Η Ευθύνη μας

3
247

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος

 

Ευρισκόμενος στη Μόσχα για να συμμετάσχω καθηκόντως, ως προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας, στην εξόδιο ακολουθία του Μακαριστού Πατριάρχου Μόσχας κυρού Αλεξίου,πληροφορήθηκα με έκπληξη, την οποία ακολούθησε θλίψη και ανησυχία, τα όσα διαδραματίστηκαν στην Αθήνα αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, μετά το τραγικό συμβάν, που οδήγησε στον αδόκητο θάνατο ενός νέου παλικαριού. Την οδύνη μου, ως πατέρα που βίωσε τον άδικο θάνατο ενός παιδιού του από το οπλισμένο χέρι ενός άλλου παιδιού του, ήρθαν να εντείνουν και να συμπληρώσουν αισθήματα πικρίας και αγωνίας, καθώς οι βιαιότητες, οι βανδαλισμοί, οι’ καταστροφές, οι λεηλασίες και οι εμπρησμοί τραυματίζουν βάναυσα την ψυχή και το σώμα της πατρίδας μας. Βεβαίως, η εύκολη λύση είναι να περιοριστούμε σε καταδικαστικά και επικριτικά σχόλια, επιρρίπτοντας όλη την ευθύνη σε όσους υπερέβησαν τα όρια της εύλογης διαμαρτυρίας. Δεν δικαιούμαστε, όμως, να ομιλούμε, αν δεν αναλάβουμε πρώτα τις ευθύνες που αναλογούν στον καθένα μας, με αυτοκριτική και με πνεύμα μετανοίας. Δεν είναι δυνατόν να θεωρητικολογούμε χωρίς καν αναφορά στο ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την αφαίρεση μιας ανυπεράσπιστης νεανικής ζωής, όταν μετά το μοιραίο χωρούν μόνο η συντριβή και η μετάνοια.

Τα παιδιά μας δεν είναι εξαγριωμένα χωρίς λόγο. Η προσωπική επαφή μου με τους νέους μου δίνει το δικαίωμα να δηλώσω μετά λόγου γνώσεως ότι το σύνολο σχεδόν της νέας γενιάς δεν είναι εναντίον των αρχών, των αξιών και των ιδανικών πουενέπνευσαν και έθρεψαν το γένος μας, αλλά εναντίον όλων ημών που τους τα διδάσκουμε και συγχρόνως τα προδίδουμε ανερυθρίαστα και ασύστολα. Τα παιδιά μας δεν αμφισβητούν την αλήθεια, αλλά την προδοσία της. Τα παιδιά μας είναι θυμωμένα μαζί μας επειδή μας αγαπούν και αισθάνονται προδομένα. Η νεολαία νιώθει όχι μόνο το ασφυκτικό παρόν που φτιάξαμε εμείς οι φυσικοί ή θεσμικοί γονείς τους, αλλά, κυρίως, καταγγέλλει την υποθήκευση, αν όχι την κλοπή, και την καταστροφή του μέλλοντος της.Βέβαια, οι βανδαλισμοί, η καταστροφή των περιουσιών, η πυρπόληση του μόχθου εργοδοτών και εργαζομένων, χωρίς συναίσθηση των κοινωνικών συνεπειών, και η εξάντληση των δυνάμεων της νεολαίας μόνο για την εκτόνωση της οργής απλώς ανοίγουν περισσότερες πληγές και θρέφουν τον φαύλο κύκλο της παρακμής. Όμως, πώς να καταδικάσεις τον αδικημένο για τα λάθη του, αν δεν αναζητήσεις πρώτα τρόπους και λύσεις που να δίνουν ελπίδα και να προσκαλούν σε αξιοποίηση των δυνάμεων, που τώρα σπαταλιούνται στην εκτόνωση της πικρίας και της απογοήτευσης, συμβάλλοντας εντέλει στο περαιτέρω ρήμαγμα της ήδη παραπαίουσας ηθικώς, πολιτιστικώς και κοινωνικο-οικονομικώς πατρίδας μας;Για πόσο ακόμα μπορούμε να στεκόμαστε, κλήρος και λαός, αδιάφοροι ή αυτοκαταστροφικά βολεμένοι απέναντι σε φαινόμενα τα οποία όλοι γνωρίζουμε, όλοι συμφωνούμε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίζονται, όλοι δηλώνουμε ευ-καίρως-ακαίρως τη δυσφορία μας και συγχρόνως τα συντηρούμε ή τα ανεχόμαστε ως παθητικοί δέκτες της ίδιας μας της αυτο-υπονόμευσης; Πώς να πείσουμε τους νέους ότι η Εκκλησία είναι ο χώρος της αγάπης, της ελπίδας, της παρηγοριάς, της σμιλεύσεως ήθους και ιδανικών και της αντιπαράθεσης στην αδικία, την ανομία και τη διαφθορά, όταν δίνουμε δικαιώματα στον λαό του Θεού να φοβάται ότι μετατρέψαμε τον οίκο του Θεού σε οίκο εμπορίου; Όταν δεν τολμάμε πια να υψώσουμε φωνές σαν εκείνες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όταν τόλμησαν στο όνομα του Χριστού να αντιπαρατεθούν με τα κατεστημένα συμφέροντα της εποχής τους, που καταρράκωναν τα ουσιώδη του βίου του ποιμνίου τους;

Πώς να πείσουμε τους νέους για τα μείζονα και τα ουσιώδη του πολιτισμού και την αξία της αφιέρωσης τους στις σπουδές τους, όταν η παιδεία χρόνια τώρα συρρικνώνεται στα ασφυκτικά στενά και αφυδατωμένα όρια μιας άνευρης εκπαίδευσης, χωρίς ουσιαστική μέριμνα για την κατοχύ-ρωση του επαγγελματικού μέλλοντος και την υποδούλωση της αξιοπρέπειας στους μηχανισμούς χαριστικών και αναξιοκρατικών πρόσκαιρων βιοποριστικών απασχολήσεων;
Πώς να ζητήσουμε κατανόηση και θυσίες από τον λαό μας για τη σοβούσα οικονομική κρίση, όταν οι εσαεί προτεινόμενες επί δεκαετίες λύσεις επαναλαμβάνουν κυνικά σενάρια μονόπλευρης λιτότητας; Όταν οι περιορισμοί και οι θυσίες επιβάλλονται μονομερώς, εξαιρώντας προκλητικάεκείνους προς τους οποίους θα έπρεπε καταρχήν να απαιτηθεί η συνεισφορά τους στην υπέρβαση της κρίσης;

Πώς να ζητήσουμε την εμπιστοσύνη του λαού στους θεσμούς, τους φορείς και τους εκφραστές και υπηρέτες τους, όταν κωφεύουμε στα στοιχειώδη αιτήματα για δικαιότερη κοινωνική πραγματικότητα, για προστασία του λαού από την κατάχρηση της εξουσίας, για εξασφάλιση του αισθήματος ασφαλείας που προκύπτει από την εμφανή και αδιαμφισβήτητη προστασία της αξιοπρέπειας μας από τα ποικίλων ειδών πελατειακά δίκτυα, που συνιστούν πρόσφορο έδαφος για την επικράτηση της φαυλότητας και την υπονόμευση της δημοκρατίας;

Πώς να ζητήσουμε από τον λαό μας υπομονή και ολιγάρκεια, όταν η απληστία έχει γίνει ο ρυθμιστής της ζωής μας, των τάχα μου οραμάτων και των ψευδεπίγραφων υποσχέσεων; Όταν η απληστία αποτελεί το υπέδαφος επί του οποίου ριζώνουν αποδομητικά φαινόμενα, όπως η διαφθορά, η διαπλοκή, η κατασπατάληση των οικονομικών πόρων και η ατιμωρησία όσων προς ίδιον όφελος εκμεταλλεύονται τα πόστα τους και γίνονται εν τέλει δολιοφθορείς της Εκκλησίας, του Έθνους καιτης Δημοκρατίας;

Ποιος μπορεί να κατηγορήσει για φωνασκία όσους δικαίως κραυγάζουν απαιτώντας διαφάνεια, κοινωνική λογοδοσία και αποθάρρυνση της δημιουργίας τοπικών ή φιλικών φατριών; Ποιος μπορεί να κοιτάξει στα μάτια χωρίς αιδώ τον άρρωστο που δοκιμάζει την κατάσταση που επικρατεί στη δημόσια υγεία εδώ και πολλά χρόνια; Τον συνταξιούχο που αδυνατεί να πληρώσει τα φάρμακα του;

Τον άνθρωπο του μόχθου που αδυνατεί να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του; Τον σπουδαστή που βιώνει την ερήμωση της παιδείας από οράματα και ιδανικά; Η απάντηση σε όλα αυτά δεν είναι η δικαίωση των βανδαλισμών, αλλά ούτε και η απάνθρωπη καταστολή κάθε διαμαρτυρίας. Η διαμαρτυρία είναι ανάγκη και δικαίωμα. . Όμως ο καταστροφικός θυμός που οδηγεί σε λεηλασίες και βανδαλισμούς δεν είναι λύση. Η βία θρέφει τη βία και οι επιτήδειοι βρίσκουν ευκαιρία να επιβάλουν λύσεις που κάθε άλλο παρά ανταποκρίνονται στα αιτήματα και τις ανάγκες των αδικημένων.

Πριν από κάθε λόγο και τοποθέτησή μας, πρέπει να αναλογισθούμε λοιπόν το μερίδιο των ευθυνών μας. Πρώτιστα των δικών μας ευθυνών ως Ποιμαίνουσας Εκκλησίας, που δεν έχει πλέον την πολυτέλεια του εφησυχασμού. Η κρισιμότητα των καιρών επιτάσσει να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας -με τρόπο ορατό και έμπρακτο- απέναντι στον λαό του Θεού και να εμπνεύσουμε τους ανθρώπους, ώστε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας σε κοινό αγώνα για την ειρηνική ανατροπή της καθοδικής πορείας που απειλεί τη χώρα μας.

 

πηγή: Κόσμος του Επενδυτή, 13/12/2008 

 

3 Σχόλια

  1. Νομίζω εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ ἄρθρο αὐτὸ ἐκδηλώνει πολὺ περισσότερη εἰλικρίνεια, ἀλλὰ καὶ συναίσθηση τῆς κατάστασης ἀπ’ ὅ,τι σχεδὸν ἀκούστηκε τὶς τελευταῖες μέρες- παρόμοια σχόλια ἔχουν κάνει ἄλλωστε καὶ στὸ indymedia. Τὸ πρόβλημα εἶναι τὸ ἑξῆς: μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ μετρήσουμε πόσοι μαθητὲς ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ βγαίνουν στὸ δρόμο ἀκοῦνε καὶ κρίνουν, καὶ πόσοι θὰ ἀπέρριπταν αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἐκ προοιμίου ἐπειδὴ τὸ ἔχει γράψει “ἕνας ρασοφόρος”, “ἕνας Ἐφραίμ”, “ἕνας τραγόπαπας”- “ἐμεῖς” καὶ ¨οἱ ἄλλοι¨. Νομίζω θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει αὐτὴ ἡ ὑποθετικὴ μέτηση κριτήριο γιὰ τὸ ἂν ζοῦμε κοινωνικὴ ἐξέγερση ἢ χουλιγκανισμὸ λόγῳ τελικῆς παρακμῆς. Ποιὸς νὰ μετρήσει;

    Παρεμπιπτόντως, ἐδῶ: http://www.skai.gr/master_avod.php?id=104603 σημερινὴ ραδιοφωνικὴ συνέντευξη τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ γιὰ τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων 2 ἑβδομάδων.

  2. Συγκινήθηκα, συγκινήθηκα πραγματικά που ένας άνθρωπος της εκκλησίας (και δη ο αρχιεπίσκοπός της) είπε και έκανε επιτέλους το αυτονόητο. Έχοντας πριν λίγο καιρό γράψει ένα άρθρο και έχοντας μπει σε ένα σχετικό διάλογο με έναν αναγνώστη έγραφα: ‘Διαφωνώ επίσης ότι πρόκειται για ‘λεπτολογίες’ όπως τις χαρακτηρίζεται αλλά για μια μια βαθιά περασμένη αντίληψη στην εκκλησία τελείως λανθασμένη. Η πεποίθηση δηλαδή ότι οχριστιανός δεν έχει ή δεν πρέπει να έχει θέση και ρόλο στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Θα σας θυμίσω το λόγο του ίδιου του Χριστού: δωτε τα του Θεού τω Θεώ και τα του Καισαρι τω Καισαρι. Αυτό ουδόλως σημαίνει την αδιάκριτη υποταγη του χριστιανού στην όποια πολιτική εξουσία αλλά τη διιτή θέση του σε αυτό τον κόσμο ως πιστου και ως πολίτη. Σίγουρα πρόκειται για ένα μεγάλο θέμα και η ιστορική θέση της εκκλησίας ως θεσμού να συμβιβάζεται κατα κανόνα με την όποια κρατική εξουσία, ακόμη και την πιο ανάλγητη, διαφθαρμένη η εγληματική επιδέχεται σαφώς κριτική.’ Το παράδειγμα του Αγ. Ιωάννη του Χρισόστομου στο οποίο αναφέρεται ο αρχιεπίσκοπος ισως αποτελεί το πιο καίριο ιστορικό παράδειγμα όπου ένας κληρικός ορθώνει με τόλμη το ανάστημά του απέναντι στις αδικίες της πολιτικής εξουσίας έπωμιζόμενος και τις όποιες συνέπειες αυτό σημαίνει. Πως μπορεί μπραγματικά η εκκλησία να συμβιβαστεί με την αδικία, πως μπορεί να μην πάρει θέση σε κρίσιμα ζητήματα, πως να σιωπήσει; Κι όμως αυτο το απλό και αυτονόητο καθήκον μοιάζει κάποιοι να μην το κατανοούν; Δίκαια κανείς θα συμπέραινε ότι πίσω από μια τέτοια στάση και τα ιδεολογήματα που κατά καιρούς χησιμοποιούνται ως παραπέτασμα κρύβεται ο φόβος βολεμένων ανθρώπων, που η θέση τους στην εκκλησία τους επιτρέπει να νέμονται πλήθος προνομίων, και άρα εξορισμού δεν υπάρχει κανένα ευγενές κίνητρο ή ενδιαφέρον για τους άλλους ανθρώπους που έχουν το θράσος να ονομάζουν ‘ποίμνιό’ τους και που δίκαια βλέποντας συστηματικά τέτοιες συμπεριφορές της προσάπτουν ό,τι προσάπτουν και σε μια οποιαδήποτε κοσμική εξουσία που εκμεταλλευεται το κόσμο τον παραπλανά και τον αδικεί προς όφελος ιδίων και των ισχυρών. Όταν κ. sotiri (που γράψατε το πιο πάνω σχόλιο) οι άνθρωποι βλέπουν όλα τούτα, δίκαια γίνονται καχύποπτοι προς οποιονδήποτε ρασοφόρο ή αν θέλετε και προς οποιονδήποτε άλλον από μας που θέλουμε να ονομαζόμαστε χριστιανοί και που ενερυθρίαστα και άκριτα του μιλάμε για πράγματα που δεν κάνουμε και τα οποία δεν ακολοθούμε στη ζωή μας. Σε γεγονότα όπως εκείνα που έγιναν τον Δεκέμβρη του 2008 τα προβλεπόμενα σχόλια των μελών της εκκλησίας έχουν να κάνουν πάντα με την καταδίκη της βίας των διαδηλωτών και την υπεράσπιση μιας νομιμότητας και ενός κατεστημένου που συντρίβει συστηματικά και πολύ πιο βίαια ολοένα και περισσότερο τον κόσμο εκείνο που η εκκλησία κλήθηκε να υπηρετήσει. Δε θέλω να προσθέσω τίποτε περσισσότερο σε ότι ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος είπε τοποθετώντας τα ζητήματα αυτά στη σωστή τους βάση, με διαυγή, έντιμο, θαραλλέο,και γνήσια χριστιανικό τρόπο. Τίποτε περισσότερο από το ότι αποτελεί μια παρηγοριά αυτή η φωτεινή εξαίρεση και μας δίνει κουράγιο σε όλους εμάς και ελπίδα για το μέλλον.

  3. Ναι, πολύ ειλικρινές και με πνευματική διάκριση το άρθρο του αρχιεπισκόπου, που τώρα το πρωτοδιαβάζω. Τέτοια στάση θα περίμενε κανείς από έναν εκκλησιαστικό ηγέτη.

    Μόνο που στην Εκκλησία δεν είναι όλα για όλους. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είχε μια άμεμπτη και οσιακή ζωή κι είχε το Πνεύμα του Θεού να τον οδηγεί, και πριν να γίνει Πατριάρχης. Γι’ αυτό, ό,τι έκανε το έκανε από Θεού.
    Αν κάποιος προσπαθήσει απλώς να μιμηθεί τη συγκεκριμένη στάση του Αγίου, χωρίς να έχει κάποιο πνευματικό υπόβαθρο μέσα του, χωρίς την ασκητικότητα, εγκράτεια και λειτουργική ζωή του ιερού Χρυσοστόμου, κινδυνεύει να παρασυρθεί από τον εγωισμό του, να συνεγείρει την εκκλησία μόνο για σκοπούς ιδιοτελείς και για την προσωπική προβολή του και να προκαλέσει φουρτούνες στο σώμα της (βλ. τον προηγούμενο αρχιεπίσκοπο).

    Το καλό δεν είναι καλό αν δεν γίνει καλά, όπως τονίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here