[Αντί- γραφή IV] Δεκαπενταύγουστος

1
87

 Βαγγέλης Σταυρόπουλος

 

Δεν είναι τίποτα στο σπίτι, Μάνα μου,

να μη σε φέρνει ολάκερη στη σκέψη,

– και μήτε τίποτα στη ζωή μου, Μάνα μου,

που να μην το΄χεις κάπως σημαδέψει.

 

Κι ούτε που κάνω βήμα, τώρα, Μάνα μου,

χωρίς οι λογισμοί σου να με ζώσουν,

καθώς αγγίζω ή αντικρίζω, Μάνα μου,

το καθετί που μεταχειριζόσουν…

 

Κι όχι το καθετί, μονάχα, Μάνα μου,

δικό Σου, είναι μονάκριβο για μένα,

μα ως και τα μέρη, που περνούσες Μάνα μου,

κι εκείνα, τα θαρρώ σαν αγιασμένα…

 

Κι όχι τα μέρη εκείνα, μόνο, Μάνα μου,

κάτι, για μένα, έχουν του παραδείσου,

– μα ως και τον ίδιο τον εαυτό μου, Μάνα μου,

τον αγαπώ, γιατί ήταν παιδί σου…

Δάκρυα, Nαπολέων Λαπαθιώτης

 

Λόγω που΄ναι δεσποτική η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, οι ποιητές των κανόνων της, Κοσμάς ο Μοναχός και Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δεν συνέθεσαν θεοτοκία στο τέλος κάθε Ωδής, όπως συνηθίζεται και προβλέπεται στην ποιητική του είδους, μήτε και φρόντισαν να συντάξουν ούτε ο ένας ούτε κι ο άλλος την Ωδή της Θεοτόκου την θ’, με τρόπο που να δικαιώνει την αυστηρότητα του μέτρου εκείνου, που σε άλλο σημείο ο ίδιος ο Δαμασκηνός θέτει στον εαυτό του: Στέργειν με ημάς ως ακίνδυνον φόβω/ Ράον σιωπήν΄ τω πόθω δε Παρθένε/ ΄Υμνους υφαίνειν, συντόνως τεθηγμένους/ Εργώδες εστίν΄ αλλά και Μήτηρ σθένος/ Όση πέφυκεν, η προαίρεσις δίδου.

Επειδή πάλι οι Ειρμοί και των δύο θεοτοκίων Ωδών τυχαίνει να΄ναι Ειρμοί της εορτής του Σταυρού, η Εκκλησία παρέδωσε να λέγεται ως Θεοτοκίο τροπάριο αντί του Άξιον εστίν, ο τρίτος ύμνος της εβδόμης Ωδής του δεύτερου Κανόνα: Nυν τα ανήκουστα ηκούσθη΄ ο απάτωρ γαρ Υιός εκ της Παρθένου, τη πατρώα φωνή, ενδόξως μαρτυρείται, οία Θεός και άνθρωπος, ο αυτός εις τους αιώνας.

Αυτό το εναρκτήριο ΄΄νυν΄΄ του Ιωάννη, σπρώχνει τα νοήματα προς μία υπέρβαση. Πρώτα την αίσθηση και μετά τα νοήματα, καθώς η ακοή καταργείται από το ίδιο το γεγονός του ακούσματος. Όταν η αίσθηση εξαντλείται, θα πρέπει και το νόημα να μεταθέσει τα πεδία του. Τώρα θα ακουστούν λέει, αυτά που δε μπορούν να γίνουν αντιληπτά, κι έτσι κλείνει το πεδίο της ερμηνευτικής, τη στιγμή ακριβώς που το ανοίγει. Λέγοντας πως ανοιγοκλείνει πεδία δεν εννοώ πως τα οριοθετεί, αλλά ότι εισάγει σε μία τοπιολογία τωρινότητας, που΄χει την αναφορά της σε άλλο επίπεδο κατανοήσεως. Αυτό το άλλο επίπεδο, ο Ιωάννης φροντίζει να το σχηματίσει μέσα από μία σύνθεση  αντιθέσεων, ακριβώς για να οριστούν οι όροι σχέσεως Κτιστού- Ακτίστου όχι συμφωνικά, αλλά αντιθετικά. Όχι ως όροι ρήξεως, αλλά δια- Λόγου. Ακριβώς αυτοί οι όροι είναι οι αρμολόγοι της ποιητικής του Ιωάννη, που μιλιέται εδώ στην πιο ακραία της μορφή.

Η διαλεκτική του στιχουργήματος, προβάλει δύο γεγονότα με κοινή προοπτική. Το πρώτο αφορά στην άσπορη και άνευ πατρός κύηση και γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού απ΄τα αγνά και παρθενικά αίματα της Μαρίας. Το δεύτερο στην ένωση Κτιστού και Ακτίστου μέσα στο πρόσωπο του Λόγου, τα απόρρητα επιφάνεια της φύσεως της εμφερούς αύλου θεότητος, που διατηρείται αναλλοίωτη και μετά την πρόσληψη της βροτείου. Το μέγα μυστήριο που τελεσιουργείται περιγράφεται από την προσενώπιο σχέση Θεού και Ανθρώπου, από την ίδρυση της κοινωνίας Κτιστού και Ακτίστου, με όρους ασυγχύτου συγκράσεως, δηλοποιητικής της συνάψεως Διαθήκης Καινής, επί του θεμελίου εκείνου του ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν, ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον ( Εξ. 33, 11).

Οπότε, η ακρόαση των ανήκουστων και η όψη των αθέατων συμπαρομαρτεί  το γεγονός του Μυστηρίου. Η πατρώα φωνή βεβαιώνει το πώς ου φύσεως έργον η σάρκωσις, αλλά τρόπος οικονομικής συγκαταβάσεως ( Ιωαν. Δαμασκηνός, PG 98, 1464 A) , ταυτόχρονα με τη δήλωση μιας άνευ πατρός γεννήσεως, όπου η μητέρα και μετά τόκον μένει Παρθένος. Ο Φωταγωγός οικεί μήτρα, που διαμένει αειπάρθενος, βαστώντας κραταιά την άσχετη και άδυτή του Δόξα. Αυτουργός η Τριαδική θεότητα του Μυστηρίου, εργάζεται την Σωτηρία του ανθρώπινου μέσα στην αγνή γαστέρα της Μαρίας, οικοδομώντας την σχέση επί της ελευθέρας γνώμης της: γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου ( Λκ. 1, 38).

Η σωτηρία αρμολογείται με τα υλικά της ξένης κενώσεως του Θεού και της εν αληθεία υπακοής της Παρθένου. Η πρόταση του Συμβόλου- κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της αειπαρθένου και ενανθρωπήσαντα– λαμβάνει αρχή και λόγο στα προτασσόμενα: Τον δι΄ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν. Εδώ ακριβώς η ενανθρώπιση αποκαλύπτεται ως συμφωνία της εκουσίου κενώσεως του Υιού και της ευρύχωρης υπακοής της Παρθένου. Η Μαρία καθίσταται ευρύχωρο σκήνωμα του Λόγου, ακριβώς, γιατί θυσιάζει την κλεισούρα του Νόμου και των όρων, χάρη του ουρανού των ουρανών της υπακοής της. Αποκαλύπτει το γεγονός της ελευθερίας, γιατί αναγνωρίζει την Αλήθεια ως ανώτερη της ελευθερίας της. Η προσφορά του εαυτού ως έργο της συνείδησης και του σώματος, η χωρίς βία υποταγή στο ξένο ρήμα, ορίζει την ελευθερία ως πρώτο. Η απόκριση αυτή στη κλήση ακολουθεί την έμφοβη εσωτερική κινητικότητα- η δε επί τω λόγω διεταράχθη και διελογίζετο ποταπώς ειή ο ασπασμός ούτος. Το θαύμα, ριζώνει στην ελευθερία της ύπαρξης όχι υπό όρους, αλλά υπέρ τους όρους του φυσικού και του μυθικού νόμου. Ούτε το σώμα μα ούτε και το θέλημα της Παρθένου βιάζεται, καθώς ο Θεός αποκαλύπτεται στην Ιστορία ως Θεός της ειρήνης, σαββατίζοντας στο ολόδικό του Κυριακό Σώμα τον μόχθο της σαρκός και την πάλη της με την Κτίση. Η ελευθερία που κοιτά την Αλήθεια, μόνον τότε υπάρχει ως συνθήκη πλάτυνσης. Όσο προσανατολίζεται στην αυτονομία υποκειμενοποιώντας την Αλήθεια και αντικειμενοποιώντας τον κόσμο μες το παντοδύναμό της ΄΄θέλω΄΄, χάνει την δυνατότητα να υποστασιάζεται, παύει να λειτουργεί ως διάσταση άνοιξης. Προσφέροντας η Μαρία την υπακοή της, σημαίνει την ελευθερία της χωρητική της Αλήθειας του αχωρήτου και ιδρύει το γεγονός το καταλυτικό των όρων της φύσεως, επειδή, δεν θεωρεί τον εαυτό της ελεύθερο ως αυτόνομο, αλλά διότι επιστρατεύει την ελευθερία της για να μετάσχει σε έναν άλλως άλλο υπαρκτικό τρόπο. Και πρέπει να πω, πως η κένωση του Λόγου, η κατά σάρκα εμφάνειά του μες το μποστάνι της Ιστορίας, ακολουθεί την κένωση της Παρθένου από το ίδιον θέλημά της, όχι παραιτούμενη απ΄την ανθρωπινότητά της, αλλά γιατί φανέρωσε πως μπορεί να υπάρξει ελεύθερη πέρα των συνόρων του Νόμου.

Έπρεπε λέει ο ποιητής, τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα μητρός αυτού, την κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευεταίον ούσαν επ΄αυτήν μυστήριον΄ ίνα μη μόνον την από γης του Σωτήρος ανάβασιν θεάσωνται, αλλά και της τεκούσης αυτόν τη μεταθέσει μαρτυρήσωσι.

Η συμπλοκή των δύο αυτών φανερώσεων αναφέρεται στην πραγματικότητα της προσενωπίου σχέσεως, και ακριβώς κατά την δωρεά αυτής της συγγενούς οικειότητος, εξακολουθεί ο θάνατος να καταργείται ως ο έσχατος εχθρός. Το παράδοξο αυτής της σύνθεσης των κοινών θελημάτων καθιστά τον θάνατο κοίμηση, την δε κοίμηση γεγονός αθανασίας κι όχι φθοράς. Το Μυστήριο της ζωής επαναλαμβάνεται μπροστά στην επιθανάτια κλίνη της Θεοτόκου με τον χορό των Αποστόλων ενθυμούμενο τον λόγο του Αρχιστρατήγου: Χαίρε Κεχαριτωμένη Παρθένε Μήτηρ ανύμφευτε, ο Κύριος μετά σου.

Κλείνω με τούτο: o Δαμασκηνός Ιωάννης, ξεκινά το τροπάριο του με ένα ΄΄νυν΄΄ και το κλείνει με το ΄΄ εις αιώνας΄΄. Αυτή είναι η δυναμική του λειτουργικού χρόνου΄ το ΄΄ νυν΄΄ αιωνίζεται με την συμβολή δύο γένοιτο: ΄΄Πλην ουχ ως εγώ θέλω αλλ΄ως συ΄΄ και ΄΄ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου΄΄.

Απλά μαθαίνουμε και κάτι ακόμα: πως η ζωή ιδρύεται όταν τελειώνει. Όχι με το τσακισμένο κορμί, αλλά με το συντετριμμένο ΄΄θέλω΄΄. Και το Μυστήριο επαναλαμβάνεται όσο ο εαυτός καθίσταται χωρητικός του Μυστηρίου, πανδοχέας του κουρελιασμένου του ΄΄θέλω΄΄, εραστής της πιο άγριας ελπίδας.

Τη λέμε Ανάσταση.

 

πηγή: Aντίφωνο

1 σχόλιο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here