Η επανάπαυση στο μηδέν (Γκυ Ντεμπόρ)

5
70
Όσον άφορα τις μόδες που εξακολουθούν να βασιλεύουν [1957], όλες σημαδεύονται από μια αλλοιωμένη μορφή του υπερρεαλισμού. Αυτή η μορφή έχει όλα τα γούστα της υπερρεαλιστικής εποχής και καμμιά από τις ιδέες της. Αισθητική της είναι η επανάληψη. Σ’ αυτό το γεροντίστικο-σκοταδιστικό στάδιο, τα υπολείμματα του ορθόδοξου υπερρεαλιστικού κινήματος είναι ανίκανα να τοποθετηθούν ιδεολογικά και να εφεύρουν το παραμικρό – με αποτέλεσμα να εγγυούνται διάφορους όλο και πιο χυδαίους τσαρλατανισμούς, ζητώντας ακόμα περισσότερους!

Η επανάπαυση στη μηδαμινότητα είναι η πολιτιστική λύση που έγινε έντονα γνωστή στα χρονιά που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή αφήνει ένα περιθώριο εκλογής ανάμεσα σε δύο πλουσιοπάροχα διαφημισμένες δυνατότητες: Την απόκρυψη του κενού χάρη σ’ ένα κατάλληλο λεξιλόγιο και την αφελή προβολή του.

[…]

Η χαρούμενη προβολή μιας τέλειας πνευματικής κενότητας αποτελεί το φαινόμενο που στην πρόσφατη νεολογοτεχνία ονομάστηκε «κυνισμός των νέων δεξιών μυθιστοριογράφων». Φυσικά επεκτείνεται πολύ πέρα από τους δεξιούς, τους μυθιστοριογράφους και τη μισονιότη τους.

Από τη συλλογή κειμένων των Internationale Situationniste «Το ξεπέρασμα της τέχνης», εκδ. Ύψιλον, σε μετάφραση Γιάννη Δ. Ιωαννίδη, Αθήνα 1985.

5 Σχόλια

  1. Για την ιστορία,
    θα θυμίσω ότι πρωτοεκδόθηκε
    από τον εκδοτικό οίκο
    Διεθνής Βιβλιοθήκη
    λίγα χρόνια πριν
    από την έκδοση αυτή
    μαζί με άλλα
    καταστασιακά κείμενα.

  2. Για την ιστορία, λοιπόν,

    το συγκεκριμένο κείμενο του Ντεμπόρ, από όπου το απόσπασμα (“Έκθεση για την κατασκευή καταστάσεων και τις συνθήκες οργάνωσης και δράσης της καταστασιακής τάσης”), [b]ΟΥΔΕΠΟΤΕ [/b]εκδόθηκε από τη “Διεθνή Βιβλιοθήκη”.

    Αρκετά χρόνια μετά (το 1998) τη δημοσίευσή του στην αθολογία για “Το Ξεπέρασμα της Τέχνης” (1985), το εξέδωσαν σε διαφορετική και ως αυτόνομο κείμενο οι εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος”.

    Για την ιστορία επίσης,

    μερικά από τα “άλλα καταστασιακά κείμενα”, που εξέδωσε η “Διεθνής Βιβλιοθήκη” και συγκεκριμένα στο ιστορικό πλέον περιοδικό ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ, αρ. 2 (1974), δυστυχώς τα είχε δημοσιεύσει σε μια μετάφραση από την οποία είχε “λογοκρίνει” όλα τα σημεία στα οποία οι καταστασιακοί ασκούσαν αυστηρή κριτική στους αναρχικούς.

  3. Η συγκεκριμένη προφητεία διαψεύστηκε πλήρως. Η τέχνη παγκοσμίως και στην Ελλάδα συνέχισε να δίνει σπουδαία έργα σε όλους τους τομείς και προ πάσης άλλης, η λαϊκή τέχνη. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια, που οι επίσημοι φορείς διαδίδουν τα κόπρανα της κονσέπσιουαλ άρτ και των εγκαταστάσεων, οι γνήσιοι καλλιτέχνες συνεχίζουν να δημιουργούν στα καταφύγιά τους αριστουργήματα που θα τα γνωρίσουμε αργότερα. Κάποια ήδη διαφεύγουν από τον κλοιό και τα ανακαλύπτουμε.
    Ειδικά οι σουρεαλιστές καλλιτέχνες του μεσοπολέμου κατά την μεταπολεμική περίοδο έφτασαν σε μία θαυμαστή ωριμότητα, ξεπερνώντας τις πρώιμες μορφοκρατικές υπερβολές και αποκτώντας μία λιτότητα και βάθος που, βέβαια, τα χρωστούν στην προηγούμενη, υπερβολική και νεανική, ελευθεριότητά τους και στο μεγάλο τους ταλέντο, που δεν πρόδωσαν. Σε μας ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος και ο Ελύτης, καθώς και ο Σαββόπουλος από τους μεταγενέστερους, αποτελούν επαρκή και κραυγαλέα παραδείγματα ότι ο Γκύ Ντεμπόρ δεν κατάλαβε τίποτε και βασανίστηκε μία ζωή μέσα στην γκρίνια και τον κακοχωνεμένο Χεγκελιανισμό του.

  4. Σωστά, κ. Δεληνικόλα! -σε ό,τι αφορά την “προφητεία” περί οριστικού “ξεπεράσματος της τέχνης”, διότι στο θέμα της “επανάπαυσης στη μηδαμινότητα” και τη “χαρούμενη προβολή μιας τέλειας πνευματικής κενότητας”, ο Ντεμπόρ και οι τότε φίλοι του μάλλον δικαιώθηκαν (αλλά αυτό δεν ήταν “προφητεία”, ήταν παρατήρηση αυτού που συμβαίνει).

    Εξάλλου (σχετικά με την προφητεία, την οποία, ωστόσο, δεν την υποστήριξαν ακριβώς σαν προφητεία αλλά σαν αυτό που θα ήθελαν/έπρεπε κατ’ αυτούς να γίνει), λίγα χρόνια μετά το “Μάη του ’68” ο Ντεμπόρ επέστρεψε στη σκηνοθεσία -δικών του πάντοτε κινηματογραφικών ταινιών.

    Ίσως λοιπόν αξίζει, για μια ηπιότερη προσέγγιση και αποτίμηση της “προφητείας”, να ακούσουμε τι έλεγε τότε (1964) στον Ντεμπόρ ο καλός φίλος του, Δανός καλλιττέχνης Άσκγερ Γιόρν: “Βεβαίως στη λατινική κουλτούρα [εννοεί του Ντεμπόρ], η εναντίωση στην τέχνη και ο παραγκωνισμός της δεν ήταν ποτέ πλήρεις. Αυτή η εναντίωση είναι πάνω από όλα ένα ρητορικό σχήμα” (στο [i]Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός,[/i] εκδ. “Αλήστου Μνήμης”).

  5. Όμως, δεν καταλαβαίνω ποιά έργα εννοούσε με τις διατυπώσεις “επανάπαυση στη μηδαμινότητα” και “χαρούμενη προβολή μιας τέλειας πνευματικής κενότητας”.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here