Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας ή το νέο και το καινό

0
86
Τίτλος: Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας ή το νέο και το καινό.
Συγγραφέας: Αρσένιος Μέσκος
6.6. Η ρήξη και στην Ανατολή και η σύγκρουση Ανατολής και Νέου.


Μέχρις στιγμής ασχοληθήκαμε με τον χώρο της δυτικής Ευρώπης, γιατί σε αυτόν γεννήθηκε και αναπτύχθηκε το Νέο. Τί συνέβη όμως στον χώρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όσον αφορά την ρήξη της συμμετρίας και το μέγεθος της αγιότητος ; Μήπως η συμμετρία διατηρήθηκε αλώβητη ; Μήπως η αγιότητα διατηρήθηκε ως το κέντρο του καμβά των αξιών της Ανατολής; Ιδωμένα μέσα από αυτό το πρίσμα τα ιστορικά συμβάντα στον χώρο της ελληνικής Ανατολής αποκαλύπτονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα.
Είναι γνωστό ότι στην Ανατολική Αυτοκρατορία οι μεταναστεύσεις των λαών δεν προκάλεσαν το ιστορικό ρήγμα, που προκάλεσαν στον χώρο της Δύσης. Η εξέλιξη λοιπόν της αγιότητος ήταν περισσότερο φυσιολογική. Η πτωτική πορεία της καμπύλη παραμένει, αλλά η κλίση της δεν παρουσιάζει άλματα. Η κοινωνία διαρκώς εκκοσμικεύεται, αλλά πάντα υπάρχουν οι μορφές, περισσότερες βέβαια στον χώρο του μοναχισμού, που διατηρούν εν ζωή την συμμετρία, και η κοινωνία αλατίζεται από αυτές και διατηρεί διαρκώς έντονη την γεύση της αγιότητος στους κόλπους της.

Εν τούτοις και μέσα στην κοινωνία αυτή υπάρχει μια διαρκής ένταση. Πάντα υπάρχουν κάποιοι που υποκύπτουν στον πειρασμό της ρήξης της συμμετρίας, δηλαδή κάποιοι που δεν αποδέχονται το κόστος της πλήρους εν Χριστώ ζωής, αλλά ταυτόχρονα θέλουν να αναμετρηθούν με τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα. Είναι αυτοί που, χωρίς να διατηρούν την γνωσιολογική συμμετρία στην ζωή τους, αυτοανακηρύσσονται σε διδασκάλους της Εκκλησίας. Είναι οι πατέρες και αρχηγοί των διαφόρων αιρέσεων. Για πολλούς αιώνες στον χώρο της χριστιανικής Ανατολής μαίνεται η μάχη ανάμεσα σε αυτούς που θεολογούν στηριζόμενοι στο έδαφος της αγιότητος και σε αυτούς που θεολογούν στηριζόμενοι στην πλούσια ελληνική φιλοσοφική κληρονομιά.

Οι δύο οδοί της γνώσεως συγκρούονται μέχρις αίματος,και καθώς ο αγώνας της Εκκλησίας κατά των αιρέσεων είναι διαρκής, οδηγεί με την πάροδο των αιώνων στην διασάφηση και παγίωση του δόγματος. Ο λαός τελικά σε όλες τις περιπτώσεις ακολούθησε τον άγιο και όχι τον φιλόσοφο και η συμμετρία διαφυλάχθηκε για πολύ καιρό αλώβητη. Όταν πια αντιμετωπίσθηκαν οι σημαντικότερες διαστροφές που προκαλούσε η ρήξη της συμμετρίας στο δόγμα της Εκκλησίας, ο αγώνας επικεντρώθηκε σε αυτήν την ίδια την συμμετρία.
Από μιας απόψεως η ησυχαστική έριδα είχε ως κέντρο τον τρόπο γνώσεως του Θεού. Τό κεντρικό ερώτημα της όλης διαμάχης ήταν εάν ο Θεός γνωρίζεται με βάση τις γνωστικές δυνατότητες του ανθρώπου, ή μόνο με την επίτευξη της αγιότητος, δηλαδή ως καρπού της ενώσεως μαζί Του; Το ρεύμα που έδινε την πρώτη απάντηση ήταν πάντα παρόν και στον χώρο της Ανατολής, αλλά στον 14ο αιώνα συναντάται πια με το εκ δυσμών προερχόμενον ρεύμα και παίρνει έντονη ανθρωπιστική χριά. Τα χρόνια εκείνα στην Δύση η ρήξη της συμμετρίας με όλες της τις συνέπειες είχε περάσει το στάδιο της βρεφικής ηλικίας και είχε ήδη αποκτήσει μια συγκρότητση κατάλληλη και ικανή,ώστε να ελκύσει κάποια πνεύματα της θεολογικά πολύ πιο αναπτυγμένης Ανατολής. Τότε κάνει για πρώτη φορά την είσοδό του το Νέο, σε εμβρυακή βέβαι μορφή, στον χώρο της Ανατολής.
Ήδη αυτό που ονομάσαμε πρόγονο του Νέου, δηλαδή η προσπάθεια απαντήσεως των μεγάλων υπαρξιακών ερωτημάτων του ανθρώπου με βάση τις ανθρώπινες δυνατότητες, κυριαρχεί πλήρως στον χώρο της Δύσης, εν σπέρματι όσον αφορά την μορφή, αλλά πλήρως ως προς την ουσία, και εισβάλλει στον χώρο της Ανατολής, όπου το Καινό είναι κυρίαρχο. Η σύγκρουση Νέου και Καινού ήδη αρχίζει στα χρόνια της ησυχαστικής έριδος και υποβόσκει όλα τα μετέπειτα χρόνια. Το σταθερότερο ιδίωμα της Ελληνικής φυλής, ο διχασμός, επενδύεται πάνω στο Νέο και Καινό μέσα από μια μεγάλη ποικιλία μορφών.
Κατ’ αρχάς ανιχνεύουμε τον διχασμό αυτό στην σύγκρουση ανάμεσα στους δυτικόφρονες – δυτικόφιλους και τους παραδοσιακούς – συντηρητικούς, σύγκρουση που εξακολουθεί με αμείωτη ένταση από τα χρόναι της ενώσεως της Φερράρας μέχρι σήμερα. Οι πρώτοι έχοντας απολέσει σε προσωπικό επίπεδο την συμμετρική κατάσταση, ακόμα και ως μακρινή ανάμνηση, εντυπωσιάζονται και ελκύονται ακάθεκτοι από την εκπληκτική ικανότητα της Δύσης σε όλα τα θέματα που αφορούν την επιβίωση, επιστήμη, τεχνική,κοινωνικοπολιτική οργάνωση κ.λπ. Οι δεύτεροι παρωθούμενοι από μια εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία αιτίων, ανθίστανται εναντίον της πολιτιστικής κυριαρχίας της Δύσης στον χώρο της Ανατολής. Δεν είναι δύσκολο να εντάξουμε σε αυτό, το γενικό βέβαια, σχήμα όλες τις αντιθέσεις που αναφύησαν από τον 14ο αιώνα και μετά στον χώρο της Ανατολής.
Το τραγικό όμως είναι ότι αυτός ο διχασμός υπάρχει μέσα στην ίδια την παραδοσιακή παράταξη. Μέσα στους κόλπους της αντιδυτικής παρατάξεως η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων της αλληθωρίζει κυριολεκτικά προς ολόκληρο το φάσμα της δυτικής ικανότητος στα θέματα επιβιώσεως -βέβαια κατά περίπτωσιν-, περιλαμβάνοντας ακόμα και αυτά που έχουν θεολογικό χαρακτήρα, όπως π.χ. την δυτική ευσέβεια. Αυτός ο ειδικότερος διχασμός είναι ανεπίγνωστος, κρυφός και ανομολόγητος, αλλά ανιχνεύσιμος σε όλην την ιστορικη διαδρομή του ελληνικού έθνους. Πίσω από την άδολη αγάπη για την πάτρια παράδοση που φθάνει ενίοτε τον ακραίο συντηρητισμό και την έντονη κριτική του δυτικού πολιτισμού, κρύβονται οι βασικές γνωσιολογικές προϋποθέσεις του Νέου. Η ενασχόληση με την θεολογία και την Εκκλησία είναι αποσυνδεδεμένη από το προσωπικό βίωμα και την προσωπική αγιότητα. Συνηθέστατα λοιπόν και αυτοί που αγωνίζονται για την Ορθοδοξία πατούν στο ίδιο ακριβώς έδαφος στο οποίο φύτρωσε και γιγαντώθηκε ο σημερινός πολιτισμός του Νέου.

Σήμερα όλα αυτά είναι εύκολα ανιχνεύσιμα, είναι όμως τραγικό λάθος να πιστεύσουμε ότι αυτήν η κατάσταση προέκυψε τώρα τελευταία και να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν. Έτσι τελικά δεν θα αντιληφθούμε τι στην πραγματικότητα φταίει και θα αποποιηθούμε τις ευθύνες μας. Στη συνέχεια λοιπόν θα κάνουμε μια προσπάθεια ερμηνείας του φαινομένου της εξελίξεως της συγκρούσεως του Νέου και του Καινού στον χώρο της ελληνικής Ανατολής, μετά την ησυχαστική έριδα.

Ο διχασμός στην παραδοσιακή παράταξη προήλθε από δύο παράγοντες, την φυσιολογική πτώση της αγιότητος που παρατηρείται από γενεά σε γενεά και την έντονη πτώση του μορφωτικού επιπέδου λόγω της τουρκικής κατακτήσεως. Η υπόθεση της μορφώσεως έγινε τόσο δύσκολη στα χρόναι εκείνα, που αυτός που την ήθελε έπρεπε να δώσει όλες του τις δυνάμεις στην προσπάθεια προς απόκτησή της, με αποτέλεσμα η διατήρησης της συμμετρίας στα όρια της προσωπικότητός του να είναι εξαιρετικά δύσκολη και αμφίβολη.
Μια προσεκτική μελέτη μορφών όπως ο Άγιος Νικόδημος ή ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, φανερώνει ότι χρειάσθηκε έντονος ασκητικός αγώνας και απάρνηση της κοσμικής γνώσεως για να επέλθει ο αγιασμός και η πραγματική προσφορά στην θεολογία και την Εκκλησία. Αυτόν τον δρόμο του αγώνα και της απαρνήσεως ελάχιστοι των διανοουμένων του σκλαβωμένου έθνους ακολούθησαν. Η συντριπτική πλειοψηφία ακολούθησε το παράδειγμα των διδασκάλων της, οι οποίοι ήταν άλλωστε δυτικοί. Εσπούδασαν, μορφώθηκαν και έγιναν και αυτοί διδάσκαλοι άσχετα από την προσωπική τους ζωή.
Συνέπεια αυτής της εξελίξεως ήταν, η αγιότητα να κρατήσει μέν υψηλά την θέση της ως αξία της κοινωνίας και ως βίωμα μεταξύ του απλού λαού και του μοναχισμού: Σε όλη την περίοδο της τουρκοκρατίας οι Νεομάρτυρες συνέβαλαν εξαιρετικά στη άσβεστη διατήρηση της τιμής και του πόθου της αγιότητος. Δεν συνέβη όμως το ίδιο με τους μορφωμένους του Έθνους. Η συμμετρία διερρήχθη και η ενασχόληση με τα θεολογικά θέματα έπαυσε να είναι καρπός προσωπικής εμπειρίας, αλλά κατέπεσε σε καρπό μαθητείας σε δυτικά μορφωτικά πρότυπα και μετετράπη σε διανοητική εργασία.

Μέσα λοιπόν από το πρίσμα της γνωσιολογικής συμμετρίας και της αγιότητος το θέμα της σχέσης της Ανατολής με την Δύση παίρνει διαφορετικές διαστάσεις από αυτές, μέσα στις οποίες συνήθως μελετάται, και κάποιες αντιφάσεις βρίσκουν την εξήγησή τους. Πράγματι εάν κανείς προσεγγίζει τον ορθόδοξη θεολογία ως καρπό διανοητικής γνώσεως ή απλώς προσωπικού προβληματισμού, χωρίς να θεωρεί εντελώς απαραίτητη την θεμελίωση της προσεγγίσεώς του στο έδαφος της προσωπικής του αγιότητος, τότε συμβαίνουν αντιφατικά και φαινομενικώς ανεξήγητα φαινόμενα, που ταλάνισαν και ταλανίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Ορθόδοξη Θεολογία. Αυτή η μίξη του Ορθοδόξου δόγματος με το Δυτικό ήθος ίσως είναι η ισχυρότερη εξήγηση για το ατελέσφορο των διαφόρων προσπαθειών, όχι μόνο των πνευματικών ή εκκλησιαστικών, αλλά και πολιτικών και οικονομικών, στον ελλαδικό χώρο των τελευταίων αιώνων.

Αρκεί να θελήσουμε να δούμε τα γεγονότα απροκατάληπτα, και δεν θα δυσκολευτούμε να διαπιστώσουμε, ότι κάτω από την επίδραση αυτής της μίξης εξελίχθηκαν, με εξαιρέσεις βέβαια, τα θεολογικά και γενικότερα πνευματικά πράγματα στην Ορθόδοξη Ανατολή. Είναι σημαδιακό ότι παραμένει στην πράξη θαμμένη και ξεχασμένη η τόσο πάγια πατερική θέση, πως μόνο ο καθαρμένος εσωτερικά και φωτισμένος αγιοπνευματικά είναι σε θέση να θεολογεί, ακόμα και μετά την στροφή προς την πατερική ατραπό, που ακολούθησε η Ορθόδοξη θεολογία τις τελευταίες δεκαετίες.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι γεγονός ότι η δύση παρήγαγε και εκφράζει το Νέο, ενώ η Ανατολή διατήρησε, όση δύναμις, το Καινό. Σήμερα λοιπόν στον χώρο της Ορθόδοξης Ανατολής λαμβάνει χώραν το τελευταίο στάδιο της συγκρούσεως του Νέου και του Καινού. Μιας συγκρούσεως που άρχισε περίπου τον 7ον ή τον 8ον αιώνα, όταν διαφορφώθηκε για πρώτη φορά το Νέο ως αντίληψη του κόσμου του ανθρώπου και του Θεού, και διήρκησε μέχρι το τέλος του εικοστού αιώνα, όπου και τελειώνει. Τελειώνει, όχι γιατί έπαυσαν να υπάρχουν οι φορείς του Καινού, αλλά γιατί η Ορθόδοξη Ανατολή έπαυσε να συνδέεται με το Καινό.

Παρόλη την επιστροφή της Ορθοδοξίας στο πολιτικό και επικοινωνιακό προσκήνιο της επικαιρότητος, ο θεμέλιός της λίθος, η πίστη και ο πόθος της αγιότητος ως κυρίαρχη αξία, τόσο σε προσωπικό όσο και κοινωνικό επίπεδο, δεν υπάρχει πολλές φορές ούτε ως απλή υποψία. Η Ορθοδοξία ταυτίζεται με κάποιες βυζαντινές εικόνες, την βυζαντινή μουσική, το καντήλι ή την νηστεία και την παρακολούθηση των παραδοσιακών ακολουθιών, που συμβαίνει καμμιά φορά τα media να φροντίζουν να λειτουργούν αυτά ως πιστοποιητικά Ορθοδοξίας για κάποιους επισήμους ανθρώπους. Ο σκοπός και ο λόγος όλων αυτών των συνηθειών έχει ξεχασθεί. Για τους πολλούς, η Ορθοδοξία μοιάζει με ένα όστρακο, από το οποίο ο ζωντανός οργανισμός που υπήρχε μέσα έχει πεθάνει και έμεινε μόνο το εξωτερικό κέλυφος για να διακοσμεί κάποιο σαλόνι.

Εισάγοντας την παράμετρο της αγιότητος, η διαρκής κρίση του Ελληνικού δημοσίου και ιδιωτικού βίου, που παρατηρείται από την ίδρυση του Ελλαδικού κράτους, αποκαλύπτει τα μυστικά της. Στον πνευματικό και γεωγραφικό χώρο του ελληνισμού συγκρούονται, κρυμμένοι πίσω από διάφορες μάσκες, δύο αντιδιαμετρικοί πολιτισμοί. Ο ένας που παράγει αγιότητα και ο άλλος που παράγει τεχνολογία. Και η σύγκρουση λαμβάνει χώραν και πάλι σε δύο επίπεδα, στο επίπεδο της βάσης, του απλού λαού, και στο επίπεδο της ηγετικής πνευματικής, οικονομικής και πολιτικής ελίτ.

Και στα δύο επίπεδα παρατηρούμε τον ίδιο διχασμό. Στο επίπεδο της βάσης, του λαού, αν και διατηρήθηκε επί μακρόν ζωντανή η ανάμνηση της αγιότητος, η ανάμνηση όμως αυτή, δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει την απότομη εισβολή του ευδαιμονισμού, που παράγει ο πολιτισμός των φώτων και της επιστήμης. Με αργό αλλά σταθερό ρυθμό τα τελευταία 50 χρόναι ο Ελληνικός λαός απαρνείται τον πολιτισμό της αγιότητος και κλίνει προς τον πολιτισμό της τεχνολογίας. Πως άλλωστε μπορούσε να γίνει αλλιώς ; Σήμερα αυτή η στροφή τείνει πια να ολοκληρωθεί.

Από την άλλη πλευρά οι διανοούμενοι βιώνουν και αυτοί μέσα στην ίδια την προσωπική τους ύπαρξη έντονα αυτόν τον διχασμό. Η συντριπτική τους πλειοψηφία κλίνει ανεπιφύλακτα προς το Νέο, αλλά δεν μπορούν να δουν την αγωνιώδη πορεία του δυτικού πνεύματος κάτω από το φως του Καινού, δηλαδή, ως ένα υποκατάστατο του Καινού, που γι’ αυτούς είναι μια παλαιά παρωχημένη ιστορία. Εν τούτοις δεν έχουν το θάρρος και την τόλμη να απαρνηθούν τις ίδιες τους τις ρίζες – δεν είναι άλλωστε και εύκολο -, αλλά και δεν θέλουν να τραφούν από τον χυμό που κυκλοφορεί σε αυτές.

Έτσι οι μεν προοδευτικοί Έλληνες διανοούμενοι καταντούν να μηρυκάζουν, ενίοτε με καθυστέρηση πολλών ετών, τα τελούμενα στην δυτική Ευρώπη και μόνο όσοι έχουν απαρνηθεί την πατρίδα, όχι στα λόγια αλλά στον τρόπο ζωής, έχουν δηλαδή πλήρως και πραγματικά ενσωματωθεί σε αυτό που εδώ ονομάσαμε Δύση, έχουν μια πρωτότυπη προσφορά.

Τραγωδία είναι αυτό που συμβαίνει με τους συντηρητικούς, που ναι μεν θέλουν να τραφούν από τις ριζες τους, αλλά τον χυμό που κυκλοφορεί σε αυτές, πριν τον αφήσουν να θρέψει και αυτούς τους ίδιους, πρώτα τον φιλτράρουν μέσα από το φίλτρο της διανοητικής επεξεργασίας. Το τι αφήνουν να περάσει εξαρτάται από τις προϋποθέσεις του καθενός, αλλά πάντως όλων τα φίλτρα κατακρατούν ένα συστατικό, το μόνο δραστικό συστατικό του χυμού : Την αγιότητα ως προϋπόθεση της ελληνικότητος, ως προϋπόθεση της θεολογίας, ως προϋπόθεση της υπαρξιακής μας πληρότητος και επαληθεύσεως.

Πολλά δάκρυα χύνονται πάνω στο πτώμα της χαμένης ελληνικότητος, αλλά λίγοι έχουν το θάρρος να δουν τον πραγματικό λόγο για τον οποίο οι Ορθόδοξοι λαοί, και ίσως κατ’ εξοχήν ο Ελληνικός, λόγω γεωγραφίας και γλώσσας είναι τραγικά ευνοημένοι. Το υπόβαθρο της πολιτιστικής και εθνικής τους ταυτότητος αποτελείται από το περιεχόμενο που δώσαμε στην λέξη αγιότητα. Η αγιότητα όμως είναι φορτίο δυσβάστακτο και μόνο για όποιον εκουσίως σηκώνει τον σταυρό του και ακολουθεί τον Χριστό καθίσταται εφικτή η βίωσή της. Όταν όμως ο Χριστός παύει να είναι το κέντρο της ζωής, τότε το φορτίο είναι αβάσταχτο και η ροπή να αποβληθεί το βάρος ακαταμάχητη.

Είναι τραγικό και συνάμα προκλητικά ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς τις απέλπιδες προσπάθειες που στοχεύουν στο να αντικατασταθεί αυτό το βαθύ αλλά και βαρύτατο περιεχόμενο του Ελληνισμού, η αγιότητα, από τις αξίες που αναδεικνύουν το Νέο, με ταυτόχρονο αγώνα να διατηρηθεί μια επίφαση της ελληνικότητος. Η νεοελληνική ψυχή παρουσιάζεται τότε γυμνή και πολλές φορές αποκρουστική, γιατί χωρίς το σημαντικότερό της ένδυμα, την αγιότητα, κυριαρχούν μόνο τα αρνητικά στοιχεία της. Και τελικά μετατίθεται διαρκώς προς τα πίσω το παγκόσμιο αίτημα του εκσυγχρονισμού. Της προσαρμογής δηλαδή του ελληνισμού στην σύγχρονη εποχή.

Εν τούτοις είναι μερικοί που αντιλαμβάνονται ότι, αν δεν αποβάλει ο Ελληνικός λαός κάθε σύνδεσμό του με το Καινό, δεν μπορεί να γίνει Νέος. Η συγκυρία όμως των γενικοτέρων περιστάσεων, που ανέβασε τις μετοχές της κάθε θρησκείας και ειδικότερα της Ορθοδοξίας, κάνει να ηχούν οι απόψεις αυτές παράξενα και να προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Μετά την παρέλευση μερικών ετών, όταν το παγκόσμιο σύστημα θα βρει το πραγματικό σημείο ισορροπίας του, τότε οι απόψεις των ανθρώπων αυτών θα φανερώσουν τις προφητικές τους διαστάσεις.

Η λαϊκή παροιμία λέγει ότι δεν μπορεί κανείς να μεταφέρει δύο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Το ίδιο δεν μπορεί ένας λαός να φέρει μέσα του ταυτόχρονα και το Νέο και το Καινό. Ο Ελληνικός λαός ευρισκόμενος σε γεωγραφικό και πολιτιστικό σταυροδρόμι, ήταν τραγικά υποχρωμένος να αγωνίζεται επί μακρόν για να βρίσκει μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο, ισορροπία που καθοριζόταν από τον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στο Νέο και το Καινό, όπως εκφραζόταν σε κάθε εποχή.

Όσο καιρό το Νέο, στις προγενέστερές του βέβαια μορφές, δεν ήταν αρκετά ισχυρό, το καινό επιβίωνε μέσα στην Ελληνική ψυχή, η οποία όμως τις τελευταίες δεκαετίες παρεδόθη άνευ ενδοιασμών στα θέλγητρα του Νέου. Ο γάμος του ελληνικού λαού με το Καινό διελύθη, αλλά το διαζύγιο δεν εκδόθηκε ακόμα, για ένα πλήθος λόγων σκοπιμότητος. Η επόμενη γενιά, για την οποία αυτός ο γάμος θα είναι μια φολκορικής αξίας ανάμνηση, δεν θα έχει καμμιά δυσκολία να το υπογράψει.

Καθώς ο συσχετισμός των δυνάμεων Νέου και Καινού βαίνει προς ριζική ανατροπή στο περίγραμμα ζωής του Ελληνικού λαού, η ισορροπία καταστρέφεται, ενώ ταυτόχρονα ο Ελληνικός λαός αποτυγχάνει να αφομοιώσει τις αξίες του Νέου, χάνοντας ταυτόχρονα τις δικές του αξίες. Η μη αναγνώριση και ειλικρινής αντιμετώπιση αυτού του γεγονότος οδηγεί σε τραγελαφικές καταστάσεις εκφυλισμού των πάντων – θεσμοί, κράτος, οικογένεια, προσωπική ζωή, με τις οποίες όλοι εκνευριζόμαστε και όλοι κατηγορούμε όλους τους άλλους ως υπευθύνους, αλλά την πραγματικότητα δεν θέλουμε με κανένα τρόπο να δούμε.

Όταν κανείς παίρνει την αξία του από το πόσοι τον ακολουθούν, αισθάνεται μειονεκτικά όταν βρίσκεται στο περιθώριο, γι’ αυτό οι θρησκευόμενοι δεν θέλουν να παραδεχθούν την πόλωση Νέου και Καινού και ότι ο κόσμος του Νέου έχει απορρίψει την Εκκλησία, γιατί έτσι μειώνεται η θέση της και η επιρροή της. Οι δε μη θρησκευόμενοι δεν μπορούν να δουν αυτήν την πόλωση,γιατί δεν τους είναι βολικό να δεχθούν ότι η δύναμη της Εκκλησίας δεν κρύβεται στον θεσμό και τις αξίες της, αλλά στην αγιότητα. Γι’ αυτούς η έννοια της αγιότητος είναι άγνωστη και πάντως δεν μπορεί να έχει οικονομικά και άλλα αποτελέσματα. Και οι εντός και οι εκτός Εκκλησίας βολεύονται με μια θεώρησή της αποκλειστικά στην κοινωνική της διάσταση, εξοβελίζοντας την ανάγκη για την αγιότητα σε κάποιους κοινωνικά περιθωριακούς ανθρώπους που εις πείσμα του Νέου αγωνίζονται αγώνα βίαιον για την απόκτησή της.

Αυτοί οι τελευταίοι, χωρίς πολλά λόγια και διευκρινήσεις, μένουν στο περιθώριο και από εκεί εργάζονται στον εναπομείναντα αμπελώνα του Κυρίου. Εξ ορισμού αγαπούν την αφάνεια και έτσι δεν ενοχλούν ούτε την θεσμική εκδοχή της Εκκλησίας, ούτε την κρατική δομή της κοινωνίας. Η αλληλοαγνόηση είναι εμφανής, αλλά προσωρινή και επιφανειακή. Όταν κάποιος γνήσιος Γέροντας αυτοπροσφερθεί στον κόσμο και το πλήθος του λαού κατακλύσει τον τόπο διαμονής του, τότε οι μόνοι που απουσιάζουν είναι τα media. Αυτή η αλληλοαγνόηση είναι μόνο επιφανειακή και τελικά ψευδής, γιατί ένα πλήθος εκπροσώπων – φορέων του Νέου συνωστίζονται έξω από το κελλί του Γέροντα για επίλυση προσωπικών τους θεμάτων. Αυτοί οι Γέροντες, όσο καιρό ακόμα θα υπάρχουν, αποκαλύπτουν την Αλήθεια, αλλά και την αληθινή σχέση Νέου και Καινού.

Πραγματικά είναι συγκλονιστικό να ζει κανείς στην Ελλάδα του σήμερα. Για τους πολλούς το παιχνίδι παίζεται στο τρίγωνο Άπω Ανατολή, Αμερική, Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτούς ο κόσμος υπάρχει ερήμην του Θεού και εξαρτάται μόνο από την πρόοδο του ανθρώπου. Αν όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα και ο κόσμος εξαρταται από την Θεία Πρόνοια, τότε το παιχνίδι παίζεται από αυτούς που έχουν τρόπον τινά επίδραση επ’ αυτής. Σε αυτήν την περίπτωση δεν θα έχει σημασία στα πόσα MIPS θα τρέχουν οι υπολογιστές μετά από δέκα χρόνια, αλλά αν θα υπάρχουν άνθρωποι που με την προσευχή τους θα μπορούν να μεσιτεύουν στο Θεό. Και αυτό το παιχνίδι παίζεται στον χώρο της Ορθόδοξης Ανατολής.

Καθώς πια και στον χώρο αυτό η καμπύλη της αγιότητος που χρησιμοποιήσαμε εγγίζει το μηδέν και αυτό το γεγονός λαμβάνει χώραν μπρος στα δικά μας μάτια, μάτια παραζαλισμένα από εκτυφλωτικά καταναλωτικά φώτα, μάτια αλληθωρίζοντα προς δυσμάς, πραγματικά το θέμα και το θέαμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και αγωνία. Μέσα σε αυτήν τη σύγχυση είναι φυσικό να φαίνεται παραδοξολόγημα η άποψη ότι ο πληθωρισμός και τα σύγχρονα εκκλησιαστικά προβλήματα της Ορθοδόξου Ανατολής έχουν μεταξύ τους κάποια σχέση. Καί όμως είναι καρποί του ίδιου φανομένου, του ίδιου γεγονότος, της ρήξης της γνωσιολογικής συμμετρίας και του εξοβελισμού της αγιότητος από την ζωή μας.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here