Αυτός ο κόσμος ο μέγας

0
49

του Θεόδωρου Χρηστίδη

Οι έννοιες του χώρου και του χρόνου και η ενοποίηση των φυσικών θεωριών. Το απόλυτο, το ακίνητο και το σχετικό Ο Νεύτων στο περίφημο έργο του Principia, προτού αρχίσει να διαπραγματεύεται τα αξιώματα ή τους νόμους της Μηχανικής του, δίνει τους ορισμούς θεμελιωδών μεγεθών, όπως ο χώρος και ο χρόνος.

Στα δύο αυτά μεγέθη έδωσε το status απόλυτων οντοτήτων: «Ο απόλυτος χώρος, κατά τη φύση του, χωρίς καμία σχέση προς οτιδήποτε έξω από αυτόν, παραμένει πάντα όμοιος (προς τον εαυτό του) και ακίνητος». Το ίδιο και για τον χρόνο: «Ο απόλυτος, αληθής και μαθηματικός χρόνος, κατά τη φύση του, ρέει σταθερά και ομοιόμορφα, χωρίς να εξαρτάται από οτιδήποτε το εξωτερικό προς αυτόν». Ο σύγχρονός του φιλόσοφος Leibniz άσκησε κριτική σ’ αυτές τις αντιλήψεις του Νεύτωνα, δίνοντας έναν σχεσιακό ορισμό αυτών των εννοιών. Υποστήριξε ότι ο χώρος είναι «κάτι το καθαρά σχετικό… ο χώρος είναι μια τάξη συνυπάρξεων…». Ο χώρος δηλαδή καθορίζεται από τα όντα που περιέχει και η θέση όλων των πραγμάτων στο Σύμπαν ορίζεται ως προς κάποιο από αυτά, το οποίο επιλέγουμε αυθαίρετα. Το ίδιο υποστήριξε και για τον χρόνο: Τι σημαίνει ότι κάτι συνέβη σε κάποιον ορισμένο χρόνο; Κάθε αναφορά στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον γίνεται σε σχέση με τη χρονική στιγμή του προσώπου που μιλά. Η καθημερινή αναφορά στον χρόνο είναι σχεσιακή, στηρίζεται δηλαδή μόνο σε σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα που συμβαίνουν στον κόσμο.

Σχετικά όμως με τον απόλυτο χώρο του Νεύτωνα γεννάται το ερώτημα: Πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάτι όπως ο απόλυτος χώρος, ένα απόλυτα ακίνητο σύστημα αναφοράς, για τον ορισμό της θέσης ενός σώματος, όταν αυτό το σύστημα δεν είναι παρατηρήσιμο; Εδώ υπεισέρχεται μια διάκριση στο είδος της κίνησης που προσπαθούμε να ορίσουμε. Είναι γνωστό ότι η ευθύγραμμη και ομαλή κίνηση δεν μπορεί να γίνει «αισθητή»: αν βρισκόμαστε σε ένα τρένο, το οποίο κινείται ευθύγραμμα και ομαλά, δεν είναι δυνατό να αντιληφθούμε αυτήν την κίνηση αν δεν έχουμε τη δυνατότητα να κοιτάξουμε έξω, ώστε να δούμε τα δέντρα και τα βουνά να κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αν, π.χ., κρατούμε κλειστά τα μάτια μας, δεν καταλαβαίνουμε ότι κινούμαστε. Αντίθετα, όταν βρισκόμαστε σε ένα βαγονάκι του λούνα παρκ που ανεβαίνει και κατεβαίνει σε τροχιά που έχει απότομες κλίσεις, τότε αισθανόμαστε την κίνηση «στο στομάχι μας», ακόμη και αν κλείσουμε τα μάτια μας. Αυτή η κίνηση έχει κάτι το ιδιαίτερο: είναι επιταχυνόμενη. Πράγματι, η επιταχυνόμενη κίνηση, όταν είναι πολύ έντονη, είναι προφανής, χωρίς την ανάγκη αναφοράς σε οτιδήποτε άλλο. Κάποιοι παρατηρητές μπορούν να αισθάνονται ότι κινούνται, ενώ άλλοι δεν μπορούν. Αυτοί οι τελευταίοι ονομάζονται αδρανειακοί παρατηρητές. Κάθε παρατηρητής που κινείται ευθύγραμμα και ομαλά ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή, είναι και αυτός ένας αδρανειακός παρατηρητής. Τώρα, ως προς αυτούς τους παρατηρητές, οι κινήσεις των σωμάτων περιγράφονται με απλό τρόπο. Το αν κάτι βρίσκεται σε ηρεμία ή κινείται με σταθερή ταχύτητα, εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς το οποίο χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την κίνηση.

Αυτή είναι η έννοια αυτού που, μετά τον Einstein, έχει ονομαστεί η σχετικότητα της κίνησης. Εν τούτοις είναι γεγονός πως η ιδέα ότι η κίνηση είναι σχετική είχε διατυπωθεί από τον Γαλιλαίο και τον Νεύτωνα. Ο Einstein συνειδητοποίησε την καίρια σημασία αυτής της ιδέας και την προώθησε περαιτέρω.

Συγκεφαλαιώνοντας, ας τονίσουμε ότι δεν είναι δυνατόν να δοθεί αντικειμενική σημασία στη θέση κάποιου σώματος. Και το ίδιο ισχύει και για την ταχύτητα ή τη διεύθυνση κινήσεώς του. Υπάρχει όμως μια προφανής αντικειμενική σημασία που μπορούμε να αποδώσουμε στην επιτάχυνση. Η σχετικότητα της κίνησης είναι ταυτοχρόνως και ένα γεγονός, αλλά και ένα μυστήριο. Προκύπτει όμως ένα ερώτημα: Ποια είναι η αιτία αυτής της διάκρισης ανάμεσα στην ταχύτητα και στην επιτάχυνση; Για τον Νεύτωνα η απάντηση είναι απλή: Η επιτάχυνση ορίζεται ως προς τον απόλυτο χώρο και χρόνο. Και το γεγονός ότι αισθανόμαστε τα αποτελέσματα της επιτάχυνσης αποδεικνύει την ύπαρξή τους.

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν τρεις αιώνες για να δοθεί μια διαφορετική και τελικώς αποδεκτή απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα. Και αυτή την έδωσε ένας βιεννέζος φυσικός και φιλόσοφος, ο Ernst Mach. Η απάντησή του ήταν αυτή: Αυτό, ως προς το οποίο εκτελεί την επιταχυνόμενη κίνηση κάποιος, όταν αισθάνεται αδιαθεσία, είναι ολόκληρο το υπόλοιπο Σύμπαν. Το ίδιο αποτέλεσμα (μια ναυτία στο στομάχι) θα αισθανόμασταν στην περίπτωση που εμείς ήμασταν ακίνητοι και περιστρεφόταν ολόκληρο το Σύμπαν. Αυτή η ιδέα αποτέλεσε τη βάση της αρχής του Mach. Η νευτώνεια θεωρία της κίνησης δεν ικανοποιεί αυτήν την αρχή. Αν έπρεπε λοιπόν να κάνουμε δεκτή την αρχή αυτή, έπρεπε να αλλάξουμε τη νευτώνεια θεωρία, καθώς και τους ορισμούς του απόλυτου χώρου και χρόνου, στους οποίους αυτή στηρίχθηκε. Αυτό το έκανε ο Einstein το 1905 με την Ειδική και το 1915 με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας στηρίχθηκε σε δύο αξιώματα: Το πρώτο είναι ότι η ταχύτητα του φωτός είναι σταθερή και ανεξάρτητη από τη σχετική κίνηση του παρατηρητή ως προς την πηγή του φωτός. Είναι δε η μέγιστη ταχύτητα με την οποία μπορεί να μεταδοθεί πληροφορία, ενώ κανένα υλικό σώμα δεν είναι δυνατό να φθάσει αυτή την ταχύτητα. Το δεύτερο αξίωμα έχει να κάνει με το πώς «βλέπουν» οι διάφοροι αδρανειακοί παρατηρητές τους νόμους της φύσης. Υπήρχε μια ασυμμετρία ως προς αυτό. Την κλασική περίοδο ίσχυε η αρχή σχετικότητας του Γαλιλαίου, σύμφωνα με την οποία οι νόμοι της Μηχανικής έχουν την ίδια μορφή για όλους τους αδρανειακούς παρατηρητές. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τους νόμους του ηλεκτρομαγνητισμού. Ο Einstein σκέφθηκε ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει. Ετσι το δεύτερο αξίωμα εκφράζει ακριβώς αυτό: ότι όλοι οι νόμοι της φύσεως πρέπει να εκφράζονται με τον ίδιο τρόπο ως προς όλα τα αδρανειακά συστήματα. Από αυτά τα δύο αξιώματα προέκυψε μια σειρά από «παράξενες ιδιότητες»: Η σχετικότητα του ταυτόχρονου (δύο γεγονότα που για έναν παρατηρητή είναι ταυτόχρονα, δεν είναι για έναν άλλον, ο οποίος κινείται ως προς τον πρώτο με ταχύτητα που πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός). Η συστολή του μήκους και η διαστολή του χρόνου: δύο παρατηρητές που κινούνται ο ένας ως προς τον άλλο με σχετική ταχύτητα κοντά στην ταχύτητα του φωτός, δεν μετρούν τα ίδια μήκη και τους ίδιους χρόνους. Τέλος, η πολύ γνωστή σχέση ισοδυναμίας μάζας και ενεργείας: Ε = mc2, όπου Ε η ενέργεια που είναι ισοδύναμη με μάζα m, και c είναι η ταχύτητα του φωτός. Ολες οι προβλέψεις της θεωρίας αυτής έχουν επαληθευθεί από πειράματα και παρατηρήσεις.

Η θεωρία αυτή έφερε μια δραματική αλλαγή στον τρόπο που σκεφτόμαστε για τον κόσμο. Ασφαλώς τα φαινόμενα που συνδέονται με τη θεωρία αυτή δεν έχουν να κάνουν με την καθημερινή μας ζωή, αφού οι ταχύτητες των σωμάτων με τα οποία έχουμε να κάνουμε είναι πολύ μικρές ως προς εκείνη του φωτός. Αν όμως θέλουμε να αντιληφθούμε πώς λειτουργεί το Σύμπαν, δεν είναι δυνατόν να περιοριστούμε σε φαινόμενα που αφορούν την καθημερινή μας ζωή. Οφείλουμε να δεχθούμε ότι οι έννοιες του χώρου και του χρόνου που εισήγαγε ο Νεύτων δημιουργούν πρόβλημα, όταν προσπαθούμε να συλλάβουμε τη δομή και τη λειτουργία του Σύμπαντος: το αν το Σύμπαν είναι πολύπλοκο, με το φαινόμενο της ζωής ως μία έκφραση αυτής της πολυπλοκότητας, είναι αποτέλεσμα της σχεσιακής άποψης για τον χώρο και τον χρόνο. Κάθε σώμα αλληλεπιδρά με όλα τα άλλα και οι ιδιότητές του, όπως η θέση και η κίνησή του, είναι αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης. Η δεύτερη θεωρία που το 1915 διετύπωσε ο Einstein, η Γενική Σχετικότητα, έφερε ακόμη πιο δραματικές αλλαγές στον τρόπο που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Η βασική ιδέα, που ο ίδιος τη χαρακτήρισε την «πιο θαυμάσια ιδέα της ζωής» του, ήταν πολύ απλή: φαντάστηκε έναν άνθρωπο σε ελεύθερη πτώση. Θα τροποποιήσουμε την περιγραφή του Einstein ως εξής: ας φανταστούμε ότι κάποιος (με ικανότητες που του επιτρέπουν να κάνει ό,τι ακολουθεί) μας κλείνει σε ένα δωμάτιο, το οποίο δεν έχει κανένα παράθυρο από το οποίο να μπορούμε να επικοινωνούμε με τον έξω κόσμο. Εν συνεχεία ανεβάζει το δωμάτιο σε κάποια απόσταση από την επιφάνεια της Γης και το αφήνει να πέσει με ελεύθερη πτώση (χωρίς αρχική ταχύτητα, υπό την επίδραση της βαρύτητας της Γης). Ο,τι βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο αυτό αιωρείται, σαν να μη μετέχει σε καμία κίνηση και σαν να μην έχει καθόλου βάρος. Μη έχοντας τη δυνατότητα να δούμε έξω και να καταλάβουμε αν πέφτουμε με ελεύθερη πτώση σε ένα πεδίο βαρύτητας, βρισκόμαστε σε αδυναμία να αντιληφθούμε τι ακριβώς συμβαίνει. Γιατί αυτός ο ιδιότροπος «κάποιος» είναι δυνατό να έχει μεταφέρει το δωμάτιο έξω στο Διάστημα, μακριά από άλλα ουράνια σώματα, ώστε να μην ασκείται επάνω μας καμία δύναμη, οπότε η αίσθησή μας θα είναι και πάλι η ίδια: θα αιωρούμαστε μέσα στο δωμάτιο, χωρίς βάρος, σε συνθήκες πραγματικής έλλειψης βαρύτητας. Οι δύο, δηλαδή, καταστάσεις είναι εντελώς ισοδύναμες: Αυτός που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση μέσα σε ένα πεδίο βαρύτητας (κινούμενος με επιταχυνόμενη κίνηση) είναι στην ίδια θέση με εκείνον που βρίσκεται έξω από κάθε πεδίο βαρύτητας και αποτελεί το τυπικό παράδειγμα του αδρανειακού παρατηρητή. Με άλλα λόγια, ο επιταχυνόμενος μέσα σε ένα πεδίο βαρύτητας (εξαιτίας της ελεύθερης πτώσης του) ισοδυναμεί με έναν αδρανειακό παρατηρητή, και δεν είναι δυνατό να ανιχνεύσει την παρουσία του πεδίου. Αυτήν την παρατήρηση ο Einstein την ονόμασε αρχή της ισοδυναμίας και την εξέφρασε με τον εξής απλό τρόπο: ένα πεδίο επιτάχυνσης είναι ισοδύναμο με ένα πεδίο βαρύτητας. Αυτό μπορούμε να το εκφράσουμε και με άλλο τρόπο ως εξής: ένα δωμάτιο που επιταχύνεται σταθερά (με επιτάχυνση g = 9,81 m/sec2) σε ένα χώρο έξω στο Διάστημα, όπου δεν υπάρχει βαρύτητα, δεν είναι δυνατόν να διακριθεί από το δωμάτιο που βρίσκεται πάνω στην επιφάνεια της Γης. Δηλαδή τα αποτελέσματα της επιταχύνσεως, στην πρώτη περίπτωση, και της βαρύτητας, στη δεύτερη, δεν είναι δυνατόν να διακριθούν μεταξύ τους.

Εδώ όμως μοιάζει να δημιουργείται μια σύγχυση: όταν δεν υπάρχει βαρύτητα, τότε μπορούμε να πούμε ποιοι είναι επιταχυνόμενοι παρατηρητές και ποιοι όχι (αυτούς τους τελευταίους τους ονομάζουμε αδρανειακούς). Η σύγχυση προκύπτει όταν έχουμε να κάνουμε αυτήν τη διάκριση, στην περίπτωση που βρισκόμαστε μέσα σε ένα πεδίο βαρύτητας, επειδή τα αποτελέσματα της βαρύτητας και της επιταχύνσεως δεν μπορεί να διακριθούν. Εδώ θα πρέπει να στηριχθούμε στην αρχή της ισοδυναμίας, η οποία θα μας πει, στην περίπτωση που βρισκόμαστε μέσα σε ένα πεδίο βαρύτητας, ποιος επιταχύνεται και ποιος όχι. Αυτή η αρχή λοιπόν μας λέει ότι αδρανειακοί είναι εκείνοι οι παρατηρητές που αντιστοιχούν (μέσω αυτής της αρχής) στους αδρανειακούς παρατηρητές που βρίσκονται εκεί έξω στο Διάστημα (μακριά από πεδία βαρύτητας): είναι εκείνοι που βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση. Και αν θεωρήσουμε αυτούς τους σε ελεύθερη πτώση παρατηρητές αδρανειακούς, τότε θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα φαινόμενα της βαρύτητας. Βλέπουμε ότι η διάκριση του τι επιταχύνεται και τι όχι συνδέεται με την εσωτερική δομή του χώρου και του χρόνου. Για τον Νεύτωνα και τα δύο αυτά μεγέθη ήταν απόλυτα. Συνεπώς ήταν απλό να ορισθεί το επιταχυνόμενο και το αδρανειακό σύστημα. Αν θεωρήσουμε τώρα, όπως έκανε ο Einstein, αυτά τα μεγέθη ως δυναμικές οντότητες, τότε οδηγούμαστε στο ότι η διάκριση αυτή μπορεί να γίνει διαφορετικά σε διαφορετικές θέσεις και σε διαφορετικούς χρόνους. Ως γνωστόν, τα δύο αυτά μεγέθη στη Θεωρία της Σχετικότητας δεν είναι «άσχετα», ασύνδετα, αλλά συνδέονται δυναμικά και συναποτελούν ένα τετραδιάστατο συνεχές, το συνεχές του χωροχρόνου. Ενα σώμα με πολύ μεγάλη μάζα επηρεάζει τη δομή αυτού του χωροχρόνου και κάνει τη διάκριση ανάμεσα στους αδρανειακούς και στους επιταχυνόμενους παρατηρητές δυναμική. Οι εξισώσεις της Γενικής Σχετικότητας μας λένε πώς η ύλη και η ενέργεια επηρεάζει τις κινήσεις των σωμάτων, άρα και το πώς ορίζουμε την επιτάχυνση. Αυτό σημαίνει να θεωρούμε τον χώρο και τον χρόνο δυναμικές οντότητες: ο χώρος (άρα και τα μήκη) και ο χρόνος επηρεάζονται από την κατανομή της ύλης σε κάθε περιοχή του Σύμπαντος(1).

Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας έχει επαληθευθεί σε πολλές περιστάσεις. Προέβλεψε την καμπύλωση της τροχιάς που ακολουθούν οι ακτίνες φωτός όταν περνούν κοντά από σώματα με πολύ μεγάλη μάζα, όπως ο Ηλιος. Η πρόβλεψη αυτή επαληθεύθηκε για πρώτη φορά το 1919 κατά τη διάρκεια μιας ολικής έκλειψης του Ηλίου. Επίσης ερμήνευσε τη μετατόπιση του περιηλίου του πλανήτη Ερμή, του πιο κοντινού πλανήτη στον Ηλιο, κάτι που αποτελούσε για δεκαετίες μια αδυναμία της νευτώνειας θεωρίας. Μια άλλη πρόβλεψη είναι ότι τα ρολόγια που βρίσκονται κοντά σε βαριά σώματα πηγαίνουν πιο αργά από ό,τι αν βρίσκονται σε μεγάλες αποστάσεις από τέτοια σώματα. Τέλος, μια άλλη πρόβλεψη της θεωρίας αυτής είναι οι μελανές οπές. Αυτές είναι αντικείμενα (τελικό στάδιο εξέλιξης αστέρων) των οποίων το τεράστιας έντασης βαρυτικό πεδίο παγιδεύει καθετί (ακόμη και το φως) το οποίο βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη από μια χαρακτηριστική ακτίνα, που ορίζει τον ορίζοντα γεγονότων(2).

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στην εξής κατάσταση: η Φυσική διαθέτει δύο πολύ επιτυχημένες θεωρίες, μία για τον μικρόκοσμο, την Κβαντομηχανική, και μία για τον μεγάκοσμο, τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Οι επιστήμονες όμως δεν μπορούν να δεχθούν ότι στα δύο αυτά επίπεδα μπορεί να ισχύουν δύο θεωρίες που δεν είναι συμβατές. Πρώτος ο Einstein επεδίωξε να ενοποιήσει τη δική του θεωρία της βαρύτητας, τη Γενική Σχετικότητα, με τον ηλεκτρομαγνητισμό. Αργότερα έγινε κατανοητό ότι αυτό που έπρεπε να επιδιωχθεί είναι η σύνθεση της Κβαντομηχανικής με τη Γενική Σχετικότητα. Επιδιώκεται να γίνει αυτό με τις θεωρίες των υπερχορδών, οι οποίες, ενώ έχουν κάνει σημαντικά βήματα, εν τούτοις δεν έχουν φθάσει σε μια ολοκληρωμένη μορφή. Αυτό το γεγονός, το ότι δηλαδή δεν μπορεί ακόμη να ενοποιηθούν οι δύο αυτές θεωρίες (και η ανάγκη ενοποίησης φαίνεται ότι έχει γενικώς γίνει δεκτή, αν και η δυνατότητα αμφισβητείται από πολλούς επιστήμονες), δείχνει ότι και οι δύο αυτές μεγάλες και επιτυχείς (στον δικό της «κόσμο» η καθεμία) θεωρίες δεν είναι πλήρεις. Ο Einstein, επιδιώκοντας να δείξει ότι η Κβαντομηχανική δεν είναι πλήρης θεωρία, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάποτε θα έφθανε η ώρα να τεθεί σε αμφισβήτηση και η πληρότητα της δικής του θεωρίας.

Στο ερώτημα, επομένως, αν έχουμε φθάσει ή αν πλησιάζουμε στο τέλος της Φυσικής, μάλλον δίκιο έχει ο Ilya Prigogine, όταν λέει ότι σήμερα μάλλον βρισκόμαστε σε μια νέα αρχή. Και αυτό το επισημαίνει μέσα στο πλαίσιο των δικών του ερευνών, που έχουν να κάνουν με το πρόβλημα του χρόνου: όλα δείχνουν ότι το σύνολο σχεδόν των φυσικών διαδικασιών είναι μη αναστρέψιμες, ότι ο χρόνος δηλαδή ρέει προς μια κατεύθυνση, υπάρχει το βέλος του χρόνου, ενώ οι εξισώσεις της Φυσικής που διαθέτουμε είναι αναστρέψιμες ως προς τον χρόνο, ισχύουν τόσο για τη φορά του χρόνου προς το μέλλον όσο και προς το παρελθόν. Αν είναι έτσι, τότε το μέλλον δεν θα έπρεπε να διαφέρει από το παρελθόν, δεν θα είχαμε καμία διαδικασία εξέλιξης, ενώ τόσο το Σύμπαν όσο και το φαινόμενο της ζωής είναι προϊόντα εξελικτικών διαδικασιών. Το πρόγραμμα του Prigogine, το οποίο ξεκίνησε από την εξέταση συστημάτων που βρίσκονται μακριά από την ισορροπία, έδειξε ότι η αιτιοκρατική περιγραφή, που ήταν το μεγάλο όνειρο της κλασικής Φυσικής, δεν είναι δυνατή όχι μόνο στον μικρόκοσμο της Κβαντικής Φυσικής αλλά ούτε και στα κλασικά συστήματα, λόγω των περιορισμών που βάζουν, π.χ., η αστάθεια και οι συντονισμοί Poincare(3) και αυτό δεν είναι πλέον αδυναμία του ανθρώπου αλλά περιορισμοί που βάζει η ίδια η φύση: φύσις κρύπτεσθαι φιλεί (Ηράκλειτος, απ. 123). Η μόνη πλέον δυνατή περιγραφή οιουδήποτε πραγματικού φυσικού συστήματος είναι η πιθανολογική περιγραφή. Η τελική επιδίωξη, μέσα στο πλαίσιο αυτής της περιγραφής, είναι να ξαναγράψουμε τις εξισώσεις της Φυσικής, που περιγράφουν πραγματικά και συνεπώς πολύπλοκα συστήματα, με τέτοιο τρόπο ώστε οι λύσεις τους να περιέχουν το βέλος του χρόνου. Από την άποψη αυτή ο Prigogine ακολουθεί την ηρακλείτεια γραμμή σκέψης: τα όντα του Σύμπαντος βρίσκονται σε διαρκή αλλαγή, η πολυπλοκότητα προκύπτει από την αλληλεπίδραση των φυσικών οντοτήτων, ο χρόνος έχει φορά και αποτελεί έναν ουσιώδη παράγοντα στο φυσικό γίγνεσθαι: αιών παις εστί, παίζων, πεσσεύων· παιδός η βασιληίη (Ηράκλειτος, απόσπασμα 52).

1. Η ανωτέρω περιγραφή στηρίχθηκε στο βιβλίο του Lee Smolin, The Life of the Universe, Oxford University Press, Oxford, 1997. Η βασική ιδέα σ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι το Σύμπαν είναι «προϊόν εξελίξεως» σε μια σειρά διαδοχικών συμπάντων, όπου σε κάθε νέα «δημιουργία» οι σταθερές που καθορίζουν τη δομή του σημερινού Σύμπαντος υφίσταντο μία τυχαία και μικρή μεταβολή, ώσπου πήραν τις σημερινές τιμές τους. Αυτό συμφωνεί με την παραδοχή του Prigogine ότι ο χρόνος προηγείται τού είναι (δηλαδή του σημερινού Σύμπαντος βλέπε σημ. 3).

2. Βλέπε, π.χ., στο βιβλίο του Brian Greene, The Elegant Universe, Vintage, Random House, London, 1999.

3. Βλέπε στο βιβλίο του Prigogine Το Τέλος της Βεβαιότητας, Κάτοπτρο, Αθήνα, 1997

Ο κ. Θεόδωρος Χρηστίδης είναι καθηγητής της Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Φυσικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας .

πηγή : Το ΒΗΜΑ, 21/01/2001

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here