Εμείς και οι αρχαίοι

0
46

Η αρχαιότητα υπήρξε συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας από γενέσεως του νεοελληνικού κράτους. Από τα (συχνά μετονομασμένα)  τοπωνύμια και τα ονόματα των οδών μέχρι την προνομιακή θέση των αρχαίων ελληνικών στο σχολικό πρόγραμμα, η αρχαιότητα είναι καθ’ όλην την διακοσιετή διαδρομή μας ως έθνος- κράτος πανταχού-παρούσα.

   Θα άξιζε όμως τον κόπο να αναρωτηθούμε αν πίσω από αυτήν την επιδερμική αρχαιολατρία υφίσταται μια βαθύτερη σχέση με τον αρχαίο κόσμο. Θα θίξω μιαν ενδεικτική πτυχή του θέματος: την σχέση νεοελληνικής και αρχαίας λογοτεχνίας. Ό, τι, ως προς τη θεματικές αναζητήσεις των λογοτεχνών μας, υπάρχει μια τέτοια σχέση είναι αδιαμφισβήτητο. Η νεοελληνική λογοτεχνία άντλησε γόνιμα από τους αρχαίους μύθους και την αρχαία ιστορία, από το έργο των τραγικών και του Ομήρου, από τον στοχασμό του Πλάτωνα και των προσωκρατικών. Ποια σχέση όμως υπάρχει ανάμεσα στο  μοντέλο ποιητικής τέχνης που αποκρυστάλλωσε ο αρχαίος κόσμος (ένα από τα ισχυρότερα και  τα διαχρονικότερα  στην παγκόσμια τέχνη) και τη νεοελληνική δημιουργία; Εδώ τα πράγματα αρχίζουν να εμφανίζονται προβληματικά.

   Το να αναφέρεσαι στην Σαπφώ και τον Αρχίλοχο ή στον Όμηρο είναι το πιο εύκολο. Το να διδαχθείς όμως κάτι από την τέχνη της Σαπφούς και του Ομήρου δεν καθόλου αυτονόητο.

    Ας πάρουμε ως παράδειγμα  δύο μεγάλους μας ποιητές του εικοστού αιώνα: τον Καβάφη και τον Σικελιανό. Ο αρχαίος κόσμος,  διαφορετικές βέβαια πλευρές του, απασχολούν και τους δυο: ο ελληνιστικός και κατοπινός κόσμος τον Καβάφη, ο αρχαϊκός, μυθικός τον Σικελιανό. Δεν είναι ασφαλώς λίγο αυτό. Αν όμως προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε βαθύτερες συνάφειες μεταξύ της αρχαίας ποιητικής τέχνης κι αυτής του Σικελιανού ή του Καβάφη, οφείλουμε να διαπιστώσουμε πως βρισκόμαστε σε διαφορετικούς εκφραστικούς κόσμους. Τι σχέση έχει η υμνητική τέχνη του Πινδάρου με την Μητέρα Θεού και τονΑλαφροΐσκιωτο ή η καβαφική ποίηση με την ελληνιστική;  Όσο κι αν κάποιοι προσπάθησαν να τεκμηριώσουν μιαν επίδραση της Παλατινής Ανθολογίας στον αλεξανδρινό, μια στοιχειώδης γνώση του Καλλιμάχου και του Θεοκρίτου θα αποκάλυπτε ακόμη και στον πιο αγύμναστο οφθαλμό το χάσμα που χωρίζει τον Καβάφη από τους προπάτορές του της πτολεμαϊκής κοσμοπόλεως: στον έναν κυριαρχεί  δημώδης, πεζολογική καθαρεύουσα και μετρική απελευθέρωση, στους άλλους άκρα λεκτική και μετρική εκζήτηση. Η προσπάθεια του Καβάφη είναι να φέρει τον ποιητικό λόγο κοντά στον καθημερινό, ο Καλλίμαχος κι η σχολή του να τον απομακρύνουν απ’ αυτόν.

   Ετούτο το φαινόμενο έχει, βέβαια, την ιστορική του εξήγηση. Το πανίσχυρο  μοντέλο του αρχαίου ποιητικού (και ρητορικού) λόγου είναι συνδεδεμένο με την ιδιοσυστασία της αρχαίας γλώσσας. Καθώς η αρχαία γλώσσα απέβαλε την προσωδία και μετεξελισσόταν, το μοντέλο αυτό δεν μπορούσε πια να ενσαρκωθεί στις νέες μορφές της. Η αρχαία ποίηση εκφυλίστηκε σε άχαρη στιχουργία ικανή να παραγάγει μόνον ελεγειακά επιγράμματα σε τάφους μητροπολιτών και άθλιους ιάμβους στις εισόδους ακαδημαϊκών καθιδρυμάτων.

   Ωστόσο η αρχαία ποιητική τέχνη δεν εξαφανίστηκε. Μεταλαμπαδεύτηκε στη λατινική κι απ’ αυτήν στις νεότερες γλώσσες της Ευρώπης. Η αναβίωση της αρχαίας μετρικής στις γερμανικές γλώσσες είναι η πιο εμφανής πτυχή αυτής της αναγέννησης. Σπουδαία έργα της γερμανικής λογοτεχνίας (λ.χ. τα Ρωμαϊκά Ελεγεία του Γκαίτε κι όλο σχεδόν το έργο του Χαίλντερλιν) γράφτηκαν σε αρχαία μέτρα. Ο σύγχρονος σουηδός νομπελίστας Τούμας Στράνστρεμερ  χρησιμοποιεί την αλκαϊκή και την σαπφική στροφή. Ο Γκίνσμπεργκ ομολογούσε σε μια συνέντευξή του πόσο τον συγκινούσε το σαπφικό μέτρο (δεν θα διστάσει, άλλωστε, να το χρησιμοποιήσει σε παρωδική εκδοχή του). Ο Γκίνσμπεργκ, χάρη στην ιδιοφυία του, κατάλαβε αυτό που ο μέσος νεοέλληνας «ποιητής» (ο οποίος παράγει αφειδώς χάι- και), εξ αιτίας μιας ασύγγνωστης πνευματικής νωθρότητας, αδυνατεί να κατανοήσει: τον δυναμισμό της αρχαίας ποιητικής τέχνης.

   Δεν ισχυρίζομαι πως μια τέτοια διαλεκτική σχέση είναι απαραίτητη προϋπόθεση λογοτεχνικής αριστείας. Πιστεύω όμως ακράδαντα πως η απουσία της μας φτωχαίνει. Φυσικά, υπάρχουν δύο λαμπρές εξαιρέσεις: οι Ωδές του Κάλβου και η αναβίωση του δακτυλικού εξαμέτρου από τον Κωστή Παλαμά.

Πρώτη έντυπη δημοσίευση στο περιοδικό “Νέα Ευθύνη”

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Μάσκα και δάφνη”, 1999) είναι έργο του Σαράντη Καραβούζη.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here