Η εκδίκηση της βιβλιογραφίας

0
64

Ο συγγραφέας Χρήστος Γιανναράς έκανε μιαν ευγενική αναφορά («Καθημερινή», 17 Δεκεμβρίου) στο κείμενό μου («Κ.Ε.», 1 Δεκεμβρίου) με τίτλο «Ανατολή και Δύση, Νότος και Βορράς», όπου δοκιμάζω τη σύγκριση (δοκιμάζω δηλαδή να απογοητευτώ και να απογοητεύσω) ανάμεσα στη βιωματική αυθεντικότητα του περίφημου «ελληνικού τρόπου» και στους ιδεολογικούς του κατοπτρισμούς πάνω στις φιλοσοφικές και φιλολογικές παραδόσεις, οι οποίοι συχνά ζυγίζονται, κεκλεισμένων των θυρών, αντ’ αυτού και στη θέση του.

Διακινδύνευα εκεί την υπόθεση ότι οι περισσότεροι, οι πιο σημαντικοί από τους ανθρώπους, οι οποίοι στηρίζουν (ή στήριζαν) αποφασιστικά την αντίσταση στον λεγόμενο «δυτικό τρόπο» πολύ απέχουν από το να συνειδητοποιούν την απόσταση των δύο τρόπων στο επίπεδο της εμπειρίας, που δεν είναι άλλο απ’ αυτό της ιδιοσυγκρασιακής μας αναγκαιότητας ή, όπως έλεγαν παλιά: της ψυχής μας. Παρουσιάζουν, φυσικά, την ψυχή, στα κείμενά τους, σαν το όργανο που επωμίζεται την πολιτισμική συνείδηση της ελληνικής Ανατολής, αλλά τον ίδιο τον ψυχισμό, ως πηγή της συμπεριφοράς και πεδίο δράσης των συγκινήσεων, τον κρατάνε δέσμιο στον πυθμένα της λογοτεχνικής και βυζαντινολογικής του εκπλήρωσης. Μαζί και τον επιτετραμμένο του, το λεγόμενο «ψυχολογικό υποκείμενο», για το οποίο φαίνεται να τρέφουν μιαν αυθεντικά μοντέρνα απέχθεια.

Αν ο Κώστας Ζουράρις σαρκάζει τους ψυχαναλυτές -καλά!- αυτοί χαμογελάνε, όχι όμως και οι πάσχοντες. Επιτέλους, το πράγμα δεν είναι εντελώς άνευ σημασίας. Λίγο πιο κάτω, σε μια ωραία στροφή της ευγλωττίας του, ο Στέλιος Ράμφος γράφει πως ο άνθρωπος «δεν χρειάζεται ψυχανάλυση, χρειάζεται ψυχανάλωση». Ενώ ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο φίλος μας, υποστήριζε ότι «το ασυνείδητο είναι ο τελευταίος μεγάλος ευρωπαϊκός μύθος». Ο Χρήστος υπήρξε πολύ έξυπνος άνθρωπος αλλά δεν ήθελε να σκεφτεί πως αν κάτι ορίζει το ανθρώπινο πεπρωμένο, είναι ακριβώς οι μύθοι, επειδή στον υπαινιγμό τους θεμελιώνεται η δομή του νοήματος. Δεν έχει σημασία αν ο μύθος του Ορφέα που επιχειρεί να ξαναφέρει την Ευρυδίκη από τον Αδη, συνιστά ή όχι Ιστορία· σημασία έχει ότι ο μύθος αυτός διευθύνει τη λειτουργία του πένθους. Και το ασυνείδητο διευθύνει τις επιπτώσεις της ομιλίας του Αλλου.

Εν τέλει, η πραγματικότητα αντιτίθεται μάλλον στην ανησυχία του Βακαλόπουλου παρά συνηγορεί υπέρ αυτής: βρεθήκαμε να ζούμε δίχως μύθους, δηλαδή δίχως το υπόβαθρο των βαθύτερων εκδηλώσεων του Λόγου. Αλλ’ αυτό είναι ένα θέμα απέραντο· περιορίζομαι να πω ότι, στη θέση των μύθων, στη θέση της Μεταφοράς, αναδύεται σήμερα η Μετωνυμία και κυβερνάει τον κόσμο μέσω της διάθλασης του κάθε πράγματος κάτω από τη σκέπη ενός διαφορετικού ονόματος, απατηλού και καθησυχαστικού. Το πράγμα μένει εκεί ως παγωμένο μνημείο του υποκειμένου που αλλοτριώθηκε και ψυχορραγεί· ενώ κάπου αλλού, κάπου μακριά, γιορτάζουν τη νεοαποκτημένη λάμψη των αντιγράφων. Το πράγμα μετονομάζεται και κυριαρχεί ως αναδιπλασιαζόμενη θελκτική πρόσοψη, με τη σημασία του -αντίστοιχα- να υποδιπλασιάζεται σταθερά μέχρι τον εκμηδενισμό.

Για παράδειγμα, ονομάζουν «ζωή» το θάνατο, θα το παρατηρήσατε. «Η ζωή είναι ένα θανάσιμο νόσημα που μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή», λέει ο Ζακ Τεστάρ. Η ζωή αποσπάται από το οντολογικό της θεμέλιο και κονιορτοποιείται, όμως, ακριβώς γι’ αυτό, το συνθετικό «βιο-» είναι πανταχού παρόν, η βιολογία έρχεται να ρυθμίσει τα πάντα γύρω από το σώμα-μηχανή, το απο-πνευματοποιημένο σώμα· ο βίος λοιπόν, ως επιβίωση τώρα, δηλαδή ως επικερδής διασυρμός των σβησμένων αντιστάσεων του υποκειμένου, εκθειάζεται, μάλιστα, σε παραληρηματικούς τόνους, ως το τελικό έπαθλο της αντίστροφης μέτρησης. Είναι πλέον πρακτικά αδύνατο να μην τον δεις να ταυτίζεται με την (τεχνική) αθανασία, με το δυνητικό μέλλον των μηχανών που αναπαράγουν τον εαυτό τους στα όρια μιας συνολικής απορρύθμισης του συστήματος. Είναι η πρόοδος, όπως τη λένε. Ονομάζουν αθανασία τον θάνατο.

Εν τούτοις, το ποια ακριβώς κοσμογονική μεταβολή αντανακλάται στον μεταμοντέρνο ορίζοντα, διαφεύγει, περιέργως, από την εποπτεία των φιλοσόφων, όπως δείχνει το παράδειγμα της γενναίας προσπάθειας του Στέλιου Ράμφου (1) να γεφυρώσει άρον άρον το χάσμα ανάμεσα στο μεγαλείο της εξατομίκευσης και στο όνειρο του Προσώπου, σαν κάτι τέτοιο να αποτελούσε ζήτημα πολιτικο-επιστημονικής μεθόδευσης πίσω από την πλάτη της κουτσής Ιστορίας μας («να κόψουμε δρόμο»), μολονότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι δύο αυτές πραγματικότητες αποκλείουν η μία την άλλη ριζικά. Οτι το άτομο συγκροτείται ως μία οντότητα που (δεν μπορεί παρά να) στέκει κριτικά απέναντι στους μύθους, στη Μεταφορά, στο Σύμβολο (το άτομο φέρνει τα δικά του σημεία, τα πληροφορικά και διαφημιστικά σημεία, τα «σύμβολα» που δεν συμβολίζουν τίποτα παρά σημαίνουν απλώς την ίδια τους την κυκλοφορία), όλο αυτό συνιστά, για τον Ράμφο, μόνον ένα επιφαινόμενο!

Το θέμα είναι εξαιρετικά περίπλοκο και θα ήθελα να το διαπραγματευτώ, σύντομα, από ένα άλλο βήμα· προς το παρόν θα πω ότι ο Γιανναράς κάνει άθελά του το ίδιο σφάλμα (ακριβώς γι’ αυτό ο Ράμφος, στο βιβλίο του, δεν διακρίνει ότι πρόκειται για σφάλμα· απλώς το προσπερνάει σαν μια ατέλεια ή αποτυχία, σαν ένα νόμιμο αλλά ανεπαρκή ελιγμό), όταν αναζητάει γεφυροποιούς μεσάζοντες στα όρια ελληνικότητας και Δύσης, όπως ας πούμε αναγνωρίζοντας στη σκέψη του Χάιντεγγερ την αγωνία ενός υποκειμένου που καθορίζεται από την τρέχουσα βεβαιότητα του θανάτου μέσα στη χρονικότητα και επομένως θεωρώντας ότι επιτρέπεται, εδώ, στη σκιά αυτής της ηρωικής φιλοσοφικής ειλικρίνειας, να καλλιεργήσουμε μια-δυο ποικιλίες τριαντάφυλλων απ’ την Ανατολή. Για να αντιληφθούμε αυτό το σφάλμα επείγει να εισαγάγουμε -κι αυτό δεν είναι ελιγμός- την έννοια του πένθους. Η φορά της χρονικότητας στη Δύση ήταν εκείνη του θανάτου· στην ελληνική Ανατολή ήταν -το αντίθετο- εκείνη του πένθους.

Το πένθιμο (το νεκρικό· ακόμη και το μακάβριο, γιατί δεν είναι εύκολο να μην το παρατηρήσει κανείς καθώς κατακλύζει τη μεταμοντέρνα τέχνη, τη λογοτεχνία, το σινεμά, τη ζωγραφική, τη μόδα) πρέπει να νοηθεί ως το αντίθετο του πενθητικού, της «ειρηναίας αποδοχής του θανάτου», για να το πω με λόγια του ίδιου του Γιανναρά, της αγωγής προς μία υποδειγματική συμφιλίωση με τον πεπερασμένο χαρακτήρα των όντων και των πραγμάτων (χαρά και λύπη, η μαγιά τόσων και τόσων ποιητών του νεοελληνικού πανθέου): τα δύο αυτά (πένθιμο και πενθητικό), που δυστυχώς συγχέονται ακόμη και από τους πιο οξυδερκείς διανοούμενους, συνιστούν, απεναντίας, μια πολικότητα, στις ενδιάμεσες βαθμίδες της οποίας παίζεται η τύχη της ελεύθερης ή υπόδουλης μοίρας του Είναι. Το άτομο φέρεται από το θάνατο, το πρόσωπο τον φέρνει, τον (μετα)φέρει, με μια λέξη πενθεί.

Οπωσδήποτε, εκείνο που χαρακτηρίζει τη Δύση, από την Αναγέννηση και μετά, είναι η απώθηση του θανάτου, ο εξωραϊσμός του, η συνεχής προώθησή του στα δίχτυα της μετωνυμίας: από ‘δώ γεννιέται η προσομοίωση. Ο θάνατος, λογοκριμένος, εμποδισμένος στο κατώφλι της καθαρτήριας, ψυχικά συντριπτικής επίγνωσης, υποβιβασμένος σε μια τυπική πραγματικότητα των ποσοτήτων, επιστρέφει ύπουλα (το θέαμα, εν προκειμένω, είναι ακριβώς ο Κάτω Κόσμος) και διαποτίζει όλες τις όψεις της κοινωνικής ζωής, η οποία συγκροτείται πλέον εν ονόματί του, ως άθροισμα ατομικοτήτων που ψύχονται, ως διευθέτηση σημείων δίχως υποκειμενικότητα, ως λατρεία της μηχανής, ως τεχνητή νοημοσύνη, κλωνισμός, κρυονική, ψευδο-αθανασία. (Οποιος ανασηκώσει για λίγο το βλέμμα από τη βιβλιογραφία και δει στ’ αλήθεια τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, στον πραγματικό πολιτισμό των ΗΠΑ, όχι στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ε, θα διαπιστώσει πως η έμμονη ιδέα του θανάτου έχει οργανώσει μιαν ολόκληρη παρωδία αιγυπτιακών νεκρικών μυστηρίων με ψηφιακή υποστήριξη).

Στην ελληνική Ανατολή (ο Γιανναράς διαφωνεί, και σωστά, ως προς την ταύτιση Ελλάδας και Ανατολής, εγώ όμως αναφερόμουν απλώς στη συνείδηση της αιωνιότητας, στην εμπιστοσύνη σε μια μυστική εμπειρία της διάρκειας ολότελα ξένη προς τη Δύση, παρά τις νεοπλατωνικές κορόνες της πρώιμης Αναγέννησης), στην Ανατολή λοιπόν, ειδικά την ελληνική, όσο αυτή ήταν ορατή (δείτε τον Παπαδιαμάντη), δεν υπάρχει παρά πένθος, δηλαδή δραματουργία του αθρόου συμβάντος, του καθημερινού, δίχως σχέδιο, τρόπου ζωής πάνω στο θεραπευτικό αίτημα αυτής της φιλίας με το Τέλος. Ο θάνατος, εδώ, έπρεπε διαρκώς, όχι να μετονομάζεται αλλά, να μεταφέρεται με όρους συγκίνησης, κατά κανόνα δε με ερωτικούς όρους.

Στη Δύση ο λόγος αυτός, που φιμώθηκε, επιστρέφει είτε ως χαϊντεγγεριανό Είναι-προς-θάνατον, είτε ως φροϊδικό ένστικτο του θανάτου, είτε ως πολιτισμική θανατολαγνία στη σφαίρα της οποίας το άτομο, προκαταβολικά, γίνεται θάνατος το ίδιο, ώστε να μην υποφέρει. Η Δύση δεν ανδρώθηκε παρά με αυτό το ξεγέλασμα. Η Ανατολή πεθαίνει, είν’ αλήθεια, αφού η δυναμική του προσώπου ή, αν θέλετε, η ουτοπία του, δεν αντέχει ούτε στη δοκιμασία της καινούριας, αχαλίνωτης, αντίστροφης χρονικότητας, ούτε στα εικονικά περιβάλλοντα μιας οικουμένης ρυθμιζόμενης από «ηθικούς» κανόνες εκτός του υποκειμένου, αλλά θα ‘ταν προτιμότερο να το παραδεχτούμε αντί να αναζητάμε συγγένειες ανάμεσα στην (επιστημονική! αυτό ήταν ανέκαθεν το πρόβλημα!) Αρχή Της Απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ και στην ίδια την απροσδιοριστία του γεγονότος της ζωής.

Οσο για τον Ράμφο -είναι άραγε δυνατόν να μη βλέπει, από το αστεροσκοπείο του, ότι το τωρινό δυτικό μοντέλο συγκροτείται πάνω στην ιδέα τής δίχως κατάλοιπα εξολόθρευσης της ετερότητας; Είναι δυνατόν να μη διαισθάνεται ότι όσο φουντώνουν οι ακαδημαϊκές συζητήσεις γύρω από τη διαθεσιμότητα του προσώπου στην εξατομίκευση, τόσο λιγότερα πρόσωπα μένουν για να συζητήσουν;

(1) Δες το βιβλίο του «Ο Καϋμός του Ενός», που εκδόθηκε πρόσφατα απ’ τον «Αρμό».

ART & ΘΕΑΜΑΤΑ – 14/01/2001

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here