Δημοκρατία για εραστές της ομορφιάς

Συμβολή στην αναζήτηση των θεμελίων της δημοκρατικής κοινωνίας

1
119

Θαύμασα διαβάζοντας το όμορφο κείμενο του Γιώργου Μιλτ. Σαλεμή «Δημοκρατία για γενναίους ή δημοκρατία για τυχαίους;», αλλά θαύμασα πιο πολύ όταν είδα στη συνέχεια τον ομόφωνο-ομόψυχο εγκωμιασμό του από ανθρώπους διαφορετικών αντιλήψεων (θαμώνες εδώ στο Αντίφωνο, που τους έχω δει να διαφωνούν μεταξύ τους, και που έχω διαφωνήσει κι εγώ μαζί τους σχολιάζοντας άλλα κείμενα, πολλές φορές με τρόπο έντονα εριστικό). Και κάθισα και σκέφτηκα: τί υπάρχει σ’ αυτό το κείμενο (και όχι μόνο) που προκαλεί τη συμφωνία ανθρώπων με τόσο διαφορετική ιδεολογική ματιά; Ποιες είναι – για να το πω αλλιώς – οι προϋποθέσεις της συμφωνίας, αν δεν είναι οι κοινές ιδεολογικές πεποιθήσεις;

Νομίζω λοιπόν ότι είναι η ομορφιά. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως το κείμενο του Γ. Μ. Σαλεμή είναι ωραίο. Ωραίο, όχι επειδή λέει σωστά πράγματα – αυτό στην προκειμένη περίπτωση είναι μάλλον δευτερεύον – αλλά επειδή είναι εμφανώς προϊόν μιας φωταυγούς έκλαμψης (που την προκάλεσε άλλωστε η αντίδραση σ’ έναν Απόλλωνα). Στο κείμενο αυτό ο Γ. Μ. Σαλεμής δεν λέει απλώς τη γνώμη του ως έκφραση κάποιων συλλογισμών και αντιλήψεων. Κάνει τον αναγνώστη του, κοινωνό μιας εικόνας – στην προκειμένη περίπτωση μιας εικόνας της δημοκρατίας – που έχει γοητέψει τον ίδιο· και μοιράζεται μαζί του αυτή τη γοητεία, καθιστώντας την έτσι αυθεντικό θεμέλιο ‘κοινωνίας’.

Εννοείται ότι δεν αναφέρομαι στην ομορφιά του κειμένου ως αυτόνομου αισθητικού γεγονότος, αλλά σε άμεση συνάφεια με το νόημά του· εκεί που μορφή και περιεχόμενο γίνονται ένα. Βλέπω σ’ αυτή την ομορφιά τον δίαυλο για μια άμεση, αδιαμεσολάβητη από τη λογική, αν και όχι άλογη επαφή τού νου με την αλήθεια. Στον διάλογο μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη, η από κοινού αναγνώριση της ομορφιάς προκαλεί ένα αυθεντικό αίσθημα εγγύτητας και οικειότητας απαραίτητο για τη θεμελίωση μιας σχέσης εμπιστοσύνης – αν πράγματι ο διάλογος αποσκοπεί στην εύρεση ενός ‘κοινού τόπου’. Ίσως γιατί πέρα από το υποκειμενικό αίσθημα των γοητευμένων συνομιλητών (συγγραφέα και αναγνώστη) η ομορφιά αποτελεί την οντολογική βάση μιας εναρμόνιας μεταξύ τους σχέσης (που είναι, ή πρέπει να είναι, τόσο ἡ προϋπόθεση όσο και το τελικό ζητούμενο του διαλόγου). Ίσως, ακόμα, γιατί μέσω του αισθήματος, η ομορφιά γίνεται πηγή ενός αδιόρατου ενεργειακού ρεύματος που διαπερνά και συντονίζει τις ψυχές. [Έχω εδώ κατά νου το «ρεύμα του κάλλους» για το οποίο μιλά ο Σωκράτης στον πλατωνικό Φαίδρο, 255c.]

Ό,τι και να συμβαίνει, φαίνεται απαραίτητη μια προδιαλεκτική-προδιαλογική βάση εναρμονίσεως των συνομιλητών για να έχει νόημα ὁ διάλογος και η σχέση που θα οικοδομηθεί επ’ αυτού – ή μάλλον, για να υπάρχει μια ορθά θεμελιωμένη σχέση, που θα δώσει στον διάλογο το νόημά του και την προοπτική του. [Και πρέπει μάλλον εδώ να σημειώσω ότι ο προδιαλεκτικός-προδιαλογικός χαρακτήρας της σχέσης δεν σημαίνει ότι είναι «άλογος» ή «προ-λογικός». Δεν παραπέμπει στην ιδέα του ενστίκτου, της ωμής ερωτικής παρόρμησης κ.τ.ό. Ο Χρ. Γιανναράς προσφέρει ένα κλειδί για να κατανοήσουμε πώς η ομορφιά μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο μιας γνωστικής-υπαρκτικής βεβαιότητας στην οποία μπορεί να θεμελιωθεί κάθε περαιτέρω διανοητική και συλλογιστική γνώση: «Η γνώση του κάλλους – λέει – δεν είναι μια εμπειρία αποσπασματική (διανοητική μόνο ή συναισθηματική), αντίθετα, προϋποθέτει τον συντονισμό όλων των γνωστικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, και αυτός ο συντονισμός είναι δυναμική-υπαρκτική κίνηση προς το κάλλος του ορωμένου, βιωματική σχέση μαζί του, είναι έρως για το ορώμενο κάλλος – ο έρως του ανθρώπου για τον λόγο της ζωής». (Σχεδίασμα εισαγωγής στη φιλοσοφία, Δόμος, δεύτερη έκδοση, σ. 365-366).]

Αν είναι έτσι ο διάλογος δεν είναι από μόνος του επαρκές μέσον αναζήτησης της αλήθειας. Η αλήθεια δεν μπορεί να βρεθεί με τη συζήτηση, αν δεν βρίσκεται ήδη με κάποιον τρόπο στα πεδίο θέασης-θεωρίας των διαλεγομένων, ή ορθότερα, αν οι διαλεγόμενοι δεν βρίσκονται ήδη στο πεδίο της αλήθειας. Η ομορφιά ανοίγει το πεδίο στη θέα της αλήθειας και δημιουργεί προδιαλεκτικά τη βάση της διαλεκτικής ‘κοινωνίας’ των διαλεγομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ὁ διάλογος που θα ακολουθήσει είναι περιττός ή ότι παίζει μικρό ρόλο στη σχέση των συνομιλητών. Αυτός είναι που θα επιτρέψει την ενσυνείδητη κοινή μετοχή και των δύο στην αλήθεια – την αλήθεια που η ομορφιά ενός εκ των δύο προείκασε. Δημιουργείται έτσι ἡ βάση μιας λογικής ή ορθολογικής ‘κοινωνίας’ (σχέσης), διαφορετικής απ’ αυτήν της σύγχρονης λογοκρατίας. Αντίθετη είναι η σύγχρονη ‘πολιτικώς ορθή’ αντίληψη τον διάλογο. Κατ’ αυτήν η αμοιβαία κατανόηση και η συμφωνία μπορεί να θεμελιωθεί στη συζήτηση (ακόμα και την εριστική, debate) αν αυτή είναι έντιμη και συνεπής. Υποθέτει ή ελπίζει ότι είναι δυνατόν οι διαλεγόμενοι να καταλήξουν σε ουσιαστική συμφωνία χωρίς να βασίζονται σε άλλη προδιαλεκτική αφετηρία εναρμόνισης, φτάνει να ακολουθούν με διαλεκτική συνέπεια και εντιμότητα τη λογική των εκατέρωθεν επιχειρημάτων.

Με την έννοια αυτή η ομορφιά ως θεμέλιο των σχέσεων και των πράξεων των ανθρώπων υπερβαίνει το υποκειμενικό αίσθημα γοητείας και ανάγεται σε θεμέλιο ‘κοινωνίας’ και κοινής πράξης με την ευρύτερη και πληρέστερη δυνατή έννοια του όρου. Κλιμακώνοντας τα επίπεδα άρθρωσης της ‘κοινωνίας’ αυτής σε όλο και πιο σύνθετα και πιο διαφοροποιημένα σχήματα, θα μπορούσαμε να δούμε την ομορφιά γενικώς και το κοινό αίσθημα γοητείας – ακόμα και εξ ενός γοητευτικού προσώπου – ως πολιτειακό θεμέλιο. Μπορούμε εδώ να θυμηθούμε την Ιλιάδα· όπου όταν ο Όμηρος θέτει τη διεκδίκηση της ωραίας Ελένης ως λόγο της εκστρατείας δεν στήνει, βέβαια, ένα πολεμικοερωτικό ρομάντσο. Αυτό που συγκλόνισε και παρακίνησε τους Έλληνες εναντίον των Τρώων δεν είναι το αίσθημα του πληγωμένου εγωισμού από την προσβολή που υπέστησαν, αλλά το αίσθημα ενός καίριου πολιτειακού κενού από τη στέρηση της ωραίας βασίλισσάς τους. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι Αχαιοί βασιλείς υπήρξαν όλοι επίδοξοι εραστές της Ελένης, γοητευμένοι από την ομορφιά της· και αντί να παλέψουν μεταξύ τους μέχρι εξοντώσεως του ενός από τον άλλο, υπεσχέθησαν από κοινού αλληλεγγύη σ’ αυτόν που τελικώς θα την κέρδιζε. Μ’ άλλα λόγια η πρώτη αυτή πανεθνική κοινότητα των Ελλήνων θεμελιώθηκε, κατά τον παραδοσιακό μύθο, στον κοινό έρωτα των αρχόντων τους για την πιο όμορφη.

Από τον Όμηρο έως σήμερα πολλά έχουν, ασφαλώς, αλλάξει στην πολιτειακή και πνευματική συγκρότηση των λαών. Όμως φαίνεται πως η αντίληψη για τη θεμελιακή πολιτική λειτουργία της ομορφιάς παραμένει κοινή – και όχι μόνο για τους Έλληνες. Το αίσθημα αυτό εξακολουθεί να είναι ζωντανό και να προσδιορίζει διαρκώς τα πολιτικά ήθη. Μια εξουσία δεν μπορεί να υπάρξει ως γυμνή δύναμη χωρίς κάποια συμβολική οικειοποίηση του ωραίου. Αυτό φαίνεται π.χ. στην πολιτική λειτουργία της αρχιτεκτονικής και των καλών τεχνών. Αλλά εξηγεί εν πολλοίς — αξίζει να το σημειώσουμε — και την επιτυχία ή την αποτυχία των γυναικών με προεξέχοντα πολιτικό ρόλο στις πιο σύγχρονες και πιο ανεπτυγμένες δημοκρατίες (π.χ. των συζύγων αρχηγών κρατών). Ειδικά δε στην Ελλάδα το αίσθημα αυτό ερμηνεύει τη σφοδρή αντιπάθεια που εκδήλωσαν και εκδηλώνουν οι Έλληνες για ορισμένες τέτοιες γυναίκες, όταν αυτές σφετερίζονται τη θέση τους (Φρειδερίκη, Μάργκαρετ, Δήμητρα). Το πρόβλημα σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι αυτός καθ’ εαυτός ὁ σφετερισμός της εξουσίας (πολιτικής ή οικονομικής). Αυτό που ο λαός δεν τους συγχωρεί είναι ότι διαστρέφουν το λαϊκό αίσθημα της ομορφιάς και γίνονται στην συνείδησή του ‘άσχημες’, στερώντας από την εθνική κοινότητα ένα θεμελιακό σύμβολο ομορφιάς, αναγκαίο για την αυθεντική ψυχική θεμελίωση της ομόνοιας και της εύρυθμης λειτουργίας των πολιτικών θεσμών.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν. Νομίζω όμως ότι αυτά είναι αρκετά για την ώρα. Μέρες που έρχονται – παραμονές Μεγάλης Εβδομάδας – οι Έλληνες θα ψάλουν την απώλεια του κάλλους (Ὢ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος;), αλλά με την ελπίδα της ανάστασης (Υἱέ μου, ποῦ τὸ κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου; οὐ φέρω καθορᾶν σε, ἀδίκως σταυρούμενον, σπεῦσον οὖν ἀνάστηθι) … ελπίδα για μια νέα ομορφιά που θα αναστηθεί μετά το πάθος.

Να ευχαριστήσω τον Γιώργο Σαλεμή για την ωραία ματιά του και τους σχολιαστές του κειμένου του για την αφορμή που έδωσαν στις παραπάνω σκέψεις.

πηγή: antifono.gr

1 σχόλιο

  1. Βασίλη Ξυδιά συγχαρητήρια για την εποικοδομητική ευστοχία του επαίνου σου στο του Γιώργου Σαλεμή τρόπαιο.

    [b]Το κάλλος ως “οντολογική” βάση της πολιτικής κατά την ιλιαδορωμέηκή της ετερότητα![/b] Εξαιρετική έκφραση-απόφανση. Αναμφίβολα δεν είναι η ελληνική “σάρκα” ή το ελληνικό “αίμα” που σου το αποκάλυψε…

    Γιώργο συνέχισε να κατεδαφίζεις αλύπητα, με τον ήδη κεκτημένο ωραίο τρόπο σου, τις δήθεν “προτάσεις”, που κατεβάζει η κυρίαρχη ενδοσυστημική κουταμάρα. Δυστυχώς δεν καταλαβαίνουμε ακόμη ότι “προτάσεις”, για να σωθεί ένας τύπος ανθρώπου που δεν θέλει με τίποτα να αλλάξει, [b]δεν μπορούν να υπάρξουν[/b]. Μπορεί σε άλλες ανθρωπολογικές συντεταγμένες να ηταν σωστές. Εδώ, σε συνθήκες μηδενισμού στο τετράγωνο, απλά δεν έχουν περιεχόμενο.

    Αν δεν [b]σιχαθούμε[/b] τις [b]αξίες[/b] που ρυθμίζουν τη ζωή μας (κι αυτό σαν αρχή) το διαγραφόμενο πεπρωμένο “φυγείν αδύνατον”, -όσες “προτάσεις” κι αν φαντασιώσουμε, ερίζοντες ή μη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here