Ζακ Ελλύλ: Όλα τα σκεφτόμαστε με όρους πολιτικής

0
208

Ο Ισοκράτης επιλέγει

Όλα να τα σκεφτόμαστε με όρους πολιτικής, όλα να τα καλύπτουμε μ’ αυτή τη λέξη (οι διανοούμενοι εμπνεόμενοι από τον Πλάτωνα και ορισμένους άλλους), όλα να τα ξαναβάζουμε στα χέρια του κράτους, να καλούμε σε κάθε περίσταση το κράτος, να παραπέμπουμε τα προβλήματα του ατόμου στη συλλογικότητα, να πιστεύουμε ότι η πολιτική είναι για τον καθένα, ότι ο καθένας είναι κατάλληλος γι’ αυτήν: να η πολιτικοποίηση του νεωτερικού ανθρώπου, που έχει κυρίως μία μυθολογική όψη. Εκφράζεται στις πεποιθήσεις και συνεπώς εύκολα αποκτά παθιασμένο πρόσωπο. Μπορούμε να σκεφτούμε την κοινωνία μόνον ως διευθυνόμενη από ένα κεντρικό κράτος, πανταχού παρόν και για τα πάντα ικανό. Αυτό που ανήκε στον χώρο της ουτοπίας σε μία οργανικίστικη θέαση της κοινωνίας στην οποία το κράτος έπαιζε τον ρόλο του εγκεφάλου, το έχουμε τώρα όχι μόνον αποδεχθεί ιδεολογικά αλλά και ενσωματώσει βαθιά μες στη συνείδηση μας, αλλιώς κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε ριζική ασυμφωνία με την όλη κίνηση της κοινωνίας μας, πράγμα που δεν μπορούμε να δεχθούμε. Δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε μία κοινωνία στην οποία η πολιτική λειτουργία (της κυβερνητικής εξουσίας) θα περιοριζόταν από ένα εξωτερικό εμπόδιο: ερχόμαστε εδώ στη μονιστική ιδέα της εξουσίας που σταματά την εξουσία. Δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε μία κοινωνία με αυτόνομες ενδιάμεσες ομάδες, ούτε με αποκλίνουσες δραστήριοτητες. Αυτή η πρωτοκαθεδρία του πολιτικού είναι μία κοινωνιολογική προϋπόθεση κοινή σήμερα σ’ όλους και επεκτείνεται σταδιακά σ’ όλες τις χώρες.

Μας φαίνεται ανεπιφύλακτα προφανές ότι όλα πρέπει να υποτάσσονται στην εξουσία του κράτους· θα μας φαινόταν εξωφρενικό το να μπορούσε να του διαφύγει οποιαδήποτε δραστηριότητα. Στην εκ των πραγμάτων κατάσταση της επέκτασης των χώρων παρέμβασης του κράτους αντιστοιχεί επακριβώς βαθιά μέσα μας η πεποίθηση ότι πρέπει να είναι έτσι. Η αξίωση μιας επιχείρησης, ενός πανεπιστημίου, ενός έργου πρόνοιας να παραμείνει ανεξάρτητο μας φαίνεται αναχρονιστική. Το κράτος ενσαρκώνει αδιαμεσολάβητα το κοινό καλό. Είναι ο μεγάλος υπολογιστής, ο μεγάλος οργανωτής, προς τον οποίο συγκλίνουν όλες οι φωνές των ανθρώπων και από τον οποίο εκκινούν όλες οι λογικές, ισορροπημένες λύσεις, οι ανεξάρτητες από τα ιδιωτικά συμφέροντα, συνεπώς οι σωστές/ δίκαιες. Όταν τυχαία διαπιστώνουμε ότι δεν είναι έτσι, σκανδαλιζόμαστε βαθιά, τόσο κατακυριευμένοι είμαστε από την εικόνα της τελειότητας του κράτους. Στα μάτια μας, δεν μπορεί να υπάρχει άλλο κέντρο λήψης αποφάσεων σ’ ένα κοινωνικό σώμα. Για μία ακόμη φορά, δεν μετράει μόνο το γεγονός, αλλά η αυθόρμητη προσκόλληση μας σ’ αυτό, το ότι μέσα μας δικαιολογούμε το εξής: για να είναι τακτοποιημένος ο κόσμος, πρέπει το κράτος να έχει αναλάβει όλες τις εξουσίες.

aΑντίστοιχα, μπορούμε να διαπιστώσουμε μία πολύa παράξενη στάση ορισμένων

κοινωνιολόγων ή ψυχο-κοινωνιολόγων, για τους οποίους κάθε φαινόμενο εξουσίας/ αυθεντίας, σε όποιο επίπεδο και αν βρίσκεται, σε οποιαδήποτε ομάδα, με όποιο τρόπο και αν εκφράζεται, είναι πάντα μόνο κάτι συμπτωματικό που έχει ως υπόδειγμα [paradigme] το κράτος. Το ότι σε μία ομάδα αναδεικνύεται ένας leader [ηγέτης], το ότι ο πατέρας ασκεί μία εξουσία/ αυθεντία στην οικογένεια, το ότι ένας τεχνικός επιβάλλεται σ’ ένα σωματείο, αποσπά αμέσως το φαινόμενο της εξουσίας/ αυθεντίας από το πλαίσιο του και το ανάγει στο φαινόμενο του κράτους, στη μορφή που μπορεί να πάρει στην πολιτική, τόσο πολύ έχουμε ανάγκη αυτή την εικόνα πυραμίδας στην οποία κάθε εξουσία/ αυθεντία είναι απλώς ένα σμικρυμένο μοντέλο της Εξουσίας/ Αυθεντίας.

Κι αυτή η θέση την οποία δίνουμε μες στην καρδιά μας στο κράτος και στην πολιτική ζωή μας οδηγεί σε μία ολόκληρη ερμηνεία της Ιστορίας. Η Ιστορία είναι κατ’ αρχήν πολιτική ιστορία. Για πολύ καιρό λογαριάζονταν μόνο τα συμβάντα που αφορούσαν τα βασίλεια και τα έθνη, μόνον οι πόλεμοι και οι κατακτήσεις, μόνον οι πολιτικές επαναστάσεις. Βέβαια, αυτή η σύλληψη της ιστορίας έχει ξεπεραστεί, αλλά έχει αντικατασταθεί απο τη μεγάλη σημασία που δίδεται στις πολιτικές και διοικητικές δομές. Μία κοινωνία έχει ύπαρξη μόνο μέσα από τους θεσμούς της, και αυτοί ακριβώς έχουν το προβάδισμα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη θέαση (παρά τη σημασία που έχει αποκτήσει η οικονομική και κοινωνική ιστορία). Αλλά, κυρίως, δεν ξεφεύγουμε από την παράξενη θέαση μιας Ιστορίας που είναι σαφώς συνάρτηση του κράτους. Όπου υπάρχει κράτος, υπάρχει και Ιστορία άξια του ονόματος αυτού. Οι μεροβιγγιανοί χρόνοι είναι τόσο ζοφεροί μόνον επειδή το κράτος είναι γελοίο. Ο «Μεσαίωνας» είναι ενδιάμεση περίοδος, ανώνυμη, μόνον επειδή βρίσκεται ανάμεσα σε δυο περιόδους μεγαλείου του κράτους: τη ρωμαϊκή και τη μοναρχική [της απόλυτης μοναρχίας]. Ανάμεσα στις δύο, υπάρχει το οικτρό ενδιάμεσο, στο οποίο υποχρεωνόμαστε να θεωρούμε την κοινωνία άμορφη επειδή δεν την ήθελε η κορυφή, επειδή δεν την εμψύχωνε μία μόνο βούληση, επειδή δεν ήταν οργανωμένη συγκεκριμένα. Ευτυχώς οι βασιλείς, με σιδερένια πυγμή, αποκαθιστούν το κράτος. Η Γαλλία ξαναγίνεται σίγουρη αξία, και ορισμένοι παραβάλλουν την ανωτερότητα αυτής της κίνησης με τη μη συνεκτική διάλυση της Αγίας [Ρωμαϊκής] Αυτοκρατορίας. Βέβαια, αφού είμαστε δημοκράτες, είμαστε ενάντια στη μοναρχική απολυταρχία του Λουδοβίκου ΙΔ’. Αλλά στα κρυφά τον συμπαθούμε, επειδή ήταν το κράτος.

Και θρέφουμε βαθιά μνησικακία για τον Ντεγκώλ, επειδή είπε πάρα πολλά αλλά δεν υλοποίησε το συγκεντρωτικό, αμερόληπτο, ισχυρό κράτος, τόσο ισχυρό ώστε ν’ αρκούσε να δείχνει τη δύναμη του χωρίς να την ασκεί, το αναμφισβήτητο και γεμάτο αυτοπεποίθηση κράτος, που θα μας είχε επιτρέψει την ανάπαυση και την περηφάνια. Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει κι ακούσει αυτές τις επιθυμίες για το κράτος που θα είχε επί τέλους στα χέρια του την εξουσία/ αυθεντία! Καημένα χαμένα παιδιά, που φαίνεται να μη θυμούνται πια ποια ήταν τα μέσα δημιουργίας αυτού του κράτους και το τίμημα που πληρώσαμε γι’ αυτό! Αυτή η επιθυμία, αυτή η μη συνειδητή απόδοση του υπέρτατου ρόλου στο κράτος μας οδηγεί αμέσως να θεωρούμε ότι σαφώς όλα εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του. Η ακόλουθη ερώτηση επανέρχεται ακατάπαυτα, σαν κάτι πρόδηλο, για το οποίο θα ήταν παράλογο να διαμαρτυρόμαστε: «Μα στο κάτω-κάτω, τι δεν είναι πολιτικό;»

Ασφαλώς, αν δεχθούμε εξ αρχής ότι η κοινωνία είναι αυτό το σύνολο νεκρών και ποτέ αυτόνομων εξαρτημάτων, που όμως λαμβάνουν μιαν αυστηρά καθορισμένη θέση σ’ ένα συνεκτικό σύστημα και αποκτούν ζωή από την κυρίαρχη ώθηση της πολιτικής εξουσίας/ ισχύος, πρέπει να δεχθούμε ως πρόδηλη την υποβαλλόμενη απάντηση. Και έτσι είναι για τους συγκαιρινούς μας. Αλλά θα έπρεπε να έχουμε συναίσθηση του ότι αυτό εδράζεται σε μία πρόληψη, σε μία εκ προοιμίου αποδοχή. Πρόκειται, για μία ακόμη φορά, για τη διείσδυση της «αλήθειας» στο ασυνείδητο με την αποδοχή της πραγματικότητας: τέτοια είναι η διαδικασία της πολιτικοποίησης μέσα μας. Αλλά αμέσως αυτή μας οδηγεί, ως αντίστροφο αποτέλεσμα, στο να κάνουμε πολιτικά όλα τα ζητήματα. Κι αυτά που δεν είναι…: εκ φύσεως! Αυτά στα οποία το πολιτικό δεν επιβάλλεται, δεν εμφανίζεται. Πρέπει σαφώς να τα πολιτικοποιούμε, αφού βεβαίως όλα είναι πολιτικά.

 

Όλα είναι πολιτικά. Η άποψη αυτή δεν εκφράζει μόνο την κοινή γνώμη, αλλά την διατυπώνουν, την δικαιολογούν και οι διανοούμενοι. Όπως ο Τάλκοτ Πάρσονς:
«Η πολιτική αποτελεί κέντρο ενσωμάτωσης όλων των αναλυτικών στοιχείων του κοινωνικού συστήματος, και δεν θα έπρεπε (η πολιτική) ν’ αναγνωρίζεται ως ένα απ’ αυτά τα επί μέρους στοιχεία».

 

Αν η τέχνη δεν είναι πολιτική, ο λόγος είναι ότι δεν ξέρουμε να διακρίνουμε πως είναι. Αλλά για να διακρίνουμε πιο καθαρά, χρειάζεται να επιταχύνουμε τον ρυθμό που θα δώσει πολιτικό νόημα ή πολιτική αξία, και θα οδηγήσει τον καλλιτέχνη να νιώσει πως είναι ευνουχισμένος αν δεν είναι στρατευμένος και αν δεν ζωγραφίζει περιστέρια που ν’ αφισοκολλούνται σ’ όλους τους τοίχους. Αυτή η σύγχυση πολιτικής και κοινωνίας, που την κάνουμε ακατάπαυτα, είναι καινούργιο φαινόμενο στην ιστορία, θα μπορούσαμε μάλλον να βρούμε παραδείγματα της: αυτοκρατορία των Αζτέκων, πιθανόν Κίνα, εν μέρει Ρώμη. Αλλά με δυο σημαντικές επιφυλάξεις: το τοτινό κράτος δεν είχε τα μέσα να επιβάλλει τις αξιώσεις του. Το πλήθος των ανθρώπων δεν έδινε αυθόρμητα και, θα λέγαμε, οντολογικά την ομολογία πίστης, ύπαρξης και ιδεολογίας του σ’ αυτή τη σύγχυση. Αν υπήρχε μία κρατική θρησκεία, δεν υπήρχε συνήθως μία αδιαμεσολάβητη θρησκεία του κράτους. Μέσα σ’ αυτή τη σύγχυση, αυτό που άλλοτε εμπλεκόταν στην ύφανση της κοινωνίας, αυτό που αποτελούσε μέρος του οικοδομήματος της κοινωνίας, της συλλογικής ζωής της ομάδας, όπως για παράδειγμα η τέχνη καί η κουλτούρα, θεωρείται πια σήμερα στρατευμένο μόνον αν έχει αδιαμεσολάβητα πολιτική συνεπαγωγή8. Το να συμμετέχεις σε μη πολιτικές δραστηριότητες, που όμως έχουν ξεκάθαρη σχέση με την κοινωνία μας, θεωρείται χωρίς αξία. Ο ποιητής που αρκείται να είναι ποιητής και δεν υπογράφει εκκλήσεις και μανιφέστα θα κατηγορηθεί αμέσως πως μένει κλεισμένος στον γυάλινο πύργο του. Προτιμούμε τις πολιτικές κωμωδίες του Αριστοφάνη από όλο τον Αισχύλο. Και όπως έλεγε μία διάσημη, πολιτικοποιημένη γαλλίδα ηθοποιός: «Υποστηρίζουμε πως δίνουμε ένα μήνυμα στον Κόσμο» (Σιμόν Σινιορέ).

Και να, μέσα σ’ αυτό το γενικό ρεύμα, πολιτικοποιούνται και οι αξίες. Όπως έλεγε ο Μπαρτ, όλες οι αξίες έχουν για μας μία συνδήλωση και, επί πλέον, ένα ( πολιτικό περιεχόμενο. Η ελευθερία; Αντιδρούμε άγρια με την πιο νεφελώδη

μεταφυσική αμφισβήτηση της σύλληψης των πολιτικών καθεστώτων, του πολιτικού ορισμού της ελευθερίας, που, αν δεν είναι εγγεγραμμένη σ’ ένα καθεστώς, αν δεν

είναι καρπός ενός συντάγματος, αν δεν είναι η συμμετοχή του πολίτη στην εξουσία, είναι κατά τη γνώμη μας αμελητέα: να λέμε ότι η ελευθερία είναι απλούστατα να διαφεύγει το άτομο από την εξουσία και ν’ αποφασίζει μόνο του για το νόημα της ζωής και των έργων του φαίνεται σήμερα απλοϊκό, γελοίο και εφηβική αντίδραση!

Παρόμοια, η δικαιοσύνη δεν υπάρχει πια ως προσωπική αρετή, ούτε ως περιεχόμενο του δικαίου, λίγο-πολύ επικαιροποιημένο. Αλλά αν θέλουμε να της δώσουμε μία σοβαρότητα, αυτή η δυστυχισμένη αξία πρέπει να συνοδεύεται από ένα επίθετο, και ειδικότερα από το επίθετο «κοινωνική», δηλαδή είναι σαφώς πολιτική. Ίσα-ίσα το κράτος πρέπει να επιβάλλει την κυριαρχία της δικαιοσύνης: δικαιοσύνη υπάρχει μόνο συλλογική, και οι δύσκολες προσεγγίσεις των νομικών φιλοσόφων στο διάβα των αιώνων δεν έχουν πια νόημα, όχι περισσότερο από τη χριστιανική διαβεβαίωση ότι η δικαιοσύνη είναι ο θαυματουργός μετασχηματισμός του ατόμου που δικαιολογείται από τη Χάρη του Θεού. Σήμερα, δεν παίρνουμε πια στα σοβαρά αξίες που δεν μπορούν να έχουν πολιτικό περιεχόμενο ή δεν μπορούν να υπηρετήσουν μία πολιτική.

Πράγματι, αυτό που μας χρησιμεύει για να κρίνουμε το καλό και το κακό δεν είναι πια οι αξίες, αλλά το πολιτικό, που γίνεται σήμερα υπέρτατη αξία σε σχέση με την οποία διατάσσονται οι άλλες. Αυτό ακριβώς, μαζί με τους επιγόνους του (τον εθνικισμό, λόγου χάρη), γίνεται η λύδια λίθος του καλού και της προόδου. Το πολιτικό είναι αφ’ εαυτού εξαίρετο. Η πρόοδος του ανθρώπου στην κοινωνία σήμερα συνίσταται στη συμμετοχή του στο πολιτικό. Πάμπολλα άρθρα και διακηρύξεις έχουμε διαβάσει για το ζήτημα αυτό: η γυναίκα γίνεται επί τέλους άνθρωπος, επειδή έχει πια «πολιτικά δικαιώματα». Να λέμε ότι η γυναίκα, μάνα της οικογένειας, που διαπλάθει σε βάθος τα παιδιά της, ήταν μακροπρόθεσμα η πραγματική δημιουργός, ο άνθρωπος που μυούσε γνήσια σε κάθε πολιτική, γίνεται αντιδραστική άποψη. Αν ένας άνθρωπος δεν έχει το (αληθινά, μαγικό) δικαίωμα να ρίχνει το χαρτάκι μες στην κάλπη, δεν είναι τίποτε, ούτε καν πρόσωπο. Η πρόοδος είναι να δέχεται ο άνθρωπος αυτή την άκρα ισχύ, αυτό το μυθικό μέρος μιας θεωρητικής κυριαρχίας που συνίσταται στο να παραιτείται από τη λήψη των αποφάσεων προς όφελος κάποιου που θα τις παίρνει για λογαριασμό του. Η πρόοδος είναι να διαβάζει εφημερίδα. Ένας επιστήμονας (Rivet) έγραψε στα σοβαρά: «Ένας άνθρωπος που δεν μπορεί (μιλούσε για την Αφρική) να διαβάζει εφημερίδα για να ενημερώνεται δεν είναι άνθρωπος». Απαράμιλλη σύλληψη της ιδιότητας του ανθρώπου! Η πολιτική Αγία Τριάδα, «Πληροφόρηση-Συμμετοχή-Εκτέλεση», αποτελεί σήμερα το κατ’ εξοχήν σύνθημα της προόδου.

Ο άνθρωπος μάχεται για την οικονομική δημοκρατία που του δίνει την ευκαιρία να εκφράζει τη θέληση του για τα ζητήματα που τον αγγίζουν περισσότερο, και αντιπαρατάσσει αυτή την οικονομική δημοκρατία -που αφορά τις συνθήκες και τις νόρμες της παραγωγής, τον έλεγχο των κυκλωμάτων διανομής, τους στόχους του οικονομικού σχεδίου [πλάνου], τις τιμές και τους μισθούς, όλα πάρα πολύ συγκεκριμένα πράγματα- στην πολιτική ψευτο-δημοκρατία, που είναι, όπως ξέρουν όλοι σήμερα, αφηρημένη, θεωρητική, απατηλή. Αλλά ας πάμε διακόσια χρόνια πίσω. Τι ζητούσαν εκείνοι που αξίωναν τούτη την πολιτική δημοκρατία; Να ελέγχουν αδιαμεσολάβητα, πραγματικά την αστυνομία, να μη πληρώνουν φόρους (όρος που

άλλαξε με τον όρο «συνεισφορές», που υπονοεί εκούσια προσφορά) παρά μόνον εάν τους έχουν αποφασίσει αυτοί οι ίδιοι, να μη πηγαίνουν στον πόλεμο παρά μόνον εάν το θέλει ο λαός, να μπορούν ελεύθερα, δημόσια να εκφράζουν τις απόψεις τους, να διαμορφώνουν, ο καθένας και όλοι μαζί, την κοινή γνώμη… Αφηρημένα πράγματα; Κάθε άλλο. Πάρα πολύ σαφή και συγκεκριμένα. Ξέρουμε πως «η ζωή έκανε μία στροφή πάνω στις γυάλινες φτέρνες της». Αλλά, εκτός απ’ τους ιδεολόγους που βλέπουν τα πράγματα μες στο όνειρο και στη φαντασία τους, ξέρουμε επίσης πως η οικονομική δημοκρατία αποτυγχάνει την ίδια στιγμή που κατασκευάζεται, και πως οι εξουσίες που δίδονται στους παραγωγούς, στη Γιουγκοσλαβία και στην Ε.Σ.Σ.Δ. ή στη Γαλλία, είναι θεωρητικές και φαινομενικές. Η διαδικασία αφαίρεσης που αφορά τις πολιτικές αποφάσεις, που έγινε τον 19ο αι., αναπαράγεται ταυτόσημη, μπροστά στα μάτια μας, στο ζήτημα των οικονομικών αποφάσεων που οι κυβερνώντες διατείνονται ότι εμπιστεύονται στο άτομο. Έχουμε πάλι την ίδια φάρσα. Μονίμως διατείνονται ότι δίνουν στον άνθρωπο μιαν ισχύ στη σχέση του με το κράτος. Αλλά θα έπρεπε πρώτα- πρώτα να καταλάβουμε ότι, εκεί που βρίσκεται το νεωτερικό κράτος, οι εξουσίες που παραχωρούνται στο άτομο είναι πάντα μόνο τελείως αβλαβείς παραχωρήσεις, εξουσία να προσχωρεί σε ο,τι είναι καλό για το κράτος, αφού αυτό είναι το άπαν του κοινωνικού καλού.

Όπως κι αν έχει, αυτή ακριβώς η συμμετοχή στο πολιτικό γίνεται η αξίωση εκείνων που δεν έχουν καμία συμμετοχή σ’ αυτό, γίνεται το κριτήριο της αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας, της ελευθερίας. Οι αποικιοκρατούμενοι λαοί γίνονται επί τέλους πολιτισμένοι λαοί, επειδή εισέρχονται στον Ο.Η.Ε.· οι Αφρικανοί έχουν επί τέλους αξιοπρέπεια, επειδή συμμετέχουν στην πολιτική εξουσία· και, επίσημα, οι στοχαστές δηλώνουν: «Οι Αφρικανοί εισέρχονται στην Ιστορία». Γιατί, για τους στοχαστές, δεν υπάρχει Ιστορία όπου δεν υπάρχει πολιτική. Ποιος θα έμενε ανέγγιχτος από μία τόσο βαθιά πολιτικοποίηση! Δηλαδή, η τεράστια περιπέτεια των Μπαντού [στην Αφρική] ή η αλλαγή μιας ολόκληρης ηπείρου από τους Μαντσού [της Κίνας] δεν είναι Ιστορία; Άσχημο αστείο. Ιδού η βαθύτερη πίστη της εποχής μας: οι λαοί αυτοί εισέρχονται στην Ιστορία, επειδή αρχίζουν να υιοθετούν τις κρατικές δομές και την πολιτική ζωή Δυτικού τύπου. Αλλά αυτό που μετράει δεν είναι τούτη η παρεμβολή· μετράει η αναφορά στο πολιτικό. Τώρα επί τέλους θα κάνουν «ακουστή τη φωνή τους».

Αυτή η θετική, κάπως αφ’ υψηλού κρίση εμπεριέχει το αντιστάθμισμα της: την αυστηρή καταδίκη των «απολίτικων». Αυτός που στην κοινωνία μας παραμένει επιφυλακτικός, δεν συμμετέχει στις εκλογές, φρονεί ότι οι πολιτικές συζητήσεις και οι αλλαγές του συντάγματος είναι επιφανειακές και χωρίς αληθινό αντίκρισμα στα αληθινά προβλήματα του ανθρώπου, αυτός που ξέρει καλά ότι ο πόλεμος της Αλγερίας τον θίγει στη σάρκα του ή στη σάρκα των παιδιών του αλλά δεν πιστεύει ότι δηλώσεις, ψηφίσματα και ψήφοι θ’ αλλάξουν οτιδήποτε σ’ αυτόν, αυτός θα κριθεί πιο αυστηρά απ’ όλους. Αυτός είναι ο αληθινός αιρετικός της εποχής μας. Και η κοινωνία τον αφορίζει, όπως η μεσαιωνική εκκλησία τον μάγο. Είναι πεσιμιστής [απαισιόδοξος], ανόητος (γιατί δεν βλέπει τις πολύ βαθιές και μυστικές σχέσεις του πολιτικού παιχνιδιού), ηττοπαθής που ζαρώνει μπρος στο χτύπημα της μοίρας, κακός πολίτης: ασφαλώς αν όλα πάνε κακά, είναι εξ αιτίας αυτού, γιατί, αν αποδείκνυε πως

είναι σωστός πολίτης, η ψήφος θα είχε μεγαλύτερη αξία (δεν αρκεί να συμμετέχει το 80% των ψηφοφόρων, όχι, χρειάζεται το 100%!) και η δημοκρατία θα ήταν πραγματική! Οι κρίσεις πέφτουν πάνω του βροχή, κρίσεις αποτελεσματικότητας, κρίσεις ηθικές και μέχρι ψυχολογικές (γιατί ο απολίτικος είναι αναγκαστικά λιγάκι παρανοϊκός ή σχιζοφρενής). Τέλος, έσχατη καταδίκη στην εποχή μας: μπορεί να είναι μόνον αντιδραστικός.

Προαισθανόμαστε απ’ αυτό ότι ο άνθρωπος συνολικά κρίνεται σήμερα σε συνάρτηση με το πολιτικό, που είναι επενδεδυμένο με μιαν έσχατη αξία. Όλα έχουν γίνει πολιτικά στην κρίση μας, αλλά επί πλέον το πολιτικό έχει αγγιχτεί και από ένα έσχατο σημάδι. Λαμβάνει συνολικό περιεχόμενο, και εκτός απ’ αυτό, πέρα απ’ αυτό, δεν υπάρχει τίποτε. Το πολιτικό μπορεί να κριθεί μόνον από το πολιτικό. Μπορούμε σαφώς να πούμε ότι η πολιτική πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου ή της οικονομίας- εξακολουθούν το μεγαλείο του κράτους, η ικανότητα του να οργανώνει και η συμμετοχή του ανθρώπου στη συλλογικότητα από την πολιτική οδό να είναι τα έσχατα σύμβολα της εποχής μας, που έχουν αντικαταστήσει τα θρησκευτικά σύμβολα.

Στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα πρέπει να φτάσουμε όταν εξετάζουμε όχι μόνο τις προϋποθέσεις, τις προλήψεις, τις προδηλότητες που κατοικούν στο ασυνείδητο του Δυτικού ανθρώπου, αλλά και την παθιασμένη στάση του. Μόλις ο άνθρωπος αυτός φτάνει στην πολιτική, κατακυριεύεται από ένα άμετρο πάθος. Οι πολιτικές αντιθέσεις έχουν γίνει στην εποχή μας οι αποφασιστικές και έσχατες αντιθέσεις. Αρκεί να έχεις έρθει σ’ επαφή με τους φασίστες το 1934, ή με τους κομουνιστές, ή με τους πεπεισμένους λαϊκιοτές, ή με όχι λιγότερο πεπεισμένους ντεγκωλικούς, για να μάθεις σε ποιο βαθμό σήμερα η διαφωνία για τη μορφή της κυβέρνησης είναι πιο θεμελιώδης από την ασυμφωνία για τους τελικούς σκοπούς του ανθρώπου. Ο άνθρωπος θα γιορτάσει σαν νίκη του Πνεύματος το ότι αντιχριστιανοί υλιστές και φλογεροί χριστιανοί συνεργάζονται, το ότι αστοί διανοούμενοι και εργάτες μετέχουν στις ίδιες επιτροπές, το ότι φασίστες και μουσουλμάνοι, ή χριστιανοί και μουσουλμάνοι, συνεργάζονται αδελφικά. Αλλά θα έπρεπε πρώτα-πρώτα ν’ αναρωτηθεί ποιο είναι το ισχυρό συνεκτικό κονίαμα που επιτρέπει να υπερβαίνουμε τις φυλετικές και ταξικές διαφορές, που σβήνει τις πιο έντονες μεταφυσικές και θρησκευτικές διαφορές. Είναι η πολιτική, και μόνον αυτή. Δίπλα στις ίδιες κρίσεις υπέρ ή κατά μιας συγκεκριμένης απόφασης για τον πόλεμο της Αλγερίας, τι σημαίνει ακόμη η διαφορά για το νόημα της ζωής του ανθρώπου; Αλλά θα έπρεπε εξ ίσου ν’ αναρωτηθούμε αν αυτή η ωραία συμφωνία, αυτός ο εκκλησιαστικός ύμνος που ψάλλουν ορισμένοι στον φθόνο, δεν έχει πληρωθεί ακριβά με ισάριθμες διαιρέσεις. Και πράγματι, αυτή η συνεννόηση πραγματοποιείται μόνο με τίμημα τον προσδιορισμό ενός κοινού εχθρού, του πολιτικού εχθρού, και η συμφωνία γίνεται ακόμη πιο μεγάλη όσο πιο άσπονδο είναι το μίσος για τον άλλο. Έτσι, ο χριστιανός θα διώξει από την εκκλησία τον χριστιανό, ο μουσουλμάνος θα στραγγαλίσει τον μουσουλμάνο. Οι πολιτικές αντιθέσεις είναι σήμερα ο,τι ήταν κατά τον 16ο αι. οι αντιθέσεις ανάμεσα στους χριστιανούς. Αλλά πιθανόν το να ξέρουμε αν είναι αληθινά ο Χριστός αυτός που θα μας σώσει είναι εν τέλει λιγότερο σημαντικό από τη σύναψη μιας συνθήκης ή την επιλογή ανάμεσα στην επιδίωξη του εφικτού και στη διαρκή επανάσταση…

” Η πολιτική αυταπάτη” Εκδ. Νησίδες, εισαγωγή, σελ. 15-21

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here