Εξουσία, Ηγεσία, Ηγεμονία           

2
757

Α. Η εξουσία ως συλλογικό μέγεθος

Στην ελληνική παράδοση όπως ο κόσμος προέκυψε από το χάος, έτσι και η αρχαιοελληνική πόλις αναδύθηκε από το χάος και την ανομία των εμφυλίων πολέμων. Όμως το χάος αυτό και η ανομία παραμένει δυνητικά παρόν στα θεμέλια της πόλεως. Η αντιπαλότητα και η ανάγκη υποβόσκουν μόνιμα στη ζωή των πόλεων η άλλων συλλογικών υποκειμένων όπως τα νεωτερικά έθνη-κράτη. Πρέπει να σημειωθεί μάλιστα ότι η αντιπαλότητα δεν θα εξέλιπε ακόμη και στην ιδανική περίπτωση που θα εξαλειφόταν η ανάγκη. Ο “καυγάς” μπορεί να “είναι για το πάπλωμα”, αλλά πολλές φορές γίνεται “για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιάν Ελένη”.

Η αντιπαλότητα λοιπόν δεν μπορεί να καταργηθεί. Το πρόβλημα είναι να θεσμισθεί. Να τεθούν κανόνες στο συγκρουσιακό παιχνίδι ώστε να είναι αναίμακτο. Το ζητούμενο δηλαδή είναι να υποταχθεί η αντιπαλότητα στη νομιμότητα, πάνω στην οποία υψώνεται η συλλογική ισχύς και εξουσία.

Η εξουσία είναι πάντοτε συλλογικό μέγεθος, αν και η συλλογική δύναμη μπορεί να ιδιοποιηθεί από ατομικούς φορείς εξουσίας. Η ιδιοποίηση αυτή δεν εμποδίζει την εξουσία να λειτουργεί σαν συλλογικής αφετηρίας ανάχωμα απέναντι στην τάση αλληλοσφαγής που γεννά η αντιπαλότητα και η ανάγκη.

Γι’ αυτό, όσοι στην προσπάθεια τους να ορίσουν την εξουσία ισχυρίζονται ότι ένας δρών ασκεί εξουσία πάνω σε έναν άλλον δρώντα όταν επηρεάζει, διαμορφώνει και καθορίζει τα θέλω, τα πιστεύω και τις απόψεις του, χάνουν από τα μάτια τους τη συλλογική γένεση της εξουσίας. Στέκονται απλώς στις δευτερογενείς εκδηλώσεις της που λαμβάνουν χώρα μετά την ιδιοποίηση της από ατομικούς φορείς.

 

Β. Η πολιτική ηγεσία ως σχέση

Τις τελευταίες δεκαετίες εντάθηκε διεθνώς το επιστημονικό ενδιαφέρον για την φύση και τα όρια της πολιτικής ηγεσίας. Το ζήτημα όμως παραμένει ακόμη υπό διερεύνηση, με εννοιολογικά  εργαλεία, προσεγγίσεις και μεθοδολογίες που ποικίλουν

Οι πιο πολλά υποσχόμενες προσεγγίσεις της πολιτικής ηγεσίας είναι η συνεργατική και η θεσμική. Οι προσεγγίσεις αυτές είναι συμπληρωματικές. Η πρώτη επικεντρώνεται στη σχέση ηγετών και οπαδών, ενώ η δεύτερη εστιάζει την προσοχή της στη σχέση ηγετών και του θεσμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δρουν.

Ο ορισμός που δίνει η συνεργατική προσέγγιση στην πολιτική ηγεσία είναι ότι πρόκειται για σχέση επιρροής μεταξύ ηγετών και οπαδών που αποβλέπει σε αλλαγές οι οπαίες αντανακλούν τους κοινούς τους στόχους. Οι οπαδοί είναι οιονεί συνεργάτες του  ηγέτη και όχι πιστοί του ακόλουθοι. Η ηγεσία είναι γεγονός σχέσης ηγετών και οπαδών και όχι ατομικό κτήμα των πρώτων, μια ιδιοκτησία τους σταθερή και ακατάλυτη.

Ως σχέση η πολιτική ηγεσία είναι εγγενώς ανταγωνιστική, δεδομένου ότι τους οπαδούς της τους διεκδικούν και άλλες πολιτικές ηγεσίες. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών ηγετών θεσμίζεται με διάφορους τρόπους. Μια μορφή τέτοιας θέσμισης είναι το κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Πρόκειται για αναίμακτη σύγκρουση  κομμάτων που διεκδικούν την κυβέρνηση.

Στις συγκρούσεις αυτού του είδους αντιπαρατίθενται διάφορα στυλ ηγεσίας. Στον ένα πόλο του φάσματος αυτών των στυλ βρίσκεται το λεγόμενο συναλλακτικό στυλ. Εδώ η σχέση ηγετών και οπαδών εκπίπτει σε συναλλαγή. Ή συναλλακτική ηγεσία παρέχει κίνητρα (κυρίως υλικά) στους οπαδούς για να συσπειρωθούν γύρω της και ταυτόχρονα επιβάλλει τιμωρίες στους αποκλίνοντες. Στον άλλο πόλο του φάσματος των ηγετικών στυλ βρίσκεται η μετασχηματιστική ηγεσία. Εδώ ο ηγέτης εμπνέει και ενοποιεί με το όραμα του τους οπαδούς για την επίτευξη των συλλογικών στόχων. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να γίνει λόγος  για οικοδόμηση μιας πραγματικής σχέσης μεταξύ ηγετών και οπαδών. Γι’ αυτό και οι τελευταίοι, στην εξέλιξη αυτής της σχέσης και ιδεωδώς, καθίστανται ολοένα και πιο ελεύθεροι, αυτόνομοι και πολιτικά ώριμοι. Ο ηγέτης με την σειρά του εμπλουτίζει τις δεξιότητες και τις αρετές του.

Μετά τη σύντομη αυτή αναφορά στη συνεργατική προσέγγιση θα επιχειρηθεί και μια ανάλογη αναφορά στη θεσμική προσέγγιση της πολιτικής ηγεσίας. Η προσέγγιση αυτή επικεντρώνει την προσοχή της στην αλληλεπίδραση των πολιτικών ηγετών με το θεσμικό και άλλου τύπου περιβάλλον μέσα στο οποίο δρούν. Βασική προκείμενη της θεσμικής προσέγγισης είναι ότι οι θεσμοί διαμορφώνουν σε υπολογίσιμο βαθμό την συμπεριφορά των πολιτικών ηγετών. Δεν γίνεται βέβαια λόγος για θεσμικό ντετερμινισμό της πολιτικής δράσης, αλλά απλώς για μια πιθανοκρατική προσέγγιση της. Το θεσμικό περιβάλλον δημιουργεί πρότυπα και κίνητρα πολιτικής συμπεριφοράς των ηγετών, επιτρέποντας ταυτόχρονα αποκλίσεις από τις παρατηρούμενες σταθερές.

Οι πολιτικές προβλέψεις είναι επισφαλείς ακόμη και στα πλαίσια της θεσμικής προσέγγισης που επιτρέπει κάποια διαύγαση του θολού πολιτικού γίγνεσθαι. Κατά πρώτον δεν μπορεί να απομονωθεί και να μελετηθεί ξεχωριστά μια μόνον θεσμική μεταβλητή από την πλειάδα των θεσμικών μεταβλητών που συνδιαμορφώνουν το όποιο πολιτικό αποτέλεσμα. Έξαλλου τα χαρακτηριστικά του ηγέτη (πολιτικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, γενναιότητα, ευφυΐα κ.λ.π) και το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός δρα (οικονομική κατάσταση, πολιτισμικές παραδόσεις, θέση της χώρας του στο διεθνές σύστημα) περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση και καθιστά αβέβαιες τις πολιτικές προβλέψεις.

Οι δυσκολίες αυτές δεν είναι τυχαίες. Σχετίζονται με την ουσιωδώς ρευστή και ασταθή φύση του πολιτικού πεδίου .Αστάθεια και ρευστότητα που συνδέονται με τη δημιουργικότητα και ελευθερία των ηγετών και των πολιτών. Αν και η θεσμική προσέγγιση αναζητεί θεμιτά σταθερές, πρέπει όμως να είναι ανοιχτή στη σύλληψη των αλλαγών. Παράγοντες και αίτια όπως οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να αποσταθεροποιήσουν υπάρχουσες θεσμικές ισορροπίες και να προκύψουν έτσι αναθεσμίσεις, που οδηγούν σε νέα πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς.

 

Γ. Η φύση της αστικής ηγεμονίας

Η πρώτη εννοιολόγηση της ηγεμονίας στους νεότερους χρόνους έγινε από τον Μακιαβέλι. Εκείνος όμως που την ανήγαγε σε κλειδί για την ανατομία της εξουσίας της αστικής τάξης στις αναπτυγμένες χώρες του καιρού του, ήταν ο ιταλός κομμουνιστής ηγέτης Αντόνιο Γκράμσι. Το ειδικό χαρακτηριστικό της εξουσίας αυτής είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία δεν γίνεται επίκληση της ανωτερότητας της κυρίαρχης τάξης για να δικαιολογηθεί η άσκηση εξουσίας από μέρους της. Μέσω του κοινοβουλευτισμού και των ιδεολογικών μηχανισμών του αστικού κράτους δημιουργείται η πεποίθηση στις μάζες ότι αυτοκυβερνώνται. Ότι απουσιάζει η οποιαδήποτε ταξική κυριαρχία και ότι όλοι από κοινού, ως ισότιμοι πολίτες, καθορίζουν το μέλλον τους.

Κατά τον Γκράμσι το αστικό κράτος της εποχής του είναι ισχυρότερο του φεουδαλικού τσαρικού, για παράδειγμα, όχι μόνο γιατί μπορεί να υπολογίζει στη συναίνεση των μαζών αλλά και διότι διαθέτει αποτελεσματικότερους μηχανισμούς καταστολής. Η αποτελεσματικότητα αυτή συνδέεται, σε ένα πρώτο πλάνο, με την τεχνολογική ανωτερότητα των μέσων που διαθέτει το αστικό κράτος. Βαθύτερα όμως σχετίζεται με το γεγονός ότι τα μέσα αυτά χρησιμοποιούνται από μια εκλεγμένη εξουσία. Σε αντίθεση  με τον Λένιν που πίστευε ότι η συναίνεση των μαζών στα αναπτυγμένα κράτη διασφαλίζεται από την συμμετοχή τους στη νομή των ιμπεριαλιστικών υπερκερδών, ο Γκράμσι στάθηκε περισσότερο στη φύση του αστικού κράτους και  των θεσμών του ως αιτίου της ηγεμονίας των αστών.

Η αστική ηγεμονία  είναι τελικά μέγεθος συλλογικό. Αφορά και πραγματώνει μια σχέση του ηγεμονεύοντος με τους συμμάχους και τους αντιπάλους του. Πρόκειται για προσπάθεια σύμπηξης των ευρύτερων κατά το δυνατόν συμμαχιών και ταυτόχρονα για προσπάθεια αδρανοποίησης και κατακερματισμού των αντιπάλων. Η εξουσία στην περίπτωση αυτή θέλει να εμφανίζεται όχι μόνον σαν εκπρόσωπος της ολότητας και εγγυητής της αναπαραγωγής της αλλά και σαν ανοιχτή εκ προοιμίου στον καθένα.

 

 Δ. Κρίσεις και ηγεμονικοί κύκλοι. 

Η ηγεμονία, τελικά, είναι αναντικατάστατη για την άσκηση της εξουσίας από τους ηγέτες. Με αφορμή μια συγκεκριμένη κρίση (οικονομική, πολιτική ή αλλιώς αποτέλεσμα πολεμικής αναμέτρησης και πανδημίας) αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός διαφόρων πολιτικών ηγεσιών για να κερδίσουν οπαδούς και να ηγεμονεύσουν στο πολιτικό πεδίο μέσω ενός ερμηνευτικού σχήματος για την φύση της κρίσης. Ερμηνευτικό σχήμα που σαν ιδρυτικός μύθος επιδιώκεται να γίνει αποδεκτό από την ολότητα, πράγμα που αποτελεί βασικό στοιχείο της ηγεμονίας. Ο κύκλος  αυτός τελειώνει με την αποκρυστάλλωση της ηγεμονίας σε θεσμούς. Μια νέα κρίση μπορεί να διασαλεύσει την προϋπάρχουσα ηγεμονία και να καταλήξει σε έναν νέο κύκλο συγκρούσεων, συναινέσεων και θεσμικών αναδιαρθρώσεων.

 

Πηγές

-Ο σύγχρονος μηδενισμός. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός.2008

-Γράμματα από τη φυλακή. Του Αντόνιο Γκράμσι. Εκδόσεις Ηριδανός. Ιούλιος 2005.

-Leadership  for the twenty-first century. By Joseph. C. Rost. Greenwood Publishing Group, 1991.

-The  institutional approach to political leadership. By R.Elgie.2014

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ο ρήτορας”) είναι έργο του Γιάννη Γαΐτη.

2 Σχόλια

  1. Καλησπέρα σας. Σε δύο σημεία μόνο θα σταθώ. 1ο. Δεύτερη παράγραφος πριν το τέλος: Εφόσον η αστική ηγεμονία είναι τελικά μέγεθος συλλογικό, θα έπρεπε να αφορά και να πραγματώνει μια σχέση των “ηγεμονευόντων” και όχι του “ηγεμονεύοντος”, όπως στη συνέχεια αναγράφεται…2ο. Τελευταία παράγραφος:Αναγράφεται στην αρχή ότι η ηγεμονία είναι αναντικατάστατη για την άσκηση εξουσίας…Στο τέλος της ίδιας παραγράφου διαβάζουμε όμως, ότι μια νέα κρίση μπορεί να διασαλεύσει την προϋπάρχουσα ηγεμονία και να καταλήξει σε έναν νέο κύκλο συγκρούσεων… Λογικό συμπέρασμα: Η ηγεμονία δεν είναι αναντικατάστατη. Είναι απλώς αναλώσιμη.
    Λιτό και καλογραμμένο άρθρο χωρίς παλλιλογίες και προπαντός δεν δραπετεύει από όσα υπόσχεται ο τίτλος του.

    http://users.sch.gr/farantakis

  2. Κύριε Φαραντάκη ευχαριστώ για τα επαινετικά σας λόγια. Ως προς το ζήτημα της ηγεμονίας τώρα, η ηγεμονία είναι συλλογικό μέγεθος διότι ασχέτως αν οι φορείς της είναι ένας ή περισσότεροι πραγματώνεται ως σχέση με πολλούς, με τους συμμάχους και τους αντιπάλους δηλαδή. Ως προς το αν είναι αναντικατάστατη έχετε δίκιο. Μπορεί να είναι τέτοια μόνον στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου ηγεμονικού κύκλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here