Δικαιοσύνη, κίνητρα και ισότητα

0
83

·      «τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε» (Ματθ. 26,11)

·      «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Προς Εβραίους, 13, 14)

 

O Τζών Ρώλς, ο Αμερικανός φιλόσοφος, στο πολύ γνωστό του βιβλίο με τίτλο «Θεωρία της Δικαιοσύνης» αναλύει και επεξηγεί την περιβόητη «αρχή της διαφοράς». Σύμφωνα με αυτήν, «οι ανισότητες είναι δίκαιες αν, και μόνο αν, είναι αναγκαίες προκειμένου όσοι βρίσκονται κοινωνικά στη χειρότερη θέση να δουν μία βελτίωση η οποία δεν θα λάμβανε χώρα αν τα πράγματα είχαν αλλιώς» [1] [με έντονα γράμματα η δική μου έμφαση].

Πρόκειται για μία έντονα πραγματολογική διαπίστωση, που ιστορικά συνδέεται με το «τέλος» της κομμουνιστικής δεοντολογίας όπως αυτή είχε σαρκωθεί ιστορικά ε ολόκληρο σχεδόν τον 20ο αιώνα. Λέω πραγματολογική, διότι κατ’ αυτήν η ανισότητα δεν είναι ούτε είναι άδικη. Είναι μία πραγματικότητα «εκεί έξω», δίπλα μας, την οποία πρέπει ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε «ρεαλιστικά», στα πλαίσια ενός δημοκρατικού, φιλελεύθερου πολιτεύματος. Ο σκοπός δεν είναι κανονιστικά να την εξαλείψουμε- καθώς τα κομμουνιστικά ή άλλα εργαλεία γι’ αυτό μας λείπουν- αλλά να αποδεχθούμε την αναγκαιότητα της και τουλάχιστον να βρούμε το raisond’ êtreαυτής.

Κάποιος μπορεί να θυμηθεί σε αυτό το σημείο τη ρήση του Ιησού Χριστού από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Είναι όμως ακριβώς έτσι;

Ο Ρώλς προχωρά παρά πάνω και επηρεαζόμενος από αυτό που έγινε κοινός τόπος στη δεκαετία του 1990, θεωρεί ότι οι αμοιβές των «προικισμένων» ή των προνομιούχων της άνισης κοινωνίας υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν γιατί ωθούν σε παραγωγικότερες επιδόσεις, οπότε αναγκαστικά «ανεβαίνει» και το βιοτικό επίπεδο των χαμηλότερων στην κοινωνική ιεραρχία [2] Έκανα λόγο για κοινοτοπία, διότι σε πιο χυδαία έκφραση έχουμε όλοι ακούσει ότι για την πτώση των πρώην ανατολικών καθεστώτων ευθύνεται η «τυπική» ισότητα μισθών, που καθήλωνε την παραγωγικότητα και οδηγούσε σε ένα σπιράλ μιζέριας. Δεν έχουμε όλοι μας όμως εξίσου πληροφορηθεί, ακόμη και σήμερα, για τις κοινωνικές διαφορές και διαστρωματώσεις του καθενός από τα καθεστώτα αυτά, ούτε βέβαια η κριτική μας θέλει να εστιάζεται στην «προδοσία» των εξισωτικών, σοσιαλιστικών ιδεωδών τους, αλλά εντοπίζεται στην παραγωγικότητα και τη διανομή των πόρων.

Τη διανεμητική δικαιοσύνη θεωρεί ο Ρώλς ότι μπορούμε να την επιτύχουμε αν προσαρμόσουμε τις πράξεις μας στους κανόνες μίας δίκαιης βασικής δομής. Με κάποιον τρόπο, ιδιοτέλεια, εξουσία, μοχθηρία, φιλανθρωπία, συντροφικότητα- όλα τα αρνητικά και θετικά συναισθήματα-, ενσωματώνονται στην αναγκαία δομή της βάσης, οπότε και πλέον δεν έχουν και καμία ιδιαίτερη σημασία. «Η γενναιοδωρία, όμως, μολονότι θα μετέβαλλε την κατανομή και ίσως την καθιστούσε πιο ίση απ’ όσο θα ήταν διαφορετικά, δεν μπορεί να την κάνει πιο δίκαιη απ’ όσο θα ήταν διαφορετικά, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι θα έκανε κάτι το αδύνατο: θα σήμαινε ότι θα καθιστούσε πιο δίκαιη μια κατανομή για την οποία έχει κατοχυρωθεί ότι είναι ήδη (απόλυτα) δίκαιη» [3].

Αυτό πρακτικά μπορεί να σημαίνει ότι εάν είναι συνταγματικά ή νομικά κατοχυρωμένη μία αυξημένη φορολογία των πιο πλούσιων εισοδημάτων (η βασική δομή), τότε δεν θα έχει και τόση σημασία το θετικό ή αρνητικό πρόσημο των πράξεων μας αρκεί μόνο να συμφωνούν με τη βασική αυτή ρύθμιση.

Απλό; όχι και τόσο! Διότι ο Ρώλς βγάζοντας έξω από το ενδιαφέρον του το ήθος της καθημερινότητας- και το βγάζει έξω, διότι δεν θέλει να εισάγει «από την πίσω πόρτα» ιδεολογίες, πίστεις και συναισθήματα-, τι κάνει τελικά; Προϋποθέτει μηχανιστικά δεδομένα που δεν είναι αυτονόητα στο σύστημά του. Οι πλούσιοι, για παράδειγμα, θα συμμορφώνονται πλήρως και με όλη την ψυχή τους; Οι φτωχότεροι δεν θα αισθάνονται το έλλειμμα αξιοπρέπειας τέτοιων ρυθμίσεων και δεν θα μνησικακούν;

Πιο σύνθετα: «Ωστόσο, αν η δικαιοσύνη σχετίζεται μονάχα με τη δομή, αυτό είναι λάθος, γιατί σ’ αυτή την περίπτωση ενδεχομένως όσοι βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο πρέπει να κατέχουν τις συγκριτικά χαμηλές θέσεις τους μόνο και μόνο επειδή οι επιλογές όσων κατέχουν τις ανώτερες έχουν εξαιρετικά αντιεξισωτικό χαρακτήρα. Για ποιόν λόγο άραγε το γεγονός ότι είναι αδύνατη με καθαρά δομικά μέσα η βελτίωση της θέσης των λιγότερο ευκατάστατων να αρκεί για να εγγυηθεί την αξιοπρέπεια αυτών των τελευταίων, αν στην πραγματικότητα η θέση τους είναι εξαιρετικά χαμηλή εξαιτίας της απεριόριστης ιδιοτέλειας που χαρακτηρίζει τις οικονομικές επιλογές των περισσότερο ευκατάστατων;» [4]

Η προσπάθεια εξοβελισμού της ιδεολογίας, αλλά και της ηθικής, αυτής της απλής και τόσο ουσιώδους ηθικής της καθημερινότητας, οδηγεί σε αντινομίες. Γι’ αυτό η Εκκλησία φροντίζει να επιλύσει το τραγικό παράδοξο της κοινωνικής ανισότητας σε οντολογική βάση. Η φτώχεια είναι μία πραγματικότητα. Την πολεμάμε όμως διότι η αναφορά μας είναι στα έσχατα, που σαφώς είναι «διαφορετικά». Σε αυτό το δείκτη προσανατολιζόμαστε. Σε αυτή τη κατεύθυνση πρέπει να προσαρμόζουμε τις καθημερινές μας πράξεις, αλλά και τις επιλογές μας. Και έτσι οι επιλογές δεν έχουν προαιρετικό και αδιάφορο χαρακτήρα, αλλά σημαίνουν πολλά περισσότερα από την όποια δομή, που εν τέλει έχουν τη δύναμη να αλλάζουν στο πέρασμα των χρόνων.

Ο κονστρουκτιβισμός του Ρώλς δείχνει να είναι μία ακόμη απόπειρα του σύγχρονου ανθρώπου της Δύσης να τα έχει όλα: και την κοινωνική ανισότητα που κάνει λειτουργική την επιβίωσή του σε βάρος πάντα άλλων, αλλά και ήσυχη τη συνείδηση ότι τελικά πρόκειται για μία αναγκαιότητα, η οποία μπορεί με δομικό τρόπο να μετριασθεί.

Σημειώσεις

[1] Τα όποια αποσπάσματα αλλά και ο ευρύτερος προβληματισμός της συγγραφής του συγκεκριμένου άρθρου είναι από/ έχουν να κάνουν με το βιβλίο του Τζέραλντ Άλλαν Κοέν, του διαπρεπέστερου εκπροσώπου του αναλυτικού Μαρξισμού στον 20ο αιώνα, Αν θέλεις την Ισότητα, γιατί είσαι τόσο πλούσιος; (τίτλοςπρωτοτύπου If You’re an Egalitarian, How come You’re so Rich?), σεμετάφραση Μιχ. Παπανικολάου/Αργύρη Παπασυριόπουλου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016 (η έκδοση του Harvard του 2000). Το συγκεκριμένο απόσπασμα στη σελίδα 232.

[2] Στο ίδιο, σ. 235.

[3] Στο ίδιο, σ. 245.

[4] Στο ίδιο, σ. 252.

Το εικαστικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα είναι δημιουργία του Jeffrey Smart.

πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here