Αφή και Λόγος

0
290

Πολλά και ποικίλα τα κατά καιρούς γραφτά μου που σκέφτομαι να συγκεντρώσω. Οι διαφορές ύφους ανάμεσά τους, ακόμη κι αν γράφτηκαν την ίδια μέρα, είναι παραπάνω από αισθητές. Πόσες πνοές χωράει ένα δακτυλικό αποτύπωμα, αναρωτιέμαι, με αφορμή τα λόγια του Διονυσίου Σολωμού περί του ύφους, στον επικήδειο λόγο του για τον Φώσκολο. Τα χέρια μου φαίνεται σχηματίζουν δέρμα άλλης υφής, συγκερασμό πολλών δακτυλικών αποτυπωμάτων, μοιάζοντας λεπιδόπτερα, όπως η πεταλούδα Haetera Esmeralda, όμοια πέταλο λουλουδιού στον άνεμο πετώντας στ’ απόσκια, καθώς δεν διακρίνει κανείς παρά ένα στίγμα ρόδινο ή μενεξελί.

Κατά βάθος, όσα έγραψα δεν είναι παρά ομολογία του σαστίσματος που με διακατέχει. Τα έχω χαμένα, μη ξέροντας πώς να απεμπλακώ από μια περιπέτεια, στην οποία ελαφρά τη καρδία εισήλθα. Αφέθηκα στο παιχνίδι της γραφής, ώστε να άγομαι και να φέρομαι από μορφές που δεν μπορώ, μήτε και γνωρίζω πώς να ελέγξω. Καταλαβαίνω ότι η μορφή δεν είναι κενό κέλυφος που πλανιέται στο χώρο αναζητώντας το περιεχόμενο που θα της δώσει υπόσταση και θα την φανερώσει στο φως. Αν ήταν, τα γραφόμενά μου δεν θα απείχαν από τις απεικονίσεις ενός θεάτρου σκιών, που μια πηγή φωτός έξω απ’ αυτές τις προσδίδει ένα αποτύπωμα. Η μορφή έχει ένα νόημα απόλυτα δικό της, μια φυσιογνωμία και μια αξία ιδιαίτερη, χωρίς να  λαβαίνει πάντοτε τα χαρακτηριστικά που προσπαθώ να της επιβάλω.
Επειδή έχουν ανατραπεί μέσα μου οι κανόνες που θα μου επέτρεπαν να εκφραστώ με σιγουριά και ασφάλεια, όπως ο κυρίαρχος του γλωσσικού του οργάνου που το χειρίζεται όπως θέλει, έφτασα να συγχέω ακόμη και τα πρόσωπα. Δεν ξέρω αν ακούγομαι καθαρότερα μιλώντας σε πρώτο, σε δεύτερο ή σε τρίτο πρόσωπο. Καταλαβαίνετε πως όλα αυτά αντιτίθενται στη δημιουργία ενός ύφους απόλυτα ευανάγνωστου, που θα είχε να κάνει με έναν άνθρωπο και μόνο, συγκεκριμένα με τον παρουσιαζόμενο ως συγγραφέα. Θα ήταν τότε πολύ εύκολο να βγω και να φωνάξω θριαμβευτικά, «Ιδού ο άνθρωπος», επιβάλλοντας σε κάθε καχύποπτο και λιβελλοτρόφο, αιδήμονα σιγή. ΄Ετσι όμως που ανιστορώ τα γεγονότα δεν μπορώ να τύχω σεβασμού από τους επαΐοντες στην καλλιέργεια των γραμμάτων. Θα έπρεπε να καταφύγω σε σχοινοτενή απαρίθμηση επιχειρημάτων, προκειμένου να πείσω ότι οι προθέσεις μου τουλάχιστον είναι σοβαρές, άσχετα αν το αποτέλεσμα με διαψεύδει.
Αφήνοντας τον εαυτό μου να ταξιδεύει στο άγνωστο, να μην ξέρει τι του γίνεται, αντιλαμβάνομαι τη φύση του εξερευνητή. Η διαφορά μου με την σύγχρονη αντίληψη που εισήγαγε ο Γαλιλαίος, έγκειται στο ότι βαθιά μέσα μου παραδέχομαι την γη σαν ταψί. Φτάνοντας στην άκρη της, χωρίς να έχεις καλά-καλά ξυπνήσει, θα βρεθείς στη μαύρη άβυσσο, όπου εξαφανίζεται και σβήνει η ύπαρξη. Λέγοντας τέτοια ίσως χαρακτηριστώ μονιστής που ερωτοτροπεί με το μηδέν. Αλλά τι είναι και το στεφάνι του γάμου που μπορεί να μην οδηγεί πουθενά, όταν αίφνης δυο άνθρωποι που ουσιαστικά είναι ξένοι καλούνται να επωμιστούν ο ένας τον άλλον αναλαμβάνοντας από κοινού τις δυσκολίες του βίου; ΄Ισως πάλι ο γάμος να υπαινίσσεται τον δεσμό με την αυθεντική ύπαρξη, όπου στη διάρκεια της συμβίωσης το άτομο παύει να είναι απλώς άτομο, αποκτώντας άλλη χωρητικότητα καθώς μέσα του χωρά και ο πλησίον, ο ξένος. Εργαστήρι του Θεού αποκαλούν το μηδέν οι μυστικοί μουσουλμάνοι, όπου  ο μύστης με την απογύμνωση, τη βίωση της απόγνωσης και της έσχατης αγωνίας εγκαταλείπεται ως στρουθίον στα χέρια του Θεού, βαδίζοντας ως μόνη ασφαλή την οδό της αμηχανίας.
΄Άλλη απόδειξη πως δεν ξέρω σε ποιο πρόσωπο ακούγομαι καθαρότερα όταν γράφω, είναι πως χαμένος μέσα σε υλικό το οποίο δεν δύναμαι να συγκρατήσω και να ελέγξω, τα αραδιάζω όλα στο χαρτί χωρίς εμφανή συσχετισμό και με χαλαρή σύνδεση, ελπίζοντας πως από μόνα τους τα πράγματα θα βρουν την πρέπουσα θέση, θα φανεί πως υπακούν σε μια αλληλουχία, η οποία μπορεί να μην είναι άμεσα ορατή, αλλά ενδομύχως θα πείθει πως αυτή είναι η μόνη θέση που θα μπορούσαν να πάρουν, και τα συμβάντα τα μόνα που θα μπορούσαν να συμβούν. Φοβάμαι όμως πως τα συμβαίνοντα καθορίζουν η τύχη και οι συμπτώσεις. Δυστυχώς τα αστυνομικά που διάβασα είναι ελάχιστα, ώστε ακολουθώντας το παράδειγμά τους, ξεκινώντας από ασήμαντες λεπτομέρειες που φέρονται παρεμπιπτόντως να αναφέρονται, σαν εξαιρετικά παρατηρητικός και οξυδερκής ντετέκτιβ, ή εξοπλισμένος με τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας και με επιστημονικές μεθόδους, να αποκαλύψω στο  τέλος την αφανή αλληλουχία των γεγονότων, και φυσικά τον ένοχο.
Πώς να συνεχιστεί λόγου χάρη η εξιστόρηση των γεγονότων μετά την παραίτηση του συγγραφέα από κάθε αξίωση σταδιοδρομίας που ισοδυναμεί με θάνατο; Μπορώ να γράφω ερήμην όσων μένουν στο διπλανό με το δικό μου σπίτι ή των ενοικιαστών του από κάτω ορόφου; Να γράφω χωρίς να εξετάσω την τοπογραφία του σπιτιού που εκτυλίσσεται η ιστορία; Πόσες λεύκες υψώνονται στον απέναντι δρόμο και τους διπλανούς κήπους; Η ζωή τους επηρεάζει ύπνο και ξύπνιο. Το θρόισμα του φουντωμένου φυλλώματος συμβάλλει στην επεξεργασία των ονείρων. Πώς να συλλάβεις, να σημειώσεις, το σύνολο των κινήσεων που δημιουργεί το δροσερό αεράκι; Ποιες μεταμορφώσεις υφίστανται τα κομμάτια της πραγματικότητας που ταξιδεύουν στα όνειρα; Ο ταξιδιώτης, πρόσωπο που αλλοιώνεται στη διάρκεια του ταξιδιού, άγνωστος για τους συγγενείς και φίλους που τον ξεπροβόδισαν, άγνωστος και γι’ αυτούς που τον προσμένουν στο σταθμό αφίξεως, καθώς αφήνεται στη διαδρομή σαν να μην έχει αρχή και τέλος.
Ο αγώνας με την άπειρη ποικιλία των φαινομένων και συμπτώσεων αποτελεί αναστολή για μένα, με τρομάζει. Αναστέλλονται οι δυνάμεις μου απ’ τον ορυμαγδό των εντυπώσεων, από τα ερεθίσματα που από παντού προσλαμβάνω. Με ποια μορφή θα εξακολουθώ να υφίσταμαι έχοντας αφεθεί σε μια περιπέτεια από μορφές  που ανανεώνουν απροσδόκητα το περιεχόμενό τους με τρόπο θαυμαστό; Από πού θα πιαστώ στα νεκρά διαστήματα, που οι μορφές άδειες περιμένουν να ζωντανέψουν; Πώς θα κρατηθώ εισχωρώντας σε ένα βασίλειο που καθορίζεται  από πλήθος εικόνων που τείνουν να γεννηθούν, παρασυρμένος από μυριάδες επιμέρους υποστάσεις και πλημμυρισμένος από το εκτόπισμα των πραγμάτων στην προσπάθειά μου να τα συνθέσω;  Θα χαθώ όπως πλοίο χωρίς πηδάλιο, στη δίνη των απειρόμορφων κυμάτων του οίνοπα πόντου.
Μέσα στον μύθο η μορφή αποτελεί μέρος μιας ενότητας, καθώς έξω απ’ αυτόν χάνει την ακτινοβολία και τη λάμψη της. Oταν δεν μιλά ο εαυτός μας και αφήνει χώρο στα πράγματα να μιλήσουν, και η εσωτερική απόσπαση απ’ αυτά καταλαγιάζει την επιθυμία να τα κατευθύνεις κατά το δοκούν, τότε τα πράγματα αποκαλύπτουν την αλήθεια τους, και ο λόγος παίρνει άλλη χροιά. Ο μύθος αποτελεί μια υπέρβαση της ατομικότητας, αλλά δεν  πείθομαι ότι η αλήθεια του είναι εκείνη που βαθύτερα λαχταρώ. Προσφέρει μια ενότητα των πραγμάτων, αλλά  το «ίνα ώσιν εν» του Ευαγγελίου δεν αποτελεί καρπό μύθου.
Ερευνώντας τις καταβολές των μύθων στις αρχαϊκές θρησκείες, καταλαβαίνω ότι ο μύθος, στο βαθμό που αποτελεί συγκερασμό πραγματικοτήτων, δεν ανταποκρίνεται στο βαθύτερο αίσθημά μου για τη ζωή, παρότι ο Ωριγένης παραδέχεται ότι οι μύθοι έχουν έναν πυρήνα αλήθειας, ιδίως όταν δεν εμπλέκονται φανταστικά στοιχεία και έχουν κάποιο ιστορικό έρεισμα. Στις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου, επί παραδείγματι, η αφθονία των φανταστικών στοιχείων αποκρύβει ένα φρικιαστικό θέαμα που ποτέ δεν παριστάνεται πραγματικά. Αντίθετα ο Φιλόστρατος, με ωμό ρεαλισμό που ξαφνιάζει, περιγράφει τον λιθοβολισμό του ζητιάνου της Εφέσου, τον οποίο και επικροτεί, από το μαινόμενο πλήθος των Εφεσίων, μετά που ο Απολλώνιος Τυανεύς τον υπέδειξε ως αίτιο της πανώλης που μάστιζε την πόλη. Και ενώ στην αρχή τον βλέπουν με συμπόνια και συγκατάβαση, πείθονται από τον Απολλώνιο ότι είναι ο αίτιος της πανώλης, και μέσα σε ελάχιστες στιγμές τον λιθοβολούν μέχρι θανάτου, αντικρίζοντας στα μάτια του τον δαίμονα που την έσπειρε, καθώς η επιδημία συνοδευόταν και από κοινωνική αναταραχή, και ευθύς όλοι γαληνεύουν, θεραπεύονται από την βία που τους διακατέχει και τους κατευθύνει, και η αρρώστια εξαφανίζεται. Ο λιθοβολισμός μετατρέπει τον ανέστιο επαίτη σε τέρας, σε υπερφυσικό ον, σε δαίμονα. Δεν μεταμορφώνεται όμως όσο θα έπρεπε ώστε να θεοποιηθεί, όπως συνέβαινε με τους καθ’ αυτό μύθους. Γι’ αυτό, το θαύμα του Απολλώνιου αποδίδεται στον Ηρακλή, που βωμός του υπήρχε στο χώρο όπου διαπράχτηκε ο ειδεχθής φόνος. ΄Όμως ο Ιησούς Χριστός αποτρέπει τον λιθοβολισμό της μοιχαλίδας, με την περιώνυμη  φράση του, «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω», ενώ ταυτόχρονα γράφει σκυμμένος στο χώμα, για να μην δώσει κανένα έναυσμα στο μαινόμενο πλήθος. Αν ο Γολγοθάς συμβολίζει την σύνοψη και τον συγκερασμό όλων των επί γης παθημάτων που υφίσταται όχι ένας ένοχος αλλά ο μόνος Αθώος, τότε ποια κάθαρση μπορεί να γίνει νοητή, όπως ορίζεται από τον Αριστοτέλη στα πλαίσια της τραγωδίας;

Ας επανέλθω στις προθέσεις μου, να περιγράψω την προσπάθειά μου να στήσω ένα μυθιστόρημα.
Παρόλο που οι κινήσεις μου δεν χαρακτηρίζονται από ψυχραιμία,  μη νομίσετε ότι τα πρόσωπα που εμφανίζονται είναι ολωσδιόλου φανταστικά. Είναι άνθρωποι με ιστορία. Αν κάποτε ταυτίζομαι μαζί τους είναι γιατί προσπαθώ να γεμίσω τις ώρες των συναντήσεών μας, ενώ η μνήμη με προδίδει. Δεν μπορώ να θυμηθώ όλες τις στιγμές της συνάντησής μου με έναν άνθρωπο,  έστω κι αν τον άφησα πριν τρία λεπτά. Παρά την λαχτάρα μου να θυμηθώ κάθε λεπτομέρεια της συνάντησής μας, ο νους αφηρημένος παραμένει στα γενικά.  Επιπλέον στο διάστημα που μιλώ, οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρομαι, εξακολουθούν να κινούνται, να ζουν, να προσφέρουν το ξέβρασμα των ημερών που πέρασε, και που αν βρισκόμουν συνεχώς μαζί τους, θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό προς εξιστόρηση. Συνεχίζουν να σκέφτονται, να ονειρεύονται, να μιλούν. Εγώ χάνω τα πάντα. Πώς να συγκρατήσω το ποτάμι, καθώς όλα ξεφεύγουν και χάνονται απ’ τις σφιγμένες χούφτες μου; Αγρυπνώ για να αγγίξω μέσα στην αχάραγη νύχτα την αίσθηση ότι ο χρόνος σταματά και πάντα η αυγή με τρομάζει.
Ξεκίνησα πιστεύοντας πως είμαι άνθρωπος με ταλέντο. Σιγά-σιγά αντιλαμβάνομαι πως δεν είμαι παρά αντιγραφέας. Πώς να αποδεχτώ τον άχαρο ρόλο με την περηφάνια και την έπαρση που με διακρίνουν; Θαυμάζω που οι όσιοι και οι άγιοι χαντακωμένοι σε τρύπες της γης για χρόνια περίμεναν φώτιση από ψηλά. Θα σταματούσα αμέσως το γράψιμο, αν δεν υποψιαζόμουν πως είναι άσκηση αναπνοής, σε σημείο η αναπνοή, η κίνηση του νοός, και ο κτύπος της καρδιάς να γίνονται ένα. Γράφοντας ασκούμαι στη σιωπή ξεχνώντας την αναπνοή μου, η οποία τυφλά και αθόρυβα ακολουθεί τον ρυθμό του χεριού.div>

πηγή: Αντίφωνο, απόσπασμα από το βιβλίο “Δύο Φορέματα ”

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here