Η «ελευθερία» ως ενωτική πλήρωση, ως άμυνα, ως μηδενισμός

0
1122

Υπό την ελληνοχριστιανική εκδοχή της, η έννοια της ελευθερίας παρίσταται συνώνυμη της απαλλαγής από τα δεσμά της εμμονικής ιδιοτέλειας, της λύτρωσης από την αιχμαλωσία στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της εγωτικής κυριαρχίας, της απελευθέρωσης από τον ασφυκτικό εγκλωβισμό στους όρους της φυσικής φθοράς και αναγκαιότητας.

Υπό αυτούς τους όρους, η ελευθερία δεν νοείται ως αναπόδραστη, αντικειμενική συνέπεια ενός άψογα σχεδιασμένου συστήματος απονομής δικαιωμάτων, ως βέβαιο, στατικό και εξασφαλισμένο προϊόν ενός κοινωνικού συμβολαίου, ως απρόσωπο, μαζικό και προγραμματισμένο έννομο αποτέλεσμα μίας ακόμη σύμβασης.

Αλλά η ελευθερία νοείται ως ώριμος και γλυκός καρπός –και δη κατά Χάριν δοσμένος – χαρισμένος– μίας πραγματικής, δυναμικής και ζωντανής σχέσης, μέσ’ από πάλη καθημερινή και επίμοχθη, με τα πρόσωπα και τα πράγματα, ιδίως δε με τον ίδιο τον εσώτερο εαυτό ως τιμητικός στέφανος, ως διόλου βεβαία κατάληξη του αιωνίου τριπτύχου «αγών – άθλος – έπαθλον» ως ενδεχόμενο πάντα γέννημα, καθημερινό στην καλύτερη περίπτωση, εξ ού και επιδεκτικό θανάτου στο τέλος της ημέρας ως ουδέποτε βεβαία κατάκτηση, αλλά εφήμερη κατ’ αρχήν, εξ ού και επιδεκτική ασφαλώς απώλειας, όπως, άλλωστε, κάθε πραγματικός θησαυρός ως, εν τέλει, γεγονός ανοιχτό σε επιβεβαίωση ή διάψευση, υποκείμενο σε μία αδιάλειπτη δοκιμασία κρίσης, ένα -στην καλύτερη περίπτωση- διαρκές παρόν, έτοιμο και δεκτικό να καταστεί ανά πάσα στιγμή παρελθόν, όπως, άλλωστε, κάθε πραγματική σχέση.

Ελευθερία, λοιπόν, νοουμένη ως αγαπητική πλήρωση ενός «εγώ» αυτολησμονουμένου. Ελευθερία ως πολιτικό όσο, εν τέλει, και οντολογικού χαρακτήρα γεγονός.

Υπό το νεωτερικό, πάλι, πολιτισμικό παράδειγμα, η έννοια της ελευθερίας, για πολύ συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, ταυτίζεται απολύτως με την ανεμπόδιστη δυνατότητα ατομικών επιλογών, την αγωνιωδώς δικαιωματοκεντρική, αμυντική θωράκιση του ατόμου έναντι παντός, ο οποίος, ως εκ τούτου, και φαντάζει καταγωγικώς και a priori ως εν δυνάμει αντίπαλος, ως αρχετυπικό υποκείμενο απειλής.

Εφ’ όσον δε αντίπαλος είναι ο «άλλος», το ατομοκεντρικό πρίσμα της ελευθερίας μοιάζει να χωρίζει το άτομο από αυτόν τον «άλλον», ο οποίος και δεν νοείται πια παρά ως απροσωποποιημένο – αντικειμενικοποιημένο υποκείμενο. Κατά συνέπεια δε, «ανεπαισθήτως», το άτομο χωρίζεται και από αυτήν την κοινωνία, η οποία, συνεκδοχικώς και συγκροτείται ολοένα και λιγότερο ως προσωπικό γεγονός σχέσης και πολύ περισσότερο ως απλός «εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι».

Αλλά, πρωτίστως, η ως άνω εκδοχή της ελευθερίας, ως απότοκο του μάλλον συνειδητού εγκλωβισμού του ατόμου σε μία αυτάρεσκα ιδιάζουσα πρόσληψη της πραγματικότητας, στο πλαίσιο ενός ομφαλοκεντρικού, αυστηρά ατομικού εμπειρισμού, καταλήγει να απομακρύνει το άτομο και από αυτήν την αλήθεια.
Έτσι, τουλάχιστον, έσπευσε, πολύ νωρίς, να μάς επισημάνει ο «σκοτεινός» Εφέσιος: «Καθ΄ ὅ,τι ἃν κοινωνήσωμεν, ἀληθεύομεν, ἃ δε ἃν ἰδιάσωμεν, ψευδόμεθα».

Ελευθερία, λοιπόν, νοουμένη ως άμυνα ενός καταπιεσμένου και εν πολλοίς φοβισμένου «εγώ» ∙ ελευθερία ως προ-πολιτικό, κατά τον Χρήστο Γιανναρά, γεγονός.

Σήμερα δε, η μετανεωτερική ωδή στο Τίποτα, υμνεί την ελευθερία υποβιβάζοντας το είναι της έτι περαιτέρω: όχι μόνον δεν νοείται πια ως γεγονός αγαπητικής, ενεργητικής μετοχής και ενωτικής πλήρωσης, ως παράδοξη κατά τα φαινόμενα σύμπλευση της υποχώρησης του «εγώ» με την, εν ταυτώ, συνάντηση των ορίων των υπαρκτικών δυνατοτήτων του ανθρωπίνου προσώπου, αλλά ούτε καν ως αποθετικής χροιάς μηχανισμός άμυνας, όπως, τουλάχιστον, υπό το πολύ πρόσφατο ατομοκεντρικό νεωτερικό μοντέλο.

Η ελευθερία πια είναι συνώνυμη των πιο άγριων επιθετικών ενστίκτων, μιας απολύτως καταστροφικής μανίας, συγκεκριμένα δε της οργίλης επιδίωξης βιαίας αποκοπής κάθε δεσμού που συνδέει το Παρόν με το Παρελθόν, με την Μνήμη, τα σωζόμενα, πολυτίμητα, συλλογικά αποθησαυρίσματα σοφίας, κάλλους και εμπειρικης ψηλάφησης του αληθούς.

Ολοκληρωτική, λοιπόν, ρήξη με το Χθές, με το Δίκιο που σοφά ο Χρόνος απονέμει, απόλυτη απαξία προς τα τιμητικά παράσημα που υπομονετικά όσο και μεγαλόπρεπα επιδαψιλεύει η Ιστορία, στο αργό και μακρόσυρτο διάβα της.
Μία νέα, λοιπον, «Πολιτιστική Επανάσταση», υπό ανάφλεξη. Ένας νέος τύπος ανθρώπου, υπό κατασκευή.

Ελευθερία, λοιπόν, νοουμένη ως ακραία επιθετική εκδήλωση ενός γιγαντιαίου, άρριζου, νεοφερμένου σε τούτον τον κόσμο «εγώ», που έρχεται από το Τίποτα και ποθεί να μηδενίσει τα Πάντα, γυρεύοντας και λαχταρώντας να λατρέψει το Μηδέν.
Το Μηδέν δεν είναι πια παρά το νέο Πάν.

Σε αυτό το πλαίσιο, αντίπαλος ή, μάλλον, εχθρός δεν είναι πια ο «άλλος» αλλά η ίδια η ανθρωπιά του ανθρώπου, και δη σε επίπεδο όχι απλώς συναισθηματικό αλλά και καθαρά οντολογικό:

Όπως δηλαδή αυτή ψηλαφείται στην Δίψα για το Αιώνιο και το Αναλλοίωτο, το Κάλλος, την Αναλογία και την Αρμονία αλλά και όπως αυτή σαρκώνεται στα απεικάσματα της Γεωμετρίας σε τούτο τον κόσμο, πρωτίστως δε στην Γλώσσα και την Μουσική:

Διόλου τυχαία, έξωθεν της Ακαδημίας του Πλάτωνος, επιγράφετο: «Μηδείς ἀγεωμέτρητος εἰσίτω μοι τῇ θύρᾳ».

Όχημα δε αυτής της λυσσαλέας επίθεσης, η σχετικοποίηση των πάντων, η απολυτοποίηση του τίποτα όσον βεβαίως και η ιδεοψυχαναγκαστική εμμονή στην ανυπότακτη αξία της «χρησιμότητας» και της «αποτελεσματικότητας», που δεν προετοιμάζει παρά σκυφτούς, υποταγμένους δούλους: «Τό ζητεῖν ἁπανταχοῦ τό χρήσιμον, ἥκιστα ἁρμόζει τοῖς μεγαλοψύχοις καί ἐλευθερίοις», όπως επιμένει να μας υπενθυμίζει ο Αριστοτέλης.

Ειδικώς δε τα συντριπτικά χτυπήματα στην Γλώσσα και δη στο πεδίο της συμβολικής της λειτουργίας [δοθέντος, ότι, κατά τον Αριστοτέλη, «… φύσει τῶν ὀνομάτων οὐδέν ἐστιν, ἀλλ᾿ ὅταν γένηται σύμβολον», δηλ. από την φύση τους τα ονόματα δεν είναι τίποτα, αλλά όταν γίνουν σύμβολα αρχίζουν πια να λειτουργούν σαν αφορμές (επι)κοινωνίας], προβάλλουν ως απολύτως καίριας σημασίας εργαλεία επιτυχίας του σχετικού εγχειρήματος: πρωτίστως προφανώς, διότι ότι η ως άνω συμβολική λειτουργία επάγεται την συγκρότηση, ανεπίγνωστα, «με το γάλα της μάνας», μυστικών ενοποιητικών μηχανισμών διαρκούς γονιμοποίησης του «κοινωνείν» και εν τέλει του «αληθεύειν», με ορίζοντα διαχρονίας. Με την κατάφωρη (δια)στρέβλωση των εννοιών σχετικώς κρισίμων «ονομάτων» κατσκευάζεται μία Νέα Γλώσσα, πέρα και έξω από την σαρκωμένη βιωτή του λαού και αποκομμένη από την σωρευμένη εμπειρία των σημαινομένων.

Παράλληλα, η βιαίως εξελισσόμενη «ψηφιακή επανάσταση» και το δίχως την παραμικρή επιφύλαξη προωθούμενο project της «τεχνητής νοημοσύνης» μάς εισάγουν σε κατάσταση ευχαρίστου αφασίας στο περιβάλλον της πλήρους αγλωσσίας, στο συντριπτικό της ανθρώπινης ετερότητας όσο και ιδιοφυώς οργανωμένο καθεστώς των πολλαπλών επιλογών (multiple choice), των προδιατυπωμένων πεδίων, των αυτοματοποιημένων απαντήσεων, ακόμη δε και των περίφημων emoticons.

Η προσωπική ετερότητα και, συνεπώς, το κυρίως ανθρώπινον συρρικνούται διαρκώς στο σχετικό πεδίο, όχι πια εν όψει μόνον της εν τοις πράγμασιν προϊούσας έκλειψης του προσωπικού γραφικού χαρακτήρα, αλλά και σε αυτό πια το επίπεδο της πλέον στοιχειώδους προσωπικής γλωσσικής εκφραστικής.

Αν τα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια τους κόσμου μας, όπως ισχυρίζεται ο Βιτγκεντστάιν, τότε ο κόσμος μας οσονούπω δεν θα μοιάζει παρά σαν ακόμα μία πλατφόρμα βιντεοπαιχνιδιών: σε αυτά, ως γνωστόν, εκτός των άλλων, κυριαρχεί το στοιχείο του μανιχαϊσμού: “εμείς” και οι “άλλοι”, οι “καλοί” και οι ”κακοί” . Μόνον που αυτήν την φορά, οι κακοί δεν θα παίζουν στο παιχνίδι. Απλώς θα το σχεδιάζουν.

 

Ο Βασίλειος Χρ. Μπούτος είναι Συμβολαιογράφος Πειραιώς, Μ.Δ. Εμπορικού Δικαίου.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Χαράλαμπου Επαμεινώνδα.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here