Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας

0
52

Αρσένιος Μέσκος

Η Καταστροφή της Γνωσιολογικής Συμμετρίας

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ομιλία σε ένα συνέδριο στην Κρήτη με θέμα Ορθοδοξία και Φυσικές Επιστήμες που έγινε τον Μάϊο του 1995. Η ομιλία είχε τίτλο Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας, όμως ο πραγματικός της τίτλος είναι Η καταστροφή της Γνωσιολογικής Συμμετρίας, και φανερώνει τον εγγενή αντί-Χριστο χαρακτήρα της δυτικής επιστήμης. 

1. Εισαγωγή
2. Η αγιότητα
3. Ο πολιτισμός της πληροφορίας
4. Η γνώση των όντων
5. Η γνωσιολογική συμμετρία
6. Η ρήξη της γνωσιολογικής συμμετρίας
7. Οι πρώτοι μ.Χ. αιώνες
8. Ο δυτικός μεσαίων
9. Οι νεώτεροι χρόνοι
10. Συμπεράσματα


1. Εισαγωγή

Το θέμα μας, Η αγιότητα και ο πολιτισμός της πληροφορίας, είναι εξαιρετικά ευρύ και πολύπτυχο και όλες του οι πτυχές παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα λόγω της διαρκούς και αλματώδους εξελίξεως της τεχνολογίας και της επιστήμης γενικώτερα, χαρακτηρίζεται από μια ενδογενή ασάφεια και αβεβαιότητα. Υπάρχει μια πτυχή όμως, για την οποίαν μπορούμε να υποθέσουμε με αρκετή βεβαιότητα, ότι δεν θα προκύψουν σύντομα νέα στοιχεία που θα ανατρέψουν τις σκέψεις που θα διατυπώσουμε. Ταυτόχρονα δε η τελευταία δεκαετία μας προσφέρει καινούρια στοιχεία, που επιτρέπουν να δούμε την πτυχή αυτή κάτω από νέο φως.
Ο σκοπός λοιπόν της εισηγήσεως αυτής είναι, να αποκαλυφθεί η βαθειά οντολογική εξάρτηση του πολιτισμού της πληροφορίας, από την αγιότητα και μάλιστα να φανερωθεί η μεταβλητότητα του προσήμου αυτής της εξαρτήσεως μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι. Η εξάρτηση αυτή ισχυρίζομαι ότι είναι οντολογική, με την έννοια ότι οφείλεται στην ίδια την δομή του κόσμου και του ανθρώπου και όχι σε κάποιους συγκυριακούς και μεταβλητούς παράγοντες. Και βέβαια το θέμα αυτό, της συσχετήσεως δηλαδή αυτών των τοσο ανομοίων γεγονότων και καταστάσεων, είναι και πολύπτυχο και ενδιαφέρον. Περιορίζομαι προσπαθώντας να φανερώσω και να μελετήσω, όσο βέβαια μπορώ, το γεγονός ότι, τόσο η αγιότητα όσο και ο σύγχρονος πολιτισμός είναι εκφάνσεις ενός και του αυτού λόγου των λογικών όντων, δηλαδή μιας και της αυτής προδιαγραφής τους, εννοώντας της προδιαγραφή όπως την χρησιμοποιούμε στα τεχνικά θέματα. Αυτός δε ο λόγος είναι εγκατεσπαρμένος στα λογικά όντα από τον Δημιουργό τους.

2. Η αγιότητα
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να διασαφηνισθεί ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιώ εδώ την έννοια της αγιότητας. Την αγιότητα την εννοώ όπως την έχει καταλάβει, βιώσει και περιγράψει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Εν τούτοις την μελετώ σε δύο επίπεδα, το προσωπικό και το κοινωνικό. Στο προσωπικό επίπεδο την εκλαμβάνω ως μια δυναμική κατάσταση του ανθρωπίνου προσώπου, το οποίο προσπαθεί να πετύχει τον προορισμό του, δηλαδή την ένωσή του με τον Θεό, την θέωσή του. Μέσα λοιπόν στην λέξη αγιότητα, για τις ανάγκες αυτής της εισηγήσεως, εννοώ τόσο τον αγώνα για την επίτευξη της ενώσεως του ανθρωπίνου προσώπου με τα Θεία πρόσωπα, όσο και την τελική κατάληξη αυτής της αγωνιστικής πορείας. Θεωρώ λοιπόν ότι ένα προσωπο βρίσκεται στην αγιότητα, όταν έχει ως κύριο στόχο στην ζωή του την επίτευξή της και αγωνίζεται γι’ αυτήν. Δεν ενδιαφέρομαι τόσο για την αξιολόγησή του, όσο για τα βασικά χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφουν την κατάσταση της υπάρξεώς του.  Στην λέξη αγιότητα δίδω και ένα άλλο περιεχόμενο το οποίο είναι ίσως εντελώς πρωτότυπο. Η αγιότητα είναι ταυτόχρονα και μια κοινωνική αξία που έχει μια συγκεκριμένη ιεραρχική θέση σε κάθε κοινωνία και σε κάθε δεδομένη χρονική περίοδο. Η κοινωνική αυτή αξία μπορεί να εκτιμηθεί, αφ’ ενός μεν με το ποσοστό των μελών μιας κοινωνίας που βαδίζουν τον δρόμο της αγιότητας, όπως την περιγράψαμε προηγουμένως, και αφ’ ετέρου με την θέση που κατέχει μέσα στην κοινωνία το πρότυπο του αγίου. Αν και δεν μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένες τιμές στο μέγεθος της αξίας αυτής, ωστόσο είναι δυνατόν να εκτιμήσουμε την διαχρονική εξέλιξή του. Η εισαγωγή της εννοίας της αγιότητας με αυτό το περιεχόμενο, συνιστά ένα πολύ ισχυρό μεθολογικό εργαλείο, που φωτίζει ανάγλυφα το ιστορικό γίγνεσθαι. Και αυτό, για τον λόγο, ότι η αγιότητα έχει ένα σταθερό διαχρονικά και δια-κοινωνικά περιεχόμενο, για το οποίο υπάρχει πλούσια εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία, και έτσι δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να ανιχνευθεί και να εκτιμηθεί η μεταβολή αυτού του μεγέθους, μέσα στον ρού της ιστορίας. 
3. Ο πολιτισμός της πληροφορίας
Από την άλλη πλευρά ο πολιτισμός της πληροφορίας δεν είναι άλλος από τον πολιτισμό μας, όπως εμφανίζεται αυτός σήμερα. Τον πολιτισμός μας έχουμε μάθει να τον αποκαλούμε δυτικό πολιτισμό, προφανώς γιατί αναπτύχθηκε στις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Κρατώ λοιπόν αυτόν τον όρο, αλλά θέλω να διευκρινίσω μετ’ εμφάσεως, ότι θεωρώ πως, ο πολιτισμός της σημερινή ελληνικής κοινωνίας είναι δυτικός πολιτισμός, έστω κι’ αν η ελληνική κοινωνία δεν συνέβαλε ενεργητικά στην ανάπτυξή του.  Τον αποκαλώ πολιτισμό της πληροφορίας γιατί, όπως αποφαίνονται οι ειδικοί, το θεμέλιό του σήμερα είναι η παραγωγή και διακίνηση ενός τεραστίου όγκου πληροφοριών, μοναδικού στην μέχρι τούδε ανθρώπινη ιστορία. Εν τούτοις στην εισήγηση αυτή δεν θα σταθώ στην μελέτη της πληροφορικής μετεξελίξεως του δυτικού πολοτισμού. Το θέμα αυτό είναι εντυπωσιακού ενδιαφέροντος, γιατί όπως αναπτύσσεται η φυσική της πληροφορίας μπορεί να υπάρξει και η θελογία της πληροφορίας. Πλήν όμως πιστεύω ότι μόλις τώρα εισερχόμαστεε στην πληροφορική εποχή και θα πρέπει να περιμένουμε λίγα χρόνια ακόμα, ώστε να ωριμάσουν οι εξελίξεις, πριν αποτιμήσουμε και ερμηνεύσουμε την πληροφορική δομή του κόσμου με την θεολογία του Αγίου Μαξίμου, που αν και προηγήθηκε δεκατρείς αιώνες της πληροφορικής εκρήξεως, μας έδωσε ένα μοναδικό θελογικό και θεωρητικό πλαίσιο για την μελέτη των πάσης φύσεως πληροφορικών δομών.  Επί του παρόντος όμως, από την πληροφορική μετεξέλιξη του δυτικού πολιτισμού αξιοποιώ, όσο μπορώ, αυτόν καθ’ εαυτόν τον μεγάλο όγκο των πληφοριών που είναι διαθέσιμες, και την ευκολία προσβάσεως σε αυτές. Η ευκολία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για ένα άνθρωπο της Εκκλησίας, για τον οποίο η απόκτηση της προσωπικής εμπειρίας των δρωμένων ανά την οικουμένη, ήταν απαγορευμένη, με βάση τα παραδοσιακά μέσα. Παρεμπιπτόντως θα πω, ότι αυτή η αλλαγή έχει σημαντικότατες θεολογικές επιπτώσεις, που δεν έχουν προσεχθεί δεόντως από τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Ο πλούτος των πληροφοριών μας αποκαλύπτει, την στενότατη σχέση του πολιτισμού μας με την σύγχρονη επιστήμη. Είναι τόσο στενή αυτή η σχέση, ώστε σχεδόν δυτικός πολιτισμός και σύγχρονη επιστήμη ταυτίζονται. Η επιστημονική έρευνα στην Φυσική, την Αστρονομία, τα Μαθηματικά, την Βιολογία, αλλά και στις επιστήμες του Ανθρώπου, έχει προχωρήσει εκπληκτικά πολύ και συνεχίζει την πρόοδό της με ιλλιγγιώδεις ρυθμούς. Αυτή η πρόοδος έχει ανάγλυφα και χειροπιαστά αποτυπωθεί στα τεχνολογικά καταναλωτικά προϊόντα, τα οποία έχουν μια ποιότητα και ικανότητα ανταποκρίσεως στον σκοπό της παραγωγής τους, μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία. Ποτέ ο άνθρωπος δεν κατασκεύασε τόσο τέλεια αντικείμενα και μάλιστα σε μαζικές ποσότητες.  Ο πλούτος των πληροφοριών μας αποκαλύπτει ακόμα, το ανθρωπολογικό πρότυπο που προβάλλει, τόσο μέσα από την επιστημονική έρευνα, όσο και από την στόχευση των καταναλωτικών προϊόντων. Το πνεύμα και η ψυχή είναι παντού παρόντα, τόσο στα επιστημονικά ανθρωπολογικά μοντέλα, όσο και στα καταναλωτικά πρότυπα. Ο ανηλέητος ανταγωνισμός σε όλα τα επίπεδα των κοινωνιών των δυτικών χωρών, σταδιακά τις οδήγησε στην ανακάλυψη του πληθωρισμού των δυνατοτήτων της ανθρώπινης ψυχής και του ανθρωπίνου πνεύματος, είτε πρόκειται για τον άνθρωπο καταναλωτή, είτε παραγωγό, είτε επιστήμονα, είτε απλό πολίτη. Ο στόχος σε όλες τις περιπτώσεις είναι, η κατά το δυνατόν ολοκλήρωση του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που εννοούμε πνεύμα ή ψυχή, ώστε να γίνει ένας κατά το δυνατόν τέλειος παραγωγός, ή καταναλωτής. Εν τούτοις αυτή η ψυχή και το πνεύμα, που λαμβάνονται πλέον πολύ στα σοβαρά υπ’ οψιν, παραμένουν στην πραγματικότητα, επί του παρόντος, ανερμήνευτα. Η ιδιότυπη εμψύχωση και η εμπνευμάτωση του κυριάρχου στον χώρο της δυτικής Ευρώπης ανθρωπολογικού προτύπου,έχει ως συνέπεια την εκ νέου επέλαση της επιστήμης στον χώρο της μεταφυσικής, δηλαδή της προσπαθείας να ερμηνευθούν τα μεγάλα μεταφυσικά ερωτήματα περί του κόσμου και του ανθρώπου, με την βοήθεια της επιστήμης.  Η ύπαρξη και ανάπτυξη μιας επιστημονικής μεταφυσικής δεν είναι τίποτα το καινούργιο. Από την Αναγέννηση και μετά, οι ανά πάσαν στιγμήν διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις, χρησίμευαν για την δημιουργία μιας κάποιας επιστημονικής μεταφυσικής. Σε όλους αυτούς τους αιώνες, η επιστημονική μεταφυσική είχε πολεμικό σκοπό με σαφή στόχο. Χρησίμευε ως αντίδοτο στην ασκητική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου,δηλαδή ότι το παρόν και αισθητό είναι κατώτερο από το μελλούμενο και πνευματικό, και πολεμούσε την εκκλησιαστική ιδεολογική κυριαρχία. Φυσικά αναφέρομαι και τώρα, αλλά και στην συνέχεια, στον χώρο της δυτικής Ευρώπης και δυτικής Εκκλησίας, μια και εκεί αναπτύχθηκε η σύγχρονη επιστήμη και εκεί υπήρξε η διαπάλη επιστήμης και Εκκλησίας. Σήμερα βλέπουμε να αναπτύσσεται μια εξελιγμένη επιστημονική μεταφυσική, αν και απουσιάζει εντελώς από το προσκήνιο των ανεπτυγμένων δυτικών χωρών, τόσο η ασκητική θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου, όσο και η κυριαρχία της Εκκλησίας. Τώρα πλέον δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογία, για να υποστηριχθεί η άποψη, ότι η ανάπτυξη μιας -κάποιας- μεταφυσικής, καθίσταται αναγκαία από την ίδια την δομή του κόσμου και των λογικών όντων και όχι από λόγους πολεμικούς, όπως συνέβαινε μέχρι και την εποχή του διαλεκτικού υλισμού. Αυτή η παρατήρηση είναι πολύ σημαντική, γιατί φανερώνει ότι η εσωτερική δομή των λογικών όντων, αυτό που ονομάσαμε λόγο τους ή προδιαγραφή τους, υποχρεώνει κατά κάποιον τρόπο τον σύγχρονο πολιτισμό, να αναφέρεται σε ό,τι μπορούμε να εννοήσουμε με τις λέξεις πνεύμα και ψυχή του ανθρώπου. Και εύλογα τώρα μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα μήπως, δοθέντος ότι δεν έχουμε λόγους να υποθέσουμε ότι η εσωτερική δομή των λογικών όντων άλλαξε τις τελευταίες δεκαετίες, μήπως λοιπόν η αντιπαράθεση του δυτικού πνεύματος με τα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα, δεν είχε ως βασική της αιτία την πολεμική με την Εκκλησία και την ασκητικη της θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου, αλλά οφειλόταν στην ίδια την εσωτερική δομή των λογικών όντων. Μήπως λοιπόν σήμερα,όταν στις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες ο ένας αντίπαλος, η δυτική Εκκλησία έχει ουσιαστικά εκλείψει ως υπολογίσιμο μέγεθος και ως αντίπαλος δέος, ο άλλος συνεχίζει, με εντυπωσιακό σφρίγος και άφθονα μέσα, τον αγώνα για την πλήρωση αυτής της ορμής των λογικών όντων; Το ερώτημα ήδη προαναγγέλει τον βαθύ σύνδεσμο του πολιτισμού της πληροφορίας με την αγιότητα.
4. Η γνώση των όντων  
Τα λογικά όντα, και πιο συγκεκριμένα οι άνθρωποι, σύμφωνα με την Ορθόδοξη διδασκαλία, έχουν ως στόχο και λόγο υπάρξεως την ένωσή τους με τον Θεό, είναι κεκλημένοι στην αγιότητα. Η πορεία προς την αγιότητα είναι πορεία προς την Βασιλεία του Θεού. Και η Βασιλεία του Θεού, είναι η γνώση του Θεού, αλλά και των όντων, ή ακριβέστερα των λόγων των όντων. Αυτή η παραδοσιακά ορθόδοξη παρατήρηση φανερώνει τον βαθύ γνωσιολογικό χαρακτήρα της αγιότητας. Η αγιότητα συνδέεται αδιάσπαστα με μια, ιδιότυπη για την δική μας καθημερινότητα, γνώση των όντων, δηλαδή του κόσμου και του ανθρώπου. Η ροπή προς αυτήν την γνώση είναι ένα θεμελιώδες συστατικό της υπάρξεώς μας.  Αυτή δε η γνώση, σύμφωνα με την εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία, είναι διφυής. Ο οδεύων την οδό της αγιότητας γνωρίζει τα όντα και τους λόγους τους, ως οδούς, δια των οποίων το νοερό όμμα του φθάνει στον Δημιουργό Θεό. Αλλά στον Θεό φθάνει κανείς, και τρόπον τινά, κατ’ ευθείαν δια της προσευχής. Τότε θεάται και γνωρίζει τα όντα ως δημιουργήματα του Θεού, ευρισκόμενα μέσα στην Θεία Πρόνοια. Σύμφωνα λοιπόν με την Ορθόδοξη Παράδοση η Δημιουργία δηλαδή, τα όντα, ο κόσμος και ο άνθρωπος, πλάσθηκαν δια να χρησιμεύσουν ως λεωφόροι γνώσεως του Θεού.  Ετσι έχουμε δύο τρόπους γνώσεως των όντων. Ο πρώτος είναι αυτός κατά τον οποίον, η γνώση ξεκινά από την αισθητή και λογική θέα των όντων και οδηγεί στην εν μέρει βέβαια γνώση του Θεού, εργασία η οποία παραδοσιακά ονομάζεται, φυσική θεωρία των όντων. Το είδος αυτής της γνώσεως είναι πολύ κοντά, αν και δεν ταυτίζεται με την επιστημονική γνώση, και επιτελείται δια μέσου των αισθήσεων και της λογικής του ανθρώπου.  Ο δεύτερος δεν έχει κάτι το αντίστοιχο με την εμπειρία της καθημερινότητας. Θα έλεγε κανείς, ότι είναι ενέργημα μιας άλλης καταστάσεως του ανθρωπίνου είναι, μιας καταστάσεως που ορά τα πάντα μέσα από τον Θεό. Μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος τώρα γνωρίζει τον Θεό και τα όντα, δια της προσευχής. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η προσευχή στην οποία αναφέρομαι, είναι πολύ διαφορετική, πού ευρύτερη και πλουσιώτερη, από την προσευχή που γνωρίζουμε στην καθημερινή μας ζωή. Είναι η προσευχή της αγιότητας και η αγιότητα διαφέρει πολύ από την καθημερινότητα. Σην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος δεν γνωρίζει τα όντα με τις αισθήσεις του, ούτε και ενδιαφέρεται για την απέραντη ποικιλία των μορφών τους. Μιλούμε λοιπόν για δύο γνωσιολογικές καταστάσεις, που ας τις ονομάσουμε αυθαίρετα, ως την αισθητή και την πνευματική. Και οι δύο είναι καταστάσεις εμπεριεχόμενες στην αγιότητα και θα πρέπει να τις εννοήσουμε στα γενικότερα πλαίσια της εν Χριστώ ζωής. Θεμέλιό τους είναι, ο ασκητικός αγώνας κατά των παθών.
5. Η γνωσιολογική συμμετρία
Στην αγιότητα οι δύο γνωσιολογικές καταστάσεις συνυπάρχουν, συλλειτουργούν και αλληλοτροφοδοτούνται. Συγχρόνως όμως συμβαίνει κάτι το χαρακτηριστικό, δεν ενεργούνται ταυτόχρονα. Η πνευματική θέα του Θεού και των όντων μέσα από Αυτόν, περιστέλλει την αισθητή θέα των όντων, αλλά και αντιστρόφως. Αυτό έχει να κάνει με τα πεπερασμένα όρια της ανθρωπίνης φύσεως. Σε κάθε λοιπόν επίπεδο της εν Χριστώ ζωής στο οποίο βρίσκεται ένα ανθρώπινο πρόσωπο, η πνευματική γνωσιολογική κατάσταση και η αισθητή, έχουν κατά κάποιον τρόπο ένα σταθερό άθροισμα. Καθώς κινείται πλησιάζοντας ή απομακρυνόμενο από τον Θεό ένα ανθρώπινο πρόσωπο, το μέγεθος του αθροίσματος θα αλλάζει, σε κάθε στιγμή όμως είναι σταθερό, ως προς τις δύο συνιστώσες του.  Αυτή η παρατήρηση, οδηγεί την σκέψη μας σε μια σειρά αναλόγων φυσικών φαινομένων, παρατηρουμένων στον χώρο της κβαντομηχανικής των συμμετριών βαθμιδας. Όταν δύο μεγέθη, έστω διαφορετικά μεταξύ τους, σε κάθε ενεργειακή βαθμίδα έχουν μια σταθερή σχέση, τότε λέμε ότι είναι συμμετρικά μεταξύ τους. Κατ’ αυτήν την έννοια και στην περίπτωσή μας μπορούμε να πούμε, ότι οι δύο γνωσιολογικές καταστάσεις είναι συμμετρικές μεταξύ τους και να μιλήσουμε για την γνωσιολογική συμμετρία. Είναι φανερό ότι η γνωσιολογική αυτή συμμετρία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αγιότητα. Υπάρχει και έχει νόημα, μόνο για το ανθρώπινο πρόσωπο που κινείται στον χώρο της αγιότητας. 
6. Η ρήξη της γνωσιολογικής συμμετρίας
Η έννοια της συμμετρίας βαθμίδας στην κβαντομηχανική, εισήχθη κυρίως για να μας οδηγήσει στο φαινόμενο της ρήξης της συμμετρίας. Γενικά μια συμμετρική κατάσταση, είναι κατάσταση υψίστης ενεργείας και ξέρουμε ότι η φύση κατά κάποιον τρόπο, αντιπαθεί αυτές τις καταστάσεις και ρέπει προς καταστάσεις χαμηλοτέρων ενεργειών. Έτσι οι συμμετρικές καταστάσεις είναι γενικά ασταθείς και έχουν την τάση να καταστρέφονται. Το σημαντικό όμως είναι, ότι παρά το γεγονός ότι μετά την ρήξη της συμμετρίας, οι δύο καταστάσεις αυτονομούνται, εν τούτοις διατηρούν μια βαθειά μεταξύ τους σχέση.  Όπως είναι γνωστό από την διαχρονική εμπειρία της Εκκλησίας, η αγιότητα είναι μια κατάσταση υψίστης ενεργείας, και αναμενόμενα, η γνωσιολογική συμμετρία που εδρεύει σε αυτήν την κατάσταση έχει έντονη την τάση να θραυσθεί. Τότε η γνώση των όντων δια των αισθήσεων, αυτονομείται από την γνώση των όντων δια της προσευχής. Όταν το ανθρώπινο πρόσωπο δεν διατίθεται να καταβάλει το υπαρξιακό τίμημα για την επίτευξη ή διατήρηση της αγιότητας, πέφτει σε μια συμβατικότερη κατάσταση μικροτέρας υπαρξιακής εντάσεως. Τότε η γνώση δια της προσευχής, είτε του Θεού είτε των όντων, στερεύει και το ανθρώπινο πρόσωπο μένει μόνο με τις γνωστικές δυνατότητες των αισθήσεων και της διανοίας του.  Ο άνθρωπος στην κατάσταση υψίστης ενεργείας, την κατάσταση της αγιότητας, βιώνει υπαρξιακή ισορροπία με το ανθρώπινο και φυσικό του περιβάλλον, στοιχεία των οποίων η ανάμνηση συνθέτει την παγκόσμια ιδεατή εικόνα της ευτυχίας. Ο άνθρωπος που πέφτει από την κατάσταση της αγιότητας, χάνοντας αυτές τις υψηλές υπαρξιακές κατάστάσεις, δεν παύει να τις νοσταλγεί βασανιστικά έντονα. Αγωνίζεται λοιπόν αγώνα θαυμαστό για να επανέλθει στην αγιότητα. Τι συμβαίνει όμως, αν δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις να επανέλθει σε αυτήν ; Τότε στρέφεται αλλού, προσπαθώντας να αντικαταστήσει με άλλα, τα στοιχεία που έχασε. Ο πόθος παραμένει σταθερός, τα μέσα όμως αλλάζουν. Τότε, καθώς δεν μπορεί να βρει την Βασιλεία του Θεού μέσα του, την αναζητά έξω του και τότε η γνώση του Θεού και των όντων δια των αισθήσεων και της διανοίας, είναι το ισχυρότερό του εργαλείο, για την επίτευξη των στόχων του. Και οι στόχοι αυτοι μετασχηματίζονται, ως προς μέν τον Θεόν, στην κατανόηση της υπάρξεώς του, ως προς δε το φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον του, την δημιουργία σχέσεων με αυτά, που να ικανοποιούν τις όποιες απαιτήσεις φαίνονται εύλογες στο δρών υποκείμενο.  Ας κάνουμε μια παρέκβαση, για να πούμε ότι στην καθημερινότητα, η υψίστη υπαρξιακή κατάσταση είναι άγνωστη για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, που, κατά συνέπειαν, θεωρούν ως φυσιολογική την κατάσταση της απουσίας της αγιότητας και της κατεστραμμένης συμμετρίας. Αυτό όμως τελικά δεν είναι σημαντικό όταν συζητάμε επί οντολογικού επιπέδου, όπως ακριβώς συμβαίνει π.χ. και με την ενοποίηση της ασθενούς πυρηνικής δυνάμεως με την ηλεκτρομαγνητική και την ισχυρή πυρηνική. Στην περίπτωση αυτή απαιτούνται καταστάσεις πολύ υψηλών ενεργειών, που αν και δεν είναι επιτεύξιμες στα τωρινά εργαστήρια, δεν μας κάνουν να αμφιβάλουμε για την πραγματικότητά της. Η γνωσιολογική συμμετρία αν και είναι εξίσου δυσεπιτεύξιμος, όμως δεν είναι λιγότερο πραγματική. Ίσως μάλιστα είναι πλέον βεβαία, γιατί μέχρι τις μέρες μας υπάρχουν ζωντανοί μάρτυρες που την πραγματώνουν κατ’ ευδοκία Θεού στην ζωή τους. Πάντως είναι χαρακτηριστικό, ότι για τον μέσο άνθρωπο το μεταφυσικό πρόβλημα περιορίζεται στο αν υπάρχει Θεός ή όχι, και το πρακτικό στο πως θα αποκομίσει από το περιβάλλον του ό,τι του χρειάζεται. Ελάχιστοι έχουν στο υπαρξιακό οπτικό τους πεδίο, τα ερωτήματα τα συνδεόμενα με την γνωσιολογική συμμετρία.  Σκιαγραφήσαμε κάπως το τι συμβαίνει σε προσωπικό επίπεδο, αναφορικά με την ρήξη της γνωσιολογικής συμμετρίας. Τότε η ιστορία του χριστιανικού κόσμου αποκτά μια νέα όψη, γιατί η γνωσιολογική συμμετρία καθορίζει ρηξικέλευθα την σχέση των αθρώπων με τον Θεό, και για όποιον πιστεύει σε προσωπικό Θεό που δρα μέσα στην ιστορία, η τοποθέτηση των ανθρώπων απέναντί του, δεν μπορεί παρά να είναι, ο κόμβος των ιστορικών και πολιτιστικών εξελίξεων.  Όταν στα πλαίσια μιας κοινωνίας το μέγεθος της ( κοινωνικής ) αγιότητας είναι μεγάλο, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει ζωντανή η εμπειρία της αγιότητας σε ένα αρκετά μεγάλο αριθμό μελών της, τα οποία έχουν μια άκρως αισθητή παρουσία στο σύνολο της κοινωνικής ζωής, τότε αυτή η κοινωνία ζει στον ρυθμό της γνωσιολογικής συμμετρίας. Η μεν Θεολογία που αναπτύσει η κοινωνία αυτή, στηρίζεται κατ’ ουσίαν στην θεοπτία των αγιασμένων μελών της, η δε γνώση των όντων και η ικανότητα που αναπτύσσεται από αυτήν δεν στρέφεται τόσο σε πρακτικούς στόχους, όσο θα λέγαμε σε λειτουργικούς, δηλαδή η γνώση και η τεχνολογία που αναπτύσσεται, έχει ως κύριο στόχο την εξυπηρέτηση της προσευχής. Σε αυτήν την κοινωνία θα είναι συχνό το φαινόμενο, πολιτικοί ή στρατιωτικοί ή σοφοί, να γίνονται μοναχοί και θεολόγοι και γενικότερα, τα εκλεκτότερα πνεύματά της να τιμώνται ως άγιοι.  Όταν όμως το μέγεθος της ( κοινωνικής ) αγιότητας μικραίνει, πράγμα που σημαίνει ότι η εμπειρία της αγιότητας χάνεται σιγα-σιγά από την κοινωνική πραγματικότητα και τα άτομα που την βιώνουν είναι ελάχιστα και χωρίς σημαντική κοινωνική επιρροή, τότε στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας συμβαίνει η ρήξη της γνωσιολογικης συμμετρίας. Τότε η Θεολογία που αναπτύσσει η κοινωνία αυτή, γίνεται διανοητική και στηρίζεται κατ’ ουσίαν στα φιλοσοφικά σχήματο του παρελθόντος, προκειμένου να αναπτύξει τα δικά της φιλοσοφικοθεολογικά συστήματα. Ακόμη πιο αισθητές γίνονται οι συνέπειες της ρήξεως της συμμετρίας, στο θέμα της αξιοποιήσεως της γνώσης των όντων και της ικανότητας που απορρέει από αυτήν, η οποία σταδιακά από την προσευχή στρέφεται σε πλέον πρακτικούς στόχους και κυρίως στην ικανοποίηση των εγκοσμίων πόθων των μελών της. Και αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη αυτής της κοινωνίας δεν γεύονται των καρπών της γνωσιολογικής συμμετρίας και αναζητούν υποκατάστατά τους, αξιοποιώντας την ικανότητα που τους παρέχει η μη συμμετρική γνώση των όντων.  Αν και οι εικόνες που χρησιμοποιώ είναι γενικές και σχηματικές και βέβαια η ζωή δεν μπορεί να υποταχθεί σε αυτές, όμως στηρίζουν αρκετά την άποψή μου, ότι η ρήξη της γνωσιολογικής συμμετρίας έχει δραματικές ιστορικές συνέπειες. Η ρήξη της συμμετρίας σημαίνει την αδυναμία αυθεντικής και πλήρους γνώσεως του Θεού στον χώρο μια κοινωνίας. Αυτό στην συνέχεια έχει ως συνέπεια, την διατάραξη και εξασθένηση της σχέσης της κοινωνίας με τον Θεό. Καθώς δε είναι χαρακτηριστικό των ανθρωπίνων κοινωνιών να κληροδοτούν στις επόμενες γενιές την εμπειρία τους, είναι φανερό ότι η μεταβολή της σχέσης κοινωνίας και Θεού, κληροδοτούμενη από γενιά σε γενιά, επαυξάνεται συνεχώς, μέχρις ότου η απομάκρυνση από τον Θεό, να γίνει κύριο χαρακτηριστικό του πολιτισμού της κοινωνίας.  Πάλι σχηματικά πρέπει να παρατηρήσουμε, επειδή έχουμε πείρα της απεριόριστης φιλανθρωπίας του Θεού, ότι οι εξελίξεις είναι αβίαστες και σταδιακές και μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, πάντα υπάρχουν περιθώρια στα πρόσωπα, να διαφοροποιηθούν από τις κύριες τάσεις της κοινωνίας. Έχοντας όλες τις παραπάνω σκέψεις ως μεθοδολογικά εργαλεία, μπορούμε να δούμε πως αποκαλύπτεται η ιστορία του πολιτισμού μας. 
7. Οι πρώτοι μ.Χ. αιώνες
Η έλευση του Χριστού εις τον κόσμο, εκτίναξε στα ύψη το μέγεθος της αγιότητας στην ελληνορωμαϊκή κοινωνία των πρώτων μ.Χ. αιώνων. Πλήν όμως, ήδη εξ αρχής, παρατηρούμε μια σταδική μείωσή της. Π.χ. Οι πρώτες χριστιανικές αγάπες κράτησαν τόσο λίγο, όσο και οι αυτόπτες μάρτυρες της εν τω κόσμω παρουσίας του Χριστού. Μια τέτοια κορυφαία υπαρξιακή συλλογική κατάσταση, δεν ήταν δυνατόν να κρατήσει πολύ. Η καθοδική πορεία ήταν πολύ ομαλή, αλλ’ όμως αισθητή. Η αναγνώριση του χριστιανισμού ως επισήμου θρησκείας του κράτους, σήμαινε σημαντικές περιπέτειες για την αγιότητα. Η έρημος όμως σήκωσε επάξια το βάρος της, για πολλούς αιώνες. Από τα δύο τμήματα του ρωμαϊκού κράτους, που πάντα διέφεραν και σιγά-σιγά παίρνουν τον δρόμο τους, το δυτικό υφίσταται μια κατακλυσμιαία αλλαγή. Νέοι λαοί εισβάλλουν και κυριεύουν αυτό, δίδοντας στις εξελίξεις μια τελείως καινούρια δυναμική. Αυτή η δυναμική έχει μελετηθεί πολλαπλώς, η χρήση όμως των μεθοδολογικών εργαλείων, που αναπτύξαμε προηγουμένως, μας βοηθά να δούμε πιο καθαρά και πιο βαθειά το τι ακριβώς συνέβη. Αφήνουμε την μελέτη της πορείας της αγιότητας στο ανατολικό τμήμα, γιατί μας ενδιαφέρει το δυτικό που είναι η κοιτίδα της συγχρόνου επιστήμης και πολιτισμού. Το κρίσιμο ερώτημα για την περίπτωσή μας είναι, τι συνέβη με την αγιότητα; Οι νέοι λαοί κληρονόμησαν από τους παλαιούς κατοίκους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας την εμπειρία της αγιότητας ως θεοπτίας ; Στις νέες αυτές κοινωνίες που δημιουργήθηκαν από την συγχώνευση των λαών, διατηρήθηκε η γνωσιολογική συμμετρία ; Η απάντηση είναι αρνητική, όπως προκύπτει από τις ιστορικές μαρτυρίες, από την εσωτερική λογική της αγιότητας και όπως φανερώνουν οι αμέσως μεταγενέστερες εξελίξεις. Κατ’ αρχάς, είναι γνωστό ότι οι νέοι λαοί δέχθηκαν το μήνυμα του ευαγγελίου από αιρετικούς και μάλιστα αρειανούς. Στην συνέχεια χάρις στις σύντονες προσπαθειες της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, έγιναν ορθόδοξοι, αλλά πλήθος μαρτυριών φανερώνουν ότι, μπορεί μεν να δέχθηκαν την πίστη, όχι όμως και την χριστιανική ζωή. Δεν θα είμαστε μακριά από την αλήθεια, αν πούμε ότι ο βαθμός ενταξεως των νέων λαών στο χριστιανικό βίωμα, της προσωπικής σχέσης ανθρώπου και Θεού, ήταν μικρό. Όμως η αγιότητα, είναι κάτι πολύ περισσότερο και όπως ξέρει καλά η ορθόδοξη Εκκλησία, είναι καρπός μακροχρονίου εμπειρίας, μαθητείας σε κάποιον γνώστη της οδού. Και το ερώτημα μετατίθεται, στο κατά πόσον οι νέοι λαοί μπόρεσαν να αναπτύξουν τέτοια σχέση μαθητείας και υπακοής απέναντι στους κατακτημένους λαούς. Το να κάνει εσωτερική καρδιακή υπακοή ο κατακτητής στο κατακτημένο, με σκοπό να μυηθεί στον δρόμο της αγιότητας, είναι ενέργεια μεγίστης ωριμότητος και υψίστης υπαρξιακής εντάσεως. Κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μαρτυρεί κάτι τέτοιο. Πλήθος μαρτυρεί για το αντίθετο, δηλαδή για την δεσποτική στάση κατακτητών έναντι των κατακτημένων. 
8. Ο δυτικός μεσαίων
Οι δύο αυτές επισημάνσεις καθιστούν φανερό το γεγονός, ότι η αγιότητα ως εμπειρία της θεοπτίας, δεν πέρασε στους νέους λαούς. Παρ’ όλα αυτά οι λαοί αυτοί μπήκαν στην τροχιά της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, γιατί αυτή μέσα στο χάος που δημιουργήθηκε με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας, ήταν ο μοναδικός οργανωμένος φορέας ενός ανωτέρου πολιτισμού. Μετά βέβαια τα πρώτα δύσκολα χρόνια, οι νέοι λαοί, οργανώθηκαν και άρχισαν να αναπτύσσουν πολιτισμό. Αλλ’ όμως η γνωσιολογική συμμετρία είχε πλέον σπάσει. Η θεολογία παραμένει δεσπούζουσα, αλλά χάνει τον θεοπτικό της χαρακτήρα και επανακάμπτει στα παλαιότερα λογικά και φιλοσοφικά συστήματα. Κατ’ αρχάς η θεολογική παραγωγή στον χώρο της δύσης είναι νηπιώδης, αλλά με την πάροδο των αιώνων, γίνεται αξιόλογη. Κατά βάθος όμως είναι φιλοσοφικής δομής.  Η αγιότητα ως στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής παραμένει, αλλά αποκτά αποκλειστικά ηθικό χαρακτήρα που σταδιακά γίνεται άκαμπτος, τελικά σκληρός, και καθώς δεν αρδεύεται από την εμπειρία της Θείας Χάριτος, γίνεται αβάστακτος, τυραννικός για τους ανθρώπους. 
9. Οι νεώτεροι χρόνοι
Η γνώση των όντων σταδιακά απομακρύνεται απότην υπηρεσία της προσευχής και στρέφεται σε πρακτικούς σκοπούς, συνδεδεμένους με τον αγώνα της επιβίωσης στο δύσκολο φυσικό περιβάλλον της Βορείου Ευρώπης. Η ικανότητα που αποκτιέται στην επίλυση των προβλημάτων της καθημερινής ζωής, σύντομα δίδει νέες δυνατότητες στους νέους λαούς, που με την σειρά τους μετουσιώνονται σε νέα γνώση και γεννάται πλέον η σύγχρονη επιστήμη. Η σύγχρονη επιστήμη είναι πλέον η γνώση των όντων σε συνθήκες κατεστραμμένης γνωσιολογικής συμμετρίας και δεν έχει ως προϋπόθεση τον ασκητικό αγώνα κατά των παθών. Απεναντίας πολλές φορές τίθεται στην υπηρεσία των παθών.  Η αλματώδης αύξηση της ικανότητας επιβίωσης, χάρις στην πρακτική και εγκόσμια αξιοποίηση της γνώσης των όντων, συν τω χρόνω, καθιστά ακόμη πιο δυσβάστακτο τον ασφυκτικό έλεγχο της δυτικής Εκκλησίας στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Αν και οι μάζες υπακούουν, τα εκλεκτότερα πνεύματα των δυτικών κοινωνιών, επαναστατούν κατά της καταπιεζούσης θεσμικής δυτικής Εκκλησίας. Έχουν μπροστά τους να αντιμετωπίσουν μια θαυμαστά λογική και συστηματική θεολογία, απέναντι στην οποία η νέα γνώση των όντων, που αποκτάται με την πρόοδο της επιστήμες και της τεχνικής, τους δίδει την δυνατότητα να αντιπαρατάξουν την δική τους κοσμοθεωρητική εκδοχή. Και έτσι από την χαραυγή των νεοτέρων χρόνων,αρχίζει η τιτάνια μάχη του δυτικού πνεύματος απέναντι στην δυτική Εκκλησία, που ναι μεν το έθρεψε για αιώνες, βγάζοντάς το από το σκοτάδι της βαρβαρότητας στο φως του πολιτισμού, αλλά θέλησε να το κρατήσει για πάντα κάτω από την δική της κηδεμονία. Σε αυτήν την μάχη η σύγχρονη επιστήμη, είναι το βασικότερο όπλο αυτών που πολεμούν ενάντια στην δυτική Εκκλησία. Μέσα στην ένταση της μάχης, χάνεται και ως απλή ανάμνηση η συμμετρική κατάσταση. Η γνώση των όντων ταυτίζεται με την νέα επιστήμη και μετατρέπεται από οδό θογνωσίας και παράγοντα αρμονίας του ανθρώπου με το φυσικό και ανθρωπινο περιβάλλον, σε λόγο υπέρ ή κατά της δυτικής Εκκλησίας και του Θεού που αυτή κηρύττει και μέσο κυριαρχίας στο φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον.  Όταν λοιπόν ο επιστημονικός λόγος γίνεται μεταφυσικός, είναι είτε πολεμικός είτε απολογητικός του Θεού και του καθιδρύματος, που Τον αντιπροσωπεύει στις δυτικές κοινωνίες. Η γνωσιολογική συμμετρία φαίνεται εντελώς κατεστραμμένη και παντελώς ξεχασμένη. Πλην όμως, παραμένει όλους αυτούς τους αιώνες υπαρκτή. Ο άνθρωπος επιδίδεται με όλες τις δυνάμεις του στον αγώνα για την απόκτηση των πάσης φύσεως γνώσεων, υπακούοντας ασυναίσθητα στον βαθύ λόγο υπάρξεώς του. Είναι πλασμένος για να γνωρίσει τον Θεό και την αλήθεια των όντων και για τον στόχο αυτόν δαπανούν την ζωή τους και την ικμάδα τους τα λαμπρότερα πνεύματι της ανθρωπότητας.
10. Συμπεράσματα
Έπρεπε να φθάσουμε στις μέρες μας, ώστε ο πλούτος των πληροφοριών να μας κάνει να μπορέσουμε να δούμε όλη αυτή την ιστορία πιο ελεύθερα. Σήμερα που η μάχη έχει κριθεί και η δυτική Εκκλησία έχει τεθεί στο περιθώριο και δεν ελκύει πλέον την πολεμική κανενός, ενώ ο ασκητικός χαρακτήρας της ζωής για την συντριπτική πλειοψηφία των δυτικών λαών έχει χαθεί ακόμα και από τα βιβλία, ο δυτικός άνθρωπος ορμά με αμείωτο ενδιαφέρον και ένταση προς την γνώση του Θεού και την επίλυση των υπαρξιακών του προβλημάτων διαμέσου της επιστήμης. Κρίνοντας την προσπάθεια αυτή υπό το φως των παραπάνω σκέψεων, αισθανόμαστε μεγάλη απογοήτευση. Η αφετηρία ης συγχρόνου επιστήμης, αλλά και της συγχρόνου εποχής, είναι καταστροφή της γνωσιολογικής συμμετρίας, δηλαδή καρπός της εξουθενωτικής υπαρξιακής αποτυχίας του ναθρώπου να ανταποκριθεί στον θεμελιώδη λόγο-προδιαγραφή του, την ένωσή του με τον Θεό, ακολουθώντας τον δρόμο που του έδειξε και έδωσε ο Δημιουργός του. Δηλαδή όλη αυτή η συγκλονιστική επιστημονική εποποιία, αν και φαίνεται να αποδίδει εντυπωσιακούς καρπούς, εν τούτοις έχει ένα βαθύ αρνητικό πρόσημο.  Σύμφωνα με την πάγια απολογητική χριστιανική γραμμή, η σύγχρονη επιστήμη είναι δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο και επομένως από την φύση της είναι καλή και οι τυχόν περενέργειές της οφείλονται στην όποια παράχρησή της. Δεν χρειάζεται παρά να την χρησιμοποιεί κανείς ορθά και όλα θα πηγαίνουν καλά. Αυτή η θέση, η τόσο αναπαυτική για όλους μας, φανερώνεται εσφαλμένη υπό το φως της γνωσιολογικής συμμετρίας. Η ρήξη της γνωσιολογικής συμμετρίας, σημαίνει ότι η σύγχρονη επιστήμη αναπτύχθηκε πάνω σε δρόμο ο οποίος βρίσκεται έξω από την αρχική, δηλαδή φυσική και κανονική προδιαγραφή του ανθρώπου. Συνέπεια τούτου είναι το γεγονός, ότι τα προβλήματα τα οποία έχουν προκύψει από την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, δεν είναι συγκυριακά, αλλά ανάγονται στην ίδια την φύση της τεχνολογικής προόδου.  Τα λόγια αυτά φαίνονται σκληρά και απόλυτα και δεν γίνονται εύκολα αποδεκτά, ας μου επιτραπεί, ούτε και από μένα. Η λογική κατάληξή τους είναι η απαξίωση της συγχρόνου επιστήμης και συνάμα του δυτικού πολιτιστικού οικοδομήματος που στηρίζεται σε αυτήν. Κάτω από αυτό το φως, όλα γύρω μας φαίνονται να μην έχουν νόημα. Το γεγονός ότι η άποψη αυτή, ότι δηλαδή ο πολιτισμός μας είναι από την φύση του κακός, μας φαίνεται απαράδεκτη, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι προηγούμενες σκέψεις είναι λανθασμένες.  Αν δούμε τα πράγματα πιο ώριμα, μπορούμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις που μας βοηθούν να βγούμε εν μέρει από το αδιέξοδο. Πιστεύω λοιπόν ότι, όταν αξιολογούμε τον δυτικό πολιτισμό, έχουμε εθιστεί να κάνουμε ένα βασικό λογικό λάθος. Ταυτίζουμε την χρησιμότητα με την αλήθεια. Βιώνουμε καθημερινά ότι ο πολιτισμός μας, παρ’ όλα τα προβλήματά του, είναι χρήσιμος και ωφέλιμος για μας και με τίποτα δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω στις παλαιότερες εποχές, και από την εμπειρία αυτή βγάζουμε το συμπέρασμα, ότι τελικά είναι καλός. Ναι είναι καλός και χρήσιμος, αλλά το γεγονός ότι μας εξασφαλίζει την επιβίωση, καθόλου δεν σημαίνει ότι μας προσφέρει την οντολογική αλήθεια για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τον Θεό.  Η ρήξη της γνωσιολογικής συμμετρίας, ακριβώς φανερώνει, ότι η επιστήμη είναι χρήσιμη και ωφέλιμη για την ζωή μας, αλλά δεν οδηγεί στην αλήθεια. Η επιστήμη δεν μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια των όντων όσο και να προοδεύει. Προσεγγίζει τα όντα, αλλά δεν έχει από μόνη της τις προϋποθέσεις να γνωρίσει την πληρότητα του είναι. Η γνώση που προσφέρει η επιστήμη δεν είναι ψευδής, αλλά η αδυναμία της επιστήμης δεν είναι τεχνικής φύσεως. Όσο και να προοδεύσει, ακόμα κι’ αν γνωρίσει όλες τις φυσικές ιδιότητες του σύμπαντος, δεν θα ξέρει την αλήθεια του σύμπαντος. Γιατί ολόκληρη η αλήθεια γνωρίζεται μόνο μέσα στα πλαίσια της γνωσιολογικής συμμετρίας. Αυτή η διάκριση είναι εξαιρετικά σημαντική, ίσως είναι η πεμπτουσία όλων όσων προηγήθηκαν, γιατί διαρκώς πληθαίνουν οι φωνές που μας παρουσιάζουν την επιστημονική αλήθεια, ως την οντολογική αλήθεια. Μια τέτοια υπερπήδηση, μας οδηγεί στο ψέμμα και μάλιστα στο οντολογικό ψέμμα. Αναμφίβολα, αν ο Θεός ενεργούσε σύμφωνα με την δική μας λογική, η εικόνα που αναδύεται από την εισήγηση αυτή, θα ήταν πολύ απαισιόδοξη. Η αγάπη του Θεού όμως, ξέρει πάντα να βρίσκει τον δρόμο για να περιβάλλει με αγάπη τον κάθε άνθρωπο στην προσωπική του ζωή και τον κάθε πολιτισμό μέσα στην ιστορία. Αυτήν την πραγματικότητα, που είναι εξίσου δύσκολα δεκτή για τους κάθε είδους θρησκευόμενους, τη φανερώνει πάλι η προσευχή της γνωσιολογικής συμμετρίας. Εν τούτοις δεν αλλάζει το γεγονός,ότι η επιστημονική γνώση των όντων, όσο πλήρης και να είναι, δεν είναι αληθινή παρά μονο αν τρέφεται από την προσευχή και θεμελιώνεται στην ασκητική προσπαθεια, για την τήρηση των εντολών του Θεού.

* Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε από τις Εκδόσεις Σαββάλας στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου με γενικό τίτλο ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here