Η αφηγηματική ταυτότητα και οι αρετές

1
780

Στο παρόν άρθρο θα εξετασθεί η προσέγγιση του Άλισντερ Μακιντάιρ στο πολυσυζητημένο πρόβλημα της αφηγηματικής ταυτότητας των υποκειμένων. Η συμβολή του Μακιντάιρ έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί αντιστρατεύεται τις μεταμοντέρνες προσεγγίσεις σε αυτό το ζήτημα, που ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίζονται ότι είσαι και γίνεσαι ό,τι διηγείσαι για τον εαυτό σου, ότι περίπου είσαι ό,τι δηλώσεις.

Το άρθρο θα ξεκινήσει  με μια γρήγορη ανασκόπηση της πνευματικής διαδρομής του Σκώτου στοχαστή, στη συνέχεια θα γίνει μια βραχεία αναφορά στην ιστορία της Ηθικής και των ηθών σύμφωνα με τον Μακιντάιρ και στο τέλος θα αναλυθεί κάπως εκτενέστερα το ζήτημα της αφηγηματικής ταυτότητας, πάντα κατά τον ίδιο.

Ο Μακιντάιρ γεννήθηκε στην Σκωτία το 1929. Είναι ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές της Ηθικής του  δευτέρου ημίσεως του 20ου αιώνα και των αρχών του επόμενου, και έγινε γνωστός για την επανένταξη του αριστοτελισμού στις ηθικές και πολιτικές σπουδές.

Αρχικώς ο Μακιντάιρ υπήρξε μαρξιστής αλλά γρήγορα σχετικά αποστασιοποιήθηκε από τον μαρξισμό, χωρίς να πάψει ποτέ να αναγνωρίζει την αξία της ανάλυσης του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 άρχισε να υποστηρίζει μια τελεολογική ηθική σκοπιά, σύμφωνα με την οποία η επιδίωξη του αγαθού δεν μπορεί να προωθηθεί κατά μόνας, αλλά στα πλαίσια κοινοτήτων με ηθικό προβληματισμό και στόχους.

Θα χρειασθούν άλλα είκοσι χρόνια μελετών και επώδυνων αρκετές φορές αναζητήσεων, από όπου αναδύθηκε το βασικό του έργο, το «Μετά την αρετή» (1981). Στο έργο αυτό τονίζεται ότι η ενσωμάτωση των αρετών στο βίο των ανθρώπων τους επιτρέπει να περάσουν από την ατέλεια στη τελειότητα, από μια απαίδευτη ανθρώπινη φύση, στον άνθρωπο όπως θα μετασχηματίζονταν αν συνελάμβανε το τέλος του, με την αριστοτελική σημασία του όρου. Κατά την αντίληψη αυτή οι αρετές είναι απαραίτητες για την επιδίωξή του αγαθού στο οποίο στοχεύουν συγκεκριμένες πρακτικές (από τις πιο ταπεινές, όπως η κηπουρική, ως την πολιτική και την φιλοσοφία).

Οι παραπάνω πρακτικές αποτελούν συνήθως συνεργατικές δραστηριότητες, στα πλαίσια των σχετικών θεσμών. Ο Μακιντάιρ θεωρεί ότι το έθνος-κράτος είναι από ηθική σκοπιά εντελώς ανεπαρκές προς αυτήν την κατεύθυνση, διότι υποστηρίζει πολιτικές που παίρνουν την μορφή διαπραγματεύσεων και παζαριών, για να καταλήξουν το πολύ-πολύ σε προσωρινή σύγκλιση συμφερόντων, Το έθνος-κράτος αδιαφορεί για την ανάγκη διαβούλευσης για τα ηθικά προβλήματα. Ο Μακιντάιρ υποστηρίζει αντίθετα μια πολιτική δημιουργίας και υπεράσπισης τοπικών κοινοτήτων κατά τα πρότυπα των αρχαιοελληνικών πόλεων.

Σε αντίθεση τώρα με την παράδοση του διαφωτισμού που αναζητεί συναίνεση στα ηθικά προβλήματα με την ανταλλαγή λογικών επιχειρημάτων μεταξύ μεμονωμένων στοχαστών, ο Μακιντάιρ προτείνει την ανίχνευση της ιστορικής εξέλιξης της Ηθικής και των ηθών. Τα ηθικά προβλήματα πρέπει να ερευνώνται, κατά τον Σκώτο στοχαστή, στο εσωτερικό και μεταξύ συγκεκριμένων ηθικών παραδόσεων και όχι στο κενό και κατά μόνας. Είναι χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτήν, ότι ο ίδιος ασπάσθηκε τον  καθολικισμό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 πείσθηκε ότι το έργο του Ακινάτη αποτελεί εμπνευσμένη σύνθεση του καθολικισμού με τον αριστοτελισμό.

Κατά τον Μακιντάιρ στην κλασική αρχαιότητα, με αρκετές επιφυλάξεις από πολλούς, βεβαιώνεται ένας κάποιος δεσμός μεταξύ αρετής και επιθυμίας, με την έννοια ότι το ζητούμενο είναι μια «πεπαιδευμένη επιθυμία». Ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης απομακρύνονται από το αίτημα της «πεπαιδευμένης επιθυμίας», χωρίς να διασπούν όμως τον δεσμό ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και την αρετή.

Όπως αναφέρει ο Μακιντάιρ, ο Αριστοτέλης τονίζει ότι :«Αι αρεταί δεν γεννώνται εντός ημών ούτε εκ φύσεως ούτε παρά φύσιν, αλλά ναι μεν επλάσθημεν εκ φύσεως επιδεκτικοί δια αυτάς, πλην όμως τελειοποιούμεθα με την συνήθειαν».

Η προτεσταντική μεταρρύθμιση διαρρηγνύει πλήρως τον δεσμό μεταξύ ανθρώπινης φύσης και αρετής. Επειδή αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ολοκληρωτικά διεφθαρμένο μετα την πτώση του, θεωρεί ότι η φύση του δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να αποτελέσει έρεισμα για την αληθινή ηθικότητα. Ο ηθικός νόμος παρουσιάζεται ως σύνολο εντολών πλήρως αποσυνδεδεμένων από την φύση μας, την κοινωνικότητα μας, τους σκοπούς και τις προθέσεις μας.

Σε συνέχεια αλλά και ρήξη με τον προτεσταντισμό, προκύπτει ο τύπος ανθρώπου του διαφωτισμού, ένα ατομικό υποκείμενο χωρίς ρίζες, που φιλοδοξεί να είναι πλήρως ελεύθερο ως αποκλειστική πηγή των αξιών του και στην πράξη είναι αρκετές φορές έρμαιο των περιστάσεων.

Στην μεταμοντέρνα συνθήκη, τώρα, ο άνθρωπος είναι διαφορετικός στην εργασία του από την συμπεριφορά του στον ελεύθερο χρόνο του, η ιδιωτική του ζωή διαχωρίζεται από την δημόσια και το ίδιο συμβαίνει με την παιδική ηλικία του και την ζωή του ως ηλικιωμένου που διαχωρίζεται από την ζωή του ως ενήλικα. Στα πλαίσια αυτά οι αρετές εκπίπτουν σε απλές δεξιότητες και ταλέντα. Γίνεται λόγος για τις «αρετές» του καλού επαγγελματία, του καλού σπουδαστή ή του επιτυχημένου καλλιτέχνη, ενώ είναι δυσδιάκριτη η όποια ενότητα του εαυτού μέσα στον χρόνο.

Αν ο διαφωτισμός, εν ονόματι της ελευθερίας, απαιτούσε από τον ηθικό στοχασμό να αποστασιοποιηθεί  πλήρως από τις συλλογικές ταυτότητες και τα βάρη  και τις δεσμεύσεις που προκύπτουν από αυτές, ο μεταμοντερνισμός μας καλεί να αποδεχθούμε τον κατακερματισμό μας, να παραιτηθούμε από την αναζήτηση της ενότητας του εαυτού μέσα στον χώρο και τον χρόνο, στην κοινωνία και την ιστορία, να αποκοπούμε από τις μικρές και τις μεγάλες αφηγήσεις.

Πώς, κατόπιν αυτών, μπορούμε να συλλάβουμε τον εαυτό μας ως κοινωνικά ενταγμένο και ταυτόχρονα ελεύθερο και ακέραιο; Για τον Άλισντερ Μακιντάιρ, η αφηγηματική αντίληψη για το ατομικό υποκείμενο υπερβαίνει τόσο την αφηρημένη, ισχνή και περιοριστική ατομικότητα του διαφωτισμού, όσο και την αποσαρθρωμένη και κατακερματισμένη του μεταμοντερνισμού, και επιτρέπει την ένταξη σε συλλογικότητες με όρους ελευθερίας.

Στις αφηγηματικές ταυτότητες, ατομικές αλλά και συλλογικές, συνυπάρχουν το απρόβλεπτο και η τελεολογία. Ο Μακιντάιρ τονίζει ότι: «Όπως οι χαρακτήρες σε μια λογοτεχνική αφήγηση, δεν γνωρίζουμε τι θα γίνει στην συνέχεια, αλλά παρά ταύτα οι ζωές μας έχουν μια μορφή που προβάλλεται στο μέλλον μας».

Ο Μακιντάιρ προσθέτει ότι οι αφηγήσεις βιώνονται πριν ειπωθούν και δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές εκ των υστέρων. Δεν θα μπορούσαμε να προδώσουμε έναν αφηγηματικό  χαρακτήρα στις ζωές μας, εάν δεν ενυπήρχε σε αυτές μια αφηγηματική τάξη, έστω και αν αυτή είναι αφανής και εύθραυστη και μπορεί να ανακτηθεί μόνον εκ των υστέρων.

Η ηθικότητα, τώρα, είναι αναπόσπαστα δεμένη με την αφηγηματικότητα. Η αφηγηματική ενότητα της ζωής ενός ατόμου περνάει μέσα από την επιδίωξη ενός αγαθού βίου διά των αρετών. Οι αφηγηματικές ταυτότητες των ατομικών υποκειμένων, εξάλλου, ενσωματώνονται και προϋποθέτουν ηθικές παραδόσεις. Όπως γράφει ο Μακιντάιρ: «Δεν μπορώ ποτέ να αναζητήσω το αγαθό ή να ασκήσω τις αρετές ως άτομο και μόνον»

Κατά ανάλογο, τέλος, τρόπο η οικοδόμηση ενός αξιόπιστου αφηγήματος της ζωής μας και ο απολογισμός των πράξεων μας, προϋποθέτει ηθική και πνευματική εγρήγορση, ιδιαίτερα όταν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα λογοδοσίας προς τους άλλους. Απαιτείται ειλικρίνεια και αποφυγή της μεγαλοποίησης όσο και της μείωσης της συμβολής μας στα γεγονότα που διηγούμαστε.

Ολοκληρώνοντας τη συνοπτική αυτή παρουσίαση των σκέψεων του Μακιντάιρ, μας έρχεται ίσως στο νου η μελαγχολική ρήση του Χέγκελ, ότι «το πουλί της σοφίας πετάει πάντα το σούρουπο». -Όταν πλέον είναι πολύ αργά για το συλλογικό υποκείμενο του συγκεκριμένου πολιτισμού, τις μεθηλικιώσεις του οποίου αντιπροσωπεύουν οι μεταπτώσεις από τις προειρημένες «μεγάλες αφηγήσεις»: από τον καθολικισμό στον προτεσταντισμό, από τον προτεσταντισμό στον διαφωτισμό, κι απ’ αυτόν στον ρομαντισμό και τον μοντερνισμό, για να καταλήξουν στη γενικευμένη όλων αποσύνθεση στο τέλμα του μεταμοντερνισμού. 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ακυρώνεται οπωσδήποτε και η σημασία των σκέψεων του «στοχαστή του σούρουπου», για τα επιμέρους ατομικά υποκείμενα. Ως προς την ανάγκη τους, εννοείται, να δουν τι θα κάνουν με την προσωπική αφηγηματική τους ταυτότητα. -Για την οποία, όπως φαίνεται, «δεν αισθάνονται και τόσο καλά τελευταία»…..  

 

Πηγές

  • Μετά την αρετή. Μελέτη ηθικής θεωρίας. Του Άλισντερ Μακιντάιρ. Εκδόσεις Άρτος ζωής. Νοέμβριος 2021.
  • Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια. Μετάφραση Ανδρέα Δαλέζιου. Εκδόσεις Πάπυρος 1975.
  • Δικαιοσύνη. Τι είναι το σωστό. Του Michael J. Sandel. Εκδόσεις Πόλις 2011.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Εκείνα τα χρόνια”) είναι έργο της Ισμήνης Μπονάτσου.

1 σχόλιο

  1. Ισως στην συνέχεια των σκέψεων του “στοχαστή του σούρουπου’ της μεταμοντέρνας εποχής που ζούμε, αντιμέτωποι με τον κατακερματισμό και την παραίτηση από την αναζήτηση της ενότητας του εαυτού μας μέσα στον χώρο και τον χρόνο, καθώς ερχόμαστε αντιμέτωποι στην κοινωνία και την ιστορία, όπως ακριβώς προσπαθούν να μας επιβάλλουν οι ισχυροί αυτού του κόσμου μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον ποιητή ακολουθώντας τις μεταπτώσεις από τις προειρημένες «μεγάλες αφηγήσεις»

    …Τι να πούμε τι,
    τι να τραγουδήσουμε;
    Μέσα στη βροχή
    σαν κεριά θα σβήσουμε.

    Σε παρακαλώ πες μου αν θέλεις κάτι,
    πέρασες εσύ ποτέ με ψωμί κι αλάτι;
    Σε παρακαλώ πες μου κάτι ακόμα,
    έγειρες να κοιμηθείς σε βρεγμένο χώμα;

    …Τι να πούμε τι,
    τι να τραγουδήσουμε.
    Που να πάμε που,
    να ξεχειμωνιάσουμε;
    Με μισή καρδιά,
    τι να πρωτοφτιάξουμε;

    Πολύ καλό, άρτια διατυπωμένο και καίρια τοποθετημένο το κείμενο του κου Κοροβίνη. Ευχαριστούμε το αντίφωνο και φυσικά μνημονεύουμε την συμβολή του Μακιντάιρ στην προσπάθεια δημιουργίας της δικής μας έστω και κατακερματισμένης αφήγησης
    Σίγουρα δεν είμαι ρομπότ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here