ΔΟΞΟΜΠΟΥΣ του Φώτου Λαμπρινού (1987)

0
971

Αποτελεί κοινό τόπο το γεγονός  ότι μέχρι τη δημιουργία της ταινίας  Δοξόμπους  δεν είχαμε δείγματα από τον μη εμπορικό (έντεχνο) ελληνικό κινηματογράφο μιας  αποτύπωσης ενός βυζαντινού/μεσαιωνικού χρονικού, δηλαδή καταγραφής συμβάντων στο πλαίσιο αναφοράς τους.  Μέχρι τότε είχαμε  μόνον κάποιες παραγωγές – επαρχιωτικού κυρίως στιλ – αναφορικά με μάχες αυτοκρατόρων, θριάμβων ή αγιολογιών τους, βασισμένες σε λογοτεχνικά κείμενα και σε ηρωική ιστοριογραφία.  Λαμπροί  ηθοποιοί (Κατράκης, Τζόγιας, Βασταρδής κ.ά.) πλαισίωναν τούτες  τις ταινίες οι οποίες όμως ήταν φτωχές στη θεματική και στο περιεχόμενο.

Ο Φώτος Λαμπρινός  τη δεκαετία του 80 επιχείρησε κάτι διαφορετικό παρά το ότι ήταν και πάλι ήταν πολύ νωρίς για την κατανόηση τέτοιων δομών από το κοινό του.  Οι εντελείς σπουδές σκηνοθεσίας του Λαμπρινού στο Ινστιτούτο Σκηνοθεσίας της  Μόσχας του επιτρέπουν από την πλευρά της τεχνικής να εμφανίσει αρετές όπως  την καθαρότητα στην εικόνα, τη σκηνική αρτιότητα στο πλάνο και τον ορθό ήχο – στοιχεία δυσεύρετα στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή.  

Το περιεχόμενο του είναι  σαφές και αυτό δημιουργεί μια ευκολία στη μετάδοση των νοημάτων στον θεατή αναφορικά με μια θεματική «δυστοπία» όπως είναι η βυζαντινή γιατί είναι ίσως η μόνη ιστορικά χρονική περίοδος κατά την οποία η θεματολογία της  ανέκαθεν εμφάνιζε πλείστες αντιφατικές προσλήψεις.

Η ταινία παρότι βασίζεται σε μυθοπλασία, ιστορεί  την καθημερινότητα ενός βυζαντινού χωριού αναφορικά με τους δύο πυλώνες εξουσίας την εκκλησιαστική (μοναστική και θεσμική εκκλησία) και την πολιτική.  Η αριστοτεχνική πλοκή του Λαμπρινού αναδεικνύει όσο χρειάζεται για την κατανόησή μας τη διαφθορά αλλά και τη σύγχυση στη νομή της εξουσίας καθώς και την αυστηρότητα που επιδεικνύεται στους υπηκόους αλλά και τους ηγέτες, όταν θίγεται κάποιος από τους δύο θεσμικούς άξονες.  Παρότι χρονικά μακρινό το Βυζάντιο τα γεγονότα στο μικρόκοσμο ενός χωριού του Δοξόμπους, το οποίο συμβαίνει να βρίσκεται στη θρακική γεωγραφική επικράτεια εντός του βαλκανικού χώρου  και στο οποίο η γλώσσα επικοινωνίας είναι η ρωμέϊκη, είναι πλήρως κατανοητά.  Είναι κατανοητά  γιατί όλα τα κοινωνικά συμβάντα και οι διαπροσωπικές σχέσεις που συμβαίνουν στον συγκεκριμένο χώρο  βρίσκονται σε ένα ιστορικό και αφηγηματικό ιστό συνέχειας  αναφορικά μια σταθερή κάθετη αναφορά υπακοής στις ηγεσίες, με τη  θρησκεία φυσικά έχει τον πρώτο λόγο σε τούτη την υποταγή.

Ο Λαμπρινός στους διαλόγους του χρησιμοποιεί στοιχεία από τα τότε χειρόγραφα με και την ντόπια παράδοση και εξοικειώνει τον θεατή με εκείνη τη λαλιά διασφαλίζοντας τη συνέχεια της γλώσσας, πράγμα πολύτιμο για τη  σαφήνεια της θεματικής.

Δεν θέλω να κάνω κάποια ειδική μνεία σε επιμέρους αποσπάσματα της ταινίας – θα ήθελα όμως να κάνω μια συνοπτική αποτίμηση  υποτιθέμενης καταγραφής συγγενικών ή μη αναφορών του Ταρκόφσκι με τον Λαμπρινό.  Δεν γνωρίζω αν ποτέ συναντήθηκαν οι δύο δημιουργοί ή αναφέρθηκαν ο ένας στο έργο του άλλου.

Ο Ταρκόφσκι όταν καταπιάνεται με τη θρησκεία – κυρίως στον Αντρέι Ρουμπλιώφ αναφέρεται στην εκδήλωση μιας ιδιότυπης αναφοράς στο θείο, θα το ονόμαζα ρωσικό ευσεβισμό με μυστικιστικά στοιχεία που διαπνέεται από τα ιδεώδη της σλαβόφωνης φιλοκαλίας.  Γι’ αυτό και όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε το Βυζάντιο με τους όρους της ταρκοφσκικής δημιουργίας νομίζω ότι πράττουμε λανθασμένα.  Ο ρώσικος τρόπος βίωσης του θείου έχει άλλες προσλήψεις – δηλαδή άλλες ανάσες στη θρησκευτική λαλιά που αποτυπώνονται διαφορετικά  στη λατρεία και ενδεχομένως στις διαπροσωπικές σχέσεις.  Γι’ αυτό παρότι στο κινηματογραφικό πανί τούτο φαίνεται ελκυστικό, στη δική μας ζωή είναι δυσερμήνευτο  γιατί η μορφή ζωής αυτού του ρωσικού τοπίου είναι διαφορετική από τη δική μας.   Αλλάζει δηλαδή και η εμπειρία ζωής από το ένα τοπίο στο άλλο.

Ο Λαμπρινός παρότι δεν έχει την παγκοσμιότητα της σκηνοθετικής εμβέλειας του Ταρκόφσκι και αυτό δεν μειώνει  σε καμιά περίπτωση τη λαμπρή συνεισφορά του στον ελληνικό και διεθνή κινηματογράφο, με αυτή την ταινία του μας κάνει μετόχους σε μια κοινή λαλιά και σε ένα δίκτυο σχέσεων με τα οποία αισθανόμαστε οικεία.  Βεβαίως και η ταινία του δεν εμφανίζει αναλογίες με την πνευματικότητα του Ταρκόφσκι αλλά  τα γεγονότα της καθημερινότητας  του Δοξόμπους «ιστορούνται» εύλογα και στη δική μας μορφή ζωής.  Στον Λαμπρινό αναδεικνύεται εκτός από τη λαλιά και η σημασία του συγκεκριμένου τόπου του βαλκανικού.  Ενός πολυεθνοτικού τόπου όπου η βυζαντινή νομή της εξουσίας και των δύο πυλώνων στηριζόταν στην αποδοχή του εθνοτικού μωσαϊκού.  Στοιχεία που από τη μια μας θυμίζουν τη δημοκρατικότητα του νεοελληνικού διαφωτισμού για τα βαλκάνια και από την άλλη την καταγγελτικότητα και μισαλλοδοξία αλλά και τον καιροσκοπισμό όλων των εθνοτήτων ανεξαιρέτως αυτής της ευαίσθητης περιοχής.

Όπως όλες οι ταινίες άλλες λιγότερο άλλες πιο πολύ έχουν και τις αδυναμίες τους.  Θα ξεχώριζα σε τούτη την ταινία κάποιους κουραστικούς διαλόγους που προκαλούν συνακόλουθα μια σκηνική αμηχανία που όμως σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογούν απόλυτες αρνητικές γενικεύσεις όπως αυτές που είχαμε δει αρχικά στην υποδοχή της ταινίας από μερίδα κριτικών. 

Η ταινία του Λαμπρινού είναι μια αξιόλογη δημιουργία με αψεγάδιαστη τεχνική και  ακόμη και σήμερα κατέχει ένα σημαντικό μερίδιο στην κινηματογραφική κληρονομιά μας.  Παρότι μυθοπλασία αναδεικνύει όψεις ενός βίου που πλέκεται στον ιστό της ιστορίας μας και σαν τέτοιο αφηγηματικό και αισθητικό γεγονός πρέπει να εκτιμηθεί με τον ανάλογο τρόπο.

* Πανεπιστημιακός, Δ/ντής Τομέα Ιστορίας της Φιλοσοφίας
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here