Κ. Ζουράρις: Η Ελληνοτροπία στη θεωρητική σκέψη του Ελύτη (5 μαθήματα)

3
41

Κώστας Ζουράρις

1α Εν Λευκώ, σελ. 205

..Συμβαίνει να είμαι όχι συμπωματικά μόνον αλλά και οργανικά Έλληνας· από την όψη ότι κατοικώ το ίδιο ανάλλαχτον ομητρικό τοπίο και ότι έχω στο αίμα μου τον Πλάτωνα. Αυτός είναι ο λόγος που μ’ έκανε από μιας αρχής να καταδικάζω μέσα μου ολόκληρο το συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων που η Αναγέννηση κληροδότησε στον δυτικό μας πολιτισμό.

Ξεκινώ απ’ αυτό που οι πρώτοι Έλληνες είχαν συλλάβει, πιστεύω, σωστά· που οι μεσογειακοί λαοί το διατηρήσανε σε μία λανθάνουσα κατάσταση· και που ζήτησαν πάλι στις μέρες μας να το ζωντανέψουν μερικά επαναστατημένα πνεύματα στη μεταπολεμική Ευρώπη…».

5ο (τελευταίο) μάθημα με αποσπάσματα από τα «Ανοιχτά Χαρτιά» και το «Εν Λευκώ».

 


4ο μάθημα με αποσπάσματα από τα «Ανοιχτά Χαρτιά» και το «Εν Λευκώ».

3ο μάθημα με αποσπάσματα από τα «Ανοιχτά Χαρτιά» και το «Εν Λευκώ».

 

2ο μάθημα με αποσπάσματα από τα «Ανοιχτά Χαρτιά» και το «Εν Λευκώ».

1ο (εισαγωγικό) μάθημα με αποσπάσματα από τα «Ανοιχτά Χαρτιά» και το «Εν Λευκώ».

2Εν Λευκώ σελ. 207

Αντιλαμβάνομαι την ποίηση σα μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου· ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου.

Μιλώ για μία σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην αποκάλυψη της βαθύτερής μας πραγματικότητας. Πιστεύω γι’ αυτό στις αισθήσεις, (ου πεύσομαι σεβών τη θάη) που τις κινητοποιώ προς μία αδοκίμαστη έως σήμερα κατεύθυνση, αποβλέποντας σε μίαν Ελευθερία που να είναι αντίθετη προς όλες τις Εξουσίες, και σε μία ∆ικαιοσύνη που ταυτίζεται με το απόλυτο φώς .

Είμαι ένας ειδωλολάτρης που του έτυχε ν’ αγγίξει από το άλλο μέρος, άθελά του, τη χριστιανική αγιότητα.

3Εν Λευκώ σελ. 206

Η διάρκεια της ζωντανής ελληνική λαλιάς επάνω στα χείλη ενός λαού που εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, με τη μεγαλύτερη ευκολία ν’ αφομοιώνει και να ταυτίζει μέσα του τα φυσικά φαινόμενα και τα φαινόμενα του πνεύματος με βοήθησε στην προσπάθεια αυτή. Η ελληνική παιδεία από το ένα μέρος και ο υπερρεαλισμός από το άλλο στάθηκαν η «άνω» και η «κάτω» οδός που μ’ έβγαλαν στο ίδιο σημείο.

«Γιατί γράφετε;» ρωτάνε συχνά τον ποιητή στις συνεντεύξεις. Κι εκείνος βιάζεται ν’ απαντήσει: «δεν ξέρω». Είναι αλήθεια ότι, από μίαν άποψη, κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω. Από μίαν άλλη όμως αισθάνομαι ότι το απολύτως ατομικό μέρος του εαυτού μου τότε μόνον θα το δω να επαληθεύεται, όταν το αποστερήσω από την ιδιότητα της προσωπικής περίπτωσης· όταν, με άλλα λόγια, το καταστήσω κοινόν.

Από τον βασιλικό δρόμο των αισθήσεων (που τον πήρα αφού πρώτα πέταξα από πάνω μου όλα τα παραδομένα σχήματα) μου έτυχε να βγω πάλι στο σημείον όπου η «μεταφυσική» μου ελέγχεται να είναι «φυσική».
Πιστεύω στην επαναστροφή της ∆ικαιοσύνης, που την ταυτίζω με το φως, επάνω σ’ αυτόν τον κόσμο. Και μαζί μ’ έναν ένδοξο πρόγονό μου υπερηφανεύομαι να φωνάζω καταπρόσωπο της εποχής μου: όχι, δεν αγαπώ τους θεούς που η λατρεία τους τελείται στο σκοτάδι.


Εν Λευκώ σελ. 413

ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ. Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγεμένες με τον άνεμο τον βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μές στα τριανταφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση.


Εν Λευκώ σελ. 412

…Στην ολίγη Ελλάδα που μας απέμεινε το μόνο που μπορείς ακόμα να κάνεις είναι να δέεσαι στους θεούς σου. Ποιους θεούς; Ω, μα είναι πολλοί. Σχεδόν όσοι και ο πληθυσμός της χώρας…

5Εν Λευκώ σελ. 343
Λόγος στην Ακαδημία της Στοκχόλμης

Κύριοι Ακαδημαϊκοί, Κυρίες και Κύριοι,
Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας….
Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσα ίσα να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλουν το «θείο».

6Εν Λευκώ σελ. 297-298

Ίσως, χωρίς το μπουλούκι εκείνο των ενθουσιώντων νέων που το πάθος τους για τα ποιήματα, ωστόσο, το μετρούσανε στην πλάστιγγα των χρυσοχόων και όχι καθόλου των πολιτικών σκοπιμοτήτων, το μοντέρνο ποιητικό κίνημα να μην είχε πάρει ποτέ τις προεκτάσεις που γνωρίζουμε και να μην είχε κρυφά συνδεθεί με τις υπόγειες φλέβες που διατρέχανε την παράδοση και που ανεβάζανε στην επιφάνεια εικόνες του ομαδικού υποσυνειδήτου, μοραΐτικες, νησιώτικες, μακεδονικές, κάτι άγνωστο στους αλλοδαπούς συναδέλφους με τις ομοιόμορφες –μόλις πέντε ή έξι αιώνων- μορφές πνευματικής κληρονομιάς που διαθέτανε.

7Εν Λευκώ σελ. 99

Κάτι τέτοια είναι, υποψιάζομαι που έκαναν μερικούς στενόκαρδους κριτικούς να καταδικάσουν ολόκληρο του έργο του Παπαδιαμάντη και να παραγνωρίσουν, εν ονόματι των μικρών του αμαρτιών, τη μεγάλη του ευλογία –που είθε να μας σκέπει πάντοτε. Αυτήν τη μεγάλης διαφάνειας θαλασσογραφία και μαζί τυπολογία ελληνικής ζωής που άπαξ υπήρξε και που δεν ξεγράφεται με τίποτε· που δεν αποτελεί μήτε παρελθόν μήτε παρόν μήτε μέλλον, αλλά την αποτύπωση, σε μίαν ορισμένη ιστορική στιγμή και πάνω σε ένα συγκεκριμένο υλικό, μιας σταθερής εκφραστικής που χαρακτηρίζει ανέκαθεν τον Έλληνα και είναι πάντοτε η ίδια, όπως ίδια είναι κατά βάθος η γλώσσα η πλαστική και στον Πολύγνωτο και στον Πανσέληνο και στον Θεόφιλο –να τι θέλω να πω.


Εν Λευκώ σελ. 35 – 36

Το φώς της λαμπάδας που άναψε αυτός ο νεαρός διάκονος της Βηρυτού, φτάνοντας μια μέρα στη Βασιλεύουσα μ ́ ένα τυλιχτάρι κάτω από την μασχάλη, για να κλειστεί σ’ ένα καμαράκι και να γράψει εκατοντάδες ποιήματα, δεν ομολογεί απλώς πίστη και αφοσίωση στην εκκλησία του Χριστού· καίει και θρέφεται από μία παράδοση που δεν είχε ίσως κανένα πλέον αντίκρισμα στον απέραντο ελληνόφωνο πληθυσμό (ηττημένη καθώς ήτανε από τον μονοθεϊσμό και τις νέες ανθρωπιστικές αξίες), κρατιότανε όμως γερά, σαν τρόπος εκφραστικός, αγκιστρωμένη από τη γλώσσα, κι έτοιμη, μέσ’ απ’ αυτήν, να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, για να κατισχύσει με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που ο φορέας της είχε, ειρηνικά κι εκείνος, πετύχει να βρεθεί, από υποτελής, κυρίαρχος και ιδρυτής μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας, Οι μυστικές πνευματικές δυνάμεις, καθώς βλέπουμε, ακολουθούν κάποτε τη μοίρα των πολιτικών, ή το αντίστροφο· που σημαίνει ότι, σ’ ένα βάθος απώτατο, και οι δύο τους βρίσκονται σε συνεχή συνάρτηση.

Αν ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν αδύνατον να προβλέψει το αποτέλεσμα που θα μπορούσε να έχει η μετακίνησή του, πόσο μάλλον ο Ρωμανός. Λίγοι, ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το χαρτί που του έδωσε κάποια νύχτα η Παναγία να καταβροχθίσει, όπως μας λένε τα συναξάρια, τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού ένα ειδικό τρόπο του εκφράζεσθαι που έφτασε σώος ως τις μέρες μας. Είναι κάτι τόσο μεγάλο αυτό και –δυστυχώς– σε τόσο μικρό ποσοστό φανερωμένο, που η δυσκολία να το αποδείξεις το αφήνει να πάρει μοιραία το σχήμα της υπερβολής. Και πρώτα πρώτα, ο ίδιος ο Ρωμανός θα ‘χε λόγους να διαμαρτυρηθεί: καμία σχέση δεν ήθελε να έχει αυτός με τον αρχαίο κόσμο. Ούτε καν Έλληνας ήταν. Σύρος, ή, κατά τον Maas, Εβραίος, έγραψε στην κοινή του καιρού του, μια μεταβατική φάση της ελληνικής, που –υπάρχουνε πολλά δείγματα– τη χειρίσθηκε με τους δισταγμούς και τα παραπατήματα ενός ξένου. Κάτι περίπου σαν τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη, και που ωστόσο – ίσως γι’ αυτό– αναπαρθενεύσανε, από έναν δρόμο απροσδόκητον ο καθένας τους, τον ποιητικό λόγο. Επειδή συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά στην ποίηση: ο ανεξοικείωτος να συλλαμβάνει αποτελεσματικότερα τις δυνατότητες που παρέχει ένα τέντωμα τη γλώσσας και τις αποτολμά, όταν ο άλλος, ο βαθύς γνώστης, έχει λόγους να αντιστέκεται.


Εν Λευκώ, σελ. 47-48

Χαρακτηριστικό στο Ρωμανό είναι, για την ενάργεια της παρομοίωσης, η συχνή καταφυγή στην αντίθεση:

αύρα και φλόξ συνήρμοσται, (…)
μετά ανέμων λαμπάδες, μετά δρόσου δε σπινθήρες τον εν ερήμω ποταμόν και δρόσον εν καμίνω
και όμβρον εν παρθένω

οι άλμη συνομιλούντες και γλυκύ ρήμα νυν ερευγόμενοι

αμνάς βαστάζει λέοντα, αετόν δε χελιδών και δεσπότην και δούλη.


Εν Λευκώ, σελ. 365-366

Τα δημόσια και ιδιωτικά

Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντίκρυ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει…
…Μέσα σε ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων· είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.

Θέλω να πιστεύω –και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση– ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε έψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μία κάθετη βράχου πάνω σε μία καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρυρθα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μία γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο του ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.

∆εν αναφέρομαι σε καμία χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμία καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι, να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ το αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στην φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια.


Εν Λευκώ, σελ. 367-368

Άρχισε τώρα και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ το γερο-Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας· θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ’ έναν παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τους τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και το κορμί του το κεραμιδί, που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. ∆ούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε.

Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν

διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και, μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει το λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται, χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα.

Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης –που όσο πιο πίσω πάμε τόσο πιο ισχυρή τη βρίσκουμε– παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (ή, αν αυτό πάει πολύ, συνυπήρχε με) μίαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική από την «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και, με την γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους. Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά.


Εν Λευκώ, σελ. 369

…κείμενα που μας άφησαν και που είναι έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις ώχρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μία ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμία σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να προσφέρει αμυντικά πλεονεκτήματα, όπως οι κατοπινές ακροπόλεις ή τ’ αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δεν συναντάμε παρά σπάνια, την ύπαρξη οχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα στην άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μίαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι καν να τις ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε· περνώντας ύστερα στους απέιρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης· έως, τέλος, τ’ αντικείμενά τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μίαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.


Εν Λευκώ σελ. 370

Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται εδώ πέρα. Στα πλαϊνά μου τραπέζια οι ντόπιοι, αυτοί, έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να ‘τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές αλλά και τις επαγγελματικές τους, συμπεριφέρονται με μίαν ευθύτητα και μίαν ψυχική ευγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος.

Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα ‘μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι εμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά εάν βρίσκονται από το άλλο. ∆εν υπάρχει χώρος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς βιοχημικός ή οφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα πράγματα ν’ αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο

μυαλό. Και το ωραίο είναι ότι, σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ’ τους απ’ έξω.
∆εν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην Κόλαση όπως στο σπίτι τους. ∆εν κοτάς ν’ αγγίξεις μίαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της αλκής και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα «κοινά», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια δύναμη.


Εν Λευκώ σελ. 370

Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα του αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.

Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν και έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μία τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μία μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων;

9στ
Εν Λευκώ σελ. 377-378

Μιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να ‘σαι σκληρός απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Αλλά ποιο μέλλον; Τίνος; Το απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που είναι και το δημόσιο. Πάνω σε μια τέτοιου είδους λατρευτική στάση, φαντάζομαι, θα ήταν δυνατόν να συμπέσουν οι κορυφαίοι της πολυθεΐας και οι άγιοι πάντες της χριστιανοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο που σ’ ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει και αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιάς αγίας Μαρίνας, ή μιας ∆ιαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο.

Περιμένω τον καλλιτέχνη –που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν’ αναφανεί– τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». ‘Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη».

Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο το φώς πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μια άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μάρξ, τον Πάπα –Θεός σχωρέσει τους.

10

Εν Λευκώ σελ. 406

Αλήθεια, εδώ η ψυχή σου νιώθει θεοσκέπαστη. Από την είσοδο της μικρής εκκλησίας αριστερά κι ανάμεσα στα χρυσά φώτα και τις ψαλμωδίες, κομμάτια τέμπλου κι άλλα ξυλόγλυπτα, ιερά αντικείμενα, δω κι εκεί, χάμου απιθωμένα. Όλος ο χρόνος, ο πριν, ο μετά, εκμηδενησμένοι, καμωμένοι αθάνασία.

Μυρίζει βρεμένο σώμα Ελλάδας και Μητέρα πάνγλυκη. Χαίρε, αοράτων εχθρών αμυντήριον
Χαίρε, Παραδείσου θυρών ανοικτήριον
Χαίρε, ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γη

*Ο μόνος δρόμος που μας απομένει τώρα είναι ο κίνδυνος. 11

Εν Λευκώ σελ. 439-440τ

∆υστυχώς, όσο πληθαίνουν οι σπουδασμένοι τόσο η αντίληψη αυτή χάνεται. Πρόκειται για μία χωρατιά της μάθησης, που μας απαγορεύει να βλέπουμε τη ζωή σαν αίνιγμα, χωρίς να μας φέρνει αποδείξεις ότι δεν είναι. *

• πολύμαθής,τες αναποδείκτοις φάσεσι Εν Λευκώ σελ. 226

Σε μία φωτογραφία βγαλμένη από τα χρόνια του πολέμου στη Νέα Υόρκη, ο Νικόλαος Κάλας φιγουράρει ανάμεσα στον Andre Breton και τους φίλους του που είχαν καταφύγει εκεί μετά την είσοδο των χιτλερικών στη Γαλλία. Το νήμα δεν είχε κοπεί ούτε για τους αλλοεθνείς ούτε για τον Έλληνα που τους ακολουθούσε και που –προσθέτω – για τους χωρικούς των Αθηνών δεν έκανε τάχα παρά ν’ αντιγράφει με καθυστέρηση τη ∆ύση. Ποια ∆ύση; Ένας υπερρεαλιστής έχει μουντζώσει αναδρομικά κι εξακολουθεί να μουντζώνει δια βίου τη ∆ύση κι ολόκληρο τον πολιτισμό της..

Την ημέρα που συνηδειτοποίησα ότι στην ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει κιαροσκούρο κατάλαβα πόσο εύλογη είναι η αδυναμία μας να δεχθούμε την Αναγέννηση κι είδα να φεύγει και το τελευταίο στοιχείο που μ’ εμπόδιζε να κατανοήσω την βαθύτερη ενότητα της τέχνης στην Αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο και στα Νεοελληνικά χρόνια. Το φαινόμενο της ελληνικής γλώσσας πήρε στα μάτια μου τα γνωρίσματα του αναπόφευχτου που παρουσιάζουν τα φαινόμενα τα φυσικά· Σε τέτοιο βαθμό, που έφτασα να πιστεύω ακράδαντα ότι κι η πιο θολή κι η πιο φευγαλέα ξένη γλώσσα ύστερα από μια χιλιετηρίδα ζωής στην περιοχή αυτή θα ‘βλεπε τη φύση της να αλλάζει, τους ήχους ν’ ανεβαίνουν από το λάρυγγα και να κατεβαίνουν από τη μύτη στη στοματική κοιλότητα, τις λέξεις να χάνουν τις άχρηστες συλλαβές τους, να ξεπλένονται στο φως και να λειαίνονται, την ουσία τους να καθορίζει μ’ έναν τρόπο, αν όχι ακριβώς τον ίδιο, τουλάχιστον παραπλήσιο προς τον ελληνικό.

12

13

Ανοιχτά Χαρτιά σελ. 29

14α
Ανοιχτά Χαρτιά σελ. 17

Όντας στον ελάχιστο βαθμό ποιητικός, αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ποίηση, με τον ίδιο τρόπο που, όντας στον ελάχιστο βαθμό «πατριώτης» αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα.

14β
Ανοιχτά Χαρτιά σελ. 18-19

Μια «κατεψυγμένη» αλήθεια για την Ελλάδα, π.χ. είναι η ιστορία της, όπως την ερμηνεύουν οι επίσημοι Έλληνες· μια άλλη σκέψη, «κατεψυγμένη» επίσης, είναι η ιστορία της, όπως μας την παρουσιάζουν οι Ευρωπαίοι. Η ζωντανή αλήθεια, πιστεύω, βρίσκεται πάλι στην ιστορία της, όπως την ανακαλύπτεις ν’ αναδύεται μέσα σου, από την προσωπική σου εμπειρία, και που τα γεγονότα ή τα μνημεία της τέχνης απλά και μόνο την υπομνηματίζουν και την εικονογραφούν.

Η Ελλάδα, έχω καταλήξει από καιρό σ’ αυτό το συμπέρασμα, είναι μία συγκεκριμένη αίσθηση –θ’ άξιζε να βρεθεί γι’ αυτήν ένα γραμμικό σύμβολο-, που η ανάλυσή της, η εύρεση των αντιστοιχιών της, σ’ όλους τους τομείς, αναπαράγει αυτόματα και σε κάθε στιγμή την ιστορία της, τη φύση της, τη φυσιογνωμία της.

Από μικρό παιδί διάβασα, όσο μπορεί να διαβάσει «ένα παιδί φανατικό για γράμματα», τα χρονικά της χώρας αυτής (έτσι ψυχρά, σα να μην ήτανε δική μου) και τριγύρισα τα μέρη της, και στις περιπέτειές της, όσες συμπέσανε με τα χρόνια μου, αργότερα, έλαβα μέρος. Όμως μου έλαχε πραγματικά να τη γνωρίσω, και να την αγαπήσω, μόνον γράφοντας· γράφοντας τα ατελή αυτά ποιήματα που έγραψα –και το κυριότερο: άσχετα εντελώς από το περιεχόμενό τους. Ήταν η αγωγή η ποιητική που είχε σημασία. Ένα αναπάντεχο Σχολείο αντιστροφής, για τ’ άλλα Σχολεία, πατριδογνωσίας. Και από τη στιγμή εκείνη ένιωσα να είμαι Έλληνας, όπως ένας άλλος φθάνει να αισθάνεται ότι είναι τοξικομανής ή ομοφυλόφιλος· οργανικά, ψυχολογικά, αισθησιακά, ακατανίκητα.

14γ
Ανοιχτά Χαρτιά σελ. 18-19

Τα ελαττώματα του χαρακτήρα μας τα ήξερα επειδή τα περισσότερα τα ‘βρισκα, πριν απ’ όλα, στον δικό μου. Αυτός ο ρεαλισμός, μαζί με τις φωνές των φίλων μου, -«είμαστε ένα κρατίδιοτηςΜέσηςΑνατολής», «είμαστετρελοίγιαδέσιμο»-,έβρισκε,πίστευα,θέση μέσα μου.

Κι όμως, την άλλη μέρα, στην άκρη της πένας μου, σχεδόν μου ερχότανε να φωνάξω κι εγώ «βρε τους κουτοφράγκους!». Φυσικά, δεν ήταν ακριβώς αυτό. ‘Ητανε όμως κάτι σαν τη βαθιά συναίσθηση, ότι στη θέση τους εμείς θα τα ‘χαμε καταφέρει καλύτερα, κάτι ακόμη πιο σοβαρό: ότι στη θέση μας εκείνοι μπορεί και να ‘χαν εξαφανιστεί για πάντα από το προσκήνιο της ιστορίας. Στη συμπεριφορά τους, στην εκτίμησή τους της πραγματικότητας, οι ξένοι μου είχαν φανεί ευστοχότεροι πάντοτε, πιο άψογοι από τους δικούς μας. Παρ’ όλα αυτά ένιωθα μιαν τρομαχτικήν αδεξιότητα να τους κάνω φίλους· κάτι χειρότερο: μιαν ανεξήγητη απώθηση απέναντί τους, που προσπάθησα να την ελέγξω μήπως κι είναι κατάλοιπο από παλιές προκαταλήψεις. Όχι. Μια μέρα κατάλαβα πως δεν υπήρχε κανένα μυστήριο. Απλούστατα, οι άνθρωποι αυτοί τα είχαν όλα –δηλαδή πολύ περισσότερα από τα δικά μας– πλην ένα· κι ίσα-ίσα εκείνο, που σ’ εμάς βέβαια ήταν ένα συν αλλ’ αμετάφραστο, αμετάδοτο, ανεπίδεκτο ερμηνείας, έτσι όπως η λάμψη στα μάτια ή σ’ ένα χαμόγελο Τόσο ανεπαίσθητο και συνάμα τόσο τεράστιο, που μ’ έκανε τελικά να μην αναγνωρίζω το είδωλο του κόσμου στα έργα της τέχνης τους ή τη θρησκεία του Χριστού στις καθεδρικούς τους ναούς.

Αυτά όλα, στον εικοστό αιώνα, όταν ανάμεσα στους λαούς χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, ύστερα από δυό πολέμους ανθρωποφάγους, στις παραμονές της Πανευρώπης, να τα λέει κανείς μοιάζει παραφροσύνη· μειώνεται όμως η εντύπωση, πιστεύω, και στο τέλος αναποδογυρίζεται, όταν συλλογιστεί πόσο αναχωνεύονται μέσα στην υψηλή θερμοκρασία του παρόντος αυτά τα μέταλλα, για να μην απομείνει παρά μια αίσθηση τόσο ισχυρή, που είναι σαν να πρωτινάζει την σπίθα των πραγμάτων.

Είναι η αίσθηση αυτή που μου επέτρεψε, χωρίς να γίνω ποτέ υπηρέτης του ποιητή μέσα μου, ν’ αντιλαμβάνομαι τη ζωή από τη βαθύτατα ποιητική της άποψη –και σ’ αυτό και όχι το άλλο έργο, αν μου ταιριάζει αυτή ή εκείνη η ανθρώπινη συμπεριφορά, το τοπίο, το σπίτι, ο έρωτας, ιδού που δε χρειάστηκε ποτέ ν’ αμφιταλαντευθώ, να νιώσω καμιάν αμηχανία. Ξέρω πως είναι ζυμωμένο το ψωμί ή βαμμένη η λαγουδέρα της ψαρόβαρκας, και ξέρω ποιά ήτανε τα κινήματα της ψυχής ενός Χαλεπά όταν έπλαθε τον πηλό ή ενός Βενιζέλου όταν έπλαθε τα γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα «κλειδί» που, κοντά στα άλλα, βοηθεί πολύ περισσότερο από την επιστήμη να καταλάβεις πώς έγινε ο Παρθενώνας ή πως κρατήθηκε η γλώσσα μέσα στα τετρακόσια χρόνια της δουλείας, για να μην πω ότι δίνει λαβή να υποστηρίξεις –και να με συμπαθάνε οι ρεαλιστές – ότι ο μικρός αυτός λαός και οι άλλοι μικροί λαοί δεν είναι καθόλου ένα και το ίδιο πράγμα.


3 Σχόλια

  1. 1ον. Στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ υπάρχει κριτική του ΣΠΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ για το έργο μου “ΤΡΙΑΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΕΩΝ” https://www.antifono.gr/portal/%CE%A0%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82/%CE%92%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CE%BF/3275-%CE%97-%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%85.html , όπου ο ποιητής και κριτικός Γεωργίου εντοπίζει στο έργο μου συγγένειες με τον όψιμο Ελύτη. Το αναφέρω για όσα ακολουθήσουν, ως μια δική μου, πια, δήλωση πως βαθύτατα εκτιμώ και το πρόσωπο και το έργο του σπουδαίου μας ποιητή και θεωρώ κολοσσιαία τη συμβολή του στον νεώτερο πολιτισμό μας.
    2ον Εχω εδραία την άποψη πως ουδέποτε ασκήθηκε αμερόληπτη, δριμεία και ρεαλιστική κριτική στο έργο του Ελύτη. Το παραπάνω ζουράρειο, επαναληπτικό και πληκτικό πια, μοτίβο… “αποτίμησης” του έργου του, κινείται στην ίδια γνωστή πεπατημένη, που είχε προηγουμένως χαράξει ο κ. Χρ. Γιανναράς με τίς ίδιες κοντόθωρες, μυωπικές και πάνω απ’όλα ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΕΣ (…αιρετικές, με την γνωστή σημασία της λέξεως ως επιμέρους επιλογής, χωρίς ουδεμία “εκκλησιαστική” σημασιολόγηση εδώ) κρίσεις και παραθέσεις αποσπασμάτων του έργου του.
    3ον (περιορίζομαι μόνο στο πρώτο παράθεμα), Τι λέει, λοιπόν, παραπάνω ο Ελύτης ; Το κατοικείν στην Ελλάδα κάνει τον…έλληνα ; Η εντοπιότητα παραπέμπει αυθωρεί στην ελληνικότητα ; Ακόμη, ο…βιολογισμός του…πλατωνικού αίματος, συνιστά άλλο ένα εχέγγυο ελληνικότητας ; Αλήθεια, πόσο έλλην είναι ο Χαίντερλιν και πόσο γερμανός ; Πόσο γάλλος ο Ελύτης και πόσο έλλην ; Πόσο ελληνικά ορφικός ο Νοβάλις και πόσο γερμανικά ρομαντικός ; Αλήθεια, το ανθρώπινο ΠΡΟΣΩΠΟ, οντολογικά, πόσο… εθνικά …προκαθορισμένο και περιορισμένο είναι ; Τι σημαίνει άραγε, αμιγής και καθαρή (!!!!!!!!!!!!!!! άλλη μια πολιτισμική, τώρα, … καθαρεύουσα τάσις….) ελληνική πράξη, ενέργεια, στοχάζεσθαι, θεάσθαι, ακούειν ; Ποιά ΕΙΝΑΙ επιτέλους η περιβόητη και πολυδιαφημιζόμενη ελληνικότητα ; Ποια η κληροδοτούμενη παράδοση της …ελληνικότητας ; Είιναι η αντινομική σκέψη του Ηράκλειτου ; Το διαλογικώς σκέπτεσθαι του Πλάτωνα ; Το μη διαλογικώς αλλά επιστημονικώς κινείσθαι εν τη σκέψη του Αριστοτέλη ; Η ηθικολογία (παραδεκτή αποψη που δεν ενστερνίζομαι) των Στωικών ; κλπ κλπ κλπ Η παράδοση της ελληνικότητας, κοντολογής, είναι ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ και ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ διακριτή ή ΠΟΛΥΣΗΜΑΝΤΗ και ΔΥΣΔΙΑΚΡΙΤΗ ; Πόσο εξατομικευμένο δυτικό μοντέλο μπορεί να κρύβεται στον Ομηρο ; Πόσο “ανατολικό” πρόσωπο στον ίδιον πάλι ποιητή ; Πόση “Αναγέννηση” κυκλοφορεί στα δέον του πέμπτπου αιώνα και στις οντικές αντιμετωπίσεις του Ειναι στους ελληνιστικούς χρόνους ; Και, κάτι άλλο : αποτελεί ελληνική παράδοση το να πετάς κάτι στα άχρηστα και μάλιστα καθ ολοκληριαν ;
    Και ακόμη, τί πετάει ο Ελύτης ; Ποιο είναι αυτό το “συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων” και πόσο απ αυτό εμπεριέχει το ίδιο το έργο του, η ίδια η ελληνική τέχνη κατά περιόδους και ακόμη-ακόμη η ίδια η μεταναγεννησιακή Δύση, η οποία ακριβώς ΕΚΕΙ πατεί για να πάει, όσο πάει, παραπέρα ; Πόσος Τζιότο και Ραφαήλ ενυπάρχει στο ελυτικό έργο, αλλά και στη δυτική τέχνη του 20ου αιώνα ; Πόσο κακουργηματικά φαίνεται πως έπραξε ο Γκρέκο δημιουργώντας ΜΕΣΑ απο το “συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων” της δύσης ένα προσωπικό καλλιτεχνικό ιδίωμα με έντονα τα στοιχεία μιας τέχνης ελληνικής ; Πόσο υποταγμένος στη δύση μοιάζει ο παππούς Θεοτοκόπουλος, καθώς δεν αποτίναξε “ολόκληρο το συγκρότημα” των τρόπων της, ως όφειλε έλλην ών ;
    Απορία (επ ευκαιρία..) : “ποιάν αμαρτία” (κατά ελύτη) είπαν αρετή μέσα στις εκκλησίες ” και την ευλόγησαν” ; Πόσο…μεταφυσικό (κατά την ελυτική εκφραστική και κοσμολογική-φιλοσοφική θέαση..) είναι το λιβάνι και πόσο αντιμεταφυσικό, ας πούμε, ένα χαμομήλι ; Πόσο ελληνικός είναι αυτός ο εντοπισμός και, κυρίως, αυτή η διχοτομική θέαση ; Ας σταματήσω εδώ. Το τεράστια έργα και κληροδοτήματα, όπως αυτό του Ελύτη, δεν αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, επιλεκτικά, στρεβλωτικά και προπαντός με ΔΕΙΛΙΑ και προκάτ αναπεπαυμένη “πνευματικότητα”. Απαιτούν θάρρος και ανδρεία πολεμικής/λατρευτικής αναμέτρησης, με τη διάθεση να χτυπάς τις πληγές και τα τραύματά τους, ΕΝΟΣΩ τα φιλάς και τα φρουρείς ταυτοχρόνως. Δυστυχώς ή ευτυχώς, η μόνη σταθερή κοσμολογική συνθήκη είναι εκείνη του σχοινοβατείν και ισορροπείν εσαεί (“ένα σημείο, ένα σημείο”, όπως έλεγε και ο ποιητής μας) και αυτή υποδηλώνει πως το ζητούμενο χάνεται και βρίσκεται ΣΥΝΕΧΩΣ, αλλά και πως χανεται εκεί που βρίσκεται και αντιστρόφως. Ετσι, προκάτ νοηματοδοτήσεις και αυθεντίες/αλήθειες απλά κινούνται στο χώρο του φαντασιώδους και της μυθοπλασίας, όπου η ζωή μπαίνει στον νάρθηκα μιάς “ελληνότροπης” ύπνωσης.
    ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

  2. Ἡ Ἑλληνοτροπία στήν ποίηση μπορεῖ νά πηγάζει καί μέσα ἀπό τήν Ἑλληνορθόδοξη σύγχρονη παράδοση. Στοχαζόμουν κάποτε ἐάν ἡ Ἑλληνοτροπία παραδοσιακῶν ἐθιμοτυπιῶν μέ τό νά δίνουμε πολλές φορές τό ὄνομα τῶν γονιῶν μας στά παιδιά μας εἶναι ἀποτέλεσμα ὅπου πηγάζει ἀπό τήν Ἑλληνορθόδοξη χριστιανική φιλοτιμίαν μας ὡς Ἕλληνες, φιλοτιμίαν ὅπου μᾶς τήν ἐναπόθεσε ὁ θεός στίς ψυχές μας ὡς χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν Ἑλλήνων. Παρακάτω θά σᾶς δώσω ἕναν ποιητικό μου στοχασμό ἐμπνευσμένο ἀπό τήν ἀρχική σκέψη μου ὅπου μόλις σᾶς ἀνέφερα. Ἐμπνευσμένο ἀπό τήν ὄμορφη Ἑλληνική παραδοσιακή μας ἐθιμοτυπία, ὅπου ὡς Ἕλληνες δίνουμε τά ὀνόματα τῶν γονιῶν μας στά δύο πρῶτα παιδιά μας (συνήθως). Ἔτσι, γιά νά «βλέπουμε», μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, τούς γονεῖς μας, πώς θά ἦταν ἴσως (κατά προσέγγισιν) μικρά παιδιά.

    ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ.

    ΤΙΤΛΟΣ: «Στιγμιαῖα παράκρουση τοῦ νοῦ»

    Ἐνθυμοῦμαι κάποτε, καθώς περπατοῦσα στή λεωφόρο τῆς ζωῆς, ὅταν συνάντησα μονοπάτια τοῦ παρελθόντος χρόνου, χρόνου θαρρεῖ κανείς πολύ πρίν γεννηθῶ. Ἦταν φευγαλέες στιγμές, στιγμές διαχρονικές, ἀθάνατες στήν αἰωνιότητα. Ἀντίκρυσα τήν *μάνα μου μικρή, τριῶν χρονῶν παιδί !!! « Μάνα (τῆς φώναξα !! γεμάτος ἐνθουσιασμό, ἀλλά καί μέ συγκίνηση πολύ) πόσο χάρηκα ὅπου σέ ἀντίκρυσα μικρό παιδί! » ˙ ἦταν ἡ μικρή μου κόρη! –

  3. Κ. Λάζαρε, Ρῶσσοι καὶ Ἄραβες, ὀρθόδοξοι χριστιανοί, δίδουν καὶ αὐτοὶ τὸ ὄνομα τῶν γονιῶν τους στὰ δύο πρῶτα τους παιδιά, χωρὶς ἡ πράξη αὐτὴ νὰ εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν (ὄντως ὄμορφη) Ἑλληνικὴ παραδοσιακὴ ἐθιμοτυπία …

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here