρησκευτικού θεάτρου. Η Αρχιτεκτονική των ναών και των εκκλησιών, του Παρθενώνα και της Αγιάς-Σοφιάς. Η Ζωγραφική της Αγιογραφίας. Η Ποίηση της Υμνογραφίας. Φιλοσοφία και Τέχνη γεννήθηκαν για να υπηρετήσουν το ιερό.
    Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφτεί για την αθεΐα. Ξεχνούν τον Ηράκλειτο όπως μάς τον παρέδωσε ο Κλήμης στον «Παιδαγωγό ΙΙ 99, και τον αρχειοθέτησαν οι Diels & Kranz με τον αριθμό 16 που ξεκαθάρισε το θέμα σε μία φράση : Λήσεται μεν γαρ ίσως το αισθητόν φως τις, το δε νοητόν αδύνατόν εστιν, ή ως φησιν Ηράκλειτος : το μη δύνόν ποτε πώς αν τις λάθοι ; [Πώς θα μπορούσε κανείς να μείνει κρυμμένος μπροστά σ’ αυτό (το φως) που δεν δύει ποτέ].
    Αυτά από τους Έλληνες, για τους Έλληνες.
    Κομιδή, ή αλλέως, ΑΜΗΝ.

    Ευχαριστώ.

  2. Τα είχε πεί λιτά ο Ντοστογιέφσκι : “Δίχως Θεό όλα επιτρέπονται”.

    Έχει ενδιαφέρον να ακούς -κατά τα άλλα- φανατικούς πολέμιους της Χριστιανικής θρησκείας και του θεού, να αγορεύουν για δικαιωματισμούς, παιδικές αθωότητες, ενσυναίσθηση, κλπκλπ.

    Χριστιανικότατοι στην ηθική ουσία τους, βαθύτατα μεταφυσικοί, εντελώς χαμένοι στην μετάφραση…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here