Θρησκευτικά συμφραζόμενα ευστοχίες και αστοχίες

Αφιέρωμα στον Ρενέ Ζιράρ Μέρος ΙII

1
60

Στο τρίτο μέρος της αναφοράς μας στο έργο του Ζιράρ, θα σταθούμε στο βασικό -θρησκευτικής σημασίας- συμπέρασμά του για την ενικότητα του χριστιανισμού. Αλλά και σε ορισμένες άστοχες εξηγήσεις του, σχετικά με την απόσταση ανάμεσα στην ενικότητα–ταυτότητα του χριστιανισμού και στην εξομοιωτική με τις συμβατικές θρησκείες «παραφθορά» του μέσα στην ιστορία. Θα κλείσουμε δε με ορισμένα στοιχεία για τη χριστιανική προσέγγιση στην επιχειρησιακή όψη του κοινωνιο-οντολογικού προβλήματος. Που είναι «παραδόξως» πιο κοντά στο πρόβλημα απ’ όσο η φιλοσοφική και η επιστημονική. 

1. Η ενικότητα του χριστιανισμού

Αξιοποιώντας το εθνολογικό-μυθικό υλικό, μαζί και τα Ευαγγέλια, ο Ζιράρ συμπεραίνει, ότι ο χριστιανικός «μύθος» δεν είναι μύθος στην κυριολεξία, αφού αποδομεί κάθε μύθο. Ενώ εκείνοι ενοχοποιούν το θύμα, δικαιώνοντας τους θύτες, ο χριστιανικός «μύθος» κάνει ακριβώς το αντίθετο, αποκαλύπτει το μυστικό όλων των καταγωγικών μύθων της ανθρωπότητας: την αθωότητα του θύματος

«Όλες οι θρησκείες συνδέονται με μια δομή που τη βρίσκουμε στους μύθους. Η σύγχρονη ανθρωπολογία είναι αντιχριστιανική, στο βαθμό που οι πρώτοι εθνολόγοι νόμιζαν ότι ο χριστιανισμός είναι ένας μύθος του θανάτου και της ανάστασης όπως οι άλλοι. Ενώ οι χριστιανοί φοβούνται ότι η μελέτη των μύθων προσβάλλει την ταυτότητα του χριστιανισμού και των άλλων θρησκειών. Εγώ νομίζω, αντιθέτως, ότι χρειάζεται να εμβαθύνουμε σε αυτήν τη βαθιά ομοιότητα ανάμεσα στους πολυθεϊσμούς και στο χριστιανισμό. Οι μύθοι αρχίζουν όλοι τους με μια καταστροφή που πλήττει την κοινότητα και ανακαλύπτουμε ότι αυτή η μάστιγα προκαλείται από ένα ιδιαίτερο άτομο. Η λύση παρουσιάζεται τότε με τη συλλογική θανάτωση, με την ενοποίηση της κοινότητας ενάντια σε αυτό το θύμα. Αυτό είναι που εγώ αποκαλώ ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου ή του μοναδικού θύματος. Αλλά τι γίνεται στο χριστιανισμό και μέχρις ενός ορισμένου σημείου και στον ιουδαϊσμό; Στον ιουδαϊσμό τα λεγόμενα προφητικά κείμενα είναι συχνά εκείνα στα οποία ένα σύνολο ανθρώπων κινητοποιείται ενάντια σε έναν μόνον άνθρωπο. Αλλά ο Θεός είναι με το μέρος των θυμάτων. Στον προφητικό ιουδαϊσμό και στο χριστιανισμό το θύμα, αντί να αναγνωρίζεται ως θεϊκό επειδή είναι ένοχο, αναγνωρίζεται ως θεϊκό επειδή είναι αθώο. Και αυτοί που είναι ένοχοι είναι οι διώκτες του. Μια ριζική ανατροπή πραγματοποιείται ανάμεσα στις αρχαϊκές θρησκείες και στη βιβλική παράδοση, τη μόνη που αποκαθιστά το μυθολογικό θύμα. Όσο δεν βλέπουμε αυτή τη σχέση -που είναι ταυτόχρονα βαθιά και αντιθετική- ανάμεσα στις αρχαϊκές θρησκείες και στη βιβλική παράδοση, δεν κατανοούμε ό,τι πιο σπουδαίο υπάρχει στην κοινωνία μας, αυτό που μας κάνει να είμαστε με το μέρος των θυμάτων.»[1]

Και περαιτέρω. Διαβάζοντας τον πρόλογο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ο Ζιράρ βλέπει τον Ευαγγελιστή να τοποθετείται στο τέλος της Ιστορίας και να κάνει τον απολογισμό της. 

«Αυτός (ο Λόγος) ήταν για τα δημιουργήματα η ζωή, κι ήταν η ζωή αυτή το φως για τους ανθρώπους. Το φως αυτό έλαμψε μέσα στη σκοτεινιά του κόσμου. Μα η σκοτεινιά δεν το δέχθηκε. Μέσα στον κόσμο ήταν. Κι ο κόσμος μέσον αυτού δημιουργήθηκε. Μα δεν τον αναγνώρισε ο κόσμος. Ήρθε στον τόπο τον δικό του. Ο λαός του όμως δεν τον δέχτηκε.»[2]

Και σχολιάζει.

«Ο ιωάννειος Λόγος είναι εντελώς ξένος προς τη βία. Είναι, επομένως, ένας Λόγος για πάντα αποδιωγμένος, ένας Λόγος απών, ο οποίος ποτέ δεν είχε οποιαδήποτε επίδραση άμεση και καθοριστική στους ανθρώπινους πολιτισμούς. Οι τελευταίοι βασίζονται στον ηρακλείτειο Λόγο, τον Λόγο της αποπομπής, τον Λόγο της βίας, ο οποίος μπορεί να χρησιμεύσει ως θεμέλιο ενός πολιτισμού μόνον ενόσω παρανοείται ακόμη. Ο ιωάννειος Λόγος αποκαλύπτει την αλήθεια της βίας, προκαλώντας την αποπομπή του. Βεβαίως, εδώ ο πρόλογος του Ιωάννη αναφέρεται πρωτίστως στο Πάθος, αλλά με μία γενικότητα διατυπώσεως που παρουσιάζει την παραγνώριση του Λόγου και την αποπομπή του από την ανθρωπότητα ως μία από τις θεμελιακές αρχές της ανθρώπινης κοινωνίας. […] Ο Λόγος της αγάπης δεν προβάλλει αντίσταση. Αφήνει πάντα να τον αποπέμπει ο Λόγος της βίας. Αλλά η αποπομπή αυτή αποκαλύπτεται ολοένα και καλύτερα, και με την ίδια διαδικασία αποκαλύπτεται συγχρόνως ότι ο Λόγος της βίας υπάρχει μόνο ως διώκτης και κατά κάποιο τρόπο ως παράσιτο του αληθινού Λόγου.»[3]

Ο ως άνω εντοπισμός της χριστιανικής ταυτότητας προσλαμβάνεται ως επαναστατική ανακατανόηση του χριστιανισμού. Πράγμα ασμένως αποδεκτό, από κάθε ορθόδοξο χριστιανό, που δεν είναι άσχετος με το σταυρικό-αυτοθυσιαστικό νόημα της χριστιανικής πίστης. Γράφει λ.χ. ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Ο χριστιανισμός είναι, κατά βάθος, ασκητικός, όλως πνευματικός και αρνησίκοσμος».[4

Ασκητικός, ώστε να είναι μέσα στον κόσμο αλλά να μην ανήκει στον κόσμο. Δηλαδή: Αυτο-αποπέμπεται. «Πεθαίνει» για τον κόσμο. Είναι «νεκρός» για τις «αξίες» του κόσμου. 

Όλως πνευματικός, διότι ενδιαφέρεται πρωτίστως για την απελευθέρωση του προσώπου από τα πάθη που δεσμεύουν την ελευθερία του. 

Αρνησίκοσμος, διότι αρνείται να προσκυνήσει τον «άρχοντα του κόσμου τούτου», όπως ακριβώς έκανε ο Ιησούς στην έρημο. 

Άλλωστε ως «θρησκεία» ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία στην κυριολεξία διότι: 

«Ει τις δοκεί θρήσκος είναι, μη χαλιναγωγών γλώσσαν αυτού, αλλά απατών καρδίαν αυτού, τούτου μάταιος η θρησκεία, θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου». [5]  

2. Αστοχίες

Οι αστοχίες των εφαρμογών της θυματικής θεωρίας αναφέρονται κυρίως: α) Στην υποτιθέμενη μοναδικότητα του ιουδαϊσμού ως «αντιθυσιαστικώς προπαρασκευασμένου». β) Στη «χριστιανικότητα» του «μεταχριστιανισμού». Και γ) στη «σατανικότητα» της θυσιαστικής τάξης. 

2.1   Ο «ιουδαιο-χριστιανισμός»

Η εβραϊκή Γραφή είναι η μόνη, λέει ο Ζιράρ, όπου μια αντιθυσιαστική παράδοση αναδεικνύει μερικώς αυτό που η χριστιανική Γραφή αναδεικνύει πλήρως: την αθωότητα του θύματος. 

Σ’ αυτό αστοχεί πλήρως διότι στοιχεία αντιθυσιαστικής παράδοσης, όχι λιγότερο καθαρά, βρίσκουμε και στις ελληνικές Γραφές, αλλά και στις ανατολικές (π.χ. στον βουδισμό). Είναι βέβαια στοιχεία περιφερειακά. Περιφερειακή όμως είναι και η προφητική παράδοση στο εσωτερικό της εβραϊκής κουλτούρας. Αλλά ο Ζιράρ πέφτει στο τυπικό σφάλμα να μην κάνει διάκριση παραδόσεων. Το σφάλμα έχει ως συνέπεια άλλο μεγαλύτερο: την άποψη ότι η ιστορική «έκπτωση» του χριστιανισμού σε τυπική «θρησκεία», έχει την αιτία της στην «απουσία αντιθυσιαστικής προπαρασκευής» εκ μέρους των «εθνικών». Δηλαδή των Ελλήνων, που προσέλαβαν πρώτοι τον ευαγγελικό Λόγο. Η «εξήγηση» αυτή είναι επίσης ανακριβής ιστορικά και επιπλέον λογικά ανακόλουθη.

Ανακριβής, διότι κρίνει, την αντιθυσιαστική ή μη προπαρασκευή, με διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Των μεν Εβραίων με μέτρο τον θυσιαστικό μηχανισμό πρώτου βαθμού, τον αναφερόμενο στη διατομική έριδα. Των Ελλήνων όμως τη «μη ανάλογη προπαρασκευή», την κρίνει με μέτρο τον θυσιαστικό μηχανισμό δευτέρου βαθμού, τον αναφερόμενο στην διασυλλογική έριδα, η οποία μόνο στα πλαίσια ιστορικών μορφών Οικουμένης επιδέχεται αντιθυσιαστική υπέρβαση-θέσμιση. Ελληνικό μυθικό παράδειγμα θυσίας «δευτέρου βαθμού» είναι π.χ. ο σφαγιασμός των παιδιών του Πριάμου από τον Αχιλλέα επί της σορού του Πατρόκλου. Εβραϊκό δε, η θυσία των πρωτότοκων παιδιών της Αιγύπτου -από τον ίδιο τον θεό του Ισραήλ. (Ο Όμηρος όμως «έπλασε το έπος του με τέτοιο τρόπο, ώστε να φανερώνει και να προκαλεί συμπάθεια για τους ηττημένους μάλλον παρά για τους νικητές».[6]) 

Λογικά ανακόλουθη, διότι αν οι Εβραίοι ήταν αντιθυσιαστικώς «προπαρασκευασμένοι», ενώ οι Έλληνες όχι, τότε γιατί ήταν οι Έλληνες και όχι οι Εβραίοι, αυτοί που έσπευσαν να γίνουν χριστιανοί; Με τίμημα μάλιστα τους απηνείς αυτοκρατορικούς διωγμούς. 

2.2 Ο μεταχριστιανισμός

Αναφερόμενος ο Ζιράρ στον μεγαλύτερο ιδεολογικό διώκτη του χριστιανισμού, τον  Καρλ Μαρξ, διαπιστώνει, πώς ενώ καταγγέλλει τον χριστιανισμό, ο σκοπός του δεν είναι παρά χριστιανικός.  

«Αλλά, στην πραγματικότητα, το άρρητο του Μαρξ είναι πάντοτε θρησκευτικό. Σε αυτόν -και αυτό είναι εντυπωσιακό για έναν Εβραίο- μόνον ο χριστιανισμός είναι μια οικουμενική θρησκεία. Έχετε απόλυτο δίκιο, το σχέδιό του είναι χριστιανικό, στο βαθμό που καταλήγει να χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας ως θύμα ενός άλλου τμήματος της κοινωνίας. Αυτή η σκοπιά της αποκατάστασης των θυμάτων, μιας δικαιοσύνης που αποδίδεται στα θύματα, δεν υπάρχει παρά μόνο σ’ έναν πολιτισμό που είναι διαποτισμένος από χριστιανισμό. Συνεπώς, σε ένα ορισμένο επίπεδο, ο Μαρξ είναι ριζικά χριστιανός. […] Χρειάζεται ωστόσο να διακρίνουμε το ρητό από το άρρητο, γιατί ο Μαρξ συνέβαλε παρά ταύτα στην εξάλειψη του ρόλου των Εκκλησιών στο δυτικό κόσμο. Άσκησε μια πελώρια επίδραση, ώστε η κοινωνία σήμερα να μην έχει πλέον θρησκευτική μορφή. Το λεξιλόγιό της και οι θεσμοί της έχουν διαχωριστεί από το θρησκευτικό. Με αυτήν την έννοια, διαπιστώνουμε, παρ’ όλα αυτά, μιαν επιστροφή του θρησκευτικού.» [7]

Με δυο λόγια, αν και αποπεμφθείς ο χριστιανικός Λόγος δεν «έφυγε». Είναι εδώ παρών -όσο ποτέ άλλοτε- ως «συμπάθεια προς τα θύματα».

«Νομίζω (λέει σε άλλη συνέντευξη) ότι οι φουνταμενταλιστές κάνουν τα πιο μεγάλα λάθη και πιστεύω, ότι περισσότερο αποπροσανατολισμένοι απ’ όλους είναι οι φανατικοί χριστιανοί. Περισσότερο από όλους τους άλλους οι χριστιανοί αγνοούν τη θρησκεία που επιδιώκουν να ξαναζωντανέψουν: τη θρησκεία του αθώου θύματος, τη θρησκεία που εμπνέει την παγκόσμια κρίση του θρησκευτικού συναισθήματος. Η απειλή που βαραίνει πάνω στο θρησκευτικό συναίσθημα είναι και αυτή η ίδια θρησκευτική και ειδικότερα ιουδαϊκή και χριστιανική. Η σύγχρονη κουλτούρα απαρνήθηκε τη θρησκευτική της παράδοση στο όνομα ιδεωδών που ο χριστιανισμός υποτίθεται ότι αγνοούσε και που αυτή πιστεύει ότι εκπροσωπεί καλύτερα απ’ αυτόν. Στην πραγματικότητα, χωρίς τον χριστιανισμό εμείς δεν θα μπορούσαμε ούτε καν να επικαλεστούμε αυτά τα ιδεώδη ούτε και θα μπορούσαν να υπάρχουν. Μακράν του να είναι μεταχριστιανικό επομένως το σύμπαν μας, κυριαρχείται περισσότερο από ποτέ από τον χριστιανισμό. Και ακριβώς αυτό είναι το συμπέρασμα που σας εμπιστεύομαι». [8]

Το επιχείρημα βασίζεται στην «κρίση του θρησκευτικού συναισθήματος». Αν αναχθούμε όμως σε μια περιεκτικότερη βαθμίδα ιστορικής εποπτείας, θα παρατηρήσουμε ότι ανάλογη κρίση είχαμε και στην προ Χριστού εποχή. Την περιγράφει διεξοδικά ο Θουκυδίδης και οι μετέπειτα αρχαίοι ιστορικοί. 

Πιο συγκεκριμένα. Η «απομυθοποίηση» του ιερού, η «εκκοσμίκευση» και η «αποδιαφόρωση», στην οποία είχε φτάσει με την πολιτική ολοκλήρωσή της η ελληνική εξατομίκευση, αποχαλίνωσε τον συγκρουσιακό μιμητισμό. Με αποτέλεσμα: α) Την κατακλυσμική ενδο-πολεοτική βία, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού δια-πολεοτικού πολέμου. Και β) το εν συνεχεία μηδενιστικό τέλμα, του σχετικισμού και του γραικυλισμού, όπου «ο θεός πέθανε» για τα καλά – ακολουθούμενος από την αποχαλινωμένη ατομικότητα. Αυτά έλαβαν χώρα προτού υπάρξει χριστιανισμός. Αποτελούν επομένως ιστορικό προηγούμενο, η ύπαρξη του οποίου και μόνο, ανατρέπει την ερμηνευτική απόδοση της σύγχρονης «απώλειας του ιερού» στην υποτιθέμενη άδηλη αντιθυματοποιητική επενέργεια του χριστιανισμού. 

Οι παγκόσμιοι πόλεμοι και οι διηπειρωτικές επαναστάσεις με τον συναφή μανιακό (μοντέρνο) μηδενισμό, αλλά και το μετέπειτα τέλμα του παθητικού (μεταμοντέρνου) μηδενισμού, που αρχίζει με το σύνθημα της «απαγόρευσης των απαγορεύσεων» και καταλήγει στην «κατανάλωση που έγινε αξία και στις αξίες που έγιναν καταναλωτικά αγαθά» (Κονδύλης), είναι φαινόμενα ομόλογα των αρχαιοελληνικών και αλλού πρέπει να αποδοθούν. (Ο προσεχτικός αναγνώστης ας θυμηθεί εδώ την «τριλεκτική», που διέπει την κλίμακα των ανθρωπολογικών ελκυστών.)

2.3. «Ο σατανάς εκδιώκει τον σατανά»; 

Παίρνοντας αφορμή από το φαρισαϊκό σόφισμα, ότι ο Ιησούς «διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια», ο  Ζιράρ χρησιμοποίησε δυνατά την μεταφορά «ο σατανάς εκδιώκει τον σατανά», για να πει, ότι η συντελεσμένη θυσιαστική εξέλιξη, από την ανθρωποθυσία στην ζωοθυσία και τελικά στην κυριαρχική δικαιοδοσία την προικισμένη με νόμιμη βία, είναι ουσιαστικά μια σειρά «σατανικών» ελιγμών, προκειμένου να μην πάψει ποτέ η κοινωνική θέσμιση να στηρίζεται στη βία. Ως εάν ο επόμενος «σατανάς» να διώχνει τον προηγούμενο και έτσι ο σατανάς γενικά να παραμένει στη θέση του. [9] Με τον τρόπο αυτό όλες οι προχριστιανικές θρησκείες, πλην του ιουδαϊσμού, εντάσσονται στην κατηγορία του «σατανικού». Την άστοχη αυτή θέση, που διαποτίζει όλο το μεταφρασμένο στα ελληνικά έργο του, ο Ζιράρ τελικά την αναθεώρησε:

 

«Ο Σβάγκερ [ιησουίτης ιερέας και θεολόγος, 1935-2004] θεωρεί, όπως κι εγώ, ότι τόσο πίσω από τη Σταύρωση όσο και πίσω από τους μύθους πρέπει να δούμε ένα αυθόρμητο φαινόμενο αποπομπής. Η διαφορά βρίσκεται στην αναγνώριση- συνειδητοποίηση αυτού του φαινομένου, η οποία απουσιάζει από τους μύθους ενώ είναι παρούσα στα Ευαγγέλια. Όμως το πιο εκπληκτικό με τα Ευαγγέλια είναι, ότι αυτή η αναγνώριση έρχεται από τον ίδιο τον Χριστό∙ οι ευαγγελιστές, απλώς, κάνουν το παν για να τον ακολουθήσουν και το κατορθώνουν. Θα ήθελα να γράψω μια πλήρως χριστιανική ερμηνεία της ιστορίας της Θρησκείας. Σε αυτήν, θα έδειχνα ότι οι αρχαϊκές θρησκείες είναι πραγματικοί παιδαγωγοί της ανθρωπότητας, την οποία οδηγούν να εξέλθει από την αρχαϊκή βία. Τότε, ο Θεός παραδίδεται και γίνεται θύμα ώστε να ελευθερώσει τους ανθρώπους από την ψευδαίσθηση ενός βίαιου Θεού, η οποία πρέπει να καταλυθεί μέσα από την δια του Ιησού Χριστού γνώση του Πατρός. Μπορούμε να δούμε τις αρχαϊκές θρησκείες σαν μια προηγούμενη στιγμή μιας προοδευτικής αποκάλυψης, η οποία κορυφώνεται στο πρόσωπο του Χριστού. Σε εκείνους, λοιπόν, που λένε ότι η Ευχαριστία έχει τις ρίζες της στον αρχαϊκό κανιβαλισμό, δεν πρέπει να λέμε «όχι» αλλά να τους απαντάμε «ναι». Η πραγματική ιστορία του ανθρώπου είναι θρησκευτική ιστορία, η οποία φτάνει πίσω έως και τον κανιβαλισμό. Ο πρωτόγονος κανιβαλισμός είναι θρησκευτικός και η Ευχαριστία ανακεφαλαιώνει αυτή την ιστορία από το άλφα έως το ωμέγα. Όλα αυτά είναι ουσιώδη. Άπαξ και τα κατανοήσουμε, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε, ότι η ιστορία του ανθρώπου περιλαμβάνει αυτή την φονική αφετηρία της: Κάιν και Άβελ. Για να το πω πολύ απλά, δεν μπορεί να υπάρξει ένας ολότελα μη-θυσιαστικός χώρος. Όταν έγραφα το Βία και Ιερό και το Κεκρυμμένα από καταβολής, προσπαθούσα να βρω αυτό τον μη-θυσιαστικό χώρο μέσα από τον οποίο θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει και να εξηγήσει τα πάντα χωρίς προσωπική εμπλοκή. Σήμερα θεωρώ ότι αυτή η απόπειρα δεν βγάζει πουθενά.» [10]

Η γοητεία της μεταφοράς, «ο σατανάς εκδιώκει τον σατανά», συνδέεται κατά βάθος με την κρατούσα πεποίθηση, ότι η θυσία γενικά είναι κάτι κακό, που θα όφειλε να εξαλειφθεί. Όμως η ιστορική άποψη του θέματος δεν είναι αν θα υπάρξει ή όχι θυσία, αλλά αν θα υπάρξει αυτοθυσία ή ετεροθυσία. Με την μια ή την άλλη έννοια η θυσία είναι «συνηλικιώτης» της ανθρωπότητας. Της «πτωτικής» ανθρωπότητας, αν λάβουμε υπόψη την καταγωγική θεμελίωσή της στις τυπολογικές μορφές «αναπηρίας» που η θεωρία εντοπίζει (βλ. δεύτερο μέρος).

 

3.- Η θυσιαστική εξάντληση

Η «απόδοση» του θυσιαστικού απορροφητήρα δεν κρατά για πάντα. Από κάποιο σημείο και πέρα προβάλλει, ως πρόβλημα, κι αυτή η ίδια η θυσιαστική οχύρωση έναντι του εμφυλίου πολέμου από κάτω και μέσα και του εξωτερικού πολέμου απέξω και πάνω. 

Παράδειγμα οι απαγορεύσεις. Έρχεται ώρα που ξεχνιέται, για πιο λόγο καθιερώθηκαν και αποδίδονται εξ ολοκλήρου σε εξουσιαστική μοχθηρία και ταξική ιδιοτέλεια. Άλλο παράδειγμα είναι η αυτοκατανόηση της ατομικής ελευθερίας, όταν χρονίζουσα η εμπειρία της συλλογικής αυτοθέσμισης κατασταλάζει ως σχετικισμός και σοφιστεία: «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος». Ανώτατο κριτήριο το Εγώ-Μου. Όταν όμως όλοι καταλήξουν στο εγωκρατικό συμπέρασμα, ότι αυτοί οι ίδιοι, ως άτομα, είναι το μέτρο του καλού για τον εαυτό τους και αρχίσουν να ενεργούν ανάλογα, κατακρημνίζεται εν ριπή οφθαλμού η ιερή-αξιακή βάση του συλλογικού, η εξ ορισμού υπερ-ατομική. Αργά ή γρήγορα η κοινωνική θέσμιση θα καταλήξει στην χωματερή – στο θεσμικό μηδέν που προβλέπει η θεωρία. Ο σχετικισμός-μηδενισμός είναι είναι ένα είδος «καρκίνου», ο οποίος προσβάλλει θανάσιμα την κορυφή της θυσιαστικής αλυσίδας, τον πολιτισμό του Μισθωτού. Η θεωρία αναμένει, λοιπόν, τις «καταστάσεις μηδέν», ως οργανική συνέπεια της «ωριμάνσεως» των πολιτισμικών δρόμων. Ώστε όταν έρθουν, ο πολιτισμός είτε «σαπίζει ζωντανός» είτε κατακτάται και απορροφάται από κάποιον άλλον «ανώριμο», ανεβάζοντας κατά τι την ανθρωπολογική στάθμη του τελευταίου. Κάπως έτσι προβλέπεται και η αποχώρηση των «υπερωρίμων» από το ιστορικό γίγνεσθαι. 

Ας παρατηρήσουμε τώρα, ότι η προαναφερθείσα διττή τυπολογική ετερότητα των πολιτισμικών δρόμων και η άνιση ανάπτυξή τους, διασφαλίζει, ότι δεν θα καταρρεύσει ολόκληρο το ανθρωπολογικό οικοσύστημα, όταν ο πιο προχωρημένος εξ αυτών αναλώσει το θυσιαστικό του κεφάλαιο. Αν όμως υποθέσουμε, ότι ο πολιτισμικός τύπος του Δούλου ολοκληρώνει παντού την τροχιά του και εντάσσεται στον κατισχύοντα τύπο του Μισθωτού και αυτός αναπτύσσεται μέχρι να εξαντλήσει τον δικό του θυσιαστικό κινητήρα, -όπως φαίνεται να συμβαίνει στην εποχή μας- πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα, ότι ο «θερμοδυναμικός» θάνατος του πολιτισμικού σύμπαντος είναι αναπόφευκτος

Τι θα έλεγε επ’ αυτού η θεωρία; Ποιο θα ήταν το «όργανο», που «εμφυτευόμενο» στην κορυφή της θυσιαστικής αλυσίδας θα αντιστάθμιζε την εκ των πραγμάτων αναπόφευκτη εκεί εξάντληση του θυσιαστικού μηχανισμού;

Αν προσέξουμε, πώς η Κεφαλή της Εκκλησίας προδιαγράφει τον ρόλο της στην Ιστορία θα εκπλαγούμε. Την προδιαγράφει ως «άλας» της γης και «φως» του κόσμου. -«Άλας», υπό την έννοια του αντισηπτικού, αλλά και του «νοστιμευτικού». -«Φως», υπό την πρωτόγνωρη και παράδοξη έννοια, της αγάπης όλων αδιακρίτως. Όχι μόνο των φίλων-ίσων, όπως ήταν η ως τότε ανώτατη περί αγάπης έννοια (η ελληνική), αλλά και του ξένου, του κατώτερου και του εχθρού. Ως όργανο, ακριβώς, αντισηπτικό και ανανοηματοδοτικό, εμφυτεύθηκε η Εκκλησία στην ελληνορωμαϊκή περίμετρο, όταν όλες οι θυσιαστικές θεσμίσεις είχαν εξαντληθεί. Η συνεπαγόμενη πρακτική-επιχειρησιακή λύση είχε και έχει δύο σκέλη, το συλλογικό και το προσωπικό, την Ευχαριστία και τη Φιλοκαλία, επί των οποίων και δομήθηκε ο εορτο-χρονο-λειτουργικός άξονας του βυζαντινού πολιτισμού. 

Θα μπορούσε κανείς να επισημάνει εδώ, ότι η ελληνική «αναπηρία», ως προτυποκεντρική, ήταν δεκτικότερη να δεχτεί την σταυρική-χριστιανική μετάλλαξη, απ’ ό,τι οι άλλες δύο ομόλογές της, η ανατολική και η δυτική. Πράγμα που ίσως εξηγεί, γιατί διά του Έλληνος Μισθωτού είναι που εισήλθε ο χριστιανισμός στην Ιστορία. Αλλά αυτό έγινε και ξέγινε. Το ερώτημα είναι, αν το χριστιανικό «αντίδοτο» θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασχετικά- σωστικά και στην δική μας εποχή, την εποχή του τέλους της νεωτερικότητας

Στο ερώτημα αυτό η θεωρία δεν έχει απάντηση. Το πολύ-πολύ να παραπέμψει για σκέψη στην ιστορική εμπειρία του χριστιανισμού: – την ελληνική, την μεσαιωνική και την νεωτερική.

α) Ελληνική εμπειρία: Η μηδενιστική εξάντληση της αρχαιο-ελληνικής κοινωνιο-οντολογικής επιλογής, αντιμετωπίστηκε με επιτυχία (μεγάλη διάρκεια), ώσπου ο μηδενιστικός «ιός» να «προσαρμοστεί» και το νέο «φάρμακο» να χάσει την δραστικότητά του. Για να υποκατασταθεί από το αντίστοιχο ισλαμικό, που σκοτώνει την αρρώστια, θέτοντας τον άρρωστο Μισθωτό σε εξοντωτική «καταστολή». β) Μεσαιωνική εμπειρία: Στο εκβαρβαρισμένο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής οικουμένης, ο χριστιανισμός εκπολίτισε την νορδική βαρβαρότητα, εκβαρβαριζόμενος όμως κι ο ίδιος. Για να γίνει στη συνέχεια ο αποδιοπομπαίος τράγος του αναδυόμενου νεωτερικού Μισθωτού. γ) Νεωτερική εμπειρία: Ο χριστιανισμός, στιγματισμένος ως υπαίτιος των θρησκευτικών πολέμων και του μεσαιωνικού δεσποτισμού, αποπέμπεται «οριστικά» από την κοινωνική θέσμιση, για να γίνει «ιδιωτική υπόθεση» και να μεταμορφωθεί, όπως λέει ο Ελλύλ, στο «ξεκοκαλισμένο» εκείνο είδος «χριστιανισμού» που είχε ανάγκη ο Αστός. 

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Είναι δυνατόν ο «ξεκοκαλισμένος» αυτός χριστιανισμός να μεταστραφεί; «Ένας Θεός ξέρει»! 

Ξέψυχη η νεωτερικότητα έχει ήδη βουλιάξει στην ανθρωπολογική δίνη. Ο Μισθωτός, ο φορέας της, έχει γίνει χυλός. Έχει υποκατασταθεί από την τεχνοσυστημική εταιρική «ατομικότητα», ενώ παράλληλα οι κεντρικοί  κοινωνικοί θεσμοί μετατράπηκαν σε εκκολαπτήρια «πατριδεγωφάγων». Η θυσιαστική εξάντληση, αντιμετωπίζεται πλέον με την χρηματοπιστωτική μπουλντόζα. Βουνά ολόκληρα τα άχρηστα συστημικά ανθρωπο-ανταλλακτικά θάβονται στη Χωματερή. Μαζί τους φυσικά κι ο ιστορικός χριστιανισμός. Εκεί δεν είναι άλλωστε η θέση του; –Μαζί με τα θύματα  

Σημειώσεις

[1]  Ρενέ Ζιράρ – Ρεζίς Ντεμπρέ, Διάλογος για τη θρησκεία. Μτφ. Θανάσης Γιαλκέτσης, Eλευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 03/05/2002.[2]

[2]  Ιωάν. Α’ 4-5, 10-11 (Οι εμφάσεις είναι του Ζιράρ -πήρα τους μεταφρασμένους στίχους από τα Κεκρυμμένα από καταβολής…)

[3]  Ζιράρ Ρ,. Κεκρυμμένα από καταβολής, σ. 353 και σ. 356.

[4] Παπαδιαμάντης Αλ., Άπαντα τ. 5ος σ.178 στ. 15. Δόμος.

[5] Ιακ. 1, 26 – 27.

[6] Γκ. Κ. Τσέστερτον, Ο Αιώνιος Άνθρωπος. Μτφ. Γιάννης Ιωαννίδης.

[7]  Ο Θεός είναι με το μέρος των θυμάτων. Διάλογος με τον Ρεζίς Ντεμπρέ. Eλευθεροτυπία, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 03/05/2002.

[8] Το κείμενο είναι στο πνεύμα των Κεκρυμμένων από καταβολής… και προέρχεται από απόσπασμα ομιλίας του Ζιράρ κατά την τίμησή του με το «βραβείο Novivo» σε ιταλική πόλη. Είχε δημοσιευτεί προ ετών στο Διαδίκτυο.

[9]  Ζιράρ Ρ., Εθεώρουν τον σατανά… Εξάντας.

[10]  Η μετάφραση είναι του Γιάννη Ιωαννίδη. Προέρχεται από το ανέκδοτο στα ελληνικά βιβλίο του Ζιράρ, Evolution and Conversion | Dialogues on the Origins of Culture, [Εξέλιξη και Μεταστροφή | Διάλογοι πάνω στις καταβολές του Πολιτισμού], 2007.

Εικονογράφηση: Μικρογραφία από το “Beatus de Liebana”, Ισπανία, 12ος αι.

Διαβάστε  τo 1o μέρος και το 2ο μέρος

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

1 σχόλιο

  1. Διάβασα με προσοχή το Γ΄ μέρος της αναφοράς σας στο έργο του Ρενέ Ζιράρ και πρέπει να ομολογήσω ότι παραμένω σκεπτικός για τη στάση σας απέναντί του, γιατί, ενώ παραμένετε επιφυλακτικός όσον αφορά στο κατόρθωμά του να παραγάγει ένα τεράστιο επιστημονικό έργο, τόσο αναγκαίο για την εποχή μας, το οποίο μάλιστα επικουρεί την πίστη μας, αντίθετα σπεύδετε με προβληματικά επιχειρήματα να υποδείξετε τα κατά τη γνώμη σας λάθη του.
    Θα επιχειρήσω να ανασκευάσω τα θεωρούμενα λάθη του με την ίδια σειρά που εσείς επιχειρηματολογείτε:
    2.1. Πρόκειται για λάθος κατανόηση αυτών που υποστηρίζει ο Ζιράρ για τη βιβλική γραφή, την οποία εσείς θεωρείτε ως αντιθυσιαστική παράδοση που «αναδεικνύει μερικώς την αθωότητα του θύματος». Αυτό, όμως, που μεταφέρει η βιβλική γραφή, είτε ως ενσυνείδητα φανταστική κατασκευή είτε μεταγράφοντας παλαιότερους μύθους, είναι πως τα δύο πρώτα στάδια του μιμητικού κύκλου −η μιμητική κρίση και η συλλογική θανάτωση− είναι παρόντα, απουσιάζει όμως το τρίτο στάδιο όπου το θύμα αναδεικνύεται θεός[σελ.166]. Το θύμα λοιπόν στην Βίβλο ποτέ δεν θεοποιείται∙ πώς θα συνέβαινε άλλωστε κάτι τέτοιο, εφόσον η Βίβλος είναι εκ κατασκευής μονοθεϊστική; Αναδεικνύεται εκεί, όμως, όπως κι εσείς αποδέχεστε, η αθωότητα του θύματος, όχι όμως περιφερειακά στα προφητικά κείμενα, αλλά σχεδόν με γενικό τρόπο –στον μύθο του Κάιν, του Ιωσήφ, στην ιστορία του Ιώβ, στους Ψαλμούς κ.λπ. Το συμπέρασμα για τον Ζιράρ είναι: «Στο βιβλικό σύμπαν, οι άνθρωποι είναι κατά κανόνα εξίσου βάναυσοι όσο και στο μυθικό σύμπαν, ενώ παράλληλα οι θυματοποητικοί μηχανισμοί αφθονούν. Απεναντίας η Βίβλος, η Βιβλική δηλαδή ερμηνεία των εν λόγω φαινομένων, διαφέρει» [σελ.178]. Δεν χρειάζεται, επομένως, να κάνει ο Ζιράρ διάκριση παραδόσεων, αυτή η Βιβλική γραφή διαφέρει μόνο ως προς την ερμηνεία των δύο πρώτων σταδίων του μιμητικού κύκλου· ο όρος «αντιθυσιαστική παράδοση» είναι αδόκιμος, δεν παρέχει σαφήνεια για την περιληπτική κατανόηση των σημαινομένων, η χρήση του στα επόμενα αποδεικνύει την σύγχυση που υποβάλλει: Ισχυρίζεσθε ότι ο Ζιράρ αποδίδει στην «απουσία αντιθυσιαστικής προπαρασκευής» την έκπτωση της χριστιανικής θρησκείας σε τυπική «θρησκεία» εκ μέρους των «εθνικών» και χαρακτηρίζετε αυτή την άποψη ιστορικά ανακριβή και λογικά ανακόλουθη. Αυτός ο ισχυρισμός σας σημαίνει ότι υπάρχουν και άλλες παραδόσεις. Αναφέρετε την αρχαιοελληνική και την βουδιστική παράδοση, που σύμφωνα με τον όρο «αντιθυσιαστική παράδοση» αποδέχονται την αθωότητα του θύματος, όπως και η Βιβλική. Όσον αφορά τα Ομηρικά έπη, τα οποία είναι πράγματι αντίστοιχα της Βίβλου, και ως τρόπος γραφής∙ αλλά και χρονικά ο ισχυρισμός σας δεν ισχύει, έστω και αν η άποψή σας συμπίπτει με αυτή του Τσέτσερτον.·Εκτός από τον σφαγιασμό του Έκτορα, τον οποίο δεν φαίνεται να καταδικάζει ο Όμηρος, έχουμε και το επεισόδιο της θυματικής κρίσης που έχει ξεσπάσει στο στρατόπεδο των Αχαιών με πρωταγωνιστές-ομοιότυπα τον Αγαμέμνονα και τον Αχιλλέα, όπως και τον σφαγιασμό των μνηστήρων από τον Οδυσσέα, όπου τα θύματα μένουν αδικαίωτα. Ίσως η μεγαλοφυΐα των τραγικών να μας επιτρέπει ερμηνείες που καταδικάζουν τη βία (Τρωάδες), πάντως ο Ζιράρ επιμένει στην αντιπαραβολή του Οιδιπόδειου μύθου με την εξορία του Ιωσήφ στην Αίγυπτο. Τέλος να μη λησμονούμε την κατά κάποιο τρόπο προσήλωση του ελληνικού πολιτισμού στη γονιμότητα της βίας, όπως αυτή εκφράζεται από το αιώνιο σύμβολό της, τον Διόνυσο. Η κορυφαία δημιουργία της τραγωδίας μετά τον Οιδίποδα είναι χωρίς αμφιβολία οι Βάκχες του Ευριπίδη. Όσον αφορά τις μεγάλες θρησκείες της Ανατολής, και ιδιαίτερα τον Ινδουϊσμό, ο οποίος είναι και ο παλαιότερος, φαίνεται ότι στις διδασκαλίες μυθικών προσώπων, όπως οι Ράμα και Κρίσνα, υπάρχουν ιδέες που αποστρέφονται τη βία∙ η θυσία είναι αναίμακτη, έχει χαρακτήρα ευχαριστίας και τα θύματα αποτελούν την πρωταρχική μέριμνα της θεολογίας των θρησκειών αυτών. Είναι αλήθεια ότι τον Ζιράρ δεν πρέπει να τον έχουν απασχολήσει σοβαρά αυτές οι μεγάλες θρησκείες που εξακολουθούν να παρέχουν ειρήνη στην ανθρώπινη ψυχή, όπως και το γενικό συμπέρασμα του Toynbee με θέα σύνολη την ιστορία του κόσμου, ότι οι «μεγάλες θρησκείες είναι τα διαφορετικά παράθυρα, από τα οποία ο άνθρωπος έχει το προνόμιο να βλέπει τον Δημιουργό του». Ίσως γιατί η υπόθεση του θυματικού μηχανισμού οφείλει κατεξοχήν την εξηγητική της δύναμη στη συμπεριφορά των μακρινών προγόνων μας. Ακόμη αυτή η ευρέως επικρατούσα άποψη, ότι η Βίβλος «είναι παιδαγωγός εις Χριστόν», φαίνεται να τον επηρεάζει και περιορίζεται σε απόψεις που προσφέρουν εύκολο αποδεικτικό υλικό. Άλλωστε έχει υπόψη του πως τα ζητήματα των επιστημών του ανθρώπου δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με την λεπτομέρεια που αρμόζει, π.χ., στην θεωρητική Μηχανική.
    Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες δέχτηκαν πρώτοι τον Χριστιανισμό, θεωρητικά όμως, γιατί είχαν στη διάθεσή τους τα κατάλληλα λογικά εργαλεία να τον διατυπώσουν ως θεολογικό σύστημα. Τον δέχτηκαν όμως από ένα Φαρισαίο, τον Σαύλο, και θυμηθείτε τις αντιρρήσεις τους στον Άρειο Πάγο, όταν τούς δίδασκε ο μέγας απόστολος του Χριστού. Η πρώτη Εκκλησία του Χριστού αποτελείται από Ιουδαίους πολίτες, δυστυχώς, όμως, το εθνικιστικό μικρόβιο εμπόδισε τους Εβραίους να δεχθούν τον Θεό-Λόγο. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, τον Χριστιανισμό τον δέχτηκε πρώτα με την καρδιά του το προλεταριάτο της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας −αυτή την εξέλιξη την αποδίδει ο Νίτσε, μονίμως παραληρών, σε μια «δουλογνώμονα μνησικακία»− πολύ πριν αυτός διατυπωθεί ως θεολογικό δόγμα με τις κατηγορίες της ελληνικής σκέψης. Και ο Χριστιανισμός, ως θρησκεία της καρδιάς, έχει περισσότερο ανάγκη την πίστη παρά τον ανθρώπινο λόγο, ο οποίος εντούτοις είναι απαραίτητος.
    2.2. Αυτά τα οποία αναφέρει ο Θ. Ι. Ζ., τα δύο τόσο περιεκτικά αποσπάσματα από μια συνέντευξη και μια ομιλία του Ζιράρ, τα αναλύει ο Ζιράρ με απόλυτα διαυγή τρόπο στα δύο κεφάλαια, 13 και 14, με αντίστοιχους τίτλους: «Η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα» και «Η διπλή νιτσεϊκή κληρονομιά» στο βιβλίο του Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν… Εκεί την απώλεια του θρησκευτικού συναισθήματος εντέλει την αποδίδει στη μαζική διαβολή που έχει υποστεί το χριστιανικό μήνυμα από εκείνους −τους θύτες− που κατ’ αυτόν στη συμβολική γλώσσα της Καινής Διαθήκης σημαίνονται με το όνομα διά-βολος ή σατανάς. Εξηγούμαι, φυσικά πολύ περιληπτικά:
    α. Η δόξα του σημερινού κόσμου μας –εννοεί αυτόν που εκφράζεται με τις αξίες του Δυτικού πολιτισμού− ανήκει σ’ αυτό που ονομάζει «η σύγχρονη μέριμνα για τα θύματα» και, όπως μάς λέει, συμβολίζεται από ένα πελώριο άγγελο που κρατά μια ζυγαριά στα τύμπανα ορισμένων καθεδρικών ναών της Ευρώπης. Γράφει: «Ούτε η Κίνα των μανδαρίνων, ούτε η Ιαπωνία των σαμουράι, ούτε οι Ινδίες, ούτε οι προκολομβιανές κοινωνίες, ούτε η Ελλάδα, ούτε η Ρώμη της Δημοκρατίας ή της Αυτοκρατορίας δεν νοιάζονταν στο ελάχιστο για τα θύματα που θυσίαζαν σωρηδόν στους θεούς τους προς τιμήν της πατρίδας, της φιλοδοξίας των –μεγάλων ή μικρότερων– κατακτητών».
    β. Ο Ζιράρ ανακαλύπτει τη στάση αυτή, που πρώτος την εντόπισε ο Νίτσε, στην ηθική του Χριστιανισμού που οι απαρχές της βρίσκονται στην παραβολή της μεγάλης κρίσεως (Ματθ κε΄, 31-46), και συγχρόνως διαπιστώνει ότι αυτή «η μέριμνα για τα θύματα έγινε ένα παραδοξολογικό ‘‘στοίχημα’’ των μιμητικών αντιπαλοτήτων, των ανταγωνιστικών πλειοδοσιών». Δηλαδή ακόμη και ένα πόρισμα της εντολής της αγάπης, όπως είναι η μέριμνα για τα θύματα, το εφαρμόζουν οι άνθρωποι, όχι φυσικά πάντα, με τη διάθεση να καταδικάσουν τους διπλανούς τους.
    γ. Ο θεωρητικός της καταδίκης του Χριστιανισμού είναι ο Νίτσε και αυτού τις πνευματικές παρακαταθήκες έκαναν πράξη οι Ναζί με τη γενοκτονία των Εβραίων που επιχείρησαν. Αναγνωρίζει ο Ζιράρ, και το επαναλαμβάνει, ότι πρώτος ο Νίτσε ανακαλύπτει πως στο διονυσιακό πάθος και στα Πάθη του Χριστού η συλλογική βία είναι η ίδια, διαφέρει όμως η ερμηνεία τους: Ο Διόνυσος −η συλλογική βία των μύθων και των τελετουργιών− συμπορεύεται με την αρχαία σοφία του Ηρακλείτου («πόλεμος πάντων πατήρ») και υποβάλλει να αντικρύζουμε τη ζωή με τον τρόπο της αέναης επιστροφής που «υπαγορεύει το βασανιστήριο, την καταστροφή, την επιθυμία για αφανισμό». Αντίθετα, ο Χριστός με το πάθος Του αποκάλυψε όλους τους θύτες, «από καταβολής κόσμου», αθώωσε τα θύματα και τους ενόχους της βίας και πρόσφερε τον Λόγο της αγάπης ως τη μόνη αληθινή λύση των προβλημάτων που ταλανίζουν τις ανθρώπινες κοινωνίες. Με την αποκατάσταση των θυμάτων ο Νίτσε καταλαβαίνει σε βάθος την επιδίωξη του εχθρού του, η οποία δεν περιορίζεται από την «γητειά ενός φιλανθρωπισμού μολυσμένου από την κοινωνική μνησικακία», αλλά ο στόχος του είναι η πλάνη των μύθων και το ψεύδος της «σατανικής κατηγορίας». Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να στρέψει απευθείας τα βέλη του εναντίον αυτών των θυμάτων και θα επιτεθεί στη «σύγχρονη μέριμνα», την οποία θα κατηγορήσει ως ανάξια ελευθέρων ανθρώπων αποδοχή της ηθικής των δούλων. Ορίστε και ένα απόσπασμα από τα γραπτά του Νίτσε (το αναφέρει ο Ζιράρ, σελ. 256-257), που δεν αφήνει καμμιά αμφιβολία για τις πνευματικές καταβολές των Ναζί, αν έχουμε το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τέτοια ορολογία για ειδεχθείς θύτες: «Το άτομο ελήφθη τόσο πολύ στα σοβαρά, καθιερώθηκε τόσο πολύ ως απόλυτη αξία από τον χριστιανισμό, ώστε ήταν πλέον αδύνατο να θυσιαστεί: το είδος όμως δεν επιβιώνει παρά μόνο χάρη στις ανθρωποθυσίες… Η πραγματική φιλανθρωπία απαιτεί τη θυσία για το καλό του είδους… Κι αυτός ο ψευδοανθρωπισμός που τιτλοφορείται χριστιανισμός θελει ακριβώς να επιβάλει το ότι κανείς δεν θα θυσιάζεται». Τελικά και ο Νίτσε και οι Ναζί, παρά τα εκατομμύρια των θυμάτων τους, απέτυχαν και η μέριμνα για τα θύματα προοδεύει εντυπωσιακά.
    δ. Οι άλλοι εχθροί του χριστιανισμού ούτε καν υποψιάζονται το νόημα των μύθων, βρίσκονται λεύγες μακριά από την κατανόησή τους, την πλάνη τους και τον τρόπο που εισάγεται η βία στην ανθρώπινη εποποιία. Αυτοί αποδέχονται την αρχαία οδό των ασεβών με τον τρόπο της παραγνώρισης και στην ουσία ενδύονται τη λεοντή του ψεύδους, όπως ο «αρχέκακος», για να συνεχίσουν την εξαπάτηση του ανθρώπινου γένους. Πολύ συνοπτικά συνεχίζω στο πνεύμα των κεφαλαίων του βιβλίου που προανέφερα:
    δ.1. Ο καλούμενος ουμανισμός στη Γαλλία, όπου αναπτύχθηκε, ενόμισε πως ήταν αρκετό να διαπιστώσει την άνομη συμμαχία της Εκκλησίας του Χριστού με τη μοναρχία, προκειμένου να διαγράψει τον Χριστιανισμό, αν και εστερνίσθηκε την ηθική του για τη μέριμνα των αδυνάτων. Το επιχείρημά του ήταν πως ο άνθρωπος είναι από μόνος του ικανός να καταφάσκει τον εαυτό του, με την προϋπόθεση στις αποφάσεις του να συστοιχείται με τον λόγο· ήταν συνεπώς αυτή του η συμπόρευση το υποχρεωτικό συμπέρασμα της λογικής του, στην πραγματικότητα όμως της «ύβρεώς» του με την αρχαία σημασία της λέξης, εφόσον τότε και τώρα αρνείται να αναγνωρίσει τα όρια μιας δωρεάς «άνωθεν».
    δ.2. Ο Μάρξ παράλληλα με τον Νίτσε επιτέθηκε στον Χριστιανισμό, χωρίς να τον ενδιαφέρει πραγματικά η θεωρητική υποστήριξη της επίθεσής του, αν και εμφανίζεται μαζί με τον συνεργάτη του τον Ένγκελς να την θεμελιώνει σ’ ένα ασήμαντο Γερμανό φιλόσοφο, τον Φόυερμπαχ. Στην πραγματικότητα διαπιστώνει τη συνεργασία του Χριστιανισμού με την κεφαλαιοκρατική τάξη των αναπτυσσομένων τότε Δυτικο-ευρωπαϊκών χωρών και αυτό τού αρκεί· παραπέμπει τον Χριστιανισμό στην πυρά, αν και αποδέχεται τη δικαιοσύνη του με απόλυτο τρόπο, και τάσσεται αναφανδόν με το μέρος των θυμάτων που τα εκμεταλλεύονται οι καπιταλιστές. Τα ανωτέρω αναφέρονται και στο παράθεμα που προσκομίζει ο Θ. Ι. Ζ., όπου ο Ζιράρ δίνει σημασία στο θρησκευτικό στοιχείο της θεωρίας του Μαρξ, το οποίο πάντως συνδέει με την προσπάθειά του να καταστήσει αποδιοπομπαίο θύμα τον Χριστιανισμό. Στο βιβλίο του, όπου αναζητούμε τις απόψεις του για το θέμα που μας απασχολεί, δεν αναφέρεται ρητά στον Μάρξ και, όπως φαίνεται, τον απασχολεί το φαινόμενο που είναι πρόδηλο στις μέρες μας. Πρόκειται για την ιδιοποίηση του θριάμβου της μέριμνας για τα θύματα από ένα σύστημα ιδεών, το οποίο ονομάζει «άλλο απολυταρχισμό». Αυτός, ο άλλος απολυταρχισμός, ψευδόμενος και ανερυθριάστως, καμώνεται πως αυτός είναι ο αυθεντικός εκπρόσωπος της σύγχρονης μέριμνας για τα θύματα και νομίζει ότι τα επιχειρήματά του εναντίον της ανεπάρκειας του ιστορικού Χριστιανισμού αρκούν για να τον αντικαταστήσουν. Θέλει στην ουσία του να εγκαταστήσει μια νέα ειδωλολατρία, αγνοώντας την απάντηση που έδωσε ο Χριστός στους πειρασμούς του δια-βόλου στην έρημο − «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» κ.λπ. Την νέα ειδωλολατρία που εγκολπώθηκαν οι λεγεώνες του σατανά −γράψε εξουσίες που ενδιαφέρονται αποκλειστικά για τα συμφέροντά τους− που σφετερίζονται τον Χριστό ανταγωνιστικά και καταγγέλλουν την χριστιανική φροντίδα ως υποκριτική και αναποτελεσματική. Για τον Ζιράρ: «…ο Σατανάς δανείζεται τη γλώσσα των θυμάτων για να θριαμβεύσει εκ νέου». Στην Καινή Διαθήκη αυτό περιγράφεται στη γλώσσα του Αντιχρίστου, ο οποίος εντοπίζει την ευτυχία στον άμετρο κορεσμό των επιθυμιών, την απαγόρευση των απαγορεύσεων και «την κατανάλωση που έγινε αξία και στις αξίες που έγιναν καταναλωτικά αγαθά».
    Συμπέρασμα: Ο Θ. Ι. Ζ. αναφέρεται σε μια τυπική θυματική κρίση, την αποτυχία του θυσιαστικού συστήματος στην αρχαία Ελλάδα, η οποία τελικά την οδήγησε υποτελή στο Ρωμαϊκό imperium, και υπαινίσεται ότι μια τέτοια αποτυχία βιώνουν τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, όπου το θρησκευτικό τους σύστημα, ο Χριστιανισμός αποτυγχάνει να διαφυλάξει τη λειτουργικότητα και τη συνοχή των κοινωνιών τους. Φαίνεται, κατά συνέπεια, ο Ζιράρ να είναι ασυνεπής προς την ίδια του τη θεωρητική κατασκευή, όταν επιμένει να αρνείται την αποτυχία του Χριστιανισμού ως θρησκευτικού συστήματος.
    Ο Ζιράρ σκέφτεται διαφορετικά: Έχει αποδεχθεί την ενικότητα του Χριστιανισμού, άρα δεν ισχύουν γι’ αυτόν οι διαπιστώσεις παρακμής που αποτέλεσαν απαρέγκλιτη εξέλιξη για τα π.Χ. θρησκευτικά συστήματα. Η απώλεια του θρησκευτικού συναισθήματος, η προϊούσα εκκοσμίκευση που παρατηρείται στις Δυτικές κοινωνίες έχουν την αιτία τους σε μια συστηματική διαβολή που υφίσταται ο Χριστιανισμός από συστήματα μονοδιάστατα −εκτός του Νίτσε− που υποσχόμενα αποτελεσματικότερη διαχείριση της ηθικής του, εξαπατούν-θυσιάζουν την ανθρώπινη ύπαρξη στο βωμό των βουλιμικών τους επιδιώξεων. Ο Ζιράρ που, εκτός από ερευνητής της ανθρώπινης συνθήκης, είναι και πιστός Χριστιανός, παρατηρεί ότι και οι εχθροί του αναγκάζονται, έστω και περιορισμένα και υποκριτικά, να αποδέχονται αρχές επιούσιες για τον άνθρωπο. Πασχίζουν βέβαια αυτοί να αποπέμπουν τον Λόγο της αγάπης, αύτός όμως είναι παρών και τελικά αποτρέπει το χάος και την καθολική καταστροφή, άρα ο κόσμος θα σωθεί και η πορεία προς τα έσχατα συνεχίζεται.
    2.3. Με το παράθεμα «ο σατανάς εκδιώκει τον σατανά», ο Ζιράρ συμβολοποιεί τους θυματικούς κύκλους της βίας που διαδέχεται ο ένας τον άλλο και κτίζουν πολιτισμούς, και μόνο ως αναγκαίο επακολούθημα της πρώτης φάσης του κύκλου μπορούμε να περιλάβουμε και τις αρχαϊκές θρησκείες σ’ αυτό το σύμβολο. Όμως σε όλο του το μεταφρασμένο έργο −αυτό έχω και εγώ υπόψη μου− αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα που έχει το ιερό, το οποίο διασώζει στην κυριολεξία το ανθρώπινο γένος. Έτσι, και χωρίς την εκφρασμένη του πρόθεση να γράψει ένα βιβλίο για τις αρχαϊκές θρησκείες, στο οποίο θα τις παρουσιάσει ως παιδαγωγούς της ανθρωπότητας για να εξέλθει απο την αρχαϊκή βία, αυτό ήδη γίνεται κατανοητό, τουλάχιστον με την αρνητική τους συνεισφορά, αφού τελικά αδυνατούν να επιτύχουν την απαλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης από τη βία. Θα ήταν ίσως θεολογικά-δογματικά παρακινδυνευμένο να υποστηρίξουμε ότι το ιερό του θυματικού μηχανισμού δεν ελέγχεται από τον σατανά, αλλά είναι μια φιλάνθρωπη δημιουργία του Θεού στα ανθρώπινα μέτρα των μακρινών προγόνων μας. Με το κείμενο που μετέφρασε ο Γιάννης Ιωαννίδης –αξίζει τον χαρακτηρισμό του περίφημου, γιατί θα χρησιμοποιηθεί καθως φαίνεται για την αποπομπή της θεωρίας του συντάκτου του− τίποτε στην πραγματικότητα δεν αλλάζει, εκτός από την αποδοχή εκ μέρους του πως και στον Χριστιανισμό υφίσταται η θυσία, όχι όμως ως πράξη που επιβάλλεται, αλλά ως πράξη ελευθερίας που εκφράζει υπακοή, ταπείνωση και αγάπη.
    Διακρίνω στο κείμενό σας μιαν εμμονή, σωστή από την άποψη της επιστημονικής δεοντολογίας, στη γενική σύλληψη του θυσιαστικού γεγονότος με τον τρόπο της κινούσας την ιστορία δύναμης, η οποία όμως ξεχνάει τη διαπίστωση του Ζιράρ, την πίστη του αν θέλετε, για την μοναδικότητα του Χριστιανισμού.
    Στο βιβλίο του Ζιράρ Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπή η έγνοια του συγγραφέα δεν περιορίζεται να συμβολίσει τον θυματικό κύκλο ως σατανικό, αλλά στην ουσία να αμφισβητήσει την ύπαρξη του κακού ως ύπαρξης ανεξάρτητης από την κακή χρήση της ανθρώπινης ελευθερίας. (Έχω γράψει σχετικά σε σχόλιο που βρίσκεται στο Α΄ μέρος της αφιέρωσης.)
    3. Αληθής η περιγραφή του Θ. Ι. Ζ. για τον δικό μας «θυσιαστικό απορροφητήρα» −τον Δυτικό πολιτισμό− ο οποίος, παρά την εκτίμηση διαπρεπών φιλοσόφων της ιστορίας, ευρίσκεται στη θέση του, τείνει μάλιστα να επιβάλει τα «φώτα» του σε ολόκληρη την οικουμένη. Και για να μη γίνει παρανόηση των γραφομένων μου, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι ανεξάντλητος, αλλά γιατί σ’ εμάς τους άνθρωπους ο χρόνος όταν σκεφτόμαστε γίνεται ασφυκτικός, ενώ για τον Θεό είναι ανύπαρκτος. Συνεπώς, αυτό που γράφετε για τον αναπόφευκτο «θερμοδυναμικό θάνατο του πολιτισμικού σύμπαντος» δεν ισχύει, γιατί ακόμη και αν ο πολιτισμός του «μισθωτού» γίνει παρελθόν, όπως και του «δούλου», τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι πρόκειται για τον τελευταίο.
    Εκεί όμως που διαφωνούμε απολύτως, είναι το ερωτηματικό που βάζετε για τη θεωρία του Ζιράρ, αν έχει κάποιο «όργανο» να διασώσει –ποιον απ’ όλους τους πολιτισμούς;− τον θυσιαστικό απορροφητήρα. Στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του Κεκρυμμένα από καταβολής αντιπαραθέτει τον Λόγο του Ιωάννου στον λόγο του Ηρακλείτου, τον οποίο πάντοτε ο νεωτερικός ορθολογισμός τον απέρριπτε «ως αναίσχυντη παραποίηση» εκείνου που διατύπωσε ο αρχαίος φιλόσοφος. Αυτός λοιπόν ο Λόγος του Ιωάννου είναι για τον Ζιράρ, όπως φυσικά και για όλους τους αληθινούς Χριστιανούς, που θα μεταμορφώσει τον κόσμο − όχι θα διασώσει κάποιον πολιτισμό, τον τελευταίο, της κακοποιού βίας. Αυτή είναι και η απάντηση της θεωρίας, όχι ακραιφνώς επιστημονική, σχεδιασμένη από τον νου και την καρδιά του Ζιράρ, στα ερωτήματα που υποβάλλεται με έντιμο και θαρραλέο τρόπο.
    Απορρίπτω την αδόκιμη φράση, «ξεκοκκαλισμένος χριστιανισμός», του Ελλύλ∙ άνθρωποι μόνο υπάρχουν που κινούνται σαν το φτερό στον άνεμο, δηλαδή έναν μιμητισμό που τους αφαιρεί τις δωρεές του Δημιουργού τους. Αντίθετα επικροτώ την αποστροφή σας «Ένας Θεός ξέρει», με την έννοια ότι γνωρίζει πώς θα οδηγήσει την Δημιουργία Του στη σωτηρία της, που ταυτίζεται με «την των πάντων ενότητα» Κ. Ν. Μπαραμπούτης

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here