Απομάκρυνση και πίστη

0
61

Ο δεσμός «πίστεως» ανάμεσα σ’ έναν άνδρα και μια γυναίκα πέρα από κάθε σαρκικό «έχειν» και κάθε κοινωνικό κομφορμισμό, φανερώνεται στην πιστότητα κατά τον χωρισμό. Η ακραία περίπτωση που αναφέρει συχνά ο Σολζενίτσυν είναι εκείνη των πολιτικών κρατουμένων και των συζύγων τους. Οι τελευταίες, υποτιθέμενες συνένοχοι των «εχθρών του λαού», γίνονται αντικείμενο μιας αποδοκιμασίας που τους δημιουργεί κάθε λογής δυσκολίες στις πανεπιστημιακές τους σπουδές ή στην άσκηση του επαγγέλματός τους. «Ήταν σαν να έσερναν μαζί τους την ανεξίτηλη ντροπή του συζύγου τους. Στα μάτια, όλων, ήταν σαν να μοιράζονταν την ενοχή του προδότη». (Πρώτος Κύκλος, 159). Τα σπάνια γράμματα των ανδρών τους τις στιγματίζουν, ακόμη κι οι απλές κάρτες χωρίς φάκελο που τις πληροφορούν για τήν ημερομηνία της ετησίας επισκέψεως, της μόνης που επιτρέπεται  στους κρατουμένους της «σαράσκα».

Έτσι η γυναίκα του Σολογντίν, για ν’ αποφύγη να τη διώξουν άλλη μια φορά, «αρνήθηκε την ύπαρξη του συζύγου της και σταμάτησε κάθε αλληλογραφία μαζί του» (Πρώτος Κύκλος, 137), παίρνοντας μόνο πού και πού κανένα σύντομο προφορικό μήνυμα μέσω μιας φίλης της. Ο Νερζίν αρνείται ν’  αποκαλύψη τη διεύθυνση της γυναίκας του, μια φοιτητική εστία όπου αυτή έχει δηλώσει πως ο άνδρας της χάθηκε στον πόλεμο.

Αντιμέτωπες μ’ αυτόν τον κοινωνικό αφορισμό και τις διαρκώς αυξανόμενες δυσκολίες της επικοινωνίας με τους «θαμμένους ζωντανούς», μερικές προσπαθούν να ξεχάσουν, παίρνουν διαζύγιο όχι για τους τύπους αλλά στην ουσία, και ξαναπαντρεύονται ή «ζουν τη ζωή τους». Άλλες, ανώριμες, ανίκανες να εξασφαλίσουν μόνες τους την υλική τους υπόσταση, χωρίς ψυχική δύναμη, γερνούν πρόωρα κι εγκαταλείπονται στην απελπισία, όπως η γυναίκα του Γερασίμοβιτς που βλέπουμε μια στιγμή το μαραμένο της πρόσωπο κι ακούμε τη σβησμένη της φωνή, βαρειά από «μια απεριόριστη οδύνη»: «…Δεν έχω πια δύναμη για τίποτα. Νομίζω πως θα παντρευόμουνα οποιονδήποτε ευκατάστατο γέρο που θα μ’ ήθελε» (Πρώτος Κύκλος, 220).

Πολλές όμως μένουν πιστές. Ταπεινή πίστη των γυναικών του λαού που, με το αίσθημα της τροφού πιο δυνατό παρά ποτέ, ασχολούνται να ετοιμάζουν πακέτα: «Απαριθμούσαν τα είδη, τα κιλά και τα γραμμάρια των τροφίμων που είχαν φέρει (Πρώτος Κύκλος, 218). Βυθισμένες ακόμη στη διαιώνιση του είδους» αλλά και μ’ ενα αόριστο αίσθημα καθαρά προσωπικής πίστεως. Την προσωπική αυτή πίστη την βρίσκομε ανόθευτη σε κείνες – δεν ξέρομε πόσες – που   αντλούν   από   τη   δοκιμασία  την   πλήρη   συνείδηση της κοινωνίας. Ένα από τα πιο συγκινητικά πρόσωπα του Περιπτέρου Καρκινοπαθών είναι εκείνη η  διανοούμενη  με τα γυαλιά, με την «καταπληκτική μόρφωση» που έχει γίνει καθαρίστρια και που ο λόγος υπάρξεώς της «κρέμεται από μια κλωστή, μόνο μια κλωστή»: το υποθετικό γράμμα που θα λάβη απ’ τον φυλακισμένο άνδρα της (Περίπτερο, 758). Δεν πρόκειται για αγχώδη αναμονή που θα την έκανε να κλειστή στην αγωνία της, αλλά για μια προσμονή γεμάτη πίστη που της δίνει βάθος κι ευαισθησία σε κάθε πόνο. Με σιωπηλή αφοσίωση, «σέρνεται   κάτω απ’ τα κρεβάτια για να σφουγγαρίση»  και   «μεταφέρει   κάθετι   που είναι βαρύ, αποκρουστικό κι ακάθαρτο»  (698).

Η γυναίκα του Σολογντίν – ο ίδιος την συγκρίνει με την Ιζόλδη – θα ζήση για μήνες, για χρόνια ίσως, με το σύντομο προφορικό μήνυμα που της στέλνει: «Την αγαπά! Πιστεύει σ’ αυτήν! Ελπίζει!» (Πρώτος Κύκλος, 147). Αυτές είναι οι θεολογικές αξίες κατά τον Απόστολο Παύλο, πίστις, ελπίς και αγάπη – αντανακλώμενες όμως στο οριζόντιο επίπεδο μιας ανθρώπινης αγάπης και γι’  αυτό με διαφορετική σειρά. Η αγάπη είναι η γενεσιουργός αιτία – είναι η δρώσα ουσία και γι’ αυτό και ο σκοπός. Γίνεται ανθρώπινη εμπειρία «εις σάρκα μίαν», όπως λέει το Ευαγγέλιο∙ «επιφοίτηση ενός πύρινου αγγέλου» (Πρώτος Κύκλος, 131) όταν ο έρωτας συναντήση τη στοργή, όταν η δύναμή της περάση στο εσωτερικό μιας προσωπικής σχέσεως και το «ένα» της σάρκας γίνει μεσολάβηση προς το «άλλο» τού προσώπου. Ύστερα, όπως σε κάτι παραμύθια όπου οι σύζυγοι χωρίζονται ξαφνικά για να υποστούν μια μακροχρόνια δοκιμασία μυήσεως, έρχεται η απομάκρυνση και κάθε μεσολάβηση καταργείται. Μένει μόνο η πίστη, η εμπιστοσύνη, και ο δεσμός από πρόσωπο σε πρόσωπο. Και η πίστη ανοίγει ένα μέλλον, την προσδοκία πως δύο όντα που έχουν βαθιά μεταμορφωθή στη σάρκα και στο χαρακτήρα τους, θα αναγνωριστούν παρ’ όλα ταύτα, θα αναγνωρίσουν το ένα στο άλλο το μέρος εκείνο της αιωνιότητας που δεν υπόκειται σε καμιά αλλαγή και που αναλάμπει έξαφνα σ’ ένα βλέμμα, σ’ ένα τόνο, στον όμοιο τρόπο να δίνεται ύπαρξη σ’ ένα σώμα, σε μια ψυχή, σε μια μοίρα που έχουν κουρελιαστή από ασυνέχειες: «Δεν μπορεί κανείς νά γυρίση πίσω. Ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια στο μέτωπο και στη φυλακή, σίγουρα δεν μένει πια στον οργανισμό ούτε ένα κύτταρο του παρελθόντος…» (Πρώτος Κύκλος, 206). Αλλά σ’ αυτόν «τον άγνωστο που θα ερχόταν», η προσωπική πίστη θα μπορούσε να διακρίνη το πρόσωπο κι έτσι ν’ ανανεώση το σύμφωνο το σφραγισμένο στη σάρκα. Ο άνθρωπος, έχει πει ο Σολζενίτσυν, ξεφεύγει από τη σειρά, από την κοινωνική ομοιομορφία, με τη «φυσιολογική» του διάσταση και την «πνευματική» του διάσταση (Έρνα, 117). Στήν αγάπη ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα, οι δυο αυτές διαστάσεις συγχωνεύονται.

Ο Γκλεμπ και η Νάντια Νερζίν δεν είχαν ζήσει μαζί παρά ενα χρόνο, στις παραμονές του πολέμου, μέσα στη δίνη των διπλωματικών τους εξετάσεων. Στη διάρκεια του πολέμου, με την ευκαιρία μιας περιόδου ηρεμίας στο μέτωπο του Δνειπέρου, η Νάντια, με πλαστά χαρτιά, κατορθώνει να συναντήση τον Γκλεμπ, και να ζήσουν οι δυο τους «τις σύντομες ημέρες μιας κλεμένης ευτυχίας» (Πρώτος Κύκλος, 207). Ύστερα το καμίνι παίρνει πάλι φωτιά, ο Γκλεμπ εξαφανίζεται, και δεν θα ξανασυναντηθούν πια παρά μόνο στη φυλακή. Σύντομες συναντήσεις, θερμές, στην αρχή αρκετά συχνές όταν μέσα στη σχετική αταξία που ακολουθεί τον πόλεμο, ο Γκλεμπ βρίσκεται σ’ ένα μικρό στρατόπεδο στην περιφέρεια της πρωτευούσης. Τον κυριεύει μια τρυφερότητα, «φιλούσε τα χέρια τής γυναίκας του και παρακολουθούσε τις σπίθες που άναβαν στα μάτια της» (214). Κι αμέσως υστέρα, υπέρτατη απόδειξη αγάπης, αγάπης που παραιτείται από κάθε κτητικό δικαίωμα, όχι μόνο σαρκικό αλλά και ηθικό, ο καθένας αποδίδει στον άλλον την ελευθερία του. «Μην καταστρέψης τα νειάτα σου, λέει ο Γκλεμπ στη Νάντια. Άφησέ με! Ξαναπαντρέψου». Κι εκείνη, που έχει δει γυναίκες ανάμεσα στους κρατουμένους, του γράφει. «Επιμένω να μου απιστήσης» (215). Αυτός ακριβώς ο σεβασμός του άλλου και της ελευθερίας του, στάθηκε στήριγμα στην πίστη τους όταν αργότερα ο Γκλεμπ έφυγε απ’ τη Μόσχα για το Βορρά κι έπαψαν να βλέπονται. Τώρα βρίσκεται πάλι κοντά στη Μόσχα, στη «σαράσκα», δεν μπορεί όμως να δη τη γυναίκα του παρά μόνο μια φορά το χρόνο, για μισή ώρα, και σύμφωνα με το νέο κανονισμό δεν έχει ούτε καν το δικαίωμα να τη φιλήση. Περιπλάνηση στην έρημο, όπου η συζυγική πίστη φτάνει στο αποκορύφωμα της συνειδήσεως. «Ξέρετε κάτι, λέει ο Γκλεμπ, νόμιζα πως όλα τα είχα πάρει απόφαση. Υπάρχει όμως ένα στην καρδιά μου που ζη και δεν μπορεί να πεθάνη: η αγάπη μου για τη γυναίκα μου» (204). Και η Νάντια σκέπτεται, επικαλείται, «εκείνο που δεν ήταν ούτε αυτός ούτε αυτή, αλλά αυτός κι αυτή μαζί, και που το λένε «αγάπη» (218). Μέσα σ’ αυτήν τη «ντελικάτη γυναίκα», ωριμάζει «μια αποφασιστικότητα από γρανίτη» και ο αξιωματικός της πολιτικής αστυνομίας που διοικεί το κέντρο του Μαρβίνο κι ύστερα συναντά τυχαία τη Νάντια στον υπόγειο σιδηρόδρομο, ξαφνιάζεται με την καυτή, αγανακτισμένη ματιά που του ρίχνει όταν τής απευθύνη το λόγο: «Μα ποια δύναμη την έδενε με τέτοιο πείσμα, με τέτοια λύσσα, με κάποιον που δεν θα ξανάβρισκε παρά μετά από χρόνια και που δεν θάκανε τίποτ’ άλλο παρά να τής καταστρέψη τη ζωή;» (160).

Ωστόσο, το πραγματικό εμπόδιο ανάμεσα στη Νάντια και τον Γκλεμπ, δεν είναι ο χωρισμός αλλά ο διαφορετικός βαθμός της πνευματικής τους ωριμότητας. Διαφορά που θα μπορούσε καλά να εξηγήση η αποστροφή του Νίτσε πως η γυναίκα αγαπά τον άνδρα, αλλά ο άνδρας αγαπά το Θεό. «Η πνευματική συνείδηση της Νάντιας εξαντλείται στη συζυγική της πίστη. Η Νάντια δεν έχει ακόμη αυθύπαρκτη υπόσταση μέσα σε μια αυθεντική αμοιβαιότητα. Δεν υπάρχει παρά με τη μεσολάβηση του Γκλεμπ. Οι σπουδές της καρκινοβατούν, η διατριβή της για τον «Αγώνα κατά της δουλείας» έχει μπει στο ράφι μετά τη σκλήρυνση της δικτατορίας. Η Νάντια δεν καταφέρνει να συνδεθή με τις φοιτήτριες που μένουν στο ίδιο δωμάτιο, η παρουσία της είναι κλειστή – ξυνισμένη «γεροντοκόρη» τήν φαντάζονται εκείνες. Η πίστη του Γκλεμπ, αντίθετα, έχει την πηγή της σε μια συνείδηση ήδη αφυπνισμένη από την περιπαθή αναζήτηση της αλήθειας. Είναι άλλωστε εν μέρει αυτή η αναζήτηση που τον έχει παρασύρει στον κόσμο των στρατοπέδων, όπου ήξερε ότι βρίσκονται οι πιο αξιόπιστοι μάρτυρες του δράματος που ζούσε η Ρωσία από το 1917. Η Νάντια δεν μετέχει σ’ αυτή την αναζήτηση που τώρα εσωτερικεύεται και προχωρεί ψηλαφητά προς τις πνευματικές ρίζες της ζωής. Πληγώνεται που ο Γκλεμπ δεν την βλέπει και δεν ακούει που τον φωνάζει από την πόρτα όπου έχει στήσει καρτέρι, όταν εκείνος βγαίνη για πρώτη φορά από την φυλακή με μια φάλαγγα κρατουμένων: «Άκουγε με βαθύ ενδιαφέρον έναν επιβλητικό γέρο με σταχτιά γενειάδα» (213). Αυτή η διαφορά στάσεως εξηγεί επίσης γιατί, τη στιγμή, που, από αγάπη, αποδίδουν ο ένας στον άλλο την ελευθερία τους, ο Γκλεμπ λέει στη Νάντια «Ξαναπαντρέψου», ενώ η Νάντια τελειώνει το γράμμα της με τη συγκεκαλυμμένη   κτητικότητα που εκφράζουν αυτά τα λόγια: «Μετά, θα ξανάρθεις σε μένα, δεν είν’ έτσι;» (215).

Η σχέση ανάμεσα στην συνείδηση και στην αγάπη παρουσιάζεται λοιπόν με τις πιο ποικίλες μορφές. Στη Νάντια, η αγάπη ξυπνά την συνείδηση. Στον Ιννοκέντιο Βολοντίν και στον Γκλεμπ Νερζίν η ήδη αφυπνισμένη συνείδηση θεμελιώνει την αγάπη. Αυτό όμως που σώζει την αγάπη πέρα απ’ το χρόνο, πέρα απ’ τον κόσμο, κινδυνεύει να γίνη ο χαμός της σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Ιννοκέντιος ανακαλύπτει τη γυναίκα του σαν πρόσωπο μόνο τη στιγμή που πρόκειται να την χάση επειδή προσπάθησε να σώση τον «πλησίον» του από την αδικία. Ο Γκλεμπ συναισθάνεται πιο έντονα την πίστη του προς τη Νάντια τη στιγμή που πρόκειται να βυθιστή χωρίς ελπίδα επιστροφής στους κατώτερους κύκλους της κολάσεως για ν’ αναζήτηση την αλήθεια της ιστορίας και το νόημα της ζωής. Ο Γερασίμοβιτς, άλλος φυλακισμένος της «σαράσκα», ανακαλύπτει στην ετήσια επίσκεψη της γυναίκας του τη βαθειά στοργή που τρέφει γι’ αυτήν. Όταν την βλέπη γερασμένη, αξιοθρήνητη, «άσχημη», καταλαβαίνει συγκινημένος πως οι δυό τους μαζί έχουν μια μόνο κοινή μνήμη: «Ποια νέα κοπέλα, ελκυστική και δροσερή αλλά ακατανόητη άγνωστη με δικές της, διαφορετικές, αναμνήσεις, θα μπορούσε να έχει γι’ αυτόν μεγαλύτερη σημασία απ’ τη γυναίκα του;» (230). Κι όμως θα αντισταθή στην κραυγή τής απελπισίας της: «Έχεις σπουδαίο μυαλό. Σέ παρακαλώ, βρες τους κάτι. Σώσε με! Σώσε με!» (233) και θα αρνηθή να φτιάξη τα όργανα αστυνομεύσεως, που του ζητούν και που θα του εξασφάλιζαν την απόλυση πριν εκτίση ολόκληρη την ποινή του. Αρνείται να σώση τη γυναίκα του αν το τίμημα είναι να βασανιστούν τόσοι αθώοι. Η γνήσια αγάπη ξεπερνά τον έρωτα κατά το μέτρο που δεν κλείνεται στον εαυτό της. Το αντίθετο την ζωντανεύει μωλοπίζοντάς την.  Μόνο ένα ανώτερο πάθος, που προϋποθέτει πάντα παραίτηση, μπορεί να παραλάβη και να ξεπεράση το ερωτικό πάθος, να κάνη δυνατή την πραγματική συνάντηση. Τότε διανοίγεται μια συντροφικότητα υπηρεσίας, μια κοινή δημιουργία, ή, αν επέλθη και διαρκέση η απομάκρυνση, ένα κοινό βάθος, η προσοχή στο ίδιο κάλεσμα, η προαίσθηση του ίδιου κέντρου «όπου συγκλίνουν οι γραμμές».

***

Η συνάντηση του Γκλεμπ και της Νάντιας στη φυλακή του Λεφόρτοβο είναι, στην συγκρατημένη επιφυλακτικότητά της, μια από τις πιο έντονες ερωτικές σκηνές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η μοναδική ετήσια επίσκεψη – τουλάχιστον όσο ο Γκλέμπ βρίσκεται στη «σαράσκα», και δεν θα βρίσκεται για πολύ – γίνεται σ’ ένα ανακριτικό γραφείο. Αντίθετα με το όραμα του Δάντη, το τόσο λίγο ευαγγελικό κατά βάθος, η αγάπη δεν φεύγει προς τον ουρανό, αλλά κατεβαίνει στον Άδη, όπως ο Χριστός μαζί του. Η συνάντηση, όπου παρευρίσκεται ένας φύλακας, διαρκεί μισή ώρα. Η συνεννόηση γίνεται με υπονοούμενα. Ο έρωτας δέν απουσιάζει, αλλά είναι κι αυτός υπονοούμενος, απλή προέκταση της συναντήσεως πρόσωπο με πρόσωπο. Το χαμόγελο του Γκλεμπ όταν καλωσορίζει τη Νάντια, της μεταδίδει «μια ριπή χαράς» (222). Μισανοίγει το παλτό της, το τραβάει πίσω, προσφέροντας στο βλέμμα του το καινούριο της πορτοκαλί κορσάζ, θύμηση της γιορτής του σώματος, της συμφωνίας που είχε σφραγιστή στη γιορτή του ήλιου, τότε που το φως της ματιάς ευλογούσε το πρόσωπο, τότε που το φως του προσώπου ευλογούσε το σώμα. «Με μια ματιά, ο Νερζίν κοίταζε τη γυναίκα του: το πρόσωπό της, το λαιμό της, το σκίσιμο του κορσάζ». (233). Αυτή ανοίγει ακόμα λίγο το παλτό και τονίζει την προσφορά του σώματος. Ο λαιμός της φαίνεται στον Γκλεμπ πάντα λεπτός και ντελικάτος «κοριτσίστικος». Μαντεύει τους στενούς της ώμους «που του άρεσε να σφίγγη όταν την αγκάλιαζε». Μόνο τα στήθη της που τα μαντεύει κι αυτά κάτω απ’ τις πτυχές του κορσάζ, έχουν λιγάκι μαραθή, σημάδι της οδυνηρής στειρότητας των χρόνων της μοναξιάς. Ο Γκλεμπ καταλαβαίνει πως η ιστορία έχει συντρίψει και τη Νάντια – «θυμήθηκε πως τα τοιχώματα της γκρίζας κυτταρικής τσιμπίδας είχαν εξαρθρώσει και τη δική της ζωή»  (223).  Η όμορφη αγάπη τους σταυρώθηκε.

Για ποια ανάσταση; Τα λόγια που έρχονται πιο δύσκολα απ’ τις χειρονομίες – η ώρα είναι πολύ λίγη, η παρουσία του τρίτου πολύ αισθητή – είναι πρώτα λόγια που σταυρώνουν. Η Νάντια αναγγέλλει στον Γκλεμπ πως είναι ανάγκη νά πάρη διαζύγιο, αλλιώς είναι αδύνατο να επιζήση, δεν θα πρόκειται παρά γιά ένα νομικό παραμύθι. Ο Γκλεμπ εγκρίνει αλλά υποφέρει, ύστερα δίνει στη Νάντια να καταλάβη πως η κράτησή του θα διαρκέση πάρα πολύ καιρό. Τότε απελπίζεται αυτή, προπάντων που νιώθει και πάλι σαν απόσταση μεταξύ τους την παράξενη απόσπαση τού ανδρός της, αυτή τη σοβαρή ηρεμία που του έχει έρθει. «Δεν είναι δυνατόν! φωνάζει, όταν εκείνος υπαινίσσεται κράτηση επ’ αόριστον. Ή μήπως νόμισες πως είχα αληθινά σκοπό να σ’ εγκαταλείψω;» (227). Με τη διαίσθηση της γυναίκας, της μάνας, έχει νιώσει τον πόνο, την επίκληση, την κρυφή αδυναμία στον άνδρα που φαινομενικά μοιάζει τόσο αποφασισμένος, τόσο ήρεμος. Ανανεώνεται τότε σαν από θαύμα η γαμήλια πίστη τους, κι είναι αυτή η πρώτη ανάσταση. «Το απάνω χείλος (της Νάντιας) έτρεμε, το πρόσωπό της ήταν συσπασμένο, τα μάτια της εκφράζουνε την πίστη, μόνο την πίστη. «Σέ πιστεύω, σε πιστεύω, Ναντιουσένκα!» της είπε με αλλαγμένη φωνή» (227)

Ο Γκλέμπ, πιο προχωρημένος, έχει φτάσει να θεμελιώση στην πίστη του Θεού τη συζυγική του πίστη. Διακριτικά, δίνει στη Νάντια να καταλάβη. «Μη μου πεις πως αρχίζεις να πιστεύης στο Θεό;…». Αυτός χαμογελά: «Πασκάλ, Νεύτων, Αϊνστάιν» (228) – οι   μεγάλοι σοφοί πιστεύουν στο Θεό, όπως υπογραμμίζει συχνά ο Σολζενίτσυν. Είναι κι αυτό ανάσταση. Την φιλάει, παρά τον νέο κανονισμό. Στο σημερινό κόσμο η αληθινή αγάπη, όπως κι ο Θεός, είναι παραβάτης. Και η φωνή του Γκλεμπ «τρέμει από τρυφερότητα» όταν θυμίζη στη Νάντια την εμπιστοσύνη του, ό,τι κι αν κάνη. «Κάνε ό,τι είναι το καλύτερο για σένα» (228). Το νεύμα που του κάνει τότε εκείνη «με τα δάχτυλά της που δεν τα στολίζει βέρα», είναι η υπέρτατη υπόσχεση, που δεν έχει πια ανάγκη από σύμβολα. Για να μιλήσουμε όπως ο Μπερντιάεφ, πρόκειται εδώ για τη μετάβαση «από το σύμβολο στην πραγματικότητα».

***

Η ανανεωμένη αυτή πίστη επιβεβαιώνεται αμέσως απ’ τη δοκιμασία.

Τις προηγούμενες ημέρες, ο Γκλεμπ, είχε αρχίσει μια διφορούμενη περιπέτεια με μια ελεύθερη υπάλληλο, τη Σιμόσκα, που δουλεύει στο ίδιο εργαστήριο μαζί του. Είναι μια κοπέλα άσχημη, με μακριά μύτη, κοντή και «κάνει τη γελοία εντύπωση πως δεν έχει βάρος, σαν πουλάκι» (65). «Τελείως απροσδόκητα», γιατί ο ρόλος της ήταν όχι μόνο να τον βοηθάη αλλά και να τον επιβλέπη, η Σιμόσκα έχει ερωτευτή τον Γκλεμπ: «Αυτή η μικρή ρίχτηκε από μόνη της στην αγκαλιά σου και σφίχτηκε απάνω σου με τόσο τρομακτική προθυμία. Γιατί να τής το αρνηθής, γιατί να το αρνηθής στον εαυτό σου;» (65). Υπάρχει όμως κάποιο λάθος στο μοίρασμα των χαρτιών: Η Σιμόσκα είναι ειλικρινής, μια ιδέα αρπακτική, και σκέπτεται το μέλλον. Στη μεταπολεμική κοινωνία, όπου οι νόμοι της προσφοράς και της ζητήσεως λειτουργούν απάνθρωπα εναντίον των γυναικών, προπάντων εκείνων που δεν έχουν ομορφιά, ο Νερζίν είναι στά μάτια της ένας πιθανός σύζυγος. Ξέρει πως είναι παντρεμένος, αλλά η γυναίκα του θα τον έχη χωρίσει ή θα τον έχη απατήσει. Είναι η φορά των πραγμάτων. Αυτή όμως θα τον περιμένη. Ο Νερζίν παίζει αρκετά κυνικά μ’ αυτή την αρπακτική ειλικρίνεια. Ας του δοθή και θα κάνουν ένα παιδί. Δεν είναι λοιπόν μια σύντομη συνάντηση που της προτείνει, αλλά το μέλλον. Όχι πως υπήρξε ποτέ αμφιβολία για την πίστη του προς τη Νάντια. Αλλά ξέρει πως σύντομα θα φύγη από τη «σαράσκα». Με λίγη ειρωνεία, με λίγη τρυφερότητα, σκέπτεται να κάνη μια χάρη στο σώμα του και στο μάλλον γελοίο κορμί της κοπέλας. Δεν αγαπά όμως τη Σιμόσκα, και δεν την εμπιστεύεται. Δεν της αποκαλύπτει τη φύση των ιστορικών του ερευνών – στις ελεύθερες ώρες του γράφει ένα δοκίμιο ερμηνείας του σταλινισμού. Διατηρεί τη δυσπιστία που τού έχει διδάξει η ιστορία; «Αυτά τα γεμάτα εμπιστοσύνη, τα γεμάτα αγάπη, μάτια της… μπορούσαν πολύ καλά να δουλεύουν για τον αξιωματικό της ασφάλειας» (66).

Αυτός λοιπόν που θέλει να κάνη μια χάρη στο σώμα του, στερημένο τόσα χρόνια τη θηλυκή παρουσία, κι αυτή που θέλει να δημιουργήση το μέλλον της, έχουν αποφασίσει να συναντηθούν κρυφά τη Δευτέρα στο θάλαμο του εργαστηρίου ακουστικής. Η Σιμόσκα ετοιμάζεται με επιμέλεια, λες για γάμο: Κάνει μπάνιο, αρωματίζεται, φοράει το καλύτερό της φόρεμα. «Ναι! Επιθυμούσε πολύ να κάνη ένα παιδί και να το μεγαλώση μόνη της μέχρι να ελευθερωθή ο Γκλεμπ» (511).

Αλλά ο Γκλεμπ είδε τη Νάντια την Κυριακή. Η ακτινοβολία της συζυγικής πίστεως τού κάνει αδύνατη κάθε περιπέτεια. Δεν πρόκειται για απαγόρευση, αλλά για μια ανανεωμένη φώτιση που αλλιώς δεν θα μπόρεση να τη διατηρήση. «Μετά την επίσκεψη της προηγουμένης ημέρας αισθανόταν τα χείλη του και τα χέρια του καθαρά, του φαινόταν τώρα αδιανόητο να πλησίαση τη Σιμόσκα, να την πάρη στην αγκαλιά του, να τη φιλήση» (513). Κανοναρχεί λοιπόν μπροστά στο δολοφονημένο πουλάκι, τον παιάνα της συνειδήσεως: «Δεν είχα ιδέα τι ήταν το κακό και ό,τι ήταν δυνατόν, μου φαινόταν καλό. Αλλά όσο πιο βαθιά μπαίνω σ’ αυτόν τον κόσμο της απάνθρωπης σκληρότητας, τόσο πιο πολύ ανοίγω τ’ αυτιά μου στα λόγια μερικών που, μέσα σ’ ένα τέτοιο κόσμο, κάνουν έκκληση στη συνείδηση» (515). Η Σιμόσκα δε μπορεί πια να κλάψη, δεν επιχειρεί πια να αμυνθή, τα μάτια της «λάμπουν από οδύνη» μέσα στη σιωπή. Ο Νερζίν καταλαβαίνει πως πάει να γίνη φαρισαίος της συνειδήσεως: «Να ξέρη κανείς όταν πεθαίνη, πως δε στάθηκε παλιάνθρωπος… είναι οπωσδήποτε μια ικανοποίηση» (515). Αισθάνεται πως αυτά τα λόγια ηχούν σαν κούφιο «κήρυγμα». Μονολογεί για την ίδια του τη δόξα, και η Σιμόσκα «έχει την εντύπωση πως μιλάει μόνο για τον εαυτό του». Στην αμηχανία του, ανοίγει το ραδιόφωνο, κι αντηχούν ερωτικά τραγούδια, όλη η τρέλα κι ο πόνος της αγάπης. Λυπητερή ομορφιά που συγκινεί τις καρδιές τους και κάνει τα δάκρυά τους να τρέχουν. Ο Γκλεμπ ζητάει συγγνώμη στη Σιμόσκα.

Η ομορφιά, πέρα από μια αδύναμη ηθική, καλεί στο μυστήριο. Ο Γκλεμπ θα μείνη πιστός στη Νάντια. Θα σεβαστή τη Σιμόσκα χωρίς να την περιφρονήση: Η αγάπη, η ίδια αγάπη, αρχίζει να βρίσκεται μέσα της. Δεν είναι πια υπεροπτικά μόνος με τη συνείδησή του: «Ήταν σαν κάποιος άλλος να είχε πάρει την υπέρτατη απόφαση» (517). Ακουμπάει το μέτωπό του στο τζάμι και κοιτάζει τη νύχτα. Τα φώτα παύουν να είναι τα φώτα των προαστείων της Μόσχας και γίνονται το Φως.

***

Πίσω στη φοιτητική εστία όπου κατοικεί, η Νάντια δε θυμάται για την ώρα τίποτ’ άλλο από τη συνάντησή της με τον Γκλεμπ, παρά τη μοιραία είδηση: Δεν θα ελευθερωθή πριν περάση πολύς καιρός, ίσως και ποτέ. Η ψυχή της παγώνει. Θα ήθελε να είναι μόνη κι αντιδρά με κακία στην ξεγνοιασιά, στα μικρά προβλήματα των κοριτσιών που βρίσκονται γύρω της. Έρχεται τότε ένας φίλος τής ηλικίας της – καθυστερημένος στις σπουδές του εξ αιτίας του πολέμου. Αυτός ο Σαγκώφ έχει πολεμήσει όπως ο Γκλεμπ. Αλλά είναι πιο απλός, λιγότερο διανοούμενος και η στέρεα προσωπικότητά του αρέσει στη Νάντια και την ηρεμεί. Θα του ήταν ευχάριστη μια περιπέτεια μαζί της, μια απλή περιπέτεια, γιατί επιδιώκει μεθοδικά ένα πλούσιο γάμο που θα του εξασφαλίση την αναγκαία υποστήριξη για τις φιλοδοξίες του. Για μια στιγμή, η Νάντια εγκαταλείπεται κοντά του στην παρηγοριά μιας ανδρικής παρουσίας. Πολύ γρήγορα όμως συνέρχεται, φωνάζει πως ο άνδρας της ζη, στη φυλακή, πως μόλις τον είδε. Ο Σαγκώφ φεύγει, η Νάντια μένει μόνη, σαν πεθαμένη. Στο διπλανό δωμάτιο, κάποιος παίζει ένα κομμάτι του Λιστ disperato. Πάει στο παράθυρο, τεντώνει τα χέρια για να αισθανθή στους καρπούς της τα κρύα τζάμια: «Μένει εκεί, σα σταυρωμένη στο μαύρο σταυρό του παραθύρου». Τότε ο Σαγκώφ, πρωτόγονος αλλά καλός φίλος, ξανάρχεται μ’ ένα μπουκάλι και δυο ποτήρια: «Έλα, γυναίκα του στρατιώτη: Μη χάνης το θάρρος σου… Ας πιούμε […] στην ανάσταση των νεκρών!» (Πρώτος Κύκλος, 293-294).

Μυστήριο της συζυγικής πίστεως. Η Νάντια, που «δεν πιστεύει στο Θεό», έχει μετάσχει, τώρα μόλις, στη νεκρανάσταση του άγνωστου Θεού που μάς περιμένει μέσα στα ίδια τα σκότη της κολάσεως. Δυο παράθυρα ανοιχτά στην ίδια νύχτα. Ανάμεσα σε δυο χωρισμένους συζύγους, η νύχτα, μόνο η νύχτα, αλλά μαζί σταυρός και φως.

Από το κεφάλαιο «Ο έρωτας και η αγάπη, II» του βιβλίου «Το πνεύμα του Σολζενίτσυν», εκδ. Βιβλιοπωλείου της Εστίας σε μετάφραση Ελένης Δαλαμπίρα. (σελ. 123-135)

Πηγή: Αντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here