Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΟΛΙΤΕΙΑ. 8. Πέραν τῆς “ταυτότητας”

0
159

Βασίλης Ξυδιᾶς

Ἡ Βαλκανικὴ Κοινοπολιτεία, Δόμος, 1994, σελ. 36-41.

Ἠλεκτρονικὴ ἀναδημοσίευση: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Πίσω στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

< ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ // ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ >


Πέραν τῆς ταυτότητας

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε ὅμως τὴ σημασία καὶ τὸν χαρακτήρα τοῦ δεσμοῦ ποὺ ἑνώνει τοὺς βαλκανικοὺς λαοὺς πρέπει νὰ ἀποδεσμευτοῦμε ἀπὸ τὶς προκαταλήψεις καὶ τὶς αὐτονόητες δεσμεύσεις στὶς ὁποῖες ἔχουμε ἐθιστεῖ, καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε πλήρως τὶς βαθειὲς διαφορὲς ἀπὸ τὸν ἐθνικὸ δεσμὸ καὶ τὴν ἰδέα τῆς “ταυτότητας”. Ἂν τὸ ζητούμενο εἶναι ἡ ἐξεύρεση μιᾶς “βαλκανικῆς ταυτότητας” κατὰ τὰ πρότυπα τῶν διαφόρων γνωστῶν ἐθνικῶν ἢ ὑπερεθνικῶν “ταυτοτήτων” (“εὐρωπαϊκὴ ταυτότητα”, κλπ), τότε πράγματι τὸ ἐγχείρημα εἶναι ἐξ ἀρχῆς καταδικασμένο ἢ ἀνεδαφικό. Ἀνεδαφικὸ λόγω τῆς ἀνυπέρβλητης πολυπλοκότητας καὶ πολυμέρειας ποὺ ἐμφανίζει ἡ Βαλκανική, καὶ καταδικασμένο στὴν περίπτωση ποὺ θὰ ἐπεχειρεῖτο ἡ ἀναίρεση αὐτῆς τῆς πολυπλοκότητας μὲ τὴν υἱοθέτηση ὑπεραπλουστευτικῶν σχημάτων. Ἕνα τέτοιο ὑπεραπλουστευτικὸ σχῆμα εἶναι, παραδείγματος χάριν, καὶ ἡ θεμελίωση τῆς Βαλκανικῆς Κοινοπολιτείας σὲ μιὰ “ὀρθόδοξη ταυτότητα”, θέτοντας ἔξω ἐξ ἀρχῆς ὄχι μόνο τὴν Τουρκία, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀλβανία καὶ γενικὰ τοὺς μουσουλμανικοὺς πληθυσμοὺς τοῦ βαλκανικοῦ χώρου. Κατὰ ἕναν μεγάλο βαθμὸ τὸ πρόβλημα ξεκινᾶ ἀπὸ τὸν ἰδεολογικὸ καὶ ἐννοιολογικό μας ἐγκλωβισμὸ στὶς ἀντιλήψεις ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἰδέα τοῦ ἔθνους ὅπως αὐτὴ διαμορφώθηκε στὴ νεώτερη ἐποχή.

Στὶς μέρες μας ἡ ἐπικρατέστερη στὴν πολιτισμένη ἀνθρωπότητα μορφὴ ἱστορικῆς πολιτιστικῆς συσσωματώσεως εἶναι βέβαια τὸ ἔθνος, μὲ τὴν ἐθνοφυλετικὴ ἢ τὴ νομικοπολιτικὴ ἔννοια ποὺ συνήθως τοῦ δίνουμε (σὰν μιὰ ὁμάδα μὲ κοινὰ χαρακτηριστικὰ καὶ κοινὲς καταβολὲς ἢ σὰν τὸ σύνολο τῶν πολιτῶν μιᾶς ἐδαφικῆς ἐπικράτειας). Τὸ ἔθνος ἔχει πλέον ἀποκτήσει μιὰ παγκοσμιότητα ὄχι μόνο ὡς πραγματολογικὸ δεδομένο, ἀλλὰ καὶ ὡς τρόπος κατανοήσεως κάθε μορφῆς συλλογικότητας. Ἂς σημειώσουμε ὅμως ὅτι τὰ σύγχρονα ἔθνη ὁπωσδήποτε δὲν ἀποτελοῦν τὴ μοναδικὴ περίπτωση ἱστορικῆς πολιτιστικῆς συσσωματώσεως κι ὅτι ὡς είδικὸ προϊὸν μιᾶς καθορισμένης ἐποχῆς τὸ ἔθνος προέκυψε καὶ καθιερώθηκε μέσα ἀπὸ τὶς συγκεκριμένες περιπέτειες καὶ τὶς πνευματικὲς ἀναζητήσεις τοῦ ἐκκοσμικευμένου Δυτικοῦ κόσμου τῶν νεωτέρων χρόνων. Στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῆς ἰδέας τοῦ ἔθνους, μὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς πνευματικὲς προϋποθέσεις καὶ προσανατολισμούς, βρίσκεται ὁ βαλκανικὸς δεσμὸς γιὰ τὸν ὁποῖο μιλᾶμε.

Ἀναφέρθηκα πρὶν στὴν πνευματικὴ περιπέτεια στὴν ὁποία εἰσῆλθε ἡ Δύση μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς γερμανικῆς μεταφυσικῆς ἐπὶ τοῦ λατινικοῦ-ρωμαϊκοῦ πνεύματος. Ἡ περιπέτεια αὐτὴ εἶχε προφανῶς τὴ συνέχειά της. Εἶναι πλέον κοινὸς τόπος ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους, ὅπως τὴν ἀντιλαμβανόμαστε σήμερα, ἐμφανίστηκε μετὰ τὸν μεσαίωνα, τὴν ἐποχὴ δηλαδὴ ποὺ ἡ Δύση ἀπαρνήθηκε τὸν μεταφυσικὸ ἄξονα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἐνδοκοσμικὸ ἄξονα τοῦ ἐπίγειου βασιλέως ἐκπροσώπου του, ὡς ἄξονες συλλογικῆς ἑνότητας. Ἐπίσης κοινὸς τόπος εἶναι πὼς βασικὴ πνευματικὴ προϋπόθεση τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἔθνους ὑπῆρξε ὁ ἐκκοσμικευμένος ἀτομικισμὸς καὶ ἡ ἀπορρέουσα ἀπ’ αὐτὸν ἔννοια τῆς συλλογικῆς ταυτότητας καὶ τῆς συλλογικῆς συνείδησης. Ἔτσι, μὲ τὶς ἰδέες τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας ἀπὸ τὴ μιὰ μεριά, καὶ μὲ τὴν ἐπακόλουθη πρακτικὴ συγκρότηση τῶν “καθαρῶν” ἐθνικῶν κρατῶν ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἰσήχθη στὴν ἱστορία – νομίζω γιὰ πρώτη φορὰ – ἡ πεποίθηση ὅτι μιὰ κοινωνικὴ συσσωμάτωση μπορεῖ νὰ καταξιωθεῖ ὡς μιὰ αὐθύπαρκτη “ἀτομικὴ” ὀντότητα ποὺ αὐτοθεμελιώνεται σὲ μιὰ κάποια “ταυτότητα”. Ἀνάλογα μὲ τὴν ἑκάστοτε περὶ ἔθνους θεωρία, ἡ ταυτότητα αὐτὴ προκύπτει εἴτε ἀπὸ τὶς φυλετικὲς τοῦ ἔθνους καταβολές, εἴτε ἀπὸ τὰ πολιτιστικά του χαρακτηριστικὰ (γλώσσα, ἤθη, θρησκεία, κλπ), εἴτε ἀπὸ αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ θεσμικὸ πολιτικό του πλαίσιο (τὸ κράτος).

Σ’ αὐτὴ τὴ σύντομη ἀναφορὰ στὰ περὶ ἔθνους μποροῦμε τώρα νὰ βασίσουμε δυὸ πολὺ σημαντικὲς παρατηρήσεις. Ἡ πρώτη παρατήρηση εἶναι ὅτι ὡς προϊὸν ἐκκοσμικεύσεως ποὺ εἶναι τὸ ἔθνος – τὸ κάθε ἔθνος – δὲν μπορεῖ νὰ θεμελιώσει τὴν ὕπαρξή του σ’ ἕναν πνευματικὸ ἄξονα πέραν αὐτῶν καθ’ ἑαυτῶν τῶν ἱστορικῶν πολιτιστικῶν καὶ θεσμικῶν του στοιχείων. Γι’ αὐτὸ καὶ τουλάχιστον τὰ βασικὰ πολιτιστικὰ καὶ θεσμικὰ στοιχεῖα ἑνὸς ἔθνους ἀποκτοῦν μιὰ ἀπόλυτη – καὶ θὰ ἔλεγα μεταφυσικὴ – ἀξία ὡς πηγὴ καὶ θεμέλιο τῆς ἴδιας του τῆς ὑποστάσεως. Γιὰ τὸν ἴδιο δὲ λόγο εἶναι ἰδιαίτερα κρίσιμη ἡ “καθαρότητα” (ἡ μὴ νόθευση) τῶν πολιτιστικῶν καὶ θεσμικῶν αὐτῶν στοιχείων. Αὐτὸ συνεπάγεται δύο τινά: πρῶτον, ὅτι ἔθνος καὶ κράτος ταυτίζονται (τὸ κράτος δὲν διεκπεραιώνει ἁπλῶς τὶς λειτουργίες τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ὑποστασιοποιεῖ τὴν οὐσία του)· δεύτερον, ὅτι κάθε ξένο ἐθνικὸ πολιτιστικὸ στοιχεῖο ἀποτελεῖ ἐξ ὁρισμοῦ ἀπειλὴ γιὰ τὴν “καθαρότητα” τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἔθνους. Ὁ ἐθνικὸς δεσμὸς εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του κλειστός. Εἶναι ἡ ἔλλειψη αὐθεντικοῦ πνευματικοῦ θεμελίου ποὺ ὁδηγεῖ σὲ μιὰ κρυμμένη ἐνδοκοσμικὴ μεταφυσική. Μιὰ μεταφυσικὴ πού, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ἐνδοκοσμική, γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνελαστικὴ καὶ ἀμείλικτη.

Ἡ δεύτερη παρατήρηση εἶναι ὅτι ἀκόμα κι ὅταν ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸ ἀπίπεδο τοῦ ἔθνους καὶ μεταφερόμαστε στὸ ἐπίπεδο ὑπερεθνικῶν διακρατικῶν σχηματισμῶν, ἡ ὅλη ἰδεολογικὴ καὶ ψυχολογικὴ θεμελίωσή τους στηρίζεται στὶς ἴδιες ἢ σὲ παρόμοιες ἐννοιολογικὲς καὶ ψυχολογικὲς προϋποθέσεις μ’ αὐτὲς τοῦ ἔθνους, μὲ πιὸ σημαντικὴ ἀπ’ ὅλες τὴν ἰδέα τῆς συλλογικῆς ταυτότητας. Μιλᾶμε π.χ. σήμερα γιὰ τὴν «εὐρωπαϊκὴ ταυτότητα», περιχαρακώνοντας ἔτσι μιὰ νέα πολιτιστικὴ καὶ θεσμικὴ “ὀντότητα”. Ὃμως αὐτοῦ τοῦ τύπου οἱ δι-εθνικὲς ὀντότητες μὲ δυσκολία κατορθώνουν νὰ λειτουργοῦν ἐπάλληλα καὶ συμπληρωματικὰ πρὸς τὶς μικρότερες ποὺ περιέχουν. Τελικῶς ἡ συνύπαρξη αὐτῶν τῶν ἐπαλλήλων “ταυτοτήτων” δημιουργεῖ ἐκκρηκτικὰ διλήμματα καὶ σχίσματα, ὅπως αὐτὰ ποὺ ζοῦμε στὶς μέρες μας. Εἶναι δὲ σημαντικὸ νὰ κατανοήσουμε ὅτι, παρ’ ὅλο ποὺ τὰ σχίσματα αὐτὰ παίρνουν πολλὲς φορὲς τὴ μορφὴ θρησκευτικῶν συγκρούσεων, ἡ ριζικότητα καὶ ἡ ἐκκρηκτικότητά τους ὀφείλεται σὲ μεγάλο βαθμὸ στὸν ἐκκοσμικευμένο χαρακτήρα τῶν συλλογικῶν ταυτοτήτων ποὺ συγκρούονται. Γιατὶ ὅπως εἶναι φανερό, σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις οἱ θρησκεῖες δὲν εἶναι παρὰ κάποια στοιχεῖα (ἐνδεχομένως τὰ πιὸ σημαντικὰ) μιᾶς ἐκκοσμικευμένης συλλογικῆς ταυτότητας. Οἱ θρησκεῖες στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ἐκκοσμικευμένης μεταφυσικῆς κι ὂχι ἕνας πνευματικὸς δεσμός.

Ἐντελῶς διαφορετικὰ τίθενται τὰ ζητήματα αὐτὰ ἀπὸ τὴ σκοπιὰ αὐτοῦ ποὺ ἀποκαλέσαμε βαλκανικὸ δεσμὸ καὶ ποὺ ἦρθε ὡς συνέχεια καὶ μετεξέλιξη τοῦ Βυζαντίου. Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς διαβάσω ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ Ρωμῃοσύνη τοῦ π. Ἰωάννη Ρωμανίδη. Λέει ὁ π. Ρωμανίδης (γιὰ ὅσους ἐνδιαφέρονται τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ βρίσκεται στὴ σελίδα 13): «Ναὶ μὲν ὁ Ρωμῃὸς ἔχει ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν Ρωμῃοσύνην του, ἀλλὰ οὖτε φανατικὸς οὖτε μισαλλόδοξος εἶναι καὶ οὖτε ἔχει καμμίαν ξενοφοβίαν. Ἀντιθέτως ἀγαπᾷ τοὺς ξένους οὐχὶ ὅμως ἀφελῶς. Τοῦτο διότι γνωρίζει ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλας τὰς φυλὰς καὶ ὅλα τὰ ἔθνη χωρὶς διάκρισιν καὶ χωρὶς προτίμησιν. Ὁ Ρωμῃὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ρωμῃοσύνη του κατέχει τὴν ἀλήθειαν καὶ εἶναι ἡ ὑψίστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν. Ἀλλὰ κατανοεῖ ἄριστα τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν Ρωμῃόν, ὄχι ὅμως περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν κάτοχον τῆς ἀληθείας ἀλλ’ ἐξ ἴσου ἀγαπᾷ τὸν κήρυκα τοῦ ψεύδους. Ἀγαπᾷ τὸν ἅγιον, ἀλλ’ ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου ἀκόμη καὶ τὸν διάβολον. Διὰ τοῦτο ἡ Ρωμῃοσύνη εἶναι αὐτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη, καὶ φιλότιμον καὶ ὄχι κίβδηλος αὐτοπεποίθησις, ἰταμότης καὶ ἐγωϊσμός».

Ἐδῶ μὲ ἄλλα λόγια ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕναν δεσμὸ ἀνοικτὸ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν πνευματική του θεμελίωση. Ὅπως λέει ὁ π. Ρωμανίδης, ὁ πραγματικὸς ρωμαίικος πατριωτισμὸς (ἢ θά ’ταν σωστότερο νὰ λέγαμε «φιλοπατρία») ὄχι μόνον δὲν βασίζεται στὴ μισαλλοδοξία, ἀλλὰ στὴ βαθειὰ γνώση ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ καὶ τοὺς ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοφύλους ἀντιπάλους μας. Ἡ γνώση αὐτὴ δὲν καταργεῖ βεβαίως τὰ ἀνθρώπινα πάθη οὔτε ἀναιρεῖ τὶς συγκρούσεις καὶ τὸν τραγικὸ χαρακτήρα τῆς ἱστορίας. Οὔτε βεβαίως ἐξισώνει τοὺς πολιτισμοὺς καὶ τὶς ἀξίες τους. Ἀποτελεῖ ὅμως τὴ βάση μιᾶς πνευματικῆς ἀρχοντιᾶς, χαρακτηριστικὸ στοιχεῖο τῆς ὁποίας εἶναι μιὰ βαθειὰ καὶ φιλάνθρωπη ἀνεκτικότητα. Δημιουργοῦνται ἔτσι οἱ πνευματικὲς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ διεθνικὴ καὶ διαθρησκευτικὴ ἰσονομία ποὺ δὲν στηρίζεται σὲ ἕνα ἐξισωτικὸ ἀνιστορικὸ δεδομένο τοῦ φυσικοῦ δικαίου (στὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι «εἶναι ἴσοι»), ἀλλὰ σ’ ἕνα κατ’ ἐξοχὴν πνευματικὸ γεγονὸς (στὸ ὅτι ὅλοι μας εἴμαστε ἐξ ἴσου ἀγαπημένοι τοῦ κοινοῦ μας Πατρός).

Πίσω στα ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

< ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ // ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΝΟΤΗΤΑ >


Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here