Κ. Μιχαηλίδης: Η αθλιότητα της πλεονεξίας

8
407

Κώστας Μιχαηλίδης

 

Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν την ανθρώπινη απληστία, το πάθος να θέλει κανείς να έχει όσο το δυνατό περισσότερα, πλεονεξία. Αυτό το πάθος ιδιάζει στον άνθρωπο και δεν είναι απλώς η εκδήλωση μιας ορμής, η τάση για ικανοποίηση μιας ανάγκης. Η φύση έχει το δικό της ρυθμό, που παίρνει τη μορφή μιας ανακύκλησης : πείνα-χορτασμός-πείνα κ.ο.κ. Όμως αυτή η περιοδικότητα κινείται πάντα μέσα σε όρια, που τα χαράζει η έκταση και το είδος της ανάγκης, που ζητά ικανοποίηση. Αντίθετα το πάθος της πλεονεξίας δεν έχει όρια. Αυτός, που κατέχεται από το πάθος να έχει όλο και περισσότερα, είναι ο αιώνια ανικανοποίητος. Γι’  αυτό και η πλεονεξία ξεπερνά τον φυσικό ρυθμό και είναι εξ αρχής ένα πάθος μεταφυσικό. Όσο παράδοξο κι’ αν φαίνεται, όμως η πηγή της πλεονεξίας βρίσκεται στον μεταφυσικό πόθο του ανθρώπου προς το απεριόριστο.

Όλη η ζωή μας είναι χαραγμένη μέσα σε πέρατα : η μέρα και η νύχτα, ο μόχθος και η ανάπαψη, ο λόγος και η σιωπή, ο ύπνος και ο ξύπνος, η ζωή και ο θάνατος. Κι’ όμως βιώνουμε τα πέρατα αυτά μέσ’ από τη συνείδηση του απέραντου, γιατί ζούμε τον κύκλον αυτόν και συγχρόνως αναρωτιόμαστε, τι να σημαίνει αυτός ο κύκλος —τι βρίσκεται πριν και περ’  απ’ αυτόν τον κύκλο. Αυτό το πριν και πέρα είναι όμως για μας κάτι απέραντο, θα λέγαμε απόλυτο. Αυτό το απόλυτο δεν είναι ένα θεωρητικό ερώτημα μόνο, είναι μια έγνοια για το ίδιο το είναι, που μας θεμελιώνει, είναι θέμα υπάρξεως. Τι είναι όμως η πλεονεξία άλλο παρά μια διαρκής υπέρβαση των ορίων μας στη διάσταση του έχειν; Δεν μας αρκούν αυτά, που έχουμε, θέλουμε να έχουμε ολοένα και περισσότερα αγαθά, γνώσεις, εξουσία, φίλους, φήμη κτλ. Αυτό το ολοένα και περισσότερο, το πλέον έχειν, είναι όμως μια κατάσταση οδυνηρή, γιατί είναι μια διαρκής υπέρβαση του ορίου του έχειν, που μας αφήνει εκτεθειμένους στο μη έχειν. Ο πλεονέκτης ζει σε μεγάλη ένταση, όσα κι αν έχει, το πάθος της ανέχειας και την αθλιότητά της, που την νοιώθει σαν στέρηση, γιατί όσο μεγάλο κι αν είναι το έχειν του η ανέχειά του είναι απεριόριστη.

Πώς μπορεί όμως τούτο να είναι ένα μεταφυσικό πάθος;

Ακριβώς γιατί μας φέρνει σε επικοινωνία με το απεριόριστο.

Το απεριόριστο, το άπειρον, όπως το είπαν οι αρχαίοι, είναι μια άλλη όψη του απολύτου, γιατί και το απόλυτο είναι αυτό, που ξεπερνά κάθε όριο, που θεμελιώνει κάθε τι το πεπερασμένο χωρίς να είναι πεπερασμένο. Διψώντας μεταφυσικά το απόλυτο ο άνθρωπος, που κατέχεται από το πάθος της πλεονεξίας, αρπάζεται από το απεριόριστο και στην προκειμένη περίπτωση από ένα ποσοτικά απεριόριστο. Το περισσότερο —το πλέον— είναι ακριβώς αυτή η διαρκής ποσοτική αναίρεση του ορίου, που οδηγεί στη ματαίωση. Είναι το πάθος του Δον Ζουάν, που δεν σταματά σ’ έναν έρωτα αλλά κυνηγά αδιάκοπα έναν άλλο, το πάθος του Φάουστ, που δεν ησυχάζει με καμιά γνώση γιατί θα ήθελε να γνωρίζει όλο και περισσότερα, το πάθος του τυράννου, που θέλει να εξουσιάζει τα πάντα.

Οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν το πάθος αυτό προς το απεριόριστο ύ β ρ ι ν και ο Πλάτων στον «Φίληβό» του μιλά χαρακτηριστικά για την «πονηρία» της έλλειψης ενός πέρατος στις ηδονές και πλησμονές και την ανάγκη παρουσίας του μέτρου, που απεργάζεται όλα τα ωραία πράγματα, την ομορφιά, την υγεία, τις ώρες του χρόνου και την μουσική. (Φίληβος 26-26 β).

Υποκαθιστώντας το απόλυτο, που διαφέρει από το πεπερασμένο ποιοτικά, με το απεριόριστο, που υπερβαίνει μόνο ποσοτικά το πεπερασμένο, ο πλεονέκτης τοποθετεί στη θέση του θεού ένα χιμαιρικό είδωλο, που φεύγει ασταμάτητα.

Η κτήση δίνει στον ιδιοκτήτη την εντύπωση μιας μονιμότητας μέσα στην ροϊκότητα της ζωής και την ψευδαίσθηση, ότι όσο περισσότερα έχει τόσο περισσότερη μονιμότητα και σιγουριά εξασφαλίζει. Πίσω λοιπόν από το πάθος της πλεονεξίας κρύβεται διεστραμμένο το πάθος της σωτηρίας και της αθανασίας. Ποθώντας να σώσουμε τον εαυτό μας και να κερδίσουμε την αθανασία, επειδή δεν μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας, αρπαζόμαστε από τα πράγματα και μεταθέτουμε τη δίψα για αιωνιότητα και την οικείωση με την μεταφυσική πηγή της ζωής σε μια μανία προσοικειώσεως των πραγμάτων, που, ενώ τα κατέχουμε, στην ουσία μάς κατέχουν. Η αθλιότητα της πλεονεξίας δεν βρίσκεται μόνο στην υποκατάσταση του μεταφυσικού πόθου με ένα ειδωλολατρικό πάθος αλλά και στην δουλεία που συνεπάγεται το πάθος αυτό. Ο κτήτορας-εξουσιαστής είναι στο βάθος ένας υπηρέτης αυτών που εξουσιάζει. Ζούμε σήμερα σε μια κοινωνία, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε, όπως και ο R. Η. Tawney κτητική (the aquisitive society). Αυτή η κοινωνία έχει σαν θεμέλιο της την ιδιοκτησία και την δύναμη, που προέρχεται απ’ αυτήν. Σε μια τέτοια κοινωνία, αυτό που έχεις, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό αυτό που είσαι. Το έχω όμως εδώ δεν χρησιμοποιείται μόνο με την έννοια της κατοχής χρημάτων η παραγωγικών αγαθών αλλά και με την έννοια της κατοχής προσώπων, θέσεων, τίτλων, ιδεών. Είσαι κάτι., γιατί έχεις όχι μόνο γη, σπίτια, επιχειρήσεις αλλά και γιατί έχεις ένα όνομα, μια θέση, μιαν επιρροή πάνω στους άλλους, γιατί έχεις ή αντιπροσωπεύεις ορισμένες ιδέες. Η κατοχική εξουσία απλώνεται έτσι ασυνείδητα πολλές φορές από τα πράγματα πάνω στα πρόσωπα και μεταβάλλει τα πρόσωπα σε πράγματα, που βρίσκονται σε μεγαλύτερο η μικρότερο βαθμό κάτω από την κτήση μας.

Ζώντας τις άξιες μιας κτητικής κοινωνίας ταυτίζουμε αυτό που είμαστε μ’ αυτό που έχουμε και ζούμε, χωρίς να το γνωρίζουμε, μια μεταμόρφωση και μιάν αλλοτρίωση του είναι μας. Αν το κτητικό έχειν σημαίνει τη σχέση του εαυτού μου προς κάτι, που είναι έξω από τον εαυτό μου, όσο περισσότερο ο τόνος μετατίθεται πάνω στην κτήση, τόσο περισσότερο η έμφαση πέφτει όχι πάνω στον εαυτό μου όσο πάνω στο αντικείμενο. Η αναφορικότητα βρίσκεται προς τα έξω —προς το άλλο, που ποθούμε και θέλουμε να κατέχουμε. Αυτό το άλλο έρχεται όμως έτσι να μας καθορίσει και να μας αλλοτριώσει και η αθλιότητα της αλλοτρίωσης αυτής έγκειται στη συνθλιβή του εαυτού μας από τα πράγματα. Είναι η κατάσταση, στην οποία περιπίπτει ο ενοικιαστής στο ομώνυμο έργο του Ιονέσκο, που γεμίζει το χώρο με τα πράγματα, που του ανήκουν, στο βαθμό που ο ίδιος κλείνεται μέσα στα πράγματα και ασφυκτιά κάτω από την πίεσή τους. Το άγχος όμως που προκαλεί ο πνιγμός αυτός εύκολα μετατίθεται προς το αντικείμενο και γίνεται φόβος. Ό πλεοναστικός πόθος της σωτηρίας και της αύξησης των κατεχομένων κατατρύχεται από το φόβο της απώλειάς τους. Κι όσο μεγαλύτερος είναι ο πόθος τόσο μεγαλύτερος είναι ο φόβος. Και τούτο γιατί η σωτηρία και ο πλεονασμός μεταφέρονται σε κάτι, που βρίσκεται εκτός εαυτού και που είναι από τη φύση του αβέβαιο και φθαρτό.

Μια άλλη έκφραση της αθλιότητας της πλεονεξίας βρίσκεται σ’ αυτό που ο Gabriel Marcel ονομάζει σκλήρωση του εαυτού. Την σκλήρωση αυτή σα μια ακαμψία και απολίθωση την βλέπουμε π.χ. στην περίπτωση του φανατισμού. Ο φανατικός προσκολλάται στις ιδέες που έχει σε βαθμό, που ταυτίζει τον εαυτό του μ’ αυτές τις ιδέες. Οι ιδέες του είναι ο εαυτός του. Κ’ επειδή ο εαυτός του τίθεται πλεονεκτικά πάνω απ’ όλα έτσι και οι ιδέες του. Οι ιδέες γίνονται έκφραση της κτητικής υπεροχής του εαυτού μας και αποκτούν μιαν αμετακίνητη αξία. Μπαίνοντας κάτω από την τυραννία των ιδεών του ο φανατικός απονεκρώνει τον εαυτό του, τον κάνει μονολιθικό και μισαλλόδοξο.

Μιλώντας για την κοινωνία της αφθονίας ο Η. Marcuse (Ο μονοδιάστατος άνθρωπος) διαπιστώνει, ότι στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες κοινωνίες η παραγωγή αγαθών, που ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες, δεν αποτελεί, όπως θα ανέμενε ο Μάρξ, προϋπόθεση για την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά συντελεί με το να δημιουργεί πρόσθετες, επίπλαστες ανάγκες στην υποδούλωση του ανθρώπου. Η υποδούλωση αυτή εκδηλώνεται με δύο τρόπους : σαν ένας ναρκωτικός κατευνασμός, που στηρίζεται στη ψευδαίσθηση μιας ισότητας —όλοι απολαύουν σχεδόν τα ίδια κοινά αγαθά— και σαν ένα ακατάσχετο κυνηγητό εκπλήρωσης περιττών αναγκών, σαν ένα πάθος καταναλωτικό. Στην κοινωνία της αφθονίας ο πλεοναστικός πόθος δεν αποβλέπει στην συντήρηση αυτού που έχουμε, αλλά στην ακατάπαυστη προσοικείωση του νέου, την όσο το δυνατό γρηγορότερή του ανάλωση και την αντικατάστασή του με κάτι νεώτερο με σκοπό πάλι την ανάλωσή του. Σέ μια τέτοια αναστροφή με τον κόσμο τόσο ο ανθρώπινος εαυτός όσο και τα πράγματα αποπροσωποιούνται. Ό καταναλωτής είναι ένας άδειος τόπος, που γεμίζει για να αδειάσει και πάλι, ενώ τα πράγματα υπάρχουν μόνο για χρήση και πέταμα. Και τα δύο χάνουν την ταυτότητα και την μοναδικότητά τους.

Θα μπορούσε να αντιπαρατηρήσει κανείς, πως δίπλα στην αθλιότητα της πλεονεξίας υπάρχει σε καταπληκτικά μεγαλύτερη πληθυσμιακή έκταση η αθλιότητα της ανέχειας, τα εκατομμύρια των ανθρώπων, των οποίων η απλή επιβίωση βρίσκεται κάτω από διαρκή απειλή και των οποίων οι στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες (τροφή, στέγη, μόρφωση) μερικά μόνον ή ελάχιστα ικανοποιούνται. Εκείνο όμως που στερούνται οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι το έχειν την ιδιοκτησία, αλλά τούς πόρους ζωής, τις δυνατότητες να υπάρχουν σαν άνθρωποι. Δεν πρόκειται λοιπόν για ανέχεια αλλά για απορία. Ενώ η ανέχεια είναι μια κατάσταση κτητική, είναι δηλαδή η στέρηση της κτήσης, που δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε απειλή της υπάρξεως (αντίθετα μπορεί να συνεπάγεται και αποδέσμευσή της από την εξάρτηση) η απορία είναι μια κατάσταση που απειλεί την ύπαρξη, είναι η έλλειψη πόρων υπάρξεως. Γι’ αυτό, ενώ η ανέχεια δεν είναι κάτι απάνθρωπο, η απορία είναι. Αν η κτητική κατάσταση, που εύκολα γίνεται πλεονεκτικό πάθος, οδηγεί στην αλλοτρίωση τού είναι μας, το ερώτημα, που τίθεται, είναι, αν μπορούμε να νοήσουμε το είναι μας δίχως το έχειν ή αν μπορούμε να μετουσιώσουμε το έχειν σε είναι. Μέ την προοπτική αυτή είδαν το πρόβλημα ο Gabriel Marcel (Σχέδιο μιας φαινομενολογίας τού έχειν) και ο Erich Fromm (Να έχεις ή να είσαι). Ο πρώτος βλέπει τη δυνατότητα μετουσιώσεως του έχειν σε είναι, όταν το πρόσωπο δεν κατέχει απλώς τα κτήματά του αλλά δρα δημιουργικά και μετατρέπει την κατάσταση του έχειν σε ενεργητική, προσωπική έκφραση. Είναι η σχέση του κηπουρού, που μοχθεί για τον κήπο του, του μουσικού που παίζει το βιολί του, του επιστήμονα που θέτει σ’ ενέργεια το εργαστήρι του κατά την ερευνητική του ζήτηση. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις αυτό, που έχουμε, δεν είναι κάτι άλλο από μας, που μας καταβροχθίζει, αλλά ο χώρος τής δραστικής, προσωπικής μας παρουσίας. H σχέση μας με το πράγμα είναι σχέση εσωτερικής οικειώσεως. Δεν δεσπόζει εδώ ο κτητικός χαρακτήρας αλλά ο δημιουργικός, δεν προέχει το έχειν αλλά το είναι.

Ο Fromm, αν και δέχεται το υπαρξιακό έχειν, αυτό που μας σπρώχνει σαν υπάρξεις «να έχουμε, να φυλάγουμε, να φροντίζουμε και να χρησιμοποιούμε ορισμένα πράγματα για να επιβιώσουμε» αντιθέτει ριζικά το έχειν προς το είναι θεωρώντας το πρώτο σαν μια κατάσταση παθητική ή φαινομενικά δραστήρια και το δεύτερο σαν την αληθινή έκφρασή τής ανθρώπινης ενεργητικότητας, που πηγάζει ελεύθερα μεσ’ από τον άνθρωπο και που χαρακτηρίζεται από την διάθεση προσφοράς.

Αν το έχειν, η κτήση οποιουδήποτε αγαθού, μπορεί να μετουσιωθεί σε είναι, σε μια ενεργητική ανθρώπινη παρουσία, σε ένα «άδειασμα από τον εαυτό μας και τα πράγματα, όπως θα ΄λεγε ο Eckhart, το πλέον έχειν είναι η κατ’ εξοχήν αλλοτριώνουσα κατάσταση του έχειν. Και φαίνεται πως κάθε άνθρωπος ζει μέσα του την αμφισβήτηση να μετατρέψει όσο μπορεί αυτό, που έχει, σε μια έκφραση προσωπικής ενέργειας και προσφοράς ή να περιπέσει στο πάθος της πλεονεξίας ζώντας την παράδοξη οδύνη της ανέχειας, που προκαλεί η πλεοναστική ζήτηση.

Στη δεύτερη περίπτωση ο κυνηγός του απεριόριστου τοποθετεί στη θέση του πόθου για σωτηρία, που είναι ένας πόθος μεταφυσικός και βρίσκει την έκφρασή του στην φιλική οικείωση με ό,τι υπάρχει, στην πανάρχαιη φιλότητα, τον πόθο για ασφάλεια, που τον ικανοποιεί συσσωρεύοντας όσο το δυνατό περισσότερα ανασφαλή πράγματα, για να μεταπέσει διαλεκτικά από την ασφάλεια στην ανασφάλεια, από τον έρωτα στον φόβο, που όχι σπάνια ξεσπά σε μια μανία καταστροφής.

Δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό ΕΥΘΥΝΗ, τευχ. 87, Μάρτιος 1979

πηγή: Aντίφωνο

8 Σχόλια

  1. Έξοχο. Οφείλουμε χάριτας.
    “[b]Και μας, μας υποδέχεται απροσδόκητα μια κιβωτός, που επιπλέει κρατώντας το περίγραμμα της απουσίας.[/b]” (Κ. Μιχαηλίδης)

  2. Σε αυτό το άρθρο επιχειρείται να ερμηνευτεί η ίδια ακριβώς κατάσταση με δυο διαφορετικά νόηματα (παντελώς κατά το δοκούν). Αρχικά ο συγγραφέας στηλιτεύει το “έχειν” και το επεκτείνει και σε πράγματα τα οποία δεν είναι καν υλικά, όπως π.χ. ιδέες. Αυτό που μας λέει ο συγγραφέας είναι ότι αν κάποιος πιστεύει σε οτιδήποτε εκτός από τον σκοταδισμό του Βυζαντίου “έχει” ιδέες και κατά προέκταση βιώνει την “αθλιότητα της αλλοτρίωσης” και τη “συνθλιβή του εαυτού του”. Αν κάποιος “”έχει”” τις ιδέες που πλασάρονται εδώ μέσα, δεν τις “έχει”, στην πραγματικότητα, γιατί δεν χαρακτηρίζουν τον εαυτό του οι ιδέες του. Αυτός είναι κάποιος που προσφέρει, που ζει τον μανικό έρωτα κ.ο.κ. Υπάρχουν δηλαδή άτομα που “έχουν” ιδέες, και κάποια άλλο άτομα που δεν “έχουν” ιδέες, και οι ιδέες που αποτυπώνουν στο χαρτί, αυτά τα δεύτερα άτομα που δεν τις “έχουν” όταν τις γράφουν, τους επιτρέπουν να είναι ανώτεροι, βάσει κάποιων κριτηρίων “χριστιανικών” υποτίθεται.
    Έπειτα πηγαίνουμε κατευθείαν στο ζουμί της “χριστιανοσύνης”, τη βίαιη αναδιανομή του πλούτου. Το ίδιο υλικό αγαθό, όταν χρησιμοποιείται από αυτόν ο οποίος έχει και άλλα υλικά αγαθά, τον καταναλώνει, τον εξουσιάζει, τον εξαθλιώνει, για αυτό, προφανώς πρέπει να το δώσει σε εκείνον ο οποίος δεν “έχει”. Αλλά όταν το πάρει αυτός ο δεύτερος, δεν θα το “έχει”, θα είναι καλά δηλαδή που θα το “”έχει””, στην ουσία, και θα το καταναλώνει και θα το τρώει. Όλα ανθρώπινα και ωραία. Άρα θέλημα θεού ο κομμουνισμός…
    Τώρα, φυσικά όχι για τους προπαγανδιστές που αρθρογραφούν εδώ μέσα, ανακύπτει το ερώτημα, τι πρέπει να γίνει για να “”έχει”” να φάει ο φτωχός; Ο φτωχός από ό,τι φαίνεται δεν έχει ούτε ατομική ευθύνη να εργαστεί (πως να είχε, αφού ο φτωχός δεν “έχει” είπαμε…), ούτε πρέπει να εργαστεί. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει σύμφωνα με τον αρθρογράφο είναι να φάει. Πως θα φάει; Θα φέρει φαγητό ο Θεός του Βυζαντίου; Όχι, προφανώς. Το φαγητό το παράγει η εργασία των ατόμων και το φαγητό, χωρίς την επέμβαση του Κράτους, βρίσκεται στα χέρια των παραγωγών. Τι θα γίνει με τα άτομα τα οποία δεν επιθυμούν να εργαστούν για τον ανεύθυνο φτωχό που πρέπει να φάει όπως και δήποτε γιατί αλλιώς κινδυνεύει να “μην υπάρχει σαν άνθρωπος”; Προφανώς προτείνετε τη βία, τον καταναγκασμό, τον εξανδραποδισμό των ατόμων και τη μείωσή τους σε σκλάβους. Για να “υπάρχει σαν άνθρωπος” εκείνος ο οποίος είναι άχρηστος και δεν μπορεί να ζήσει παραγωγικά σε μια ελεύθερη κοινωνία, πρέπει να ζήσουν σαν σκλάβοι όλοι.

    Ελπίζω να δημοσιευτεί το σχόλιό μου γιατί ο διαχειριστής δεν ανέχεται και πολλές αντιφωνίες…

  3. Εἶναι «πλεονεξία» νά θέλουμε πάντοτε καλύτερα φάρμακα καὶ ἰατρικὴ περίθαλψη ; Μήπως εἶναι «ὕβρις» ; Ὁ Βασίλειος Τατάκης στὰ «Μελετήματα Χριστιανικῆς Φιλοσοφίας» γράφει ὅτι ἡ κυρία συμβολὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν καθ’ ὅλου φιλοσοφία εἶναι ὅτι ξεπέρασε τὸν ἀέναο κύκλο ποὺ ἔβλεπαν στὴν λειτουργία τοῦ κόσμου οἱ παλαιότερες θρησκεῖες καὶ φιλοσοφίες. Ὁ Χριστιανικὸς κόσμος ξεκίνησε άπὸ κάπου καὶ πηγαίνει κάπου ἀλλοῦ. Δὲν έπαναλαμβάνεται. Ὁ ἴδιος ὁ χρόνος, ὅπως δογματίζει μετὰ τὸ 1905 καὶ ἡ Φυσική, εἶναι δημιούργημα.
    Στὴν οἰκονομία, αὐτὴ ἡ φιλοσοφικὴ ἀντίληψις ἔλαβε τὴν μορφὴ τοῦ κεφαλαιοκρατικοῦ τρόπου παραγωγῆς. Οἱ οἰκονομικοὶ πόροι δὲν εἶναι, πλέον, μόνον οἱ φυσικοὶ πόροι καὶ ἡ ἀνθρωπίνη ἐργασία, ἀλλὰ καὶ οἱ κεφαλαιακοὶ πόροι, πόροι τεχνητοί, τρόποι νὰ συνδυάζουμε ἐργασία καὶ φυσικοὺς πόρους, πάντοτε μὲ πιὸ άποτελεσματικὸ καὶ παραγωγικὸ τρόπο. Ἡ ἀξία εἶναι στὸν συνδυασμό, στὴν μέθοδο, στὴν δυνατότητα νὰ βγάζουμε, γιὰ παράδειγμα, ἀπὸ τὸν φλοιὸ τῆς ἰτιᾶς τὴν ἀσπιρίνη. Ἡ ἀνθρωπίνη σκέψις, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, μετουσιώνεται σὲ ὕλη. Ἀφοῦ, λοιπόν, τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα μετέχει τοῦ Θείου εἶναι λογικὸ νὰ μὴν ἀναγνωρίζει ὅρια. Ἡ πλεονεξία, λοιπόν, εἶναι ζήτημα βαθμοῦ. Πόσο ἀπὸ τὸ πλεόνασμα ποὺ δημιουργοῦν γιὰ τὴν κοινωνία οἱ «πλεονέκτες» τὸ κρατοῦν γιὰ τὸν ἐαυτό τους ; Οἱ οἰκονομολόγοι τὸ ὑπολογίζουν στὸ 2,2% (δύο, κόμμα, δύο τοῖς ἐκατόν) τοῦ συνoλικοῦ κοινωνικοῦ ὀφέλους ! ( http://cafehayek.com/2014/01/nordhaus-on-the-sharing-of-the-benefits-of-market-driven-innovation.html ).
    Χρειαζόμαστε, ὅμως, τοὺς οἰκονομολόγους ; Ἕνας μουσικὸς συμφωνικῆς ὀρχήστρας σήμερα ἐργάζεται ἀκριβῶς ὅπως ἐργαζόταν ἕνας ἀντίστοιχος μουσικὸς πρὶν ἀπὸ δύο αἰῶνες. Προσφέρει στὸ κοινωνικὸ σύνολο ἀκριβῶς ὅσα προσέφερε ὁ ὁμότεχνός του τὸν καιρὸ τοῦ Μπετόβεν. Εἰς ἀντίτιμον, ὅμως, ἀπολαμβάνει ἕνα πολλαπλασίως ἀνώτερο ἐπίπεδο ὑλικῆς ἀνέσεως, ὑγείας, μακροβιότητος καὶ λοιπὰ ἀναλόγως πεζά. Πῶς γίνεται αὐτό ; Οἱ «λίγοι» δὲν εἴπαμε ὅτι κρατοῦν γιὰ λογαριασμό τους καὶ σωρεύουν τὰ ἀγαθὰ ; Πῶς μοιράσθηκαν τόσα πρόσθετα ἀγαθὰ σὲ τόσους πολλούς, πού, ὅπως οἱ μουσικοί, δὲν ξεσκίστηκαν δὰ νὰ τὰ ἀποκτήσουν ; Ἔπεσε «μάννα ἐξ οὐρανοῦ» καὶ ἡ γυναῖκα τοῦ μουσικοῦ δὲν πρέπει νὰ κοψομεσιάζεται νὰ κουβαλᾶ νερὸ ἀπὸ τὴν κοινὴ βρύση στὴν μέση τῆς κοντινώτερης πλατείας, οὔτε νὰ κουβαλᾶ τὰ ροῦχα γιὰ πλύσιμο στὸ κοντινώτερο ρυάκι, οὔτε νὰ ἀδειάζει τὰ δοχεῖα νυκτὸς ἀπὸ τὸ παράθυρο στὸν δρόμο, οὔτε νὰ τῆς πέφτουν λίγα, λίγα τὰ δόντια σὲ κάθε τοκετό (ἂν ἐπιζήσει αὐτοῦ τοῦ τοκετοῦ), οὔτε νὰ χάνει ἕνα παιδί άπὸ παιδικὴ ἀρρώστεια ; Στὸ ἑπταμελὲς ὑπουργικὸ συμβούλιο τοῦ Προέδρου Λίνκολν τοῦ 1861, καὶ οἱ ἑπτὰ ὑπουργοὶ καὶ ὁ πρόεδρος, ὅλοι άπὸ τοὺς εὐπορωτέρους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους. εἶχαν χάσει παιδιὰ άπὸ παιδικὲς ἀσθένειες, σήμερα ἐξαφανισμένες.
    Πρέπει, λοιπόν, ἂν εἴμαστε τίμιοι καὶ λογικῶς συνεπεῖς, νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ κυρίαρχος «πλεονεξία» δέν στερεῖται, ἐν ὄψει τῶν ἁπτῶν ἀποτελεσμάτων της, τοῦ πνεύματος προσφορᾶς, ἰδίως διότι ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπαρίθμησα τὰ ἔχει προσφέρει σὲ τεράστιο ἀριθμὸ ἀνθρώπων καὶ καθόλου δὲν τὰ περιόρισε στοὺς «λίγους». Ὁ θεσμοθετημένος φθόνος, ὁ κομμουνισμός, κατέρρευσε διότι, γιὰ νὰ μοιράσει στὰ πλήθη τὸ 2,2%, ποὺ διακρατοῦσαν οἱ «πλεονέκτες», ἔχασε τὸ 97,8%.

  4. Εξαιρετικό κείμενο και τόσο αληθινό. Κοιτάζοντας γύρω μας όλα τα γραφόμενα επαληθεύονται.
    Μπράβο!
    Με εκτίμηση
    Σουμέλα

  5. ερωτημα στον κ. γεωργανα. πως συμβιβαζονται τα οσα λετε για το πνευμα προσφορας της πλεονεξιας με το γεγονος οτι το ενα ελαχιστο ποσοστο του παγκοσμιου πληθυσμου κατεχει το μεγαλυτερο ποσοστο του παγκοσμιου πλουτου? πως εξηγειται η παιδικη εργασια, η εκπορνευση, η συρρικνωση εργασιακων δικαιωματων αντι για την επεκταση τους σε μεγαλυτερες πληθυσμιακες ομαδες,η καταστα;ση δουλειας στην αφρικη? η ζωη πολλων ανθρωπων εχει καλυτερυσει σε σχεση με προηγουμενους αιωνες αλλα οχι σε σχεση με τον παραγομενο παγκοσμιως πλουτο, που συσσωρευεται στα χερια λιγων, που ζουν ”ασωτως” ιδιως οι γονοι τους. οσον αφορα τον τεως υπαρκτο, δεν ξερω ποσο εξαθλιωμενα απο υλικης αποψεως ζουσαν , διαβαζω ομως στον ντοστογειφσκι, τον γκογκολ και τον τσεχωφ ποσο παραδεισενια ηταν η ζωη επι των ρωμανοφ. αλλα πραγματα δεν πραγματοποιησε ο υπαρκυος και οχι την υλικη προοδο των ανθρωπων. αλλωστ ε μολις κατερρευσε , η πλεονεξια των λιγων εγινε ασυδοτη και αρχισε να παιρνει πισω δικαιωματα και κατακτησεις λαων που πληρωθηκαν με αιμα. πλεονεξια ειναι η επιθυμια να εχω περισσοτερα απο το αλλοον οχι η επιθυμια να εχω πολλα για να κανω τη ζωη μου καλυτερη σε σχεση με το χτες οχι σε σχεση με τη ζωη του αλλου. και νομιζω οτι εκει ειναι το θεμα.

  6. @αγγελικη
    Εἶναι ὅλοι ὅσοι ζωγραφίζουν Γκρέκο ; Ὅλοι ὅσοι συνθέτουν Μπετόβεν ἢ Μότσαρτ ;
    Δὲν συγκλίνει τὸν ἐνδιαφέρον τῶν πολλῶν φιλοτέχνων στὰ ἔργα πολύ λίγων προικισμένων ; Τί κάνουν οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες ; Μὲ ὑλικά, συνήθως, εὐτελοῦς ἀξίας καὶ πολύ πνεῦμα δημιουργοῦν ἔργα ἀμυθήτου ἀξίας. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν πεζὴ τέχνη τῆς ὀργανώσεως τῆς παραγωγῆς. Μὲ ὑλικὰ μιᾶς δεδομένης ἀξίας οἱ ἐπιχειρηματίες προσπαθοῦν νὰ προσφέρουν προϊόντα μεγαλυτέρας ἀξίας. Ἡ διαφορὰ τῶν ἀξιῶν δίδει τὸ κέρδος τους. Πλεῖστοι ἐπιχειροῦν ἀλλὰ ἐλάχιστοι ἔχουν τὸ τάλαντον νὰ φέρουν εἱς πέρας τὴν παραγωγὴ μὲ τὸ ἑκάστοτε ἐλάχιστο κόστος καὶ τὸ μέγιστο πλεόνασμα-κέρδος. Αὐτοὺς τοὺς ἐλαχίστους, τὸ 2% τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ μέγιστον σὲ κάθε κοινωνία, ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι ἁπλῶς τοὺς ἀκολουθοῦμε καὶ ποριζόμεθα, σύμφωνα μὲ τὶς μετρήσεις, τὸ 97,8% τοῦ ὀφέλους πού αὐτοὶ δημιουργοῦν. Μπορεῖ, πράγματι, νὰ εἶναι πλεονέκτες, ἐκμεταλλευτές, ἀσυνείδητοι. Ὅπως ἦταν κάμποσοι μεγάλοι καλλιτέχνες. Εἶναι ἀναγκαῖοι, ὅμως, ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο ποὺ ἔχουμε. Εἶναι ἀντιφατικό, νὰ παίρνουμε τὸ πρωτοποριακὸ φάρμακο ποὺ τὴν ἀνάπτυξή του χρηματοδότησε ἕνας πλεονέκτης, ἐκμεταλλευτής, ἀσυνείδητος ἐπιχειρηματίας καί, ταυτοχρόνως, νὰ καταγγέλλουμε ἐκεῖνον ποὺ μᾶς τὸ προσέφερε. Οὐτοπικὲς προσπάθειες νὰ χωρίσουμε τὴν παραγωγὴ ἀπὸ τὴν πλεονεξία ἔγιναν πολλές. Πρέπει κάτι νὰ σημαίνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπέτυχαν παταγωδῶς ὅλες.
    Εἰδικῶς γιὰ τὸν ὑπαρκτὸ σοσιαλισμό, ἡ καταδίκη του δὲν εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι στὶς χῶρες ὅπου ἐπεκράτησε δὲν εἶχαν Μερσεντές, ἀλλὰ ὅτι τὰ νοσοκομεῖα ἦταν τρισάθλια καὶ βρώμικα, ὅπως εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὰ ‘δῶ μὲ τὰ μάτια μου. Καὶ ὅτι τὸ φυσικὸ περιβάλλον ἦταν πολλαπλασίως ὑποβαθμισμένο. Διότι τὰ νοσοκομεῖα καὶ ἡ προστασία τοῦ περιβάλλοντος ἀπαιτοῦν πόρους. Ὅταν δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνος ὁ πλεονέκτης ποὺ θὰ ξεζουμίσει τοὺς ὑπάρχοντες πεπερασμένους πόρους γιὰ νὰ ἀποδώσουν τὸ μέγιστο, τότε δὲν περισσεύουν πόροι γιὰ νοσοκομεῖα καὶ καθαρὸ περιβάλλον.
    Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι αὔριο ὅλοι οἱ Ἕλληνες μεγαλοεφοπλιστὲς καὶ μεγαλοπλοιοκτῆτες, δέχονται τὸ κήρυγμα τοῦ ἄρθρου καὶ τὸ δικό σας καὶ παραδίδουν στὸν ὑπουργὸ Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος τοὺς τίτλους ἰδιοκτησίας ὅλων τῶν πλοίων τους οὕτως ὥστε νὰ μὴν κατέχουν «λίγοι» τὸ «πλεῖστον» τοῦ πλούτου. Σὲ ἕξι μῆνες τὸ πολύ, ὅλα αὐτὰ τὰ πλοῖα θὰ ἀξίζουν μόνον γιὰ παλιοσίδερα, ἀκριβῶς διότι, ὅταν εἶναι στὰ χέρια πολλῶν, κανεὶς δὲν ἔχει κίνητρο καὶ συμφέρον νὰ διατηρήσει καὶ νὰ αὐξήσει τὴν άξία τους. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συνέβαινε, ἐὰν ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆτες ἀκινήτων τὰ παρέδιδαν στὸ κράτος ἢ καὶ στοὺς πτωχοτέρους συμπολίτες τους.
    Ἕνας άπὸ τοὺς λόγους τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας μας στὴν Ἑλλάδα εἶναι ὅτι προσπαθήσαμε, μὲ πολλοὺς τρόπους, νὰ κάνουμε ἐπιχειρηματίες πολλὲς ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπων χωρὶς ἐπιχειρηματικὸ τάλαντο ὥστε «νὰ μὴν συγκεντρώνεται ὁ πλοῦτος στὰ χέρια λίγων πλεονεκτῶν, ἀπλήστων κλπ». Ὅπως καὶ πολλὲς ἄλλες χῶρες, ποὺ τὸ ἐπεχείρησαν, διεπίστωσαν, αὐτὸ ἦταν ἕνα δαπανηρότατο σφάλμα. Ἐπιμένουμε ὅτι τὸ ὅποιο παραγωγικό μας πλεόνασμα πρέπει νὰ τὸ διαχειρισθοῦν, πρῶτον οἱ δημοκρατικῶς ἐκλεγμένοι ἐκπρόσωποί μας καὶ οἱ ὑπάλληλοι πού ἔχουν, κατὰ χιλιάδες, προσλάβει στὸ δημόσιο καί, δεύτερον, τὰ ἑκατομμύρια τῶν αὐταπασχολουμένων, τὴν στιγμὴ πού καὶ ἡ κομμουνιστικὴ Κίνα, κατέληξε νὰ τὸ ἐμπιστευθεῖ στοὺς λίγους, τοὺς προικισμένους καὶ ἀδιστάκτους, διότι κατάλαβε ὅτι, ἀλλιῶς, θὰ ἔμενε στὴν ἀπόλυτη φτώχεια.
    Ἔπειτα ὑπάρχει καὶ τὸ μικρὸ ἠθικὸ θέμα τοῦ φθόνου. Εἶναι λογικὸ καὶ χρήσιμο νὰ ἀντιπαθοῦμε τοὺς ἐλαχίστους ταλαντούχους ζωγράφους ἐπειδὴ τὰ ἔργα τους ἑλκύουν τὴν προσοχὴ περισσοτέρων ἀπ’ ὅτι τὰ ἄτεχνα δικά μας ; Ἄλλο τόσο παράλογο καὶ ἄχρηστο εἶναι νὰ ἀντιπαθοῦμε τοὺς ἐλαχίστους προικισμένους νὰ ἑλκύουν τὰ εὐρὼ ἀπὸ τὶς τσέπες μας μὲ τὴν θέλησή μας. Καὶ τοὺς πολιτικοὺς πού ἑλκύουν τὶς ψήφους μας μὲ τὸ χάρισμα τῆς γοητείας τους (προσοχή, ὄχι τοὺς ἀταλάντους πού τὶς ἀγοράζουν μὲ πελατειακὲς ὑποσχέσεις καὶ παροχές). Ἡ ἀντιπάθειά μας, καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις εἶναι, βασικῶς, φθόνος. Καὶ μισοῦμε συχνὰ καὶ τὴν ἐλεύθερη καὶ ἀνοικτὴ κοινωνία πού ἐπιτρέπει στην ὑπεροχή τους αὐτὴν νὰ γίνεται ὁλοφάνερη στὸν κάθε ἕναν.

  7. Ο Σοφιστής φυσικά θα παρερμηνεύσει την έννοια της πλεονεξίας, ταυτίζοντάς την εκ του πονηρού με την εντελώς διαφορετική προς αυτήν έννοια της βούλησης για βελτίωση των όρων ζωής, δια της χρήσεως επιχειρημάτων του τύπου “είναι πλεονεξία να θέλομε πάντοτε καλύτερα φάρμακα και ιατρική περίθαλψη;”, κ.τ.τ. Δι’ ευτελέστατων δηλαδή υλικών, θα προσπαθήσει να κατασκευάσει ένα σοφιστικό έργο τέχνης, ώστε να υπερασπιστεί το … φυσικό δικαίωμα μιας μειοψηφίας να πλουτίζει εις βάρος της πλειοψηφίας, ταυτίζοντας εντέλει τους πλεονέκτες με τους εξέχοντες καλλιτέχνες, ωσάν το να φτιάχνει κανείς ιδιωτικό πλούτο εκμεταλλευόμενος στο έπακρον τους συνανθρώπους του αποτελεί … “έργο τέχνης” ανάλογο με τη Μόνα Λίζα, ή τον Παρθενώνα. Έλεος!

    Ως πλεονεξία, επιτέλους, δεν ορίζεται η προσπάθεια του ανθρώπου να βελτιώσει τους όρους της ζωής του, αλλά το να το κάνει ΙΔΙΟΤΕΛΩΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ. Και ασφαλώς, τούτο το χαρακτηριστικό, της κοινωνικώς επιβλαβούς ιδιοτέλειας, δεν αποτελεί κατ’ ουδένα τρόπο συστατικό των αριστουργημάτων της τέχνης και χαρακτηριστικό των μεγάλων καλλιτεχνών, επιστημόνων και ανθρώπων των γραμμάτων.

    Απλά τα πράγματα. Το σοφιστικό θόλωμά τους δεν ωφελεί εν τέλει ούτε τον ίδιο τον Σοφιστή.

  8. Ὁπότε ὁ μανιώδης καπνιστὴς πού κόβει τὸ κάπνισμα γιὰ τὸ ἰδιοτελές ὄφελος τῆς τσέπης του (καὶ τῆς ὐγείας του) εἶναι καταδικαστέος, σύμφωνα μὲ τοὺς ζηλώσνατας τὴν δόξαν τοῦ Σωκράτους. Διότι ζημιώνει τὴν καπνοβιομηχανία, τοὺς καπνοπαραγωγούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πού μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τοὺς βαρεῖς φόρους μὲ τοὺς ὀποίους βαρύνεται κάθε πακέττο τσιγάρων.
    Ἀλλοίμονον, κάθε μας πράξη ἢ παράλειψη σὲ ἕνα κόσμο μὲ πεπερασμένους πόρους κάποιους ὠφελεῖ καὶ κάποιους βλάπτει. Ὑποχρεωτικῶς ! Ἡ πλεονεξία, ὅμως, τοῦ ἑνὸς ἀντισταθμίζεται μὲ τὴν πλεονεξία τῶν ὑπολοίπων. Τὸ θέμα ποιὸ εἶναι τὸ ἀλγεβρικὸ ἅθροισμα. Νομίζω ἡ ἀλματώδης αὔξηση τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν πολλῶν στούς νεωτέρους χρόνους, καθὼς καὶ ἡ στασιμότης τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου σὲ κοινωνίες ποὺ θεσμοθέτησαν τὴν φθόνο δείχνουν καθαρὰ ὅτι ἡ πλεονεξία εἶναι πρόβλημα ποὺ οἱ ἀνοικτές κοινωνίες τὸ ἐλέγχουν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here