Από την κυρία ‘Ερση του Ν. Γ. Πεντζίκη στην ‘Ερση του Δροσίνη[*]

0
974

Πολὺ ἀστεία, μά τὴν ἀλήθεια, αὐτὴ ἡ μετασκευὴ τοῦ φυσικοῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ σὲ ἱερὸ καὶ ἀπαραβίαστο μὲ τὴν ἁπλὴ προσθήκη τῆς λἐξης χριστιανικό – διὰ τῆς ὁποίας ὡστόσο δὲν μεταβάλλεται οὐσιαστικῶς. Ὀφείλουμε ὅμως νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι ἡ ἐξημέρωση τοῦ σέξ, ποὺ απὸ τὴ φύση του εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, μὲ τὴ μορφὴ χριστιανικοῦ γάμου ἦταν ἕνα ἔξυπνο μπάλωμα.

ΤΟΜΑΣ ΜΑΝΝ, Δόκτωρ Φάουστους

Ὅταν κανεὶς ἀναλογίζεται ὅτι οἱ συγγραφεῖς σπανίως γράφουν σωστὰ τὴ διεύθυνση τῆς ὑστεροφημίας, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ θαυμάσει τὴ μυστικὴ πνοὴ ποὺ ἔμελλε νὰ φέρει ὣς ἐμᾶς ἕνα μυθιστόρημα σὰν τὴν Ἕρση[2]τοῦ Γεωργίου Δροσίνη.

Τὸ ἔργο κυκλοφόρησε στὰ 1922, διαβάστηκε καὶ ἀγαπήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὶς νέες κοπέλες τῆς ἐποχῆς. Ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας μάλιστα θεωροῦσε ὅτι «ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως καὶ γλωσσικῆς μορφῆς εἶναι τὸ καλύτερο πεζογράφημά» του.[3] Μολαταῦτα εἶναι ἀμφίβολο κατὰ πόσο θὰ σωζόταν, ἐὰν ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης δὲν στεκόταν ἐπάνω του καὶ δὲν τὸ μετέτρεπε σὲ μαγιὰ γιὰ τὸ δικό του Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης.[4] Διότι οὔτε ἡ ἀπήχηση οὔτε οἱ λογοτεχνικὲς ἀρετὲς εἶναι ἐχέγγυα τῆς μακροβιότητας ἑνὸς ἔργου, καὶ εἰδικότερα τοῦ μυθιστορήματος ποὺ ἐκ φύσεως ἔχει τὴ ροπὴ νὰ κολλάει στὰ θνησιγενῆ στοιχεῖα τοῦ καιροῦ του.Ἕνα καλὸ ποίημα φέρ’ εἰπεῖν, ὅσο κι ἂν δείχνει τὴν ἡλικία του, σπανίως κρύβει τὴ γραπτή του συνθήκη˙ ἀπεναντίας τὸ μυθιστόρημα κάνει τὸν ἀναγνώστη νὰ ἀλλοιθωρίζει συνεχῶς πρὸς τὰ ἔξω, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάνεται ἡ ἐσωτερικὴ θέαση τῆς ἀλήθειας σχέσεων καὶ πραγμάτων.

Ἡ ἐπιβίωση τῶν λογοτεχνικῶν ἔργων εἶναι τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς θεματικῆς κατηγορίας τοῦ ἴδιου. Καὶ μόνο ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνα ἔργο γιὰ νὰ ἐπιζήσει, πρέπει ἡ γραπτὴ χειρονομία του νὰ ἀναδεικνύει ἕναν μοναδικὸ πυρήνα νοήματος ποὺ ἀφορᾶ τὴν κάθε ἐποχὴ χωρὶς ποτὲ νὰ ἐξαντλεῖται μέσα της. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ φωνή του πρέπει νὰ εἶναι προσκλητήρια καὶ διανεμητική. Πολὺ περισσότερο μάλιστα ὅταν ὁ Γάμος, «ἡ πιὸ πολύπλοκη ἐκδήλωση τῆς πραγματικότητας»,[5] κατὰ τὸν Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀποτελεῖ τὸ κοινὸ θέμα τῶν δύο πεζογραφημάτων. Πλὴν ὅμως στὴν Ἕρση τοῦ Δροσίνη πηγαίνει κανεὶς ἀπὸ τὴν Κυρία Ἔρση τοῦ Ν. Γ. Πεντζίκη. Συμβαίνει ἐδῶ ὅ,τι ἀκριβῶς καὶ μὲ τοὺς ἐρωτευμένους: μόλις βρεθοῦν μονάχοι, ὁ καθένας τους ὑπάρχει μόνο κατὰ τὸ ἥμισυ.

Ὡς πρὸς τὴν ἀπήχηση λοιπόν, ἡ Ἕρση ἦταν φυσικὸ νὰ «τέρψει μιὰ γενιὰ κοριτσιῶν» (σ. 283), γιατὶ δημοσιευόταν στὰ τέλη ἑνὸς μακροχρόνιου πολέμου μὲ ὅλα, ὅσα ἕνας πόλεμος συνεπάγεται γιὰ τὴ νέα γυναίκα ποὺ εἶχε σοβαροὺς λόγους νὰ φοβᾶται μήπως μείνει χήρα προτοῦ κὰν παντρευτεῖ. Ἤδη ἡ ἥττα τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων στὸν Σαγγάριο τὸν Αὔγουστο τοῦ 1921 προμηνοῦσε τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ ποὺ θὰ ἐπερχόταν τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1922, λίγους μῆνες μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τῆς Ἕρσης. Ὁ λαὸς τῶν κοριτσιῶν αἰσθανόταν ὁπωσδήποτε τὴν ἀνάγκη νὰ ὀνειρευθεῖ καὶ νὰ ξεσκάσει. Καὶ τί ὡραιότερο θέμα ἀπὸ τὴν εἰδυλλιακὴ ζωὴ δύο νέων στὸ Αἰγαῖο! Χάριτες, δηλαδὴ εὐμένεια καὶ εὐχαριστίες, ἔπρεπε νὰ ὀφείλουν στὸν συγγραφέα ποὺ ἐρχόταν νὰ προσφέρει στὴ φαντασία τους κάτι ἀπὸ τὴ μονιμότητα τῆς εὐτυχίας, ὥστε «ὁ πόλεμος νὰ ξεχαστεῖ καὶ τὤνομά του ἀκόμη»

βοᾶς δ’ἔτι μηδ’ ὄνομα εἴη.

Γιατὶ εἶναι ἀπίθανο τὸ παρὸν ἑνὸς μυθιστορήματος ποὺ συγκίνησε ἔστω καὶ μόνο «τὰ ἀπάντρευτα καὶ ἄβγαλτα κορίτσια», κατὰ τὴ λέξη τοῦ Πεντζίκη (σ. 145), νὰ μὴν ἀνταποκρίνεται μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο στὸ ψυχικὸ προϊὸν τῆς ἐποχῆς του.

Στὸ εἰδύλλιο ποὺ ἐπιγράφεται «Χάριτες ἢ Ἱέρων», ὁ Θεόκριτος, ἀφοῦ καταγγείλει τὴ φιλοχρηματία τῶν συγχρόνων του, διαλέγει γιὰ τὸ τραγούδι του τὸν περήφανο Ἱέρωνα στὸν ὁποῖο εὔχεται νὰ διώξει ἀπὸ τὶς Συρακοῦσες καὶ νὰ ξαναφέρει στὴ χώρα τὴν εἰρήνη. Ὁ ποιητής, καταλήγει ὁ Θεόκριτος, δὲν πάει πουθενὰ ἀκάλεστος:

μὰ σ’ ὅσους μὲ καλέσουν,

παίρνω τὶς Μοῦσες συντροφιὰ καὶ θαρρετὰ θὰ δράμω.

Ὅμως καὶ σᾶς, ὦ Χάριτες, μαζί μου θὰ σᾶς πάρω,

γιατὶ χωρὶς τὶς Χάριτες τίποτε δὲν ἀρέσει.[6] 

Τὸ μυθιστόρημα τοῦ Δροσίνη χωρίζεται σὲ δύο μέρη μὲ τοὺς ἀντιθετικοὺς τίτλους «Χάριτες» καὶ «Ἐρινύες».[7] Στὸ πρῶτο περιγράφεται ὁ ἐπίγειος παράδεισος τοῦ Παύλου καὶ τῆς Ἕρσης Ροδανοῦ στὴ «γῆ ἑνὸς μικροῦ ξεροῦ νησιοῦ τοῦ Αἰγαίου» ποὺ δὲν κατονομάζεται. Ὁ Πεντζίκης, θέλοντας νὰ ἐξακριβώσει ποιὸ ἦταν τὸ νησί, κατέληξε στὴ Νάξο χωρὶς ὡστόσο νὰ τὴν ἔχει ἐπισκεφθεῖ.

Τὸ σημαντικότερο ἀποδεικτικὸ στοιχεῖο γιὰ τὸν ἐντοπισμὸ τοῦ νησιοῦ, ὅπου παραθέρισαν εὐτυχισμένοι ὁ Παῦλος καὶ ἡ Ἕρση, εἶναι «τὸ μικρὸ καὶ στενόμακρο νησάκι», δηλαδὴ τὸ μυστηριῶδες νησὶ τῆς Ἐρηνιῶς ἢ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης ποὺ σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχαιολογικὲς εἰκασίες τοῦ ζεύγους Ροδανοῦ πρέπει νὰ εἶναι ἡ νῆσος τῶν Ἐρινύων. Ὅποτε γίνεται λόγος γι’ αὐτό, ἄμεσα ἢ ἔμμεσα, διευκρινίζεται πάντα ὅτι βρίσκεται «ἀντικρὺ στὴ δυτικὴ παραλία τοῦ νησιοῦ μας» ἢ «ἀπέναντι στὸ νότιο μέρος» ἢ ἀκόμη «πρὸς τὸ πίσω μέρος τοῦ νησιοῦ» καὶ ὄχι βορείως τῆς Νάξου ὅπου καὶ ἡ μικρὰ νησὶς «Παλάτια» μὲ λείψανα ἀρχαίου μαρμαρινοῦ ναοῦ. Παλάτια ἐπίσης εἶναι ἡ ὀνομασία ποὺ δίνουν οἱ Παριανοὶ στὴ στρογγυλὴ νησίδα στὴν ὁποία τερματίζεται νοτιοδυτικὰ ἡ συστάδα Πάρου-Ἀντιπάρου-Δεσποτικοῦ. Ἔπειτα ἡ Νάξος εἶναι νησὶ μὲ μεγάλο καὶ ὁρατὸ ἀρχαιολογικὸ πλοῦτο καὶ ὄχι «τὸ ἀσήμαντο καὶ ταπεινὸ νησὶ χωρὶς καμμία θέση στὴ μυθολογία, στὴν τέχνη καὶ στὴν ἱστορία», καθὼς παραπονεῖται ὁ Παῦλος. Στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ εὑρίσκεται πράγματι ἕνα περίεργο σπήλαιο «τὸ πάλαι χρησιμοποιούμενον ὡς τόπος λατρείας διασῶσαν τὸ ὄνομα μιᾶς τῶν θρεψασῶν ἐν Νάξῳ τὸν Διόνυσον νυμφῶν, τῆς Κορωνίδος», καὶ συνεπῶς γνωστὸ στοὺς ἀρχαιολόγους.

Βάσει τῶν ἐνδείξεων τοῦ κειμένου, τὸ νησὶ λοιπὸν δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ Νάξος. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ὁ Πεντζίκης «ἀπαιτεῖ τὰ ὀνόματα» δὲν μαρτυρεῖ μόνο τὴ μέριμνά του γιὰ τὶς ὀρθὲς διακρίσεις ποὺ εἶναι ἡ δουλειὰ τοῦ συγγραφέα, παραπέμπει ὑπογείως στὶς ὀφειλές του καὶ πρῶτα πρῶτα στὴ Ναντιὰ τοῦ Ἀνδρέα Μπρετόν:

«…Ἐπιμένω στὸ νὰ ἀπαιτῶ τὰ ὀνόματα, στὸ νὰ ἐνδιαφέρομαι μοναχὰ γιὰ τὰ βιβλία ποὺ μένουν ὁλάνοικτα σὰν πόρτες καὶ δὲν χρειάζεται νὰ ψάχνεις τὸ κλειδί. Λίαν εὐτυχῶς οἱ μέρες τῆς ψυχολογικῆς λογοτεχνίας μὲ μυθιστορηματικὴ ἀμφίεση εἶναι μετρημένες».[8]

Τὸ συγκεκριμένο ἀφήγημα τοῦ Μπρετὸν ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸ ἀγωνιῶδες ἐρώτημα «Quisuis-je?» («Ποιὸς εἶμαι;) καὶ τὴν ἐπεξήγηση, λίγο παρακάτω, ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς «προφανῶς ὑπαινίσσεται ὅλα ὅσα χρειάστηκε νὰ πάψω νὰ εἶμαι, γιὰ νὰ εἶμαι αὐτὸ ποὺ εἶμαι», βρίσκεται, κατὰ τὴ γνώμη μου, στὸν πυρήνα τῆς πνευματικῆς διαμόρφωσης τοῦ Θεσσαλονικιοῦ συγγραφέα, καὶ διασχηματίζει τὸ ἀρχικὸ στρῶμα τῆς ἀφηγηματικῆς του ἰδιοτυπίας πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν Προὺστ ἢ τὸν Τζόυς. Καὶ πράγματι, στὴ Ναντιά, οἱ δύο πρῶτες συλλαβὲς τῆς ρωσικῆς λέξης ἐλπίδα, συνεχίζονται οἱ «σφοδρὲς περιπλανήσεις» τοῦ Ντὲ Κουΐνσυ καὶ τοῦ Νερβὰλ ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τῶν πόλεων, «τὸ μόνο πεδίο ἔγκυρης ἐμπειρίας»,[9] πρὸς ἀναζήτηση τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ, ἔξω ἀπὸ τὴν «ἀδιέξοδη ἀτομικὴ φύση» (σ. 26). Σκοπὸς ἐξόχως ὑπαρκτικὸς καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως ἐξόχως παράλογος, ἀφοῦ ἡ ἐπίτευξή του προϋποθέτει τὴν πλήρη ἄρση τῆς ἀμεσότητας καὶ τὴν ἐπανεύρεσή της σὲ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο πλήρους ἀνακαινισμοῦ. Τέτοιες εἶναι καὶ οἱ περιπλανήσεις τοῦ Πεντζίκη «ἀνὰ τὰς ὁδοὺς τοῦ Ἄστεως» (σ. 159), ἀπὸ τὴν ἀμεσότητα τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ ἐμπειρικοῦ ἀτόμου πρὸς «ἀποκατάσταση τῆς παρουσίας τοῦ ἀνθρώπου πέρα ἀπὸ τὴν ἐδῶ πρόσκαιρη ζωή» (σ. 304), δηλαδὴ πρὸς τὴν ἀνακαινουργισμένη πραγματικότητα ποὺ ἀποκαλύπτεται στὸν πιστό. Δὲν ξέρω πόσοι σουρρεαλιστὲς κατέληξαν στὴν πίστη˙ τὸ βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι ἡ πίστη τοῦ Θεσσαλονικιοῦ πεζογράφου ἕλκει τὴν καταγωγή της ἀπὸ τὸν σουρρεαλισμό.

Ὥστε ἡ ἐξακρίβωση τοῦ Πεντζίκη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὶς θεολογικὲς προεκτάσεις τῆς δικῆς του μυθοπλασίας καὶ ὄχι μὲ τὸν Δροσίνη ποὺ περιορίζει «τὰ πράγματα στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐδῶ ζωῆς».

«Μὲ τὸ ὄνομα Δία, ἡ “οὐράνια” ἢ ἡ “θεϊκή”, ὀνομάζονταν βραχονήσια τῆς θάλασσάς μας, ποὺ βρίσκονταν μπροστὰ στὰ μεγάλα νησιὰ τῆς Κρήτης καὶ τῆς Νάξου. Τὸ ὄνομα τοῦτο ἀποδόθηκε σὲ ὅλο τὸ νησὶ τῆς Νάξου, γιατὶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο θεωρήθηκε σὰν τόπος τοῦ γάμου τοῦ Διονύσου. Ἡ μικρὴ μαρμάρινη πύλη ποὺ βρίσκεται ἀκόμα στὸ νησάκι μπροστὰ στὴ Νάξο φανερώνει ποῦ τελέστηκε ὁ γάμος».[10]

Γνωρίζουμε ἀκόμη ὅτι στὴ Νάξο ἐγκατέλειψε ὁ Θησέας τὴν ξανθὴν Ἀριάδνη, ἐνῶ εἶχε πέσει σὲ βαθὺ ὕπνο, ἐπιστρέφοντας στὴν Ἀθήνα, μετὰ τὴ νικητήρια ἔξοδό του ἀπὸ τὸν λαβύρινθο. Ἀθάνατος καὶ ἀγέραστος κατὰ τὴ Θεογονία, ἡ θεὰ αὐτὴ λατρεύτηκε σὲ πολλὰ νησιά. Καὶ γνωρίζουμε ἀκόμη ὅτι «μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Θησέα στὴν Ἀθήνα, πάνω ἀπὸ τὸ Αἰγαῖον πέλαγος πλανιέται ἡ μορφὴ τῆς Ἀριάδνης. [11] Δὲν εἶναι λοιπὸν γιὰ νὰ ἀπορεῖ κανεὶς ὅταν στὸ ἐρώτημα τῆς ἀναμονῆς: «ἀπὸ ποῦ θὰ ἔρθει ἡ Ἔρση;» (σ. 245), ὁ ἀφηγητὴς τοῦ Πεντζίκη ἀπαντᾶ: «ἀπ’ τὸν Οὐρανό» (σ. 249).

Τὸ παράδοξο ἐδῶ εἶναι ὅτι μόλις τὸ πραγματικὸ ὁρισθεῖ διὰ τοῦ ὀνόματος, τὸ πρόσωπο ἀποκτᾶ διάσταση ἀρχετυπική. Ἡ Ἕρση βγαίνει ἀπὸ τὰ στενὰ ὅρια τοῦ Δροσίνη καὶ εἰσέρχεται στὴ θεολογικὴ σφαίρα τοῦ μύθου τῆς Ἀριάδνης, στὸν πυρήνα τοῦ ὁποίου βρίσκουμε ἕναν ἥρωα νὰ σώζεται ἀπὸ τὴ γυναίκα ποὺ ἀνήκει (ἢ προορίζεται) σὲ κάποιον ἄλλο. Τὸ θέμα ἀναλύεται ἐν πλάτει καὶ χωρὶς ἠθικοπλαστικὲς περιστροφὲς στὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης. Ὁ ἥρωας ἄλλωστε καὶ ἀφηγητής, ἕνας ξεπεσμένος κοινωνικὰ ἀλλὰ ταλαντοῦχος νέος συγγραφέας ποὺ ἐργάζεται ὡς τραπεζικὸς ὑπάλληλος στὴ Θεσσαλονίκη, στὰ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο, σχηματίζει μὲ τὸ ζευγάρι τοῦ Δροσίνη ἕνα ἀδιέξοδο τρίγωνο.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ο Πεντζίκης «ἀπαιτεῖ τὰ ὀνόματα» δὲν μᾶς μιλάει μόνο γιὰ τὴν ἐγερτήρια δύναμη τῶν τοπωνυμίων ποὺ ἀκεραιώνουν τὴν ἀλήθεια ἐκτὸς ἀτομικῆς ψυχολογίας «ἐν ὀνόματι ἑνὸς στοιχείου ὑπερατομικοῦ, ἑνὸς γεωγραφικοῦ καὶ τοπογραφικοῦ αἰσθήματος καὶ γνώσεως καὶ μιᾶς διαφορετικῆς ἀντίληψης τοῦ θανάτου ὡς κορυφώματος τῆς ὀμορφιᾶς» (σ. 219)˙ Εἶναι κατ’ ἀρχὰς ἕνα ὁδηγητικὸ χνάρι, μιὰ παραδειγματικὴ στιγμὴ τῆς παρεμβατικῆς λογικῆς ποὺ διέπει ὁλόκληρο τὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, καὶ συνεπῶς τὴ σχέση του μὲ τὸ μυθιστόρημα τοῦ Δροσίνη:

«Ὁ ἀκαδημαϊκὸς ποιητὴς στὸ μυθιστόρημά του, ἀποφεύγοντας τὶς αἰχμηρὲς θεολογικὲς συσχετίσεις, περιορίζοντας τὰ πράγματα στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἐδῶ ζωῆς, ἀπέφυγε νὰ ὀνομάσει τὸ νησὶ ὅπου παραθέρισαν ὁ Παῦλος καὶ ἡ Ἕρση εὐτυχισμένοι. Ἀκολουθώντας ἐντελῶς τὸν ἀντίθετο δρόμο προσπάθησα νὰ ἐξακριβώσω τὸν τόπο» (σ. 336).

Ποιὸς μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἀντίθετος δρόμος στὴν προσέγγιση ἑνὸς λογοτεχνήματος ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ ὀργανώνει τὸν κόσμο του μέσα στὴ σφαίρα τῆς φαντασίας; Ὁ νουνεχὴς καὶ φρόνιμος γνωρίζει βέβαια νὰ διακρίνει τὸ φανταστικὸ ἀπὸ τὸ πραγματικό. Πρόκειται γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴ δόξα τοῦ μυθιστορήματος πού, σύμφωνα μὲ τὸν Ζυλιὲν Γκράκ, «κάνει τὸν ἀναγνώστη νὰ εἶναι διαδοχικῶς ὅλα ὅσα λέγονται, ἀλλὰ μὲ τὴ συνακόλουθη ἐκμηδένιση κάθε ἀναφορικῆς πραγματικότητας».[12] Ὡς πρὸς τὸ ἄτομο ὅμως ποὺ διψάει γιὰ τὴν εὐτυχία δύο νέων στὸν παράδεισο, σὲ βαθμὸ ποὺ νὰ ξεχνάει τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ ταυτίζεται μαζί τους –«μονάχα μὲ αὐτοὺς νιώθω ὅτι ζῶ» (σ. 226)–, τὰ ὅρια τῆς φαντασίας καὶ τοῦ πραγματικοῦ, ἂν δὲν παύουν νὰ ὑφίστανται, ἀποβαίνουν πάντως δυσδιάκριτα. Ἐξ οὗ καὶ ἡ τρέλλα ἢ παράνοια τοῦ Θεσσαλονικιοῦ συγγραφέα.

Ὁ ἀντίθετος δρόμος ἑπομένως εἶναι ὁ θεολογικός. Μόνο ποὺ δὲν βρίσκεται στὴν ἀρχή, ἀλλὰ στὸ τέλος. Ὅταν δηλαδὴ τὸ αἰσθητικὸ γεγονὸς ἀποδειχθεῖ ἀνεπαρκές˙ ὅταν ἡ δυνατότητα τῆς φαντασίας ἔρθει νὰ σπάσει πάνω στὸν ὕφαλο τοῦ χρόνου. Τότε ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ «περιγραφὴ τοῦ πλέγματος τῆς πλάνης» (σ. 159). Μὲ τὴν αἰσθητικὴ συγκίνηση χάνεις πρὸς στιγμὴν τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ τὸν ξαναβρίσκεις πάλι ἐκεῖ ποὺ τὸν ἄφησες, ἀμετάλλακτο. Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴν ἐρωτικὴ ἐμπειρία ποὺ καταλήγει πάντα σὲ ἀπογοήτευση:

«Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ Θρησκεία καὶ τὸν Ἔρωτα, εἶναι ὅτι ὁ τελευταῖος ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἡμερομηνία γεννήσεως, ἐνῶ ἡ πρώτη γιὰ τὴν ἡμερομηνία θανάτου»,

σημειώνει μὲ τὸ χαρακτηριστικό του χιοῦμορ ὁ Πεντζίκης στὴν Ἀρχιτεκτονικὴ τῆς σκόρπιας ζωῆς.[13] Διότι τὸ παράδοξο τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι ὑπόσχεται τὴν εὐτυχία μόνο σ’ ἐκεῖνον ποὺ πεθαίνει ἐν ζωῇ.

«Δεκαπέντε χρόνια τώρα προσπαθῶ νὰ δώκω μιὰ ἑρμηνεία στὸ πνεῦμα τοῦ ἀποφθέγματος Μὴν περιμένεις νὰ εὐτυχήσεις, ἂν πρότερον δὲν ἀποθάνεις».[14]

Ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἀκριβῶς τὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης ποὺ ἀνοίγει μὲ τὴν ἐπεξηγηματικὴ ἐπιγραφὴ: Κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα.

Ἀντιστρατευόμενος τὶς κλασικὲς κατηγορίες τῆς αἰσθητικῆς, καὶ πρὸ πάντων τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀρέσκεια, καὶ ἐμμένοντας στὴν «ἐσωτερικὴ ἀπήχηση» τῶν γεγονότων, δεδομένου ὅτι ἕνα πράγμα δὲν ὁρίζεται μόνο σύμφωνα μὲ τὴ θέση του στὸν τόπο καὶ τὸν χρόνο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίδραση ποὺ ἀσκεῖ πάνω μας, ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης διερευνᾶ τὸ πρόβλημα τοῦ ποιητικοῦ ἅλματος ἀπὸ τὴν ἄμεση αἴσθηση τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀντικειμένου πρὸς τὴν ἐσωτερική του ἀλήθεια. Ξεκινώντας ἀπὸ τὸ αἰσθητικὸ γεγονὸς τοῦ ἔργου, ἀναζητᾶ τὸ βαθύτερο νόημα ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει γιὰ τὴν ἴδια τὴ ζωή του. Ἔτσι ἡ εὐτυχία ποὺ προσφέρεται σὰν «μιὰ ἁπλὴ μυθιστορηματικὴ ὑπόθεση» ἐκλαμβάνεται ἀρχικῶς ὡς μία «πραγματικότητα ἀναμφισβήτητη» (σ. 53).

Ἐφόσον σκέπτομαι τὴν πραγματικότητα, ἐφόσον ἡ πραγματικότητα γίνεται στὴ σκέψη μου δυνατότητα, αὐτὸ ποὺ εἶναι τετελεσμένο παρελθὸν καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιθυμῶ νὰ ταυτιστῶ, μετατρέπεται γιὰ μένα σὲ μιὰ ὑπόθεση τοῦ μέλλοντος, σὲ ἕνα εἶδος ἀναμονῆς. Τὸ πραγματικὸ εἰσχωρεῖ στὴ σφαίρα τοῦ ἰδεώδους καὶ τὸ ἰδεῶδες ἔρχεται νὰ κατοικήσει στὸ πραγματικό. Τὸ ὅλο πράγμα δὲν εἶναι μακριὰ απὸ τὸ παράδοξο τῆς εἰκονολατρίας, ἀφοῦ τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἡ αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἀλλὰ ἡ μετοχὴ καὶ ἡ κοινωνία. Γι’αὐτὸ καὶ ἡ λέξη κλειδὶ τοῦ Πεντζίκη εἶναι «ἰδιοποίηση». Ἰδιοποιοῦμαι σημαίνει ἐπαναλαμβάνω μιὰ ξένη πραγματικότητα ὡς δική μου ἀλήθεια.

Ὥστε ἡ Ἕρση δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ «σκαλωσιὰ» γιὰ τὴν Κυρία Ἔρση, ὅπως ἤθελε ὁ Σεφέρης. Οἱ σκαλωσιὲς πέφτουν μόλις τελειώσει τὸ οἰκοδόμημα˙ ἡ κυρία Ἔρση ὅμως δὲν γίνεται νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴν Ἕρση. Μὲ ἀφετηρία αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ τὴν ἱστορία τοῦ Δροσίνη προβληματικὴ καὶ ἀπίθανη, τὴν ἀλώβητη εὐτυχία ἑνὸς ζεύγους, ὁ Πεντζίκης εἰσέρχεται στὸ κείμενο καί, ἐνσταλάζοντάς του τὴ δική του χρονικότητα, βιώνει τὰ ἀδιέξοδα ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴ ζωὴ δύο ἐξιδανικευμένων ἐραστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοσιώνονται στὴ σχέση τους μὲ ἀπόλυτο τρόπο. Ἔτσι τὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, ἐξιστορώντας τὰ καθέκαστα μιᾶς ἐσφαλμένης ἰδιοποίησης, ἐπιχειρεῖ νὰ ἀναδείξει τὴν πνευματικότητα τοῦ Γάμου ποὺ εἶναι συρριζωμένη μὲ τὴ θρησκεία καὶ τὴν παράδοση ἑνὸς λαοῦ. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, ἡ Κυρία Ἔρση ψάλλει τὸ κύκνειο ἄσμα τους.

Τὸ νησὶ τῶν θερινῶν διακοπῶν τοῦ Παύλου καὶ τῆς Ἕρσης εἶναι πεποιημένος τόπος τοῦ Δροσίνη, ἡ δὲ περιγραφή του βασίζεται στὰ κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῶν περισσότερων νησιῶν τοῦ Αἰγαίου μὲ τὸ ἀρχαῖο καὶ μεσαιωνικὸ παρελθόν τους. Ἐξ οὗ καὶ ἡ πειστικότητα τῶν διαφόρων τοπωνυμίων ποὺ ζωντανεύουν τὴν τοπογραφία τῆς μυθοπλασίας. Εἰρήνη εἶναι συνήθης ὀνομασία νησίδων καὶ ἀκρωτηρίων, καθὼς καὶ τὸ ὄνομα Κάστρο ἢ Καστράκι – ἂς σημειωθεῖ παρεμπιπτόντως ὅτι Καστράκια στὴ λαογραφία ὀνομάζονται καὶ τὰ αἰνίγματα. Περίφημο πάντως εἶναι τὸ Σπήλαιον τῆς Ἀντιπάρου στὴ δυτικὴ πλευρά της μὲ τοὺς θαυμάσιους λευκοὺς καὶ διάφανους σταλακτίτες: «λὲς κι εἶναι ἡ Παναγιὰ τῆς χώρας μὲ τοὺς γυαλένιους πολυέλαιους», καταπῶς ἀναφέρει ὁ Ἀντρίκος ἀπὸ τὸ Καστράκι. Ἐπιπλέον, μεταξὺ Ρήνειας καὶ Δήλου βρίσκεται ἡ νῆσος τῆς Ἑκάτης ἢ Ψαμμιτίχη, ποὺ φέρνει στὸν νοῦ τὸ νησὶ τῶν Ἐρινύων. Καὶ ἂν δὲν γινόταν ἐπανειλημμένως λόγος γιὰ τὰ«νησιὰ ἐδῶ ὁλόγυρα», θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συμπεριλάβει στὸ νοηματικὸ δίκτυο τῆς φανταστικῆς τοπογραφίας καὶ τὴ βουνώδη Σκύρο μὲ τὴν προσκείμενη μακρόστενη ἐρημόνησο Ἐρήνεια.[15]

Σὲ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ἀνώνυμο ἀλλὰ τόσο ἀληθοφανὲς νησὶ τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἔχει ἐγκατασταθεῖ τὸ ζεῦγος Παύλου Ροδανοῦ γιὰ νὰ ξεκαλοκαιριάσει ὅλη τὴν περίοδο ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἕως τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὶς παραμονὲς τοῦ Πρώτου Βαλκανικοῦ Πολέμου.

Ἠπειρώτης τὴν καταγωγὴ καὶ ὀρφανός, ὁ Παῦλος εἶναι ἀρχαιολόγος. Σπούδασε τρία χρόνια στὴ Γερμανία ὑπότροφος. Ἐπιστρέφοντας στὴν Ἀθήνα, ἀσχολήθηκε μὲ μία αἰσθητικὴ μελέτη γιὰ τὸ γυναικεῖο χέρι καὶ πόδι στὴν ἑλληνικὴ γλυπτική. Ἔτσι γνώρισε στὸ ἀρχαιολογικὸ μουσεῖο τῆς Ἀκροπόλεως τὴν Ἕρση ποὺ εἶχε κατέβει μὲ τὸν πατέρα της καὶ τὸν ἀδελφό της ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη νὰ προσκυνήσουν τὸν Παρθενώνα. Ἐκεῖ πάνω στὴν Ἀκρόπολη ζοῦσαν, κατὰ τὴ μυθολογία, οἱ τρεῖς θυγατέρες τοῦ Κέκροπος, ἡ Ἄγλαυρος, ἡ Ἕρση καὶ ἡ Πάνδροσος. Ἡ μεσαία καὶ ἡ ὡραιότερη ἀπὸ τὶς τρεῖς, ποὺ τὸ ὄνομά της σημαίνει δροσοσταλίδα ἢ δροσερή, ἔγινε γυναίκα τοῦ Ἑρμῆ καὶ γέννησε τὸν Κέφαλο, τὸν ἀγαπημένο τῆς Ἠοῦς. Λέγεται ἀκόμη πὼς ῆταν καὶ ἡ μητέρα τοῦ πρώτου Κήρυκα ἀπὸ τὸ ἱερατικὸ γένος τῶν Ἀθηνῶν. Ἄραγες ἡ σημαντικὴ τῶν ὀνομάτων Παῦλος καὶ Ἕρση καθορίζει καὶ τὴν ἐπιλογή τους; Διόλου ἀπίθανο.

Μέσα σ’ ἕνα μῆνα, ὁ Ἠπειρώτης Παῦλος καὶ ἡ Πολίτισσα Ἕρση τῆς ἀλύτρωτης Ἑλλάδας παντρεύονται στὴν Ἀθήνα καὶ φεύγουν ἀμέσως γιὰ τὴ Γαλλία καὶ τὴν Ἰταλία ὅπου «πέρασαν ἐκεῖ γυρίζοντας μουσεῖα καὶ ἱστορικὲς πόλεις δύο χρόνια». Ἐπιστρέφουν στὴν Ἀθήνα, στὸ σπιτάκι ἀντικρὺ τῶν Προπυλαίων καὶ τοῦ Παρθενῶνος, ἀποφεύγοντας ὅσο μποροῦνε τὴν ἀθηναίικη κίνηση καὶ τοὺς φθονεροὺς συναδέλφους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος θὰ δεχθεῖ μετὰ χαρᾶς τὴν πρόταση τοῦ ἐφόρου ἀρχαιοτήτων καὶ προστάτη του κ. Καλλιάδη[16] νὰ ἀρχαιολογήσει τὸ νησί. Καθὼς ὁ γάμος τους δὲν εἶναι τὸ τέλος τοῦ ἔρωτα, ἀλλὰ ἡ νόμιμη προστασία του, ἡ αἰσθησιακή τους εὐφροσύνη θὰ συνεχισθεῖ στὸν αἰγαιοπελαγίτικο τόπο, συνδυάζοντας τὴν ἐργασία μὲ τὶς διακοπές. Ἂν ὁ Παῦλος φαίνεται νὰ ἔχει λαμπρὸ μέλλον στὴν ἐπιστήμη του, ἡ Ἕρση εἶναι ἡ τέλεια γυναίκα, ἡ ἐνσάρκωση τοῦ κλασικοῦ ἰδεώδους ποὺ μελετᾶ ὁ νεαρὸς ἀρχαιολόγος, μιᾶς καὶ « ἡ μνήμη μορφώνει τὸ ἰδεῶδες », προδικάζοντας ἔτσι τὸ παρελθόν. Στὸ ζεῦγος ἐναρμονίζεται ἡ δύναμη τοῦ νοῦ καὶ ἡ αἰώνια δροσιὰ τῆς γυναικείας αἰσθαντικότητας. Ὁ Παῦλος καὶ ἡ Ἕρση παραθερίζουν εὐτυχισμένοι μὲ τὸ μεγάλο ὄνειρο μιᾶς κοινῆς ἀρχαιολογικῆς ἀνακάλυψης: νὰ βροῦν τὴ σπηλιὰ μὲ τὰ τρία ἀγάλματα τῶν Ἐρινύων γιὰ τὴν ὁποία γίνεται λόγος σὲ κάτι αἰγυπτιακοὺς παπύρους.

Ἂν κανεὶς ἤθελε νὰ ἐπεξηγήσει τὴν περίφημη ρήση τοῦ Ζὶντ γιὰ τὰ καλὰ αἰσθήματα ποὺ κάνουν τὴν κακὴ λογοτεχνία, τὸ πιὸ πρόσφορο παράδειγμα θὰ ἦταν ἀσφαλῶς τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυθιστορήματος. Ἡ συζυγικὴ εὐτυχία εἶναι κάτι ποὺ ζητάει ἀπελπισμένα ἡ ζωὴ καὶ ἀποστρέφεται παντοῦ καὶ πάντα ἡ τέχνη. Κανεὶς ποιητὴς δὲν κάθεται νὰ ἐξεικονίσει τοὺς συζύγους τὴν ὣρα ποὺ μιλοῦν συντροφιά, παρατηρεῖ ὁ Κίρκεγκωρ στοὺς Σταθμοὺς τῆς ζωῆς. Καὶ σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο προειδοποιεῖ: «Εἶναι φρόνιμο γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν παραγίνεται θετικός, γιατὶ αὐτὸ θὰ σήμαινε κατὰ βάθος ὅτι καταντάει τὸ κορόιδο τῆς ὕπαρξης».[17] Γιὰ νὰ ἀποκτήσει βαρύτητα ὡς θέμα, ὁ γάμος πρέπει νὰ εἶναι δυστυχισμένος. Ἅρα ὁ εὐτυχισμένος γάμος δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἕνα ἀποτυχημένο μυθιστόρημα. Ἡ εὐτυχία, μᾶς θυμίζει ὁ Μπαλζάκ, δὲν ἔχει ἱστορία καὶ ἑπομένως δὲν παρουσιάζει κανένα ἐνδιαφέρον. Τέσσερα χρόνια εὐτυχίας κλείνονται θαυμάσια στὴν περιγραφὴ μιᾶς μέρας, καὶ ἀκόμη καλύτερα σὲ μιὰ φράση: Ζήσανε καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα, πολὺ περισσότερο μάλιστα ἅμα δὲν ἔχουν παιδιά.[18]Ἀλλὰ τὸ μυθιστόρημα ἐκ φύσεως εἶναι ὁ παρατηρητὴς τῆς φθορᾶς, τῶν πτώσεων καὶ τῆς ψευδαίσθησης ἴσα ἴσα ὅπου κατοικεῖ ὁ ἔρως. Ὥστε εἶναι φυσικὸ νὰ ἐκμεταλλεύεται ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἁπλὴ ἐμπειρικὴ ἀλήθεια ὅτι τὸ κάλλος τῆς μορφῆς δὲν ἀντιστέκεται στὸν χρόνο, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν πιὸ σύνθετη ἐποπτεία ὅτι ὁ ἐραστὴς ποτὲ δὲν ξέρει μετὰ βεβαιότητος ἂν ἡ ἰδεώδης εἰκόνα τῆς ἐρωμένης ποὺ ἔχει πλάσει μὲ τὸν νοῦ του εἶναι στὴν πραγματικότητα ἀληθινὴ ἢ ὄχι. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν νὰ οἰκονομηθεῖ ἡ μυθοπλασία τοῦ εὐτυχισμένου γάμου, χωρὶς νὰ περιπέσει στὸ χειρότερο εἶδος συναισθηματισμοῦ καὶ πῶς ν’ ἀντέξει στοὺς καυστικοὺς στίχουςτοῦ Καρυωτάκη γι’ αὐτὰ τὰ προνομιοῦχα πλάσματα ποὺ

Ἕνα ἔχετε ὄνειρο: τὸν ἀγαθὸν

ἄντρα σας καὶ τὰ νόμιμα κρεβάτια.

Αὐτὴ τὴν πρόκληση θὰ ἐρχόταν νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης μὲ πνευματικό του ὁδηγὸ τὸν Κίρκεγκωρ τῆς ἐπανάληψης καὶ ὑλικὸ τὴν Ἕρση τοῦ «ἰδεολόγου ποιητῆτῶν Ἀθηνῶν» (σ. 128). Στὸν βαθμὸ ποὺ ἡ φιλοσοφικὴ θέση τοῦ Μυθιστορήματος τῆς κυρίας Ἔρσης εἶναι ἡ«ἀναζήτηση τῆς εὐτυχίας καὶ τοῦ προβλήματός της ἐπὶ τοῦ πλανήτη μας» (σ. 145), ἡ ἰδεολογία τῶν Ἀθηνῶν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ὄνειρο τῆς ἀρχαιολατρίας καὶ τὶς ἀσυνέχειές του˙ μὲ τὴν ἁμαρτία ὡς ἀπουσία ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο˙ μὲ τὴν Ἱστορία τοῦ Παπαρρηγόπουλου ποὺ θεμελιώνει τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ μιὰ γραμμικὴ ἀντίληψη τοῦ παρελθόντος, ὅπου τὰ πάντα διαρκοῦν ἁλυσοδεμένα στὰ κελιὰ τῆς μνήμης, τελείως ἀποξενωμένα ἀπὸ τὸ παρόν. Ἔχει νὰ κάνει δηλαδὴ μὲ τὴν ἑλληνοπρεπῆ ἀφήγηση τοῦ «ἀκαδημαϊκοῦ ποιητῆ»(σ. 336), ὁ ὁποῖος στραμμένος πρὸς τὸ ἰδεῶδες τοῦ παρελθόντος, «ξερίζωνε ἀπὸ μέσα [του] κάθε δυνατότητα ἀναμονῆς» (σ. 282).

Ὁ ἰδανισμὸς τοῦ Δροσίνη ξεκινάει πράγματι ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τελειώνουν ὅλες οἱ ἐρωτικὲς ἱστορίες, ἀπὸ τὴν αἴσια λύση καὶ τὴν πληρότητα τοῦ γάμου. Τὸ εἶδος τοῦ λόγου ποὺ ταιριάζει στὴ μεταχείριση ἑνὸς παρόμοιου θέματος εἶναι ἀσφαλῶς τὸ ἐπιθαλάμιο. Ἔτσι ὁ Θεόκριτος βάζει τὶς κορασίδες τῶν ἀρχοντικῶν οἰκογενειῶν νὰ ψάλλουν τὴν εὐτυχία τοῦ Μενελάου, τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν καλλονὴ τῆς Ἑλένης. Ἂν συμφωνήσουμε λοιπὸν ὅτι ὁ «Ἑλένας ἐπιθαλάμιος» ἀποτελεῖ οὐσιαστικὰ τὸν μορφολογικὸ πυρήνα τῆς Ἕρσης, τὸ πρόβλημα ἐδῶ εἶναι πῶς θὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ μετοχέτευση τοῦ ἐπιθαλάμιου στὰ ρεύματα τοῦ μυθιστορήματος˙ πῶς τὸ γαμήλιο ἄσμα θὰ ἀντέξει στὴν ἀφήγηση˙ πῶς ἡ αἰώνια στιγμὴ τῆς εὐτυχίας θὰ περάσει ἀναλλοίωτη μέσα στὴ διάρκεια. Κοντολογίς, πῶς τὸ ἰδανικὸ ποὺ δὲν ἔχει συγκεκριμένο χρόνο θὰ συγκερασθεῖ μὲ τὸ πραγματικὸ ποὺ εἶναι ὁ χῶρος τῆς πράξεως, χωρὶς νὰ ξεπέσει στὴν κατηγορία τοῦ κωμικοῦ.

Ὁ Δροσίνης συνυφαίνει τὸ ἐπιθαλάμιό του μὲ τὸ ὑφάδι τοῦ ἀστυνομικοῦ μυθιστορήματος. Καὶ ἀκριβῶς, ἡ διαλεύκανση ἑνὸς μυστηρίου μὲ τὰ προκαθορισμένα κατατόπια τῆς δραματικῆς καθυστέρησης διέπουν ὅλη τὴν ἀφήγηση, κάτω ἀπὸ τὴν κουνουπιέρα τῆς ὁποίας ψάλλονται οἱ συζυγικὲς τέρψεις τοῦ Παύλου καὶ τῆς Ἕρσης. Ἀπὸ τὴν εὐφρόσυνη κατάσταση τοῦ ζεύγους ποὺ θέλει τὰ πάντα κοινὰ ἐκπορεύεται καὶ ἡ κοινή τους φιλοδοξία μιᾶς μεγάλης ἀνασκαφῆς. Ἡ προσδοκώμενη ἐπίλυση τοῦ ἀρχαιολογικοῦ μυστηρίου, τὸ νησάκι τῆς Ἐρηνιῶς, ἐπιτείνει τὴν εὐτυχία τους καὶ τοὺς διαφοροποιεῖ ἀπὸ τὰ συνήθη ζευγάρια. Κι ἐπειδὴ ὁ Παῦλος καὶ ἡ Ἕρση εἶναι καθ’ ὅλα ξεχωριστοί, γιὰ τοῦτο ἔρχονται ἀντιμέτωποι μὲ ἕνα δεύτερο μυστήριο ποὺ εἰσάγεται ταυτοχρόνως καὶ σὲ ἀντίστιξη πρὸς τὴν ἀπεικόνιση τῆς εὐδαιμονίας τους: ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ προέλευση τοῦ βουβοῦ παιδιοῦ ποὺ ψάρεψαν οἱ γριπάρηδες τοῦ καπετὰν Στόκου ἀπὸ τὰ Βάτικα. Ἔτσι ἡ ἐπαφὴ μεταξὺ ἰδανικοῦ καὶ πραγματικοῦ θὰ πραγματοποιηθεῖ μέσῳ τοῦ μυστηρίου. Ἡ Ἕρση δὲν εἶναι μόνο ἡ τέλεια γυναίκα ποὺ θαμπώνει τοὺς πάντες μὲ τὴν ὀμορφιά της. Κοντὰ στὰ πολυάριθμα χαρίσματά της, ἀναδεικνύεται καὶ σὲ ἀνακριτικὴ ἰδιοφυΐα. Τὰ δύο μυστήρια σμίγουν τελικῶς στὸ νησὶ τῶν Ἐρινύων, τὸ δεύτερο μέρος τοῦ μυθιστορήματος. Ἐντοπίζεται ἡ σπηλιά, ἀλλὰ τὰ τρία ἀγάλματα τῶν Ἐρινύων, ἄφωνα θύματα μιᾶς ἐγκληματικῆς ἀρχαιοκαπηλίας, θὰ χαθοῦν γιὰ πάντα στὸν βυθὸ τῆς θάλασσας καὶ μαζί τους τὸ ὄνειρο τῆς μεγάλης ἀνακάλυψης.

Ἡ ἀρχὴ ἑνὸς λογοτεχνικοῦ ἔργου μπορεῖ νὰ εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετη˙ τὸ τέλος ὅμως πρέπει νὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς πλοκῆς. Στὸ δροσερὸ μυθιστόρημα τοῦ Δροσίνη καὶ αὐτὸ τὸ τέλος ἀκόμη φαίνεται σὰν νὰ ἐπιβάλλεται ἔξωθεν. Στὶς 18 Σεπτεμβρίου 1912 (παλαιὸ ἡμερολόγιο) θὰ κηρυχθεῖ ἡ ἐπιστράτευση. Στὶς 5 Ὀκτωβρίου ἀρχίζει ἡ προέλαση τῶν ἑλληνικῶν στρατευμάτων καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1912 θὰ εἰσέλθει ἐπισήμως στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Ἕλλην ἀρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ἐκ πρώτης ὄψεως, τὸ μυθιστόρημα εἶναι ἀφελὲς καὶ ἀνώδυνο. Κομμένο θά ’λεγες στὰ μέτρα τῶν «ἄβγαλτων κοριτσιῶν». Ἡ ἀπέριττη κομψότητα τῆς γλωσσικῆς του ἐκφορᾶς ἀπηχεῖ τὴ νεοκλασικὴ ἀρχιτεκτονικὴ τῆς ἐποχῆς του μὲ τὶς ὑποτακτικὲς σὰν ἀκροκέραμα. Οἱ περιγραφὲς εἶναι σύντομες, γλαφυρὲς καὶ ἐναργεῖς, εἰδικότερα στὸ δεύτερο μέρος, ὅπου ἐμφανίζονται τὰ δύο ἀδέλφια ἀπὸτὸ Καστράκι. Τὸ κυνήγι γι’ἀγριοπερίστερα φέρ’ εἰπεῖν ἀντέχει καὶ μετὰ τὴ δεύτερη ἀνάγνωση. Γενικότερα, ὅποτε ὁ λόγος στρέφεται στὰ ἴδια τὰ πράγματα καὶ στοὺς ντόπιους ἀνθρώπους ποὺ τὰ ζοῦν, εἶναι σὰν «ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς […] νὰ κρυφομιλοῦσαν μεταξύ τους ξάγρυπνες οἱ ρίζες τῶν δέντρων». Ἀντίθετα, οἱ διάλογοι μεταξὺ Παύλου καὶ Ἕρσης ἔχουν κάτι τὸ προγραμματισμένο καὶ τὸμηχανικὸ ποὺ ἀπωθοῦν καὶ κάνουν τοὺς ἥρωες ὑπέρμετρα φιλολογικοὺς καὶ στημένους. Ἐνῶ οἱ δύο ψαράδες, μὲ τοὺς ὁποίους γνωρίζονται σὲ μιὰ ἐκδρομή τους στὸ μοναστήρι τοῦ Προφήτη Ἠλία, ξέρουν νὰ μιλοῦν πρακτικά, ἔτσι ποὺ καὶ τὰ θαύματα νὰ λαμβάνουν ἀναμφισβήτητη πραγματικότητα στὰ λόγια τους, οἱ δικές τους συζητήσεις ἀναφέρονται πάντα σὲ γενικὰ καὶ θεωρητικὰ ζητήματα ἔναντι τῶν ὁποίων ἔχουν καθῆκον νὰ πάρουν θέση καὶ νὰ ἀσκήσουν κριτική. Οἱ δύο ἐραστὲς δὲν ζοῦν πιά, σκέπτονται. Ἡ ρεαλιστική τους ἀπεικόνιση γίνεται μιὰ ὀφθαλμαπάτη. Ὁ Δροσίνης πετυχαίνει περισσότερο ὅποτε τοὺς χαρίζει τὴν ἀμεσότητα ποὺ θέλει ἡ εὐτυχία˙ ὅποτε τοὺς περιγράφει ἀπὸ, ἀπόσταση καὶ σὰν παρατηρητὴς διακρίνει τὶς γλυκειὲς ἀναφρικιάσεις στὸν λαιμὸ τῆς Ἕρσης. Καταντάει ἀφόρητα ἰδεολόγος ὅταν τοὺς ὑπαγορεύει τὶς θέσεις του. Ἀπὸ τὶς δευτερεύουσες σκιὲς τοῦ πρώτου μέρους, ὁ μὲν ἔφορος ἀρχαιοτήτων κ. Καλλιάδης ὑπάρχει ὡς ἔξωθεν μαρτυρία τοῦ ἐξαίρετου ζεύγους, ὁ δὲ χοντροκομμένος δήμαρχος τοῦ νησιοῦ ὡς χυδαία ἀντίθεση. Τὸ δεύτερο μέρος εἶναι πιὸ ζωντανό, ὄχι τόσο ἐξαιτίας τῆς ἀναμονῆς καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς πλοκῆς, ὅσο χάριν τοῦ ὑλικοῦ του. Οἱ Ἐρινύες ὡστόσο δὲν κατορθώνουν νὰ ἀποδεσμευθοῦν ἐντελῶς ἀπὸ τὶς Χάριτες. Ὁ ἀναγνώστης βιάζεται νὰ κλείσει τὸ βιβλίο ἀναφωνώντας «ἄνθρακες ὁ θησαυρός!»

Καί, μά τὴν ἀλήθεια, ἡ ἐντύπωση τοῦ ὅλου εἶναι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη πρὸς τὸν σκοπὸ τῆς μυθιστοριματικῆς τέχνης ποὺ προβάλλει στὴ φαντασία μύθους, δοκιμάζοντας τοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν οὐσία τῆς ζωῆς. Ἕνα ἀπὸ τὰ«γαλλικὰ μυθιστορήματα» μὲ ὅλα σχεδὸν τὰ στοιχεῖα τῆς Ἕρσης κοιταγμένα ἀπὸ τὴν ἀνάποδη εἶναι, πιστεύω, τὸ Στ’ Ἀραξοβόλι(1886) τοῦ Ζ.-Κ.Ὑυσμάν.[19] Στὸ ἔργο αὐτὸ ἐξιστορεῖται ἡ θερινὴ διαμονὴ ἑνὸς ζεύγους «τρία χρόνια παντρεμένου», τοῦ Ζὰκ καὶ τῆς Λουὶζ Μάρλ, οἱ ὁποῖοι, σπρωγμένοι ἀπὸ μεγάλες οἰκονομικές, ἀλλὰ καὶ αἰσθηματικές, δυσχέρειες, ἐγκαταλείπουν τὸ Παρίσι καὶ ἀναζητοῦν σωτηρία στὴν ἐπαρχία, κοντὰ στοὺς θείους τῆς Λουίζ. Ἐκεῖ, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦν ἀπὸ τὴ σοφία τους μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ἀνακαλύπτουν τὴν πλήξη, τὴ γλίσχρα συμφεροντολογία ἀλλὰ καὶ τὴν κτηνωδία τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν ἐπαρχιωτῶν. Ταυτοχρόνως οἱ δύο σύζυγοι, βουτηγμένοι στὸν μεταξύ τους καθημερινὸ συγχρωτισμό, μυοῦνται «στὴ φρίκη τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων» καὶ «θύματα αὐτῶν τῶν φοβερῶν σκέψεων ποὺ τρυπώνουν καὶ στοὺς καλύτερους», ἔρχονται νὰ ἀνακαλύψουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀνακαλύπτοντας τὸν ἑαυτό τους. Τὸ φῶς τῶν ἀνακαλύψεων εἶναι ζοφερό. Γιατὶ «ὅσο σταθεροὶ καὶ γενναῖοι κι ἂν εἴμαστε», κανεὶς δὲν μπορεῖ τελικῶς νὰ ξεφύγει ἀπὸ ὅσα κρύβει ἡ ψυχὴ μέσα στοὺς ἀπόπατούς της. –«Ἂν ἦταν νὰ ξαναρχίσω, ποτὲ δὲν θὰ παντρευόμουνα», μονολογεῖ ὁ καθένας τους κατὰ μόνας. Ἔτσι τὰ μαζεύουν καὶ φεύγουν ἀπὸ τὸ χωριὸ τοῦ παραθερισμοῦ τους, πρὶν καλὰ καλὰ τελειώσει τὸ καλοκαίρι.

Σὲ ἀντίστιξη πρὸς τὴν Ἕρση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια χαλαρὴ πλοκὴ καὶ τὴν ἴδια γραμμικὴ ἀνέλιξη τῆς ἀφήγησης, τὸ μυθιστόρημα τοῦ Ὑυσμὰν διερευνᾶ τὶς προβληματικὲς περιοχὲς τοῦ γάμου, χωρὶς νὰ προτείνει τὸ διαζύγιο ὡς ἀναγκαία καὶ ἱκανὴ λύση. Ὁ ἄκληρος γάμος, δέσμιος ἑνὸς ἀδιάγνωστου παρελθόντος, ἀποβαίνει χῶρος αὐτογνωσίας καὶ ἀλήθειας. Ἀπὸ ἑνωτικὸς κρίκος, γίνεται ἀφορμὴ ἐσωτερικῆς διχοστασίας. Αὐτὴ ἡ μυθιστορηματικὴ ἐμπειρία θὰ συμβάλει στὴ χριστιανικὴ μεταστροφὴ τοῦ πεζογράφου. Ὁ Ὑυσμὰν εἶναι ὁ πρῶτος γάλλος ρεαλιστὴς ποὺ ἐπιστρέφει στοὺς κόλπους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.

Στὴν Ἕρση, κανένα ἀπὸ τὰ ἐνδογενῆ προβλήματα τοῦ ἔγγαμου βίου. Τίποτε ἀπὸ τὰ κρύφια νήματα τοῦ λαβύρινθου τῆς ἐσωτερικότητας ἢ τῆς ψυχολογίας. Ἡ καμπύλη τῆς συμπεριφορᾶς τῶν χαρακτήρων δὲν παρουσιάζει καμμία διακύμανση˙ τὰ δυσάρεστα ἐνδεχόμενα τῆς ἀμοιβαίας λατρείας ποὺ εἶναι μοιραῖο νὰ κοπάσει ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι θνητός, ἀντιμετωπίζονται μὲ καθησυχαστικές, σοβαροφανεῖς παραινέσεις. Κανένα εἶδος σύγκρουσης, παρεξήγησης, διαφορᾶς ἢ ἀπόστασης ἀνάμεσα στὸ ζεῦγος. Κανένα σημάδι κινδύνου ἀπὸ τὴ συνήθεια, τὴ ρουτίνα καὶ τὴν πλήξη. Καμμιὰ μορφὴ παιδιοῦ δὲν σχηματίζεται πρὶν ἢ μετὰ τοὺς ἐναγκαλισμούς τους, ὅπου λὲς καὶ δὲν ἔχουν μοίρα γάμου. Οἱ δύο ἐραστὲς δὲν πρόκειται νὰ ἀνακαλύψουν τίποτε μέσα τους γιατὶ ζοῦν σ’ ἕνα αἰώνιο παρόν. Ἐνῶ οἱ σύζυγοι τοῦ Ὑυσμὰν σπᾶνε μπρὸς στὴν τρομοκρατικὴ πίεση τοῦ παρελθόντος ποὺ ἀσκεῖ ὁ γάμος τους, ἐδῶ τὸ κακὸ ὑπάρχει ἐκτὸς Παύλου καὶ Ἕρσης καὶ θὰ ξεριζωθεῖ χωρὶς τὸν παραμικρότερο ἀντίκτυπο πάνω στὴν οὐσία τοῦ δεσμοῦ τους. Ἔτσι ὁ γάμος, αὐτὸ τὸ μυστήριο δύο ἀτόμων ποὺ συνδέονται διὰ βίου χωρὶς νὰ ξέρουν τίποτε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, παρουσιάζεται σὰν μιὰ παραδείσια στιγμὴ ἑνὸς ξυπνητοῦ ὀνείρου. Γιατὶ τὸ μόνο στοιχεῖο ποὺ τοὺς ὑπερβαίνει καὶ στὸ ὁποῖο ἐν τέλει θὰ ὑποταχθοῦν θέλοντας καὶ μή, εἶναι ἡ ἐπιστράτευση. Ξάφνου τὸ ἰδιωτικὸ ὄνειρο τῆς συζυγικῆς εὐτυχίας ἐκτὸς φθορᾶς σβήνει μέσα σ’ ἕνα καινούργιο ὄνειρο ἐκτὸς κειμένου, στὸ μεγάλο ὄνειρο τῆς Νέας Ἑλλάδας.

Μολαταῦτα, ὅσο ἐπιμένει κανείς, ἀναζητώντας τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους διάλεξε τὴν Ἕρση ἕνας συγγραφέας σὰν τὸν Ν. Γ. Πεντζίκη, νοιώθει κάτι ἀπὸ τὴν περίεργη δροσιὰ τῆς πρώτης πρώτης ἀνάγνωσης. Τὸ αἰσθησιακὸ ζευγάρι τοῦ Παύλου καὶ τῆς Ἕρσης μέσα στὴν αἰγαιοπελαγίτικη ἀτμόσφαιρα, θέμα πρωτόφαντο γιὰ τὸν καιρό του, ἔχει κολλήσει στὴ μνήμη. Καὶ ἡ ἀνάμνηση ἀδιαφορεῖ γιὰ τὶς ἐπαληθευτικὲς ἀναγνώσεις. Ὑπάρχει κάτιτι ποὺ ἂν καὶ δὲν τρέφει τὸν νοῦ, σὲ κάνει νὰ ὀνειρεύεσαι. Τὸ παρουσιαστικὸ τῆς χαριτωμένης γυναίκας μὲ τὸ παράξενο ὄνομα στὰ νησιώτικα καλντερίμια

«Μὰ δὲν εἶναι Γερμανίδα;… ἄκουσαν ποὺ μιλοῦσαν μεταξύ τους ξένη γλώσσα καὶ τὴ φώναζε μὲ γερμανικὸ ὄνομα Ἕλσα, Ἕλση».

Ἡ ξεχωριστὴ συμπεριφορὰ τοῦ ζευγαριοῦ, ποὺ σκανδάλιζε τοὺς παραδοσιακοὺς ἀνθρώπους, ὅσο γοήτευε τοὺς νεωτεριστές

«–Δὲ μὲ σχωρνᾶς, ποὺ θἆναι τριῶ χρονῶ ἀντρόγενο στεφανωμένο! Ἀμ’ δὲν κυττᾶς πῶς πᾶν’ ἀγκαλιστὰ ἴσα πέρα;»

εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς στιγμὲς ποὺ λὲς καὶ προτυπώνουν πολὺ μεταγενέστερες αἰσθήσεις. ΙΙαρόμοιες εἰκόνες, ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ, στοιχειώνουν δικά μας βιώματα˙ στὰ βάθη τοῦ νεώτερου ἑαυτοῦ μας φωτίζουν οἰκεῖα ριζώματα καὶ συναισθηματικὰ δίκτυα. Κι ἂν ὁ τόνος θὰ ἀλλάξει, τὸ προηγούμενό τους πάντως μένει ἀπαράγραπτο. Μιὰ παρόμοια ἐμπειρία θὰ περιγράψει ἀργότερα ὁ κ. Στράτης Θαλασσινὸς τοῦ Σεφέρη:

«Κάποτε, ὅταν εἴμουν ἀκόμη στὰ καράβια, ἕνα μεσημέρι τὸν Ἰούλιο, βρέθηκα μόνος σὲ κάποιο νησί, σακάτης στὸν ἥλιο. Ἕνα καλὸ μελτέμι μοῦ ἔφερνε στοργικοὺς στοχασμούς, ὅταν ἦρθαν καὶ κάθησαν λίγο πάρα πέρα, μιὰ νέα γυναίκα μὲ διάφανο φουστάνι, ποὺ ἄφινε νὰ ζωγραφίζεται τὸ κορμί της, λιγνὸ καὶ θεληματικό, σὰ ζαρκαδιοῦ, κι ἕνας σιωπηλὸς ἄντρας ποὺ μιὰ ὀργιὰ μακριά της, τὴν κοίταζε στὰ μάτια. Μιλοῦσαν μιὰ γλώσσα ποὺ δὲν καταλάβαινα. […] Τοὺς συλλογίζομαι πάντα γιατὶ εἶναι οἱ μόνοι ἄνθρωποι, ποὺ εἶδα στὴ ζωή μου νὰ μὴν ἔχουν τὸ ἁρπαχτικὸ ἢ τὸ κυνηγημένο ὕφος ποὺ γνώρισα σ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. […] Τοὺς συναπάντησα πάλι τὴν ἴδια μέρα σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ νησιωτικὰ κλησάκια. […] Κρατοῦσαν πάντα τὴν ἴδια ἀπόσταση κι ἔπειτα πλησίασαν καὶ φιληθήκανε. […] Ρωτιόμουν ἂν ἤξεραν πὼς εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τὰ δίχτυα τοῦ κόσμου…»

Ἡ Ἕρση καὶ ὁ Παῦλος ξέρουν πὼς ἔχουν βγεῖ ἀπὸ τὰ δίχτυα τοῦ παραδοσιακοῦ κόσμου, καὶ ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ καλύπτουν μεγάλο μέρος τοῦ σύγχρονου ψυχισμοῦ μας: «μόνο διὰ τοῦ σώματος μπορῶ νὰ δοξάσω πλήρως τὸν Κύριο» (σ. 217), ἀναφωνεῖ ὁ ὀρθόδοξος ἀφηγητὴς τοῦ Πεντζίκη, πασκίζοντας νὰ ἐνσωματώσει τὸν νέο αὐτὸ ψυχισμὸ σὲ μιὰ νέα καὶ ἀνοικτὴ προοπτικὴ τῆς παράδοσης. Καὶ τόσο συγκινημένος εἶναι ἀπὸ τὴν «ὡραία γυμνότητα» τῆς Ἕρσης ποὺ κολυμπάει γυμνή, ὥστε νὰ μὴν καταλαβαίνει διόλου τὴ σεμνοτυφία τοῦ Δροσίνη (σσ. 97, 98).

Τὸ μυθιστόρημα τοῦ Παύλου καὶ τῆς Ἕρσης δὲν εἶναι ἀσφαλῶς μιὰ φυσιολογία τοῦ γάμου˙ὁ χαρακτήρας του εἶναι δεοντολογικὸς καὶ διδακτικός. Ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος χρηστικοῦ ὁδηγοῦ ὡς πρὸς τὸ νέο ἰδανικὸ ποὺ ἔμελλε νὰ υἱοθετήσει ἡ νεοελληνικὴ κοινωνία. Ἀπὸ τὶς σχέσεις ἀνδρὸς καὶ γυναικός, ὅπως περιγράφονται ἐδῶ, σημαίνεται καὶ πρὸς τὰ ποῦ πρέπει νὰ τείνει ὁ γάμος˙ πῶς ἡ ἁγνότητα μπορεῖ νὰ ἐναρμονίζεται μὲ τὸν αἰσθησιασμό, ἡ καλλιέργεια μὲ τὴν ἐντιμότητα, ἡ νοικοκυροσύνη μὲ τὸ πνεῦμα, ἡ στοργὴ καὶ τὸ μητρικὸ ἔνστικτο μὲ τὸν ἔρωτα. Τὸ ἐπιθαλάμιο τοῦ Παύλου καὶ τῆς Ἕρσης ἔχει σκοπὸ νὰ βάλει σὲ νέα τροχιὰ τὴν παραδοσιακὴ σφαίρα τοῦ ἔγγαμου βίου. Ὁ γάμος δὲν προκύπτει ἀπὸ οἰκογενειακὲς συμφωνίες καὶ συμφέροντα˙ εἶναι ζήτημα ἐλεύθερης ἐπιλογῆς. Ἡ Ἕρση δὲν διαθέτει προίκα. Ἡ γυναίκα εἶναι στεφανωμένη καὶ ἀγαπητικιὰ μαζί. Μιὰ νέα, μεταρρυθμιστικὴ ματιὰ ξεδιπλώνεται πάνω στὴ νεοελληνικὴκοινωνία. Ἐξ οὗ καὶ οἱ παρατηρήσεις γύρω ἀπὸ τὴν κατοικία, τὸ ντύσιμο, τὴ συμπεριφορὰ καὶ τὴν καλαισθησία, τὶς σύγχρονες πόλεις καὶ τὶς παρεμβάσεις στὸ ἱστορικὸ περιβάλλον, τὸν τοπικισμό, τὴν ἐκπαίδευση, τὴν υἱοθεσία καὶ γενικότερα τὶς σχέσεις μὲ τὴν παραδόση.

Ὡς γυναίκα, ἡ Ἕρση συντηρεῖ ὁρισμένους δεσμοὺς μὲ τὰ παραδεδομένα ἤθη καὶ ἔθιμα˙ ὡς ἐπιστήμων, ὁ Παῦλος κρατάει μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὰ ἐπιβιώματα τῆς συνέχειας. Τὸ ἰδανικό του εἶναι φερτὸ ἀπ’ ἔξω. «Τί ὑλικὸ θαυμάσιο ἔχει ὁ λαός μας καὶ δὲν ξέρουν νὰ τὸ χρησιμοποιήσουν καθὼς πρέπει», διαπιστώνει μὲ θλίψη. Ποιὸ ἄλλο θὰ ἦταντὸ φάρμακο, ἂν ὄχι ἡ ἐπιστημονικὴ ἐξακρίβωση ἀντὶ τῆς ἀνεξέλεγκτης παράδοσης ποὺ μεταβιβάζεται ἀπὸ στόμα σὲ στόμα καὶ διαιωνίζει τὴν εὐπιστία καὶ τὴν ἀκρισία;

Ἡ παράδοση ἀντιλαμβάνεται τὸν γάμο ὡς μυστήριο. «Μεῖγμα ζωῆς καὶ θανάτου» (σ. 205) τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης γιὰ τὸν ὁποῖο ὅμως «Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ μόνο μυστήριο» (σ. 132). Καὶ πράγματι, ὁ Παῦλος καὶ ἡ Ἕρση τοῦ Δροσίνη θὰ ἔλεγες πὼς δὲν εἶναι πλέον χωριστὲς ἀτομικότητες˙ ἔχουν γίνει σάρκα μία. Ἀλλὰ στὸ μυθιστόρημά τους τὸ μυστήριο βρίσκεται ἐκτὸς ἀγάπης καὶ γάμου. Καὶ μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἀνακριτικὴ ἰδιοφυΐα τῆς Ἕρσης θὰ τὸ ἐπιλύσει, κρυφὸ καὶ ἄρρητο παραμένει τὸ δικό της μυστήριο: ἡ ἐμμονή της στὴ νῆσο τῶν Ἐρινύων ποὺ διαποτίζει ὅλο τὸ μυθιστόρημα. Πρόκειται ἄραγε μόνο γιὰ τὸ κοινὸ ὄνειρο τοῦ ζεύγους, γιὰ τὸν κοινὸ δημιουργικὸ σκοπό, καθὼς θέλει ἡ οἰκονομία τῆς ἀφήγησης;

Ἀπὸ τὸ ἐπιθαλάμιό τους ὁ Δροσίνης ἀποσιωπᾶ ἐντελῶς τὰ δύο βασικὰ στοιχεῖα  πρὸς τὰ ὁποῖα ἀποβλέπει ὁ γάμος καὶ κατ’ ἐπέκτασιν ἡ κοινωνία: παιδιὰ καὶ πλοῦτος˙

Εὐτεκνία καὶ ἄφθιτον ὄλβον

εὔχονται οἱ κορασίδες τοῦ Θεόκριτου στὸν Μενέλαο καὶ τὴν Ἑλένη. Στὴν κουβέντα τους γιὰ τὴ μορφὴ τῶν Ἐρινύων ποὺ προσδοκοῦν νὰ ἀνακαλύψουν, ὁ Παῦλος ἀναφέρει στὴν Ἕρση τὶς σεμνὲς Εὐμενίδες τοῦ Ἄργους. Ἕνα ἀναθηματικὸ μάρμαρο ποὺ σκάλισε ὁ ἀρχαῖος τεχνίτης γιὰ κάποιο ἀντρόγυνο ποὺ δὲν εἶχε παιδιὰ καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὶς Εὐμενίδες νὰ ἀποχτήσει. Ὅταν θυμηθοῦμε πῶς πρωτοξύπνησε τὸ μητρικὸ φίλτρο τῆς Ἕρσης μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ βουβοῦ παιδιοῦ καὶ πόσο θαύμασε τὸ παραδοσιακὸ τραπέζι μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τ’ ἀγγόνια τῆς κυρα-Γιώργαινας, εἶναι δύσκολο νὰ μὴ συναισθανθοῦμε τὴν κρυφὴ προσδοκία τῆς νεαρῆς συζύγου «τρία χρόνια κιόλας παντρεμένης». Οἱ Εὐμενίδες ἄλλωστε εἶναι ἄλλη ὀνομασία τῶν Ἐρινύων. Κανένα σπίτι δὲν προκόβει χωρὶς αὐτὲς τὶς προστάτριες τοῦ γάμου, ἀναφέρει ὁ Αἰσχύλος. Καὶ ξέρουμε ἀκόμη ὅτι οἱ Ἐρινύες ἀντιπροσώπευαν τὴν ὀργισμένη μητέρα. Ἀσυνείδητα λοιπὸν ἡ εὕρεσή τους συνδέεται ὑπογείως μὲ τὴ λαχτάρα τῆς μητρότητας, τὴν ὁποία ἡ Ἕρση ποτὲ δὲν ἐκφράζει ρητῶς.

Κάτω ἀπὸ τὴν Ἕρση τοῦ Δροσίνη φαίνεται νὰ ὑπάρχει μιὰ ἄλλη Ἕρση σιωπηλή, μιὰ Ἕρση τῆς μητρικῆς πληρότητας ποὺ μάταια προσπαθεῖ νὰ βγεῖ στὴν ἐπιφάνεια τῆς ἀφήγησης. Εἶναι ἡ ψιλὴ Ἔρση τοῦ Πεντζίκη, ἡ ἀπαρηγόρητη: «Ἀνδρέα μου, καλέ μου φίλε, […] ἂν εἶχα τουλάχιστον ἕνα παιδὶ δικό του!» (σ. 227). Μιὰ Ἔρση τοῦ πραγματικοῦποὺ μάχεται τὴν Ἕρση τῆς ἰδέας. Μήπως ἄλλωστε ὁ παράδεισος τοῦ ἀντρόγυνου δὲν κατατρύχεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ ἀνησυχίες καὶ ἀνακριτικὰ μελήματα; Ἡ λύση τοῦ μυστηρίου δείχνει πὼς τὸ ὄνειρο τῆς ἀρχαιολογικῆς ἀνακάλυψης εἶναι γιὰ πάντα χαμένο. Ἀλλὰ τὸ μυθιστόρημα τελειώνει μὲ τὴν ἐπιστράτευση. Μόνον ἐκείνη τὴ στιγμὴ θὰσυνειδητοποιήσει ἡ Ἕρση –καὶ μὲ πόση πίκρα!– πὼς ἡ φωλιά τους χάλασε, γιατὶ «ἦταν μικρή, χαμηλή, σὰν τὴν ἀηδονοφωλιά, στὸν ἀνθισμένο κῆπο τῆς ζωῆς». Πρὸς στιγμὴν μοιάζει ἕτοιμη νὰ διεκδικήσει τὸ δικαίωμά της στὸ ὄνειρο. Ὁ Παῦλος τὴν ταρακουνάει. Ἡ ἐπιστράτευση δὲν ἔσκασε στὴ ζωή τους σὰν ἕνα ἐξωτερικὸκαὶ τυχαῖο γεγονὸς γιὰ νὰ γκρεμίσει τὸ ὄνειρο. Ἀντίθετα, τὰ ἰδιωτικὰ ὄνειρα τῶν περασμένων καὶ οἱ ἀρχαιολογίες τους θὰ ξαναβροῦν τὴ θέση τους, ἀφοῦ προηγουμένως θυσιαστοῦν στὸ νέο μεγάλο ὄνειρο ἀπὸ ὅπου θὰ ξεπηδήσει καὶ ἡ νέα μεγάλη φωλιά. Πλὴν ὅμως ἔτσι δὲν εἶναι σὰν νὰ παραδέχεται ὅτι ὁ γάμος τους δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἀπόλυτο σκοπό;

Στὸ πρῶτο μέρος, ἡ Ἕρση ἐνσάρκωσε τὸ ἰδεῶδες τῆς γυναίκας ἡ ὁποία ὡς σύζυγος, ἀδελφὴ καὶ φίλη, ἦταν χαϊδευτικὰ καὶ «τὸ σκυλάκιτου ἡ Πιστή». Στὸ τέλος τοῦ δεύτερου μέρους, ἀνακαλύπτει τὸν πραγματικὸ ἄνδρα ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ θυσιάσει τὴν εὐτυχία του γιὰ ἕναν ἀνώτερο σκοπό˙ τώρα μόνο αἰσθάνεται πραγματικὴ «σκλάβα του». Ἔτσι, ἡ ἱέρεια τοῦ εἰδυλλίου, ἄκληρη καὶ γι’ αὐτὸ δίχως ἰδιοτέλεια, μεταμορφώνεται σὲ ἱέρεια τῆς Μεγάλης Ἰδέας ποὺ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες καὶ ἀνήκει σὲ ὅλους. Ἡ Νέα Ἑλλάδα μέλλει νὰ δοξασθεῖ, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ εὐαίσθητος ἀρχαιολόγος, ὁ ὁποῖος σ’ αὐτὲς τὶς κρίσιμες ὧρες γίνεται ὁλόκληρος μιὰ πολεμικὴ ἰαχή. Ἕνας ἥρωας σὰν τὸν Ἱέρωνα τοῦ Θεόκριτου, κήρυκας καὶ μαζὶ ἀπόστολος τοῦ Ἔθνους. Χωρὶς αὐτόν, ὁ λαὸς θὰ λιγοψυχοῦσε καὶ θὰ ἔπεφτε στὰ γόνατα. Τὸ ὄνειρο τοῦ ἐξιδανικευμένου ζεύγους διανοίγει τὸ ὄνειρο τῆς Μεγάλης Ἑλλάδας. Ἡ ἐπιλογὴτοῦ χρόνου λοιπὸν δὲν εἶναι τόσο αὐθαίρετη, ὅσο φαινόταν στὴν ἀρχή. Προτοῦ κὰν μπεῖ στὴ σφαίρα τοῦ πραγματικοῦ, τὸ νεοελληνικὸ ζευγάρι τοῦ Δροσίνη περνᾶ στὴ σφαίρα τῆς Ἐθνικῆς Ἰδέας.

Πουθενὰ ἀλλοῦ στὴ λογοτεχνία μας δὲν πρόκειται νὰ βροῦμε παρόμοιο ὑπογραμμὸ τῆς συναισθηματικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Νεοέλληνα καὶ τῶν ἐξιδανικεύσεών του. Πουθενὰ ἀλλοῦ ἡ ἔκφραση τῆς ἐρωτικῆς ἀμεσότητας δὲν ἀνυψώθηκε στὸν χῶρο τοῦ ἰδεώδους. Ἀλλὰ καὶ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἀποτυπώθηκαν τόσο ἔκδηλα οἱ ἀντιφάσεις ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη προσήλωση σὲ σχετικοὺς σκοπούς. Ὁ ἔρως ἐμπνέει τὸ αἴσθημα τῆς θυσίας, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὁ πατριωτισμός. Δύο ὑπαινιγμοὶ τῆς αἰωνιότητας ποὺ δὲν ἀντέχουν ἕως τὸ τέλος, γιατὶ ὁ πρῶτος ἀναιρεῖ τὸν δεύτερο.

Ἰδοὺ τὸ ὑλικὸ ποὺ συγκίνησε τὸν Ν. Γ. Πεντζίκη καὶ ἡ κρυφὴ εἰρωνία του ὡς πρὸς τὴν πνευματικὴ «ἀναγέννηση τῆς Ἑλλάδας» (σ. 355). Διότι τὸΜυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς καὶ μόνο μιὰ σύγχρονη προσέγγιση τῆς πνευματικότητας τοῦ γάμου. Εἶναι μαζὶ καὶ μιὰ κάθαρση τῆς ἰδανικῆς Ἑλλάδας τῆς Ἕρσης καὶ τοῦ Παύλου. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κάθαρση χωρὶς μίμηση, τὸ μυθιστόρημα τοῦ Πεντζίκη εἶναι κατ’ ἀρχὰς μιὰ μίμηση τοῦ μυθιστορήματος τοῦ Δροσίνη. Ἀλλὰ στὴ γλώσσα τοῦ Πεντζίκη, κάθαρση πάει νὰ πεῖ ἐπανάληψη.

«Ἀρχινᾶμε σωστὰ ὅταν ἀναφερόμαστε σὲ κάτι προηγούμενο ποὺ τείνουμε νὰ ξεμοιάξουμε» (σ. 155), δηλώνει ὁ ἀφηγητὴς τῆς ΚυρίαςἜρσης. Τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας, καὶ ἐδῶ ἡ σωστὴ ἀρχὴ τῆς μιμήσεως, εἶναι ὁ εὐτυχισμένος παραθερισμὸς δύο ἐραστῶν σ’ ἕνα νησὶ τοῦ Αἰγαίου. Πρωτοσταδίως λοιπὸν ἡ ἐπανάληψη εἶναι ἰσότιμη μὲ τὴ μίμηση, ἀπὸ ὅπου ἀπορρέει ἡ ἐπιθυμία. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ εὐτυχία ποὺ προσφέρεται σὰν «μιὰ ἁπλὴ μυθιστορηματικὴ ὑπόθεση», γίνεται γιὰ τὸν Ν. Γ. Πεντζίκη «μιὰ πραγματικότητα ἀναμφισβήτητη» (σ. 53), ἀφ’ ἧς στιγμῆς καταργεῖται ἡ διαφορὰ μεταξὺ φανταστικοῦ καὶ πραγματικοῦ, ἡ εὐτυχία –ἀπόλυτος σκοπὸς τοῦ ὑποκειμένου ποὺ μιμεῖται καὶ θέλει νὰ«ὁμοιωθεῖ» μὲ τοὺς ὑποτρόφους της– εἰσέρχεται καὶ αὐτὴ στὴ χρονικότητα καὶ μετατρέπεται σὲ κάτι τὸ σχετικό.

Γιὰ νὰ κατακτηθεῖ ἡ εὐτυχία ὡς ἀπόλυτος σκοπὸς τῆς ὕπαρξης,χ ρειάζεται προηγουμένως νὰ ὑπερβαθεῖ ἡ ἀμεσότητα ποὺ τὴ γέννησε. Αὐτὴ τὴν ὑπερβατικὴ κίνηση ποὺ συνοψίζει τὸ ὑπέρλογο μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐμφανίσεως τοῦ αἰώνιου μέσα στὸν χρόνο ὁ Σαῖρεν Κίρκεγκωρ ὀνόμασε ἐπανάληψη,καὶ αὐτὴ τὴν ἐπανάληψη ἐνεργοποιεῖ ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης στὸ μυθιστόρημά του, συνειδητοποιώντας ὅτι χρειάζεται νὰ ὑπερπηδηθεῖ τὸ ἄμεσο ἦθος γιὰ νὰ φωτισθεῖ τὸ μυστήριο τῆς πνευματικῆς παράδοσης ποὺ εἶναι πάντοτε συνάρτηση τοῦ ζῶντος ἀτόμου. Τότε, αἴρονται αὐτομάτως οἱ διχασμοί, καταρρέουν οἱ ἰδεολογίες. Ἡ πολυθεϊκὴ μυθολογία ἀνακτᾶ τὴν ἐγκυρότητά της καὶ ἐναρμονίζεται πλέον μὲ τὴν «ἐκκλησιαστικὴ ἀντίληψη [ἡ ὁποία] δέχεται τὸν ἄνθρωπο πολλαπλό, ἀντιφατικό, σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μὴν ξέρει τό ’να χέρι τί κάνει τὸ ἄλλο». Καὶ ἐπειδὴ ὁ χρόνος τῆς ἐπανάληψης δὲν εἶναι γραμμικός, βιώνεται δηλαδὴ ἀνάλογα μὲ τὶς ἀλλεπάλληλες ἀπόπειρες καὶ προσπάθειες ποὺ καταβάλλει ἡ ὕπαρξη γιὰ νὰ διατηρήσει τὶς σχέσεις της μὲ τὸ αἰώνιο, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀφήγηση παρουσιάζει τὰ χάσματα, τὶς ἀσυνέχειες καὶ τὶς συνεχεῖς παρεκβάσειςποὺ χαρακτηρίζουν τὴν Κυρία Ἔρση.

Ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀμεσότητας τώρα καὶ ἡ κατάκτηση τῆς εύτυχίας μέσα σὲ μιὰ δεύτερη ἀνακαινισμένη ἀμεσότητα ποὺ θὰ διέπεται πλέον ὄχι ἀπὸ τὸ περατό, τὸ φθαρτὸ καὶ τὸ σχετικό, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ αἰώνιο, προϋποθέτει κατ’ ἀρχὰς τὴ μετασκευὴ τῆς φυσικῆς δράσης τοῦ ὑποκειμένου. «Μάθε πρῶτα νὰ βλέπεις» (σ. 125), συμβουλεύει ὁ κ. Ρούιτ Χόρας τὸν ἀφηγητὴ τῆς Κυρίας Ἔρσης. Ἄλλο νὰ βλέπεις ὅμως, καὶ ἄλλο νὰ βιώνεις. Ἡ ἐπανάληψη γιὰ τὸν ὀρθόδοξο Ν. Γ. Πεντζίκη, ὅπως ἀκριβῶς καὶ γιὰ τὸν πνευματικό του δάσκαλο Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀπαιτεῖ ἕνα εἶδος ἀλλοιώσεως τοῦ νοῦ, ἕνα εἶδος θανάτου μέσα στὴ ζωὴ τῆς ἀμεσότητας, ποὺ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ μεταμόρφωση. –«Ἂν ἤθελα κάτι νὰ μπορέσω νὰ δῶ, ἔπρεπε πρῶτα νὰ μεταμορφωθῶ» (σ. 138), μονολογεῖ ὁ ἀφηγητὴς τοῦ Πεντζίκη στὶς ἀρχὲς τῆς ἱστορίας του, καὶ πρὸς τὰ τέλη προσθέτει: «κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν εὐτυχία ἂν πρῶτα δὲν μεταμορφωθεῖ» (σ. 337).

Ποιὸ εἶναι «τὸ μυστήριο τῆς μεταμόρφωσης» καὶ γιατί πρέπει κανεὶς νὰ μεταμορφωθεῖ γιὰ νὰ βρεῖ τὴν εὐτυχία, ὁ Πεντζίκης τὸ ὑποσημαίνει μὲ πολλοὺς καὶ διάφορους τρόπους, ὅσο πολλὲς καὶ διάφορες εἶναι οἱ μεταμορφώσεις ποὺτ ελοῦνται στὸ μυθιστόρημά του. Ἐξαρχῆς ἄλλωστε ὁρίζει: «Μεταμόρφωση εἶναι ἡ δυνατότητα συνέχειας ἐν ἑτέρᾳ μορφὴ πέραν τῆς ἐφημέρου ζωῆς» (σ. 26). Καὶ ὅντως, τίποτε δὲν μένει σταθερὸ ἐδῶ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀφηγητῆ νὰ βρεῖ τὸ ταίρι του καὶ νὰ εὐτυχήσει. Αὐτὴ ἡ ἀκατάπαυστη κίνηση τῆς ἐπιθυμίας μὲ ὅλες τὶς ἀσυνέχειές της καὶ τὶς πολλαπλὲς συνειδητοποιήσεις τῶν πολλῶν ἐγὼ τοῦ ἑαυτοῦ ἐν ὄψει τῆς «ὁμοιώσεως» μὲ τὸ ποθούμενο, στοιχειώνουν ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη τὴν ἀφήγηση. Δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰ ἁπλὴ ἐξιστόρηση συμβάντων ποὺ μὲ τὴν κατάλληλη πλοκὴ ὁλοκληρώνονται στὸν χῶρο καὶ στὸν χρόνο. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἐκδίπλωση τῆς ψυχῆς πρὸς ἀναζήτηση τοῦ θεμελίου τῶν πολλαχῶν κόσμων της. Ὅλα λαμβάνουν χώρα στὸ ὄνειρο καὶ ὅλα ἀνασκευάζονται μὲ γνώμονα ὄχι τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τὸ μέλλον. Τὸ ἴδιο τὸ μυθιστόρημα τοῦ Δροσίνη ἐπέχει θέση ὀνείρου. Οἱ δύο πρωταγωνιστὲς συνεχίζουν τὴ ζωή τους στὴ συνείδηση τοῦ ἀφηγητῆ ποὺ θέλει νὰ τοὺς μοιάσει, νὰ ἐπαναλάβει γιὰ λογαριασμό του τὴν εὐτυχισμένη ζωή τους. «Τί μᾶς ἐμποδίζει νὰ κάνουμε μιὰ ὀνειρεμένη ζωή;» ρωτάει ὁ ἀφηγητὴς τοῦ Πεντζίκη. Τί μᾶς ἐμποδίζει δηλαδὴ νὰ ξαναζήσουμε στὸν Παράδεισο; Ἡ χρονικὴ ροή˙ ἡ ἄποψη ὅτι ὁ Παράδεισος εἶναι πίσω μας, τετελεσμένος καὶ ἀνυπόστατος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν «δὲν εἶναι ἡ μνήμη, ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα» (σ. 104), μὲ ἄλλα λόγια ἡ ἀπελευθέρωση ἀπὸτ ὸν χρόνο, ὁ ἐλεύθερος αὐτοπροσδιορισμὸς τοῦ ἀτόμου. Καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἔννοια τῆς μεταμόρφωσης καλύπτει ὅλο τὸ ὑπαρξιακό της φάσμα, ἀπὸ τὴ μυθολογικὴ ἀντίληψη τῆς μεταβολῆς ἑνὸς προσώπου ἢ πράγματος σὲ κάτι ἄλλο, ἕως τὴ χριστιανικὴ μεταμόρφωση τοῦ παλαιοῦ σὲ νέον ἄνθρωπο.

Ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια τοῦ ἄμεσου καὶ συνήθους ποὺ βλέπουμε ὅλοι μας καὶ ποὺ τελικῶς μᾶς ἀπελπίζει, καὶ ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια τῆς ἀναμονῆς ποὺ γίνεται ἀντιληπτὴ μόνο στὸ πάθος τοῦ ὑποκειμένου:

«Ἡ κυρία Ἔρση μετὰτὸν θάνατο τοῦ ἀνδρός της ἦρθε σὲ μένα, ὄχι

γιατὶ δὲν ἀνέφερε σωστὰ περιστατικὰ καὶ πράγματα τοῦ εὐτυχισμένου παραθερισμοῦ ὁ Ἀθηναῖος ποιητής, ἀλλὰ γιατὶ θεμελιώνοντας τὴν ἀλήθεια τῆς ἀφηγήσεώς του στὸ ἄμεσο, ξερίζωνε ἀπὸ μέσα της κάθε δυνατότητα ἀναμονῆς. Ἡ ἀναπαράσταση τῆς περασμένης εὐτυχίας πού’θελε νὰ ἐπιτύχουμε, δὲν εἶχε σκοπὸ τὴν ἀναβίωση τοῦ παρελθόντος. Ἤθελε ἀπὸ τὸ αὐτὸ ὑλικὸ νὰ κλώσει νῆμα καὶ παίρνοντας τὸ βελόνι νὰ κεντήσει, νὰ κάμει τὸ ἐργόχειρο ποὺ ξέμαθαν οἱ σύγχρονοί μας καὶ ἀπελπίζονται» (σ. 282).

Ἡ ἀλήθεια τῆς ἀναμονῆς πηγάζει ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἀντίληψη τῆς ἀμεσότητας, καὶ συνεπῶς τοῦ χρόνου ποὺ βασίζεται στὸ μέλλον. Μιὰ ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου ὡς προβολῆς στὸ μέλλον, ὡς ἀναστάσιμου ὄντος στὴν αἰωνιότητα, ἀφοῦ προηγουμένως ὅμως πεθάνει ἐν ζωῇ.

Στὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, ἁρμόδια μεταφορὰ τῆς ἀντίληψης αὐτῆς εἶναι τὸ κέντημα τῆς ὑπομονῆς ἢ ταξίδι –«θεμέλιο τῆς πίστης μου» (σ. 252), ποὺ περιλαμβάνει ὅλο τὸν κόσμο τῶν αἰσθήσεων καὶ «ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ ἐγώ» (σ. 313), ἕως ὅτου ὁ χρόνος νὰ γίνει «ἕνα σῶμα ἑνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο» (σ. 282). Ἡ πίστη καθυστερεῖ, ὅπως ἡ ἐπικὴ δράση. Διότι τὸ παράδοξο τῆς πίστης εἶναι ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὸν χρόνο, γιὰ νὰ ὑπερβεῖ τὸ περατὸ καὶ τὴ χρονικότητα˙ γιὰ νὰ διαλύσει τὸ θεωρητικὸ τί μέσα στὸ βιωματικὸ πῶς τῆς ἐσωτερικότητας. Μόνο στὸ τέλος τοῦ κεντήματος ἢ περιαγωγῆς τῆς ψυχῆς, ἐμφανίζεται ἡ εἰκόνα ποὺ δικαιώνει τοὺς κόπους καὶ τὴν προσήλωση τῆς κεντήστρας. Μόνο διὰ τοῦ μέλλοντος, δηλαδὴ μόνο διὰ τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλπίδας, ἀποκτᾶ συνοχὴ ὁ ἑαυτός μου καὶ μπορεῖ νὰ ξανάβρει ἐν ζωῇ τὴν παλαιὰ ἀμεσότητα ἀλλὰ σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. Ἐξ οὗ καὶ ἡ «εὐρυχωρία» ποὺ ἐνθουσίαζε τὸν Σεφέρη, χάρη στὴν ὁποία ἐναρμονίζονται οἱ ἐγγενεῖς ἀντιφάσεις τοῦ Ἑλληνοχριστιανικοῦ χρονοτόπου, ἔξω ἀπὸ τὴν ἄκαμπτη ἰδεολογία του.

Ὁλόκληρο τὸ μυθιστόρημα τοῦ Πεντζίκη ἀποτελεῖ ἀκριβῶς μιὰ μακρὰ καὶ ἐπίπονη δοκιμασία μεταμόρφωσης ἑνὸς ἀτόμου τὸ ὁποῖο, προσπαθώντας νὰ ἐπαναλάβει μιὰ συγκεκριμένη ὑπόθεση εὐτυχίας ποὺ πήγαινε «νὰ δικαιώσει τὴ ζωὴ καὶ τὰ ὄνειρά του» (σελ. 143), συνειδητοποιεῖ ὅτι καμμιὰ εὐτυχία δὲν εἶναι δυνατὴ ἂν δὲν θεμελιωθεῖ στὸ αἰώνιο. Στὸ σημεῖο αὐτό, ὁ Πεντζίκης ἐγκαταλείπει τὸν Κίρκεγκωρ ποὺ ἀντέτασσε στὴν Ἐκκλησία τὴν ἀπόλυτη ἀλήθεια τοῦ ἀτομικοῦ χριστιανικοῦ βιώματος. Στὰ χέρια τοῦ Ν. Γ. Πεντζίκη, ἡ ἀνακαινισμένη δεύτερη ἀμεσότητα γίνεται ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία˙ἡ κολυμβήθρα τῆς μεταμόρφωσης, ὅπου ὁ πιστὸς παύει νὰ βλέπει τὸν κόσμο μὲ τὰ μάτια τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ νοιώθει ὅτι τὰ πάντα μοιάζουν μὲ «προσκύνημα».

«Δὲν ἐπρόκειτο γι’ ἁπλὸ γαμήλιο ταξίδι. Ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ βγοῦμε ἀπ’ τὸν ἑαυτό μας. Πίστευε πὼς ἂν ἁπλωνόμασταν στὴν ἔκταση τῶν βουνῶν καὶ κάμπων τῆς πατρίδας μας, ἡ ἕνωσή μας θά ’ταν πληρέστερη, θά ’μασταν πολὺ περισσότερο εὐτυχισμένοι. Τὸ ταξίδι μας ἔμοιαζε λοιπὸν μὲ προσκύνημα, ὅπως πηγαίνει ὁ κόσμος στὴν Ἐκκλησία. Ὅ,τι βλέπαμε ἦταν μιὰ εἰκόνα, ποὺ μπροστά της θέλαμε νὰ γονατίσουμε καὶ νὰ προσευχηθοῦμε» (σ. 367).

Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, τὸ Μυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης εἶναι τὸ μοναδικὸ κατὰ τὰ φαινόμενα μυθιστόρημα προσωπικῆς χριστιανικῆς στοιχείωσης ποὺ διαθέτει ἡ νεώτερη γραμματεία μας.

[1996-1997]

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Ἡ ἐργασία αὐτὴ προοριζόταν νὰ πάρει τὴ θέση προλόγου σὲ μιὰν ἐπανέκδοση τῆς Ἕρσης τοῦ Γ. Δροσίνη ποὺ σχεδίαζα ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια μὲ βάση τὴν πρώτη ἔκδοση, τὸ κείμενο δηλαδὴ ποὺ μελετοῦσε ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης.

Ἐπειδὴ ὅμως στὸ μεταξὺ αὐτὸ εἶχαν ἀρχίσει νὰ δημοσιεύονται τὰ Ἅπαντα τοῦ Γ. Δροσίνη μὲ τὴν πρωτοβουλία τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων καὶ τὴν ἐξαίρετη φιλολογικὴ ἐπιμέλεια τοῦ Γ. Παπακώστα, θεώρησα ὀρθὸ νὰ περιμένω ἕως τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἐγχειρήματος. Ἔτσι, ὅταν τὸ 1998 κυκλοφόρησε ὁ ἕκτος τόμος τῶν Ἁπάντων, στὸν ὁποῖο συμπεριλαμβάνεται ἡ Ἕρση, ἀντιλήφθηκα ὅτι τὸ δικό μου σχέδιο ἦταν πλέον περιττό. Ἔμεινε λοιπὸν αὐτὴ ἡ κάπως σχοινοτενὴς ἑρμηνευτικὴ ἀνάγνωση καὶ ἐλπίζω νὰ μὴν εἶναι ὁλωσδιόλου ἄχρηστη.

ΤὸΜυθιστόρημα τῆς κυρίας Ἔρσης, βιβλίο σκοτεινό, πολύπλοκο καὶ δυσανάγνωστο, στάθηκε ἕνα αἴνιγμα ἐξ αἰτίας κυρίως τοῦ Γ. Σεφέρη, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ δυσπιστοῦσε πρὸς κάθε θεωρητική, μὴ ἐμπειρικὴ προσέγγιση τῆς λογοτεχνίας, δὲν μπόρεσε νὰ φέρει σὲ πέρας τὶς ἐπαγωγικές του προσπάθειες. Ἕνα ἔργο τέχνης ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ, ἐὰν δὲν συλληφθεῖ ὡς σύνολο. Οὔτε πάλι ἐξοφλεῖται χωρὶς τὸ φῶς τῶν ἐπιμέρους. Ἡ πρώτη ἀνάγνωση σκοπεύει ἀκριβῶς στὴ σύλληψη τῆς ἀρχηγικῆς του ἰδέας. Καὶ ἡ ἰδέα, τὸ βαθύτερο θέμα, εἶναι ὁ καρπὸς μαζὶ καὶ ἡ ρίζα τοῦ ἔργου. Παρατρέχοντας τὸν πνευματικὸ πυρήνα τοῦ μυθιστορήματος, ὁ Σεφέρης διασπάσθηκε στὰ ἐπὶ μέρους, ἐξ οὗ καὶ ἡ εἰρωνική του ἀπόφανση ὅτι ὁ Πεντζίκης εἶναι «λογοτέχνης ὣς τὰ μπούνια». Πράγμα ποὺ ὁ Θεσσαλονικιὸς συγγραφέας ἀρνιόταν ἐξ ὁλοκλήρου.

Πολὺ ἀργότερα, σὲ μιὰ συνέντευξή του μὲ τὸν χαρακτηριστικὸ τίτλο «Ποτὲ δὲν θὰ γίνω λογοτέχνης», ὁ Πεντζίκης ἔλεγε καὶ τὰ ἑξῆς σχετικὰ μὲ τὸ μέλλον τῆς λογοτεχνίας:

«[…] 0ὰ γίνει ὑπηρέτρια θρησκευτικῶν σκοπῶν ὅπως πάντα. Ἡ σοβαρὴλογοτεχνία εἶναι πάντοτε στὴν ὑπηρεσία τῆς θρησκείας. Δηλαδὴτοῦὁμαδικοῦκαὶκοινοῦπιστεύω».

Ἡ προφητεία γιὰ τὴν ὥρα μοιάζει νὰ δικαιώνεται ἀπὸ τὴν ἀνάποδη. Τὸ ὁμαδικὸ καὶ κοινὸ «πιστεύω» δὲν ἔχει ἀνάγκη σοβαρῆς λογοτεχνίας, γιατὶ, κατὰ πῶς φαίνεται, μπορεῖ νὰ ζήσει καὶ χωρὶς θρησκεία. Μὲ τὸ γερό του ἔνστικτο, ὁ Σεφέρης βεβαίως ἔκανε καίριες διαπιστώσεις, ἔστω κι ἂν δὲν ἔδωσε τὴ συνέχεια ποὺ τοὺς ἅρμοζε. Δὲν ξέρουμε τί χρωστάει στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο, τοὐπίκλην Ζωσιμᾶ, ἀφοῦ αὐτὸς ἦταν ποὺ «ρίχτηκε στὴν “Κυρία Ἔρση” καὶ τὴν ξεπαρθένεψε μὲ ἀπληστία», καὶ ποὺ ὁπωδήποτε ἐπηρέασε τὸν ποιητή.[20]Ὁ Σεφέρης μετροῦσε τὰ λόγια του καὶ ἴσως ποτὲ ἄλλοτε δὲν ἐκφράστηκε μὲ τόσο θαυμασμὸ γιὰ ἕναν σύγχρονο συμπατριώτη του, ὥστε νὰ προτείνει τὴν Κυρία Ἔρση ὡς «ὑπόδειγμα γραφῆς». Νὰ εἶχε ἄραγε μπολιαστεῖ ἀπὸ τὴ φράση μὲ τὴν ὁποία τέλειωνε ὁ Θεσσαλονικιὸς συγγραφέας τὸν δικό του φόρο τιμῆς Γιὰ τὰ τριάντα χρόνια τῆς Στροφῆς (1961): «Ὅλη ἡ ὑπόθεση δὲν εἶναι πιὸ πολύπλοκη ἀπὸ ἕναν ἐμβολιασμό»; Ἢ μήπως ἔδραττε μιὰ νέα εὐκαιρία γιὰ νὰ ἀποδείξει στὸν Ζωσιμᾶ πὼς ἐκεῖνο ποὺ μετράει εἶναι ἡ προσωπικὴ ἔκφραση, ἀνεξαρτήτως θεολογικῶν ἢ φιλοσοφικῶν πεποιθήσεων;

Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος δὲν μᾶς ἔδωσε ὣς τώρα κανένα γραπτὸ γιὰ τὸν Ν. Γ. Πεντζίκη. Ὅτι ἐπὶ χρόνια τὸν παρακολουθοῦσε, τὸ διαπιστώνουμε καὶ ἀπὸ τὴ λέξη «συγκλαδοκορμόριζα»[21] ποὺ παραθέτει στὸ Χαμένο Κέντρο. Ἡ λέξη ἀπαντᾶ στὸ ἐκτενὲς πεζογράφημα τοῦ Πεντζίκη Ὁ πεθαμένος καὶ ἡ Ἀνάσταση (1944), καὶ ἐπαναλαμβάνεται τὸ 1952 σ’ ἕνα ἄλλο του κείμενο μὲ τὸν τίτλο Προσεγγίσειςστὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔχω τὴν ὑποψία ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ Λορεντζάτου δὲν κράτησε ἀρκετά. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἄλλο κεφάλαιο καὶ ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὴ διαφορετικὴ αἰσθαντικότητα τῶν δύο ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ τὶς ἰδιαίτερες πνευματικές τους κλίσεις. ὉΛορεντζάτος, ὅπως καὶ ὁ Βαλερύ, δὲν φαίνεται νὰ τρέφει μεγάλη συμπάθεια στὸ μυθιστόρημα˙ ἡ προτίμησή του πηγαίνει πρὸς τὴν ποίηση πού, ὡς συγκινησιακὴ ἐπιβεβαίωση τοῦ θετικοῦ, εἶναι καὶ «ἡ μόνη ἀπόλυτη συνθετικὴ ἰδέα», κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἄγγελου Σικελιανοῦ.

Εἶναι ἀναμφισβήτητο πάντως ὅτι γύρω ἀπὸ τὸν Σεφέρη σχηματίζεται, τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἕνας πυρήνας ἀνθρώπων ποὺ κοιτάζει τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδας καὶ τῆς Εὐρώπης μὲ ἐντελῶς διαφορετικὸ τρόπο ἀπὸ τοὺς σεφερικοὺς ποιητὲς καὶ φιλολόγους. Ὁμόκεντρος πρὸς τὸν αἰσθητικὸ καὶ πολιτικὸ κύκλο, στρέφεται ὁ ὑπαρκτικός, θεολογικὸς κύκλος μὲ προεξάρχοντες τὸν Ν. Γ. Πεντζίκη, τὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο καὶ ἕναν ἀλλοδαπό, τὸν Φίλιππο Σέρραρντ.

Παρ’ ὅλες τὶς διαφορές τους, ἐκεῖνο ποὺ τοὺς συνενώνει εἶναι τὸ ἀντιδυτικὸ φρόνημα, ἡ συνακόλουθη ἀποστροφὴ πρὸς «τὰ κούφια συνθήματα γιὰ τὸν ἑλληνοχριστιανικὸ πολιτισμό» (Γ. Σεφέρης) καὶ προπαντὸς ἡ ἀναζήτηση τῆς λησμονημένης πανανθρώπινης μεταφυσικῆς παράδοσης, τῆς οὐρανούχου ἀρχῆς (Λορεντζάτος),  ποὺ βιώνεται μόνο μέσῳ τῆς πρακτικῆς παράδοσης τῶν πατέρων σου. Γιατὶ ἀντικείμενο τῆς πίστης εἶναι ἡ πραγματικότητα τοῦ ἄλλου καὶ ὄχι τὸ δόγμα ποὺ δημιουργεῖ σχέσεις διανοητικὲς καὶ καταλήγει στοὺς «χριστιανολογίους» (Γ. Σεφέρης). Ὅσο βαθύτερα κατέρχεσαι στὴ δική σου παράδοση, τόσο ἐκφανέστερη γίνεται ἡ ἑνιαία μεταφυσική της ρίζα καὶ τόσο ἐγγύτερα πλησιάζεις στὴν ἀλήθεια. Πρόκειται γιὰ μιὰ στάση μεγαλειώδη, ἡ ὁποία ὅμως δὲν λαμβάνει ὑπόψη τὴν ἱστορικότητα καὶ δὲν μπορεῖ ἔτσι νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ ἄτομο τοῦ παρόντος. Μιὰ στάση προσανατολισμένη πρὸς τὴν ὑπέρτατη ἀγαθότητα ποὺ παραθεωρεῖ τὸ μυστήριο τῆς δαιμονικῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι τυχαῖο ἄλλωστε ὅτι τὸ ἀνατολικὸ πνεῦμα ἀδιαφόρησε παντελῶς γιὰτὰ ἐρωτήματα ποὺ τέθηκαν σὲ ὁρισμένους νεώτερους μύθους, ὅπως ὁ Δὸν Ζουὰν καὶ ὁ Φάουστ. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτή, τόσο ὁ Λορεντζάτος ὅσο καὶ ὁ Πεντζίκης ἔμειναν πιστοὶ στὸ πνεῦμα τῆς παράδοσης ἐκείνης ποὺ ἀγνόησε τὸ κακὸ ὡς κατ’ οὐσίαν μὴ ὑπάρχον, ἐμμένοντας στὴν ἀνάδειξη τοῦ ὑπέρλογου ἀγαθοῦ. «Τὸ Θεό», ἔγραφε ὁΖήσιμος Λορεντζάτος, «μπορεῖς νὰ τὸν ξεμάθεις μόνο».

Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξέμαθε τὸν Θεό, δὲν ἔχουμε παύσει νὰ τὸ μαθαίνουμε. Ἀλλὰ ὅσο περισσότερο ξεκόβει κανεὶς ἀπὸ τὰ παρελθόντα, τόσο μακρύτερα βρίσκεται ἀπὸ τὰ μέλλοντα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φτωχαίνουν ἀξιολύπητα τὰ ἐνεστῶτα. Ταυτοχρόνως, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε πὼς ἡ ζωή, ἂν καὶ προπορεύεται, καθορίζεται ὡστόσο βαθύτατα ἀπὸ τὶς ἰδέες. Ὅσο γιὰ τὸ πρόβλημα τῆς κατεύθυνσης ἢ προορισμοῦ, αὐτὸ θὰ παραμείνει μέγα μυστήριο.

Ἂν ὁ Λορεντζάτος παρέβλεψε τὴν ἱστορικότητα, προσηλωμένος στὸ ἀπόλυτο (ἀπὸ τὸ Χαμένο Κέντρο ἕως τοὺς Διόσκουρους), ὁ Πεντζίκης ἀντιθέτως ἐπιχείρησε, διὰ τοῦ παραλόγου, νὰ θέσει τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων μεταξὺ ἱστορικότητας καὶ ἀπόλυτου στὸν ὁρίζοντα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἐξ οὗ καὶ ἡ ἰδιάζουσα ἀντιψυχολογικὴ γραφή του, ἀπὸ τὴν ἀρχειακὴ πραγματογνωσία ἕως τὴ μυθικὴ γεωγράφηση. Αὐτοῦ, νομίζω, βρίσκεται ὁ αὐθεντικὸς συγγραφέας. Στὴν Κυρία Ἔρση ἀπεναντίας, ἐνῶ τὰ πάντα καθαγιάζονται ἀπὸ τὸ μεγάλο «Ναὶ» τοῦ πνευματικῶς μεταμορφωμένου ἀφηγητῆ, κανένα πρόσωπο δὲν κατορθώνει νὰ ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὸν συγγραφέα του καὶ νὰ ὑπάρξει ὡς ριζικὰ αὐτόνομο, ὑπαρξιακὸ ἐρώτημα. Ἡ ἀγωνία του γίνεται κάπως φιλολογική, ἡ εὕρεση, σύστημα. Τὸ μυστήριο δὲν διαρκεῖ, ἡ θυσία σπανίως ξεπερνάει τὴ ρηματική της ἐκφορά. Τὸ δαιμονικὸ καὶ ὁ αἰσθησιασμὸς χάνουν τὴν προβληματική τους ὀξύτητα καί, μὲ τὸν ἀλησμόνητο τρόπο τοῦ Πεντζίκη, ἰσοπεδώνονται. Ἔτσι ἀμβλύνεται ἡ καίρια διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πρὶν καὶ τοῦ μετά, γιατὶ προκαθορισμένο τέλος εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ βεβαίως στάθηκε μέχρι τέλους ἡ πίστη τοῦ συγγραφέα. Ὁ ἀναγνώστης ὑποκλίνεται, ἔστω κι ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων ἔρχεται νὰ συμφωνήσει μὲ αὐτὸ ποὺ ἐκ τῶν προτέρων διαπίστωνε ὁ ἐμπειρικὸς Σεφέρης: «λογοτέχνηςὣς τὰ μπούνια».

Πόσο διαφορετικό, μά τὴν ἀλήθεια, φαντάζει τώρα τὸ δαιμονικὰ ἁπλὸ καὶ ρεαλιστικὸ Τρίτο Στεφάνι τοῦ Κώστα Ταχτσῆ:

«Ὁ Θεὸς ποὺ ἐννοοῦσε ἐκείνη, ὁ θεὸς στὸν ὁποῖο μᾶς εἶχαν μάθει ἀπὸ παιδιὰ νὰ πιστεύουμε, ὁ θεὸς τῆς συχωρεμένης τῆς μαμᾶς καὶ τῆς Ἐρασμίας, αὐτὸς ὁ θεὸς βεβαίως δὲν ὑπῆρχε, καὶ τὸν ἄλλο, τὸν ἀληθινό, ἦταν πιὰ πολὺ ἀργὰ γιὰ νὰ τὸν μάθει».

Τὸ μυθιστόρημα πιστοποιεῖ καὶ ἀναλύει τὰ παρόντα. Ἡ σύνθεση ἀνήκει σὲ ἕνα ἄλλο εἶδος λόγου, ποὺ ὣς ἐχθὲς ὀνομαζόταν Ποίηση.

Ὀκτώβριος 1999

Σημειώσεις

[*] Πρωτοδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Νέα Ἑστία, Ὀκτώβριος 2000, σσ. 397-422 καὶ συμπεριλαμβάνεται στὸν τόμο δοκιμίων τοῦ Ἀντώνη Ζέρβα ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ 2, Ἔγγραφα Ἐργασίας, Ἴνδικτος 2001, σσ. 193-225.

[2]Ἐκδότης Ι. Ν. Σιδέρης, Ἀθῆναι 1922, ἀπ’ ὅπου καὶ τὰ παραθέματα.

[3]ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΡΟΣΙΝΗ, Ἅπαντα, τόμ. Α΄, φιλολογικὴ ἐπιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, 1995, Εἰσαγωγή, σελ. 44.

[4]Πρώτη ἔκδοση: Ταχυδρόμος 1966˙ Τέταρτη ἔκδοση: Ἄγρα 1992, στὴν ὁποία καὶ παραπέμπουν οἱ σελιδαριθμήσεις τῶν παραθεμάτων. Σημειώνω ἐπίσης ὅτι ἡ Ἕρση τοῦ Γ. Δροσίνη δασύνεται, ἐνῶ ἡ Κυρία Ἔρση τοῦ Ν. Γ. Πεντζίκη ψιλοῦται.

[5]SOEREN KIERKEGAARD, Post-Scriptum aux Miettes Philosophiques, Gallimard 1941, σελ. 200.

[6]ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ, Εἰδύλλια, μετάφρασις Ι. Πολέμη, Βιβλιοθήκη Φέξη 1911. Συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ εἰδύλλιο «Ἁλιεῖς» σὲ μετάφραση Γ. Δροσίνη.

[7]Πρβλ.: «Ἡ λέξη “χάρις” ἐκφράζει ὅ,τι μὲ τὶς Χάριτες ἦρθε στὸν κόσμο ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἢ ἀπὸ τὴν ἕνωση τοῦ Διὸς μὲ τὴν Εὐρυνόμη. “Χάρις” σημαίνει χαρά, τὸ άντίθετο δηλαδὴ ἀπ’ ὅ,τι σημαίνει ἡ λέξη “ἐρινύς”. Οἱ δύο ὄψεις –χάρις ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ὀργὴ καὶ ἐκδίκηση ἀπὸ τὸ ἄλλο– ἦσαν οἱ μορφὲς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς θεᾶς» (Κ. ΚΕΡΕΝΥΪ, Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, μτφρ. Δ. Σταθόπουλου, Ἑστία 1975, σελ. 104).

[8]ANDRÉ BRETON, Nadja, Gallimard 1963, σελ. 17.

[9]Ὅ.π., σελ. 113.

[10]Ἡ Μυθολογία τῶν Ἑλλήνων, σελ. 255.

[11]., σελ. 476.

[12]JULIEN GRACQ, En lisant en écrivant, José Corti 1980, σελ. 110.

[13]Ἐκδόσεις Ἴκαρος 1963, σελ. 67.

[14]Ὅ.π., σελ. 90.

[15]Ὁ Δροσίνης ἀποκαλύπτει τὰ πραγματικὰ γεωγραφικὰ στοιχεῖα ὅπου στηρίχθηκε ἡ τοπογραφία του: «Φανταστικὸεἶναι τὸνησὶτῆς Ἐρινιῶς –ἡ Νῆσος τῶν Ἐρινύων. Καὶτῶν ἀρχαίων Ἐρινύων ἡπεριγραφὴστὸ Μοναστήρι εἶναι ἀπὸ τοῦ Τσούντα τὴν περιγραφὴτῶν ἀνασκαφῶν του στὴΜῆλο» («Σκόρπια φύλλα τῆς ζωῆςμου», Ἅπαντα, τόμ. ΣΤ΄, ἐπιμ. Γ. Παπακώστα, σελ. 466). Ό ἀναγνώστης ὅμως ἔχει χρέος νὰ προσανατολίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο βάσει τοῦ κειμένου του.

[16]Ἀρχαιοελληνικὸ ἐπίθετο. Καλλίας τοῦ Καλλιάδου ἦταν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἀθηναίων ποὺ ἐξεστράτευσαν κατὰ τῆς Θράκης (Θουκυδίδης, Α 61).

[17]SOEREN KIERKEGAARD, Étapes sur le chemin de la vie, Gallimard 1948, σσ. 103-353.

[18]BALZAC, Splendeurs et misères des courtisanes, Gallimard 1973, σελ. 109.

[19]J.-K. HUYSMANS, En Rade, Gallimard 1984.

[20]Ὅπως ξέρουμε ὅτι ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης χρωστάει τὴν ἀναγνώρισή του στὸν Γ. Π. Σαββίδη.

[21]Ἡ λἐξη εἶναι τοῦ Καρκαβίτσα, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Γ. Μ. Καλιόρης στὴ βιβλιοκρισία του «ΤὸΛεξικὸ τοῦ Μπαμπινιώτη», περ. Νέα Ἑστία, τεῦχ. 1706, Νοέμβριος 1998, σελ. 1072.

 

Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Κοπέλλα με ομπρέλα”, 1973) είναι έργο του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here