Επιστήμη και Αξίες

0
52

Λουκάς Γ. Χριστοφόρου

Η σύγχρονη επιστήμη πρόσθεσε στον πολιτισμό μας μία ενιαία και μεγαλοπρεπή εικόνα του φυσικού κόσμου, πλούτισε τη γνώση και τη διανόησή μας και άνοιξε διάπλατα μπροστά μας ένα κόσμο απεριόριστης ομορφιάς και περιπέτειας. Άλλαξε και συνεχώς αλλάζει η επιστήμη τις υλικές συνθήκες της ζωής μας καθώς και την αντίληψή μας για τον εαυτό μας και τη σχέση μας με την υπόλοιπη δημιουργία. 
Από όσα σήμερα γνωρίζουμε,
Όλα σ’αυτόν τoν τεράστιο κόσμο αποτελούνται από τα ίδια μικροσκοπικά σωμάτια, τα άτομα και τα συστατικά τους. 
Η ζωή είναι στενά συνδεδεμένη μεταξύ της σ’ αυτόν τον πλανήτη. Οι οργανισμοί έχουν όχι μόνον κοινή ατομική, αλλά,σε μεγάλο βαθμό, έχουν και κοινή μοριακή σύνθεση – κοινή κυτταρική δομή, κοινές πρωτεΐνες, κοινό γενετικό κώδικα, κοινή εξέλιξη.

Το σύμπαν φαίνεται να άρχισε πριν από 15 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια και να ήταν στην αρχή του άμορφο και απλό. Απαρτιζόταν το σύμπαν αρχικά μόνο από ακτινοβολία και στοιχειώδη σωμάτια πολύ υψηλών ενεργειών. Έκτοτε, φαίνεται, να άρχισε μία διαδικασία που μετέτρεψε διαδοχικά ακτινοβολίες και στοιχειώδη σωμάτια σε ατομικούς πυρήνες, τους πυρήνες σε άτομα, και αυτά ακολούθως σε μικρά μόρια και σε πολύπλοκες μοριακές δομές και συστήματα ικανά να υποβαστάζουν ενσυνείδητη ζωή. Περιγράφει, έτσι, η επιστήμη ένα κόσμο που δημιουργήθηκε πριν από 15 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια, ο οποίος έκτοτε εξελίσσεται και αυτό-οργανώνεται. Ένα κόσμο που βρίσκεται, έκτοτε, σε αέναη αλλαγή.

Μεθοδικά η σύγχρονη φυσική επιστήμη κατόρθωσε να ανάγει το φυσικό κόσμο στα μόρια, στα άτομα, στους πυρήνες και στα συστατικά τους και με βάση τη γνώση σ’ αυτό το θεμελιακό και άκρως αναγωγικό επίπεδο κατόρθωσε να εδραιώσει το φυσικό νόμο και τη συνακόλουθη τάξη που επιβάλλει η εγκυρότητα του φυσικού νόμου. Έτσι, η φυσική επιστήμη έθεσε το υπόβαθρο για μία ενιαία περιγραφή του φυσικού κόσμου στη μικροσκοπική, και κατ’ επέκταση, στη μακροσκοπική του κλίμακα. Η αναγνώριση της ισχύος και των ορίων αυτής της επέκτασης – δηλαδή η αναγνώριση των θεμελιωδών διασυνδέσεων μεταξύ των ιδιοτήτων των πυρήνων, των ατόμων, και των μορίων αφενός, και των διάφορων μορφών της ύλης, του κόσμου ως ενιαίου όλου και της ζωής αφετέρου– είναι ουσιώδους σημασίας. Και αυτό γιατί η επιστημονική ανάλυση του υλικού κόσμου στα στοιχειώδη συστατικά του και η ανακάλυψη των βασικών νόμων που περιγράφουν τη συμπεριφορά τους στην άκρως αναγωγική και μεμονωμένη κατάσταση της ύλης, δεν οδηγεί στην επανασύνδεσή του με βάση μόνο αυτή τη γνώση. Παρεμποδίζεται από τις τεράστιες διαφορές στην κλίμακα του μεγέθους και της πολυπλοκότητας. Φαίνεται, ότι, ενώ κατανοούμε το φυσικό κόσμο στην ακραία του απλότητα, τον αγνοούμε στην πολύπλοκη μορφή του.

Υπάρχει, για παράδειγμα, ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ της απλότητας της φυσικής επιστήμης αφενός και της πολυπλοκότητας, της ιδιαιτερότητας και του σκοπού της ζωής αφετέρου. Αν και επανειλημμένα γίνεται αναγωγή των βιολογικών λειτουργιών και των πολύπλοκων φαινομένων της ζωής στο επίπεδο των μορίων και συνεπώς στους νόμους της φυσικής, η επαγωγική μέθοδος της φυσικής επιστήμης, τουλάχιστον προς το παρόν, αδυνατεί να μας οδηγήσει από τα μόρια στον άνθρωπο. Στη διαπίστωση αυτή φαίνεται να προσκρούει η υλιστική άποψη για τη ζωή, η οποία υποστηρίζει ότι η ζωή έχει αναχθεί στο επίπεδο της φυσικής και της χημείας και ότι όλα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, μπορούν να αναχθούν στα άτομα και τα μόρια που τα απαρτίζουν. Η επαγωγή από τα μόρια στον άνθρωπο προϋποθέτει ότι όλοι οι ζώντες οργανισμοί κατάγονται από ένα αρχικό μονοκύτταρο οργανισμό που αναδύθηκε από την ανόργανη ύλη. Πως όμως αναδύθηκε από την ανόργανη ύλη ο πρώτος αυτό-οργανονώμενος και αυτό-αντιγραφόμενος οργανισμός που είναι φορέας κωδικοποιημένης πληροφορίας και συνιστά τον εξελικτικό σύνδεσμο μεταξύ της νεκρής και της ζώσης ύλης (μεταξύ των νεκρών μορίων και των ζώντων κυττάρων); Αν η ύλη ή η ενέργεια έχει τάσεις για αυτό-οργάνωση, πως απέκτησε η ύλη και η ενέργεια αυτές τις ικανότητες και από που προήλθε η ύλη και η ενέργεια που έχει αυτές τις ιδιότητες; Ουσιώδη ερωτήματα που αν και μπορούν να διατυπωθούν επιστημονικά δεν έχουν, προς το παρόν, επιστημονική απάντηση.

Δεν υπάρχει καμία επιστημονική αρχή η οποία να εισηγείται την ύπαρξη εγγενούς τάσης της ύλης προς τη ζωή. Ούτε υπάρχει, κανένας γνωστός νόμος της φυσικής ή της χημείας που να ευνοεί την ανάδυση της ζωής σε σύγκριση με τις άλλες φυσικές ή χημικές καταστάσεις της ύλης. Ούτε έχει ποτέ δημιουργηθεί ζωντανό κύτταρο στο εργαστήριο. Και αν ακόμη αυτό ήταν δυνατόν, αποφαίνεται η Εθνική Ακαδημία των Επιστημών της Αμερικής, “δεν θα αποδείκνυε ότι η φύση ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι δισεκατομμύρια χρόνια πριν».

Δεν γνωρίζουμε τι είναι αναγκαίο για να αναδυθεί η ζωή. Γνωρίζουμε όμως ότι και ο απλούστατος οργανισμός είναι αφάνταστα πολύπλοκος. Γνωρίζουμε ακόμη ότι και η δομή του μορίου του DNA είναι τέτοιου ύψους πολυπλοκότητας, ώστε να διερωτάται κανείς πως θα μπορούσε να αναδυθεί ένα τέτοιο αυτό-αντιγραφόμενο σύστημα από μόνο του. Ο σύγχρονος διάσημος βιολόγος Stuart Kaufman αναγνωρίζοντας την απέραντη πολυπλοκότητα των βιολογικών μακρομορίων, π.χ. των πρωτεϊνών, και τον ακριβή τρόπο συναρμολόγησής τους από μεγάλους αριθμούς μικρότερων μοριακών μονάδων, διερωτάται: «Πώς θα μπορούσε ένα τέτοιο πράγμα να δημιουργηθεί από μόνο του, τυχαία;» «Πολλοί», λέει, «προσπάθησαν να υπολογίσουν τις πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο και οι απαντήσεις τους είναι περίπου οι ίδιες: Αν ο σχηματισμός αυτών των μακρομορίων ήταν όντως τυχαίος, θα έπρεπε ένας να περιμένει πολύ περισσότερο χρόνο από ότι η ηλικία του σύμπαντος για την παραγωγή έστω και ενός χρήσιμου μορίου πρωτεΐνης, πόσο μάλλον για τις μυριάδες των πρωτεϊνών, των σακχάρων, των λιπιδίων και των νουκλεϊκών οξέων που πρέπει να έχει ένας για να παράγει ένα πλήρως λειτουργικό κύτταρο. «Εάν η αρχή της ζωής ήταν πράγματι τυχαία, τότε ήταν όντως ένα θαύμα», συμπεραίνει ο Kaufman.

Οι σύγχρονες θετικές επιστήμες έχουν ερμηνεύσει αρκετές πτυχές του φυσικού και του βιολογικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου. Παρά ταύτα, η αρχή της ζωής και ο άνθρωπος είναι παραδείγματα μυστηρίων στα οποία μια επαγωγική επιστήμη αδυνατεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά.

Αυτά και πολλά άλλα παραδείγματα καταδεικνύουν ότι η απεραντοσύνη της σύγχρονης επιστήμης δεν είναι χωρίς όρια. Ούτε και είναι η επιστήμη ο μοναδικός δρόμος στη γνώση. Δεν γνωρίζω, για παράδειγμα, «οντολογικά» πειράματα στην επιστήμη. Ούτε και γνωρίζω φυσικούς νόμους που επιβάλλουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ή την αγάπη του συνανθρώπου μας. Όλα αυτά είναι πέρα από την επιστήμη. Πέρα από το φυσικό και το βιολογικό, πέρα από την κοινή ατομική και μοριακή σύνθεση, πέρα από εκείνο που μπορεί να αποδειχθεί με τη μέθοδο της επιστήμης και να μετρηθεί με τα επιστημονικά όργανα, βρίσκεται το πνεύμα του ανθρώπου, ο πολιτισμός του ανθρώπου, οι αξίες του ανθρώπου, οι οντολογικές έννοιες της φιλοσοφίας και της θρησκείας, ο ενσυνείδητος εαυτός του. Για τις «μη φυσικές» αυτές πλευρές της ανθρώπινης πραγματικότητας η επιστήμη δεν ομιλεί. Αυτά είναι τα όρια τα επιστήμης. Πρέπει να τα σεβαστούμε και να μη τα παραβιάζουμε όταν αναζητούμε τις δυνατότητες της επιστήμης.

Επιβάλλεται επομένως αναγνώριση και συμβιβασμός ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και τη γνώση που αποκτάται με άλλους τρόπους. Επιβάλλεται επίσης συμβιβασμός μεταξύ των αξιών της επιστήμης και των παραδοσιακών αξιών του ανθρώπου.

Με βάση αυτό το σκεπτικό, η Ακαδημία Αθηνών διοργάνωσε το Μάιο του 2004 στην Αθήνα, με την ευκαιρία της τελέσεως των Ολυμπιακών Αγώνων, το Α’ Διεθνές Συμπόσιο για τις Πανανθρώπινες Αξίες, κύριος σκοπός του οποίου ήταν η διερεύνηση και ανάδειξη κοινών αξιών παγκοσμίου εμβέλειας. Στην προσπάθειά της να συνεχίσει τον διεθνή διάλογο πάνω στις Πανανθρώπινες Αξίες, η Ακαδημία Αθηνών διοργάνωσε τον περασμένο Μάιο (2007) στην Αθήνα το Δεύτερο Διεθνές Συμπόσιο για τις Πανανθρώπινες Αξίες με θέμα «Επιστήμη, Τεχνολογία και Ανθρώπινες Αξίες». Ο κύριος σκοπός αυτού του Συμποσίου ήταν η κατά βάθος συζήτηση των επιπτώσεων της επιστήμης και της τεχνολογίας επί των ανθρωπίνων αξιών και η αναζήτηση συμβιβασμού και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των αξιών της επιστήμης και των παραδοσιακών αξιών της κοινωνίας, ώστε η χρήση της επιστημονικής γνώσης και τεχνολογίας να αποβεί σε καλό της ανθρωπότητας.

Ας αναφερθούμε, λοιπόν, πρώτα στις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας και στις αξίες της επιστήμης και ακολούθως στην επίδραση της επιστήμης στις παραδοσιακές αξίες και τις συνακόλουθες επιπτώσεις.

Οι παραδοσιακές αξίες
Όπως γνωρίζουμε, οι παραδοσιακές αξίες είναι θεμελιώδεις συνδετικές αρχές οι οποίες καθοδηγούν την ανθρώπινη συμπεριφορά και συστήματα αναφοράς με τα οποία κρίνουμε το ποιόν της ζωής. Οι αξίες προσδιορίζουν την αρετή μας, την τιμή και την τιμιότητά μας, τη φιλία και τη γενναιοδωρία μας, τη στοργή και την αφοσίωσή μας, την υπερηφάνεια μας, την τρυφερότητα και την καλοσύνη μας. Οι αξίες μας κάνουν ευαίσθητους στην αναγνώριση άλλων αξιών, μας συνενώνουν σε κοινωνίες και ταυτόχρονα διαφυλάττουν τα δικαιώματά μας ως ατόμων. Οι αξίες έχουν την τιμή τους. Οι αξίες συνεχώς διαμορφώνονται και συνάμα παραμένουν, τουλάχιστον ένα μέρος τους, στην ουσία τους αμετάβλητες, σταθερές. 

Οι παραδοσιακές αξίες βρίσκονται ριζωμένες στους πολιτισμούς, στις κουλτούρες, στις παραδόσεις και στις θρησκείες του ανθρώπου. Αντανακλούν την αντίληψη που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του, την εικόνα που έχει διαμορφώσει για το συνάνθρωπό του, και την ιδέα του για τη φύση και τη θέση του σ’ αυτή. Στις ρίζες, λοιπόν, των πολιτισμικών συστημάτων του ανθρώπου βρίσκονται οι αντιλήψεις των λαών για τον ίδιο τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, στις ρίζες του δικού μας πολιτισμού, έχουν ενταχθεί οι αξίες της αρχαίας Ελλάδος και του Χριστιανισμού, οι Ελληνοχριστιανικές αξίες. Στον Ελληνικό πολιτισμό, όπως γνωρίζουμε, ο άνθρωπος αποτελεί την ύψιστη αξία και το μέτρο όλων των πραγμάτων. Τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι η σοφία, η αρετή, η μετριοφροσύνη, η ισορροπία, η ευγένεια, η υπευθυνότητα, η υπομονή, ο ηρωισμός, η αυτοθυσία και το μεγαλείο. Σέβεται ο άνθρωπος τη ζωή, τη φύση και τους νόμους και γνωρίζει τον εαυτό του καθώς και τα όρια της ελευθερίας του. Στο Χριστιανισμό, από την άλλη μεριά, μεσουρανούν οι πανανθρώπινες αξίες της οικουμενικότητας, της αδελφοσύνης, της αλληλεγγύης, της αγάπης, του προσώπου. Αξίες ενιαίες, αδέσμευτες, ελεύθερες, που συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν εκείνες του Ελληνισμού. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις Ελληνοχριστιανικές Αξίες, ο άνθρωπος είναι «το άριστον των εν τω κόσμω», «το μέτρο όλων των πραγμάτων», η «εικόνα του Θεού».

Η ιστορία διδάσκει ότι κανένας πολιτισμός δεν είναι δυνατός χωρίς τη συναίνεση σε ένα σύστημα κοινών αξιών. Η σύγχρονη λοιπόν αλληλεξάρτηση των λαών της γης απαιτεί και προσφέρει τη δυνατότητα ανάδειξης ενός μικρού έστω αριθμού κοινών αξιών και την αποδοχή πολλών από τις επί μέρους αξίες των εθνικών πολιτισμών ως συμπληρωματικών των κοινών αξιών. Ως πανανθρώπινες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν εκείνες οι αξίες, οι οποίες παραμένουν πρακτικά ανεπηρέαστες από τις πολιτιστικές διαφορές των λαών και οι οποίες γίνονται ελεύθερα αποδεκτές από τους λαούς της γης ως δικές τους αξίες, παρά τις τυχόν εννοιολογικές εθνικές τους αποχρώσεις. Στο Πρώτο Διεθνές Συμπόσιο το οποίο οργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών το 2004 για την ανάδειξη των πανανθρώπινων αξιών, κατονομάστηκαν μεταξύ άλλων και οι ακόλουθες πανανθρώπινες αξίες:

– Το πρόσωπο,
– Ο σεβασμός της ζωής, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της φιλαλήθειας, και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
– Η αγάπη και η αμοιβαιότητα (ο χρυσός κανόνας).

Οι αξίες της επιστήμης
Η έννοια της αξίας είναι κεντρικής σημασίας στην επιστήμη, παρά το γεγονός ότι η επιστήμη καθαυτή δεν ασχολείται με αξίες και δεν ανακαλύπτει αξίες. Οι επιστήμονες, όμως, ασχολούνται με αξίες και η ίδια η επιστήμη δεν είναι ελεύθερη αξιών στην εκτέλεση της επιστημονικής έρευνας και την εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης. Υπάρχουν αξίες στην επιστήμη και υπάρχουν αξίες της επιστήμης.

Αξίες στην επιστήμη: Ορθά ελέχθη ότι μόνον τότε ένας μπορεί να εργαστεί στην επιστήμη όταν εκτιμά την αξία της αλήθειας. Η έρευνα για την αλήθεια στην επιστήμη επιβάλλει στον ερευνητή μία ηθική συμπεριφορά η οποία δεν διαφέρει ποσοτικά ή ποιοτικά εκείνης στην ευρύτερη κοινωνία, γιατί σύμφυτες με την άσκηση της επιστήμης είναι αξίες όμοιες με εκείνες της ευρύτερης κοινωνίας. Η επιστήμη αντιπαραθέτει την εργασία ενός επιστήμονα με την εργασία των άλλων επιστημόνων και δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς δικαιοσύνη και τιμή και σεβασμό ανάμεσά τους. Η επιστήμη, επί πλέον, στηρίζεται στην ελεύθερη επικοινωνία των επιστημόνων και άρα στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και αλληλεξάρτησή τους. Η ανοχή της διάστασης απόψεων, η ελευθερία της σκέψης και του λόγου, η δικαιοσύνη, η αξιοπρέπεια, ο αυτοσεβασμός είναι όλες αξίες που έχουν αναγνωριστεί στο παρελθόν — πολύ πριν από τη σύγχρονη επιστήμη – ως αναγκαίες για να επιζήσει η κοινωνία. Στις ίδιες αξίες στηρίζεται και η επιστήμη για τη λειτουργία της γιατί οι αξίες αυτές είναι διαχρονικές και γιατί η επιστημονική έρευνα εκτελείται από και για τους ανθρώπους, και γιατί η επιστήμη είναι πρωτίστως ανθρώπινη διαδικασία. Έτσι, ενώ η επιστημονική εικόνα για τον κόσμο συνεχώς αλλάζει, οι αξίες πάνω στις οποίες στηρίζεται η επιστήμη και η επιστημονική συμπεριφορά παραμένουν ουσιαστικά οι ίδιες, διαχρονικές πανανθρώπινες αξίες.

Υπάρχουν όμως και οι αξίες της επιστήμης, αξίες που χαρακτηρίζουν τον ιδιαίτερο τρόπο σκέψης και λειτουργίας της.

Αξίες της επιστήμης
– Ο ορθολογισμός είναι αξία της επιστήμης. Προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο ανακαλύπτεται η γνώση στην επιστήμη και το είδος της γνώσης που δέχεται η επιστήμη ως αντικειμενική, ως «αληθινή».

– Η αντικειμενικότητα και η αποδεικτικότητα της γνώσης είναι αξίες της επιστήμης. Η επιστήμη αποδέχεται ως αντικειμενική μόνο τη γνώση που μπορεί να επιβεβαιωθεί πειραματικά ή να αποδειχθεί θεωρητικά. Αυτό ισχύει παρά το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση έχει μεταβατικό και όχι μόνιμο χαρακτήρα. Η επιστημονική γνώση δεν είναι υποκειμενική αλλά ούτε και απόλυτη.

– Η ανακάλυψη και η διόρθωση τους λάθους είναι αξία της επιστήμης όπως είναι και ο σεβασμός και η αποδοχή των δεδομένων.

– Η ενότητα και η συνοχή της γνώσης είναι αξίες της επιστήμης. Έτσι, συντονίζεται και ενιαία εξελίσσεται το σύνολο της επιστημονικής γνώσης.

– Η ταπεινοφροσύνη είναι αξία της επιστήμης, πρωτίστως γιατί ο επιστήμονας γνωρίζει ότι όσο μεγάλη και να είναι η προσφορά του στην επιστήμη, αυτή θα γινόταν, αργά ή γρήγορα, από κάποιον άλλο, εν καιρώ θα ξεπεραστεί, και γιατί για να ανακαλύψει αυτό που ανακάλυψε στηρίχθηκε στους κόπους και τα επιτεύγματα των άλλων επιστημόνων.

– Η οικουμενικότητα και η καθολικότητα είναι αξίες της επιστήμης με διπλή σημασία: Σε ό,τι αφορά στην ισχύ των φυσικών νόμων και σε ό,τι αφορά στη μέθοδο της επιστήμης, στην εγκυρότητά της, στη γλώσσα της, στις επιπτώσεις της, και στη συμμετοχή του απανταχού ανθρώπου στην επιστήμη.

– Η συνεργασία είναι αξία της επιστήμης. Η επιστημονική γνώση είναι το αποτέλεσμα του μόχθου πολλών ανθρώπων και της συνολικής συμμετοχής των λαών όλων των εποχών. Άνδρες και γυναίκες από όλα τα έθνη έμαθαν να εργάζονται μαζί στην επιστήμη και ως εκ τούτου η επιστήμη υψώνεται ως παράδειγμα για το τι μπορεί να επιτύχει ο άνθρωπος με τη συνεργασία. Έτσι, η επιστήμη καθίσταται κοινή κληρονομιά του ανθρώπου. Η επιστήμη επομένως έχει ενοποιητική αξία όχι μόνο από πλευράς αντικειμενικής γνώσης, αλλά και από πλευράς κοινωνικής αξίας.

– Ο ανθρωπισμός είναι αξία πολυδιάστατη της επιστήμης, γιατί η επιστήμη εξυπηρετεί ποικιλοτρόπως τις ανάγκες του ανθρώπου και αυξάνει την ελευθερία του. Η συνείδηση, όπως γνωρίζουμε, χρειάζεται σήμερα τη γνώση. Όπως ανάφερα και σε προηγούμενη ομιλία μου στην Ακαδημία Αθηνών, αν βαθιά στις ρίζες του πολιτισμού βρίσκεται η χειραφέτηση του ανθρώπου, η κοινωνία δεν μπορεί να γίνει αληθινά πολιτισμένη χωρίς την επιστήμη.

Η επιστημονική άποψη και οι συνέπειές της
Αυτές και παρόμοιες αξίες, σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επιστημονικής γνώσης, υποκίνησαν πολλούς να διερωτηθούν κατά πόσον οι επιστημονικές αξίες πρέπει να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές αξίες του ανθρώπου. Κατά πόσον η επιστημονική μέθοδος είναι ο μοναδικός δρόμος στη γνώση και κατ’ επέκταση και εφ’ όσον μόνο η άψυχη ύλη εμπίπτει ουσιαστικά στο πεδίο της επιστήμης κατά πόσο η ύλη (ύλη και ενέργεια) είναι η βασική πραγματικότητα στο σύμπαν. Κατά πόσον το αντικείμενο και τα αίτια με τα οποία ασχολείται η επιστήμη είναι τα μόνα αληθινά και επομένως μόνο η επιστήμη δύναται να αποκαλύψει την αντικειμενική αλήθεια της πραγματικότητας. Κατά πόσον ο επιστημονικός ντετερμινισμός αντικατέστησε την ιδέα του θεού με την ιδέα της φύσης, και το θεϊκό με το φυσικό νόμο. Κατά πόσον η επιστήμη ως μέθοδος και ως γνώση πήραν τη θέση του Θεού. Πιστεύω, ότι, το να θεοποιηθεί ή να απολυτοποιηθεί έτσι η επιστήμη είναι ισοδύναμο με το να μετατραπεί η επιστήμη σε μύθο, δηλαδή να της αφαιρεθεί η επιστημονικότητά της. Και αυτό είναι ένα τεράστιο σφάλμα με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για την επιστήμη όσο και για τον άνθρωπο.

Ωστόσο, οι ανωτέρω σκέψεις φοβίζουν τον σημερινό άνθρωπο. Υπάρχει, μάλιστα, μία ένταση στη σχέση παραδοσιακών αξιών και επιστήμης η οποία προβλέπεται να αυξηθεί στο μέλλον, καθόσον η επιστήμη επεκτείνει την κυριαρχία του ανθρώπου στον ίδιο τον άνθρωπο και έρχεται, έτσι, αντιμέτωπη με τις ηθικές αξίες που αφορούν στα οντολογικά ερωτήματα, στην «ποιότητα» της ανθρωπότητας και στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Η κυριότερη, ίσως, επίδραση της επιστήμης στις αξίες έγκειται ακριβώς στο τι έχει να πει η επιστήμη για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Ας δούμε λοιπόν μερικές από τις επιπτώσεις της επιστημονικής γνώσης στις απόψεις σχετικά με την ιδέα, την εικόνα του ανθρώπου, αναφερόμενοι στις επικρατούσες επιστημονικές απόψεις σε δύο ουσιώδη θέματα: σε ό,τι αφορά στην αρχή της ανθρωπότητας και σε ό,τι αφορά στην εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Σχετικά με το πρώτο ερώτημα – την αρχή της ανθρωπότητας – φαίνεται ότι χρειάστηκαν κάπου 15 δισεκατομμύρια χρόνια και μία σειρά από σπάνιες κοσμικές συγκυρίες για να αναδυθεί η ζωή και να εξελιχθεί στη σημερινή της μορφή. Πολλοί το θεωρούν αυτό και την παρουσία του ανθρώπου στη γη τυχαία. Άλλοι, πιστεύουν ότι ο Θεός καθοδήγησε και καθοδηγεί συνεχώς αυτήν την πορεία. Η πρώτη άποψη ισχυρίζεται ότι η ζωή είναι μεν μία σπάνια, αλλά φυσική κατάσταση της ύλης, ότι τουλάχιστον στην αρχή της ζωής του ο άνθρωπος ήταν συνδεδεμένος με τα κατώτερα ζώα και ότι η ουσία του ανθρώπου συνίσταται σ’αυτό που έχει κοινό με τα άλλα ζώα, ότι δηλαδή δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο για «την ανθρώπινη φύση.» Η δεύτερη άποψη – ότι ο Θεός καθοδήγησε και καθοδηγεί συνεχώς αυτήν την πορεία – προσδίδει στον άνθρωπο υπερβατικότητα και υποδεικνύει την ανώτερη αξία του σε σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία. Προφανώς, καμία από τις δύο απόψεις δεν έχει αποδειχθεί από τη μέθοδο της επιστήμης, παρόλο που η πρώτη άποψη – ότι η ζωή είναι μεν μία σπάνια αλλά φυσική κατάσταση της ύλης – προωθείται ως η άποψη από την επιστήμη.

Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα – την εξέλιξη της ανθρωπότητας – πολλοί ήδη επιχειρηματολογούν ότι η εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστήμης στον άνθρωπο έχει διαβρώσει την ιδέα του ανθρώπου σαν κάτι το μεγαλοπρεπές ή θείο και την έχει αντικαταστήσει με απόψεις που βλέπουν τον άνθρωπο ως ένα ακόμη ζώο της φύσης. Υποβόσκει μία εκτεταμένη και έντονη αγωνία για τις τυχόν επιπτώσεις της εφαρμογής των επιτευγμάτων της σύγχρονης επιστήμης – κυρίως στις βιoϊατρικές επιστήμες – στον άνθρωπο. Για παράδειγμα, γίνεται αναφορά στα ακανθώδη ηθικά προβλήματα τα σχετικά με την εφαρμογή της γενετικής μηχανικής στον άνθρωπο, και όχι μόνο. Επισημαίνονται τα καίριας σημασίας προβλήματα που αφορούν στη δυνατότητα κληρονομικών γενετικών μεταλλαγών στον άνθρωπο και οι συναφείς φόβοι ότι ο άνθρωπος θα ανατραφεί όπως τα ζώα, και θα σηματοδοτηθεί έτσι το τέλος των ανθρώπινων αξιών, του πολιτισμού και ουσιαστικά το τέλος του ίδιου του ανθρώπου.

Σχετικά με το δεύτερο ερώτημα, ακόμη, μπορεί να αναφέρει ένας την πρόκληση που παρουσιάζουν για τις παραδοσιακές αξίες η επιστήμη και η τεχνολογία στην επίπτωση των βλαστοκυττάρων, την ενισχυτική ευγονική, και άλλων παρόμοιων προβλημάτων συνδεδεμένων με τη λεγόμενη «γενετική ιατρική» (genomic medicine) ή τις ιατρικές εφαρμογές της νανοτεχνολογίας.

Επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ένα ακόμη συναφές πρόβλημα, που σε μία ομιλία μου στην Ακαδημία Αθηνών τον περασμένο Φεβρουάριο, χαρακτήρισα ως ένα νέο αντίστροφο είδος επαγωγισμού — από τον άνθρωπο στα ζώα; — και όρισα ως τον δρόμο της χίμαιρας. Αναφέρομαι στη συστηματική εισαγωγή ανθρώπινων γονιδίων σε ζώα. Σε όντα που συμμερίζονται ανθρώπινα και ζωικά κύτταρα και που αποτελούν εν δυνάμει νέες μορφές ζωής, χίμαιρες. Αρκετές προσπάθειες αυτού του είδους βρίσκονται σε εξέλιξη. Ζώα με ανθρώπινη DNA ανατρέφονται με σκοπό να διευκολύνουν, για παράδειγμα, τη μεταμόσχευση οργάνων από τα ζώα στον άνθρωπο, τη διαμόρφωση μοντέλων για τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκέφαλου, ή την καλύτερη κατανόηση ορισμένων ασθενειών όπως του Parkinson’s and του Alzheimer’s. Πόσο «ανθρώπινα» όντα είναι οι χίμαιρες που έχουν γίνει με ανθρώπινα βλαστοκύτταρα; Σε ποιό σημείο δημιουργούμε ζωικά όντα με συνείδηση; Καυτά και οδυνηρά ερωτήματα που συνοδεύουν την πορεία του νέου, αντίστροφου επαγωγισμού. Που θα οδηγήσει, λοιπόν, η αντίστροφη αυτή επαγωγική πορεία που συγχωνεύει ανθρώπινα και ζωικά κύτταρα; Σε πιο βαθμό ασάφειας και αμφισβήτησης μπορεί να υποβληθεί η διαχωριστική γραμμή μεταξύ ανθρώπου και ζώου χωρίς να τεθεί υπό αμφισβήτηση αυτός ο ίδιος ο ορισμός της ανθρώπινης ζωής; Μπορεί ο Δυτικός Πολιτισμός, στα θεμέλια του οποίου βρίσκεται αυστηρός ο διαχωρισμός μεταξύ ανθρώπου και ζώου, να αντέξει αυτήν την πρόκληση; Διερωτώμαι, λοιπόν, αν ο δρόμος για καλύτερη ιατρική μέσω της χίμαιρας συνιστά το επόμενο βήμα στην περαιτέρω μείωση του ανθρώπου.

Ανεξάρτητα από το μέγεθος των φόβων που εμπεριέχουν αυτά τα ερωτήματα, έχει, αναμφίβολα, ταπεινωθεί στις μέρες μας ο άνθρωπος. Η εικόνα του ανθρώπου έχει ξεθωριάσει και το ηθικό του ανάστημα έχει σμικρύνει. Πιστεύω, ότι η τυχόν εξαφάνιση της ιδέας του ανθρώπου ως κάτι το ξεχωριστό θα είναι πολύ καταστρεπτική για τον ίδιο και για την όλη ζωή. Η πτώση του ανθρώπου, αναπόφευκτα, σημαίνει την πτώση της επιστήμης. Δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς τον άνθρωπο.

Τι είναι λοιπόν μοναδικό στον άνθρωπο; Η μοναδικότητα του ανθρώπου δεν έγκειται ασφαλώς στη φυσική ή στη βιολογική του σύνθεση, αλλά στα διαχρονικά του χαρακτηριστικά: στη λογική του, στην ελευθερία του, στη σκέψη του, στις διανοητικές και στις πνευματικές του δυνάμεις, στη βούλησή του για γνώση και ελεύθερη διερεύνηση. Είναι, ο άνθρωπος, ον ελεύθερο, γνωστικό, λογικό, πνευματικό, ηθικό, αλτρουιστικό με αξίες που δεν απορρέουν μόνο από την ανάγκη για επιβίωση. Είναι ικανός ο άνθρωπος να δημιουργεί κοσμοθεωρίες για τον σύμπαν και τη ζωή, να κάνει ηθικές επιλογές, να δείχνει ευσπλαχνία, να αγαπά, να αυτοθυσιάζεται. Είναι ασφαλώς ο άνθρωπος ένα από τα ζώα, ενσωματωμένο και συζευγμένο με τη φύση. Ξεχωρίζει όμως ο άνθρωπος από τα άλλα ζώα λόγω των χαρακτηριστικών που αναφέρθηκα παραπάνω. Μόνο ο άνθρωπος έχει ηθική, μόνο αυτός έχει θρησκεία, και μόνο σε κοινωνίες ανθρώπων υπάρχουν αξίες. Και όσοι, επί πλέον, αποδέχονται τον άνθρωπο ως το θεόμορφο δημιούργημα, κατανοούν, νομίζω, ακόμη καλύτερα την υπεροχή του par excellence και την ύψιστη τιμή που του έγινε από το Θεό και τη φύση, να του εμπιστευθούν ολόκληρη τη δημιουργία. Για τον άνθρωπο θυσιάστηκε ο ίδιος ο Θεός, σύμφωνα με το Χριστιανισμό.

Επιθυμώ να κλείσω την ομιλία μου με τα εξής τρία συμπεράσματα:
1. Η επιστήμη και οι επιστημονικές αξίες έχουν θεωρηθεί από πολλούς ως το υποκατάστατο των παραδοσιακών αξιών. Οι επιστημονικές όμως αξίες πρέπει να θεωρηθούν ως συμπληρωματικές παρά ως υποκατάστατο των παραδοσιακών αξιών. Η γενική αποδοχή της επιστήμης οφείλεται κατά μείζονα λόγο στη μεταφυσική της ανεπάρκεια. Αφ’ ής στιγμής όμως αυτό εγκαταλειφθεί, η επιστήμη θα κριθεί με διαφορετικά κριτήρια και θα αντιμετωπίσει ποικίλες αντιρρήσεις. 

2. Ο δρόμος μπροστά μας θα είναι δύσκολος γιατί θα συνεχισθεί και θα αυξηθεί η αμφισβήτηση της υπέρτατης θέσης του ανθρώπου στη φύση. Τα θέματα που αφορούν στον άνθρωπο αν και επιφανειακά εμφανίζονται ως απλά και περιορισμένης σημασίας, συνοδεύονται πολλάκις από ουσιώδη μεταφυσικά ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Στο μέλλον, περισσότερο από ότι στο παρελθόν, οι διχογνωμίες και οι διαφωνίες στα θέματα αυτά θα αυξηθούν γιατί βρίσκονται βαθιά ριζωμένα στις μεταφυσικές αντιλήψεις μας σχετικά με τον χαρακτήρα της ανθρωπότητας, τον ορισμό του ανθρώπου και του προσώπου.

3. Η αναζήτηση των πανανθρώπινων αξιών μέσα από συνεχή διάλογο μεταξύ εθνών, πολιτισμών, θρησκειών και επιστημών αποτελεί σήμερα πανανθρώπινη επιθυμία και οι αξίες αναγνωρίζονται ως αναγκαίες για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου, και αυτό είναι ελπιδοφόρο στοιχείο.

4. Επιβάλλεται η συμμετοχή μας σε αυτόν το διάλογο και η σοφή προβολή των αιώνιων αξιών του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Στη βάση αυτών των αξιών βρίσκεται η ρήση του Αριστοτέλη ότι ο άνθρωπος είναι «το άριστον των εν τω κόσμω» και η πίστη του Χριστιανισμού ότι ο άνθρωπος είναι «εικόνα» του ίδιου του Θεού.

Σας ευχαριστώ.

*Ford Foundation Professor of Physics του University of Tennessee των Η.Π.Α., Senior Fellow Emeritus του Oak Ridge National Laboratory των Η.Π.Α. και τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών

πηγή: http://www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/episthmh_axies.htm

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here