Ζωή με Μέλλον

2
59

Γιώργος Πανταζόπουλος    

Μέλλον σημαίνει δυνατότητα ζωής πληρέστερης,ζωής ποιοτικότερης. Η ύπαρξη που έχει μέλλον είναι η ύπαρξη που ζεί ενώ η ύπαρξη που δεν έχει μέλλον είναι αυτή που πεθαίνει. Νεότητα άρα δεν είναι η αντικειμενική καταγραφή των λίγων χρόνων της ηλικίας, είναι η υποστατιτική προσωπική άνοιξη στη σχέση με τον μέλλοντα χρόνο αλλά και το μέλλον της προσωπικής σχέσης.

Ισχύουν όλα τα παραπάνω αν ως ενδεχόμενα μπορούν να επιβεβαιωθούν εμπειρικά, αν μπορούν να αποτελέσουν κοινωνούμενο υπαρκτικό γεγονός. Σε αυτή την περίπτωση οδηγούν σε μια μορφή του ζήν ςς ανίστασθαι. Αντίθετα αν απορριφθούν ως μη-ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, αν απαδειχθεί η δύναμη αδύναμη απέναντι στη φθορά του χρόνου τότε οδηγούν σε μάι μορφή του ζήν ως θνήσκειν.

Ταιριάζει αυτή η ενδεχομενικότητα της αλήθειας στο μετα-φυσικό πρόβλημα της σχέσης της υπάρξεως με τον ρόνο αν μιλάμε για την ανθρώπινη ύπαρξη. Γιατί ο άνθρωπος μονάχα ως ελευθερία ενυπόστατη μπορεί να νοηθεί. Αρνητικά ως απόκλιση και παρέκκλιση από την κανονικότητα και την στατικότητα των συνθηκών του βίου, της Φύσης, της Ιστορίας και των απρόσωπων θεικών δυνάμεων, ως ύπαρξη που μηδενίζει το είναι της. Θετικά ως ενεργούμενη υποστατική ετερότητα και μοναδικότητα, προσιτή στη σχέση κοινωνίας και γνώσιμη μέσω αυτής και μόνο αυτής. Γνώση ως σχέση που δεν τερματίζεται, γιατί δεν υπόκειται σε αντικειμενικούς προσδιορισμούς. Η προσωπική ανθρώπινη ύπαρξη ως αποκάλυψη το είναι.

 

 

Η ανάδειξη της ζωής ως πραγματικότητας δυναμικής, μας επιτρέπει να εκδεχθούμε και το θάνατο ως πραγματικότητα τέτοια και έτσι μας δίνεται η δυνατότητα να τον βγάλουμε από το πεδίο της πλήρους αγνωσίας στο οποίο βρίσκεται συνήθως, ένεκα της εκδοχής του ως οριακού σημείου.

Άλλωστε είναι φανερό ότι, από τη στιγμή που γεννιόμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε, ο θάνατος συνυπάρχει με την ζωή μας. Υπ΄αυτήν την έννοια μπορεί να είμαστε ζωντανοί ενώ έχουμε πεθάνει ή να είμαστε νεκροί ενώ ακόμα ζούμε. Το ζήτημα δεν είναι αν μετά την παύση των βιολογικών μας λειτουργιών συνεχίζουμε να ζούμε (πράγμα ούτως ή άλλως αδύνατο να διαπιστωθεί), αλλά αν πρίν φθάσουμε στο έσχατο σημείο της φυσικής μας παρουσίας, αυτή η παρουσία δεν έχει εξαντληθεί στην φυσικότητά της. Αφού ο χρόνος που μετρά τη φυσική παρουσία της ύπαρξης φαίνεται να βγαίνει νικητήε. Ενώ ο χρόνος που μετρά τη αδιάστατη σχέση με τον Αγαπημένο( τον πλησίον και τον Θεό) φαίνεται να βγαίνει χαμένος.

Όταν η ζωή καταλήξει να βιώνεται ως πορεία προς θάνατον και ο Χρόνος αρχίσει να μετρά αντίστροφα, τότε η ανθρώπινη ύπαρξη προσπαθεί να ξεφύγει από την δυσάρεστη κατάσταση της επικείμενης κατάποσής της από τον μυθικότης πατέρα με ονειρώδη μέσα. Προσφεύγει στην νοσταλγία του παρελθόντος, στην ονειροπόληση κάποιου χαμένου παραδείσου, ικανοποιοούμενη έτσι με την ζωή κάποιων άλλων, που αυτήδεν έζησε και που δεν μπορεί να ζήσει. Ή καταφεύεγει σ’ ένα κυνηγητό του μέλλοντος, σε κάποια «φυγή προς τα εμπρός» αδυνατώντας να καταλάβει ότι όταν το μέλλον είναι μονάχα αιτούμενο, τότε εκπίπτει απλώς σε μίαν επανάληψη του ίδιου και του ίδιου. Η διαφορά είναι αποκαλυπτική: Άλλο πράγμα η ζωή στο μέλλον και άλλο πράγμα η ζωή με μέλλον. Από τη μία πλευρά έχουμε μια ύπαρξη που προεκτείνει την παροντικότητά της μέχρι το μηδέν και από την άλλη πλευρά έχουμε μια ύπαρξη που δεξιώνεται από τώρα την αιωνιότητα.

Αν κατηγορηθούμε ότι δεν προτείνουμε΄λύσεις και δεν διατυπώνουμε συγκεκριμένες προτάσειςέν είδεισυνταγών μαγειρικής, θα δεχθούμε τις κατηγορίες με χαρά. Δεν έχει κανένα νόημα και κανένα πρακτικό αποτέλεσμα να προταθούν λύσεις αντικειμενικής εγκυρότητας( επιστημονικές, αστρολογικές ή άλλης παρόμοιας φύσης) για προβλήματα προσωπικά, για προβλήματα τα οποία θα αντιμετωπίζουμε, άλλοτε επιτυχέστερα και άλλοτε ατυχέστερα. Για όσο διάστημα θα υπάρχουμε. Αντίθετα έχει νόημα και δια τούτο και πρακτικό αποτέλεσμα να προσπαθήσουμε να φωτίσουμε το μυστήριο του υπάρχειν, τώρα που το χάος βρίσκεται κάτω από τα πόδια μας, περισσότερο απειλητικό από ποτέ άλλωστε.

2 Σχόλια

  1. Φίλε Γιώργο:

    Μαζί σου δύναμαι να συνδιαλέγομαι (βλ.: διαφωνώ) ελεύθερα, οπότε παραθέτω άμεσα τις «αντιδράσεις» μου:

    – ποιητικότατο κείμενο, με προσωπικές μαρτυρίες-πληγές (που φαίνεται πως ακόμη αιμορραγούν)

    – ο Χρόνος είναι πράγματι αμείλικτος, αλλά επέτρεψέ μου να υπομνηματίσω τους αναζωογονητικούς παράγοντες της Φιλίας, της Οικογένειας, και της Προσωπικής Δέσμευσης σε Πρόσωπα, σε Στόχους, και (γιατί όχι;) στον ίδιο μας τον Εαυτό (εγώ, δεν θεωρώ την συνεχή αυτοβελτίωση όνειδος).

    – εάν, βέβαια, το κείμενό σου δεν ήταν τόσο ποιητικό, θα διολίσθαινε επικίνδυνα προς τον άκρατο κυνισμό (βλ.: «τα κελεύσματα της μοίρας» ενάντια στην ιδέα «μην απολογείσαι για τίποτε»).

    Εκφραζόμενος πάντοτε ελεύθερα, εκτιμώ πράγματι τις «απέλπιδες» προσπάθειές σου να νοηματοδοτήσεις το καθημερινό νεύμα φιλίας και κατανόησης.

    Ο «αντιλογών» φίλος σου,

    Δημήτρης Σπυρόπουλος

    Υ.Γ.: Όσοι είναι όρθιοι (στραβο)κοιτούν τις συζητήσεις των καθήμενων, και χαμογελούν πικρόχολα! – Σε «απλά ελληνικά», οι ακαδημαϊκές συζητήσεις οφείλουν να εμβαπτίζονται στην κοινωνική πραγματικότητα και δράση (βλ.: ακτιβισμός).

  2. Ας ξεκινήσουμε το θέμα του χρόνου από άλλη κατεύθυνση.
    Ας πούμε ότι οι τρείς διαστάσεις του χρόνου είναι:παρελθόν-παρόν-μέλλον.
    Σύμφωνα με τον Α.Γιόρν,τον οποίον εγώ τουλάχιστον γνώρισα μέσα από τις αναφορές του θ.Ι.Ζιάκα, οι πολιτισμοί “επιτιδεύονται”να αποπέμπουν τη μια διάσταση και να συνθέτουν τις άλλες.
    Έτσι ο λατινικός πολιτισμός,αποπέμπει το παρόν και συνθέτει το παρελθόν με το μέλλον,ο βυζαντινός αποπέμπει το παρελθόν και συνθέτει το παρόν και το μέλλον.Τέλος ο νορδικός,αποπέμπει το μέλλον και συνθέτει το παρόν με το παρελθόν.
    Σε όλους λείπει κάτι.Όλοι οδηγούνται κάποια στιγμή σε κατάρευση.
    Οστόσο μέσα στον βυζαντινό πολτισμό έχει γίνει ήδη μια σπουδαία προετοιμασία από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
    Τί θα μπορούσατε να πείτε επ’αυτού γιατί βλέπω ότι το παρελθόν λείπει από την ανάλυσή σας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here