[Αντί- γραφή ΙΙΙ-β] Περί πλουσίων, πορνών και ακοιμήτου σκώληκος

0
81

Στον ουρανό δεν έζησα ποτέ μου κι όμως θυμούμαι κι εύχομαι το φως του.  Δ. Καψάλης

Ο καιρός της επί γης παρουσίας του Σωτήρος, αρχηνά με μία νομική πράξη, αυτή της απογραφής. Το αντιφώνημα σε αυτό το καισαρικό δόγμα σημαίνει κυριολεκτικά την τομή, την τομή της Ιστορίας στα δύο όχι ως μια ασυνεχής ευθεία, ούτε ως φαύλος κύκλος, αλλ΄ ως το Πλήρωμα του Νόμου και των Προφητών, του ρητού και του άρρητου δηλαδή. Σημαίνει όμως και έναν πνευματικό πλουτισμό υπέρ την χρηματικήν φορολογίαν, μια αποδεκάτωση του ιδίου θελήματος τάξεως τελωνικής. Τελικά όμως βρισκόμαστε μικρόν προ του σωτηρίου πάθους, κράζοντας για μια άφεση των προσωπικών οφλημάτων, καταχρεωμένοι και αισχροί, άτσαλοι και αλαζόνες σα το Σίμωνα τον Φαρισαίο τον και λεπρό το πρώην. Από την άλλη, η ποταπή γυνή ετοιμάζοντας τα νεκροτάφια του Χριστού, η δικαίως αυτή μισουμένη γίνεται φίλη του Φίλου, εγκαταλείποντας το δεινόν της ραθυμίας, για την μετάνοια. Ένα πέρασμα απ΄την όχθη της σκλαβιάς στην ελευθερία την δύσκολη.

Με βασανίζει μια περί μετανοίας διήγηση του Ιωάννη Κολοβού κι εδώ σας την αφηγούμαι (ιστ’, σελ. 46) : Eίπε πάλι στον αδελφό ο γέροντας σχετικά με τη ψυχή που θέλει να κάνει μετάνοια. Ήταν μια πόρνη όμορφη σε κάποια πολιτεία κι είχε αγαπητικούς πολλούς. Την βρήκε ένας σημαντικός άνθρωπος και της είπε: υποσχέσου μου πως θα συμμορφωθείς κι εγώ θα σε κάνω σύζυγό μου. Αυτή συμφώνησε μαζί του. Και τη πήρε και τη πήγε στο σπίτι του. Οι αγαπητικοί της όμως έλεγαν πως ο δείνα μεγάλος άνθρωπος την πήρε στο σπίτι του κι αν πάμε και του χτυπήσουμε τη πόρτα και το αντιληφθεί θα μας τιμωρήσει. Αλλά πάμε στη πίσω πλευρά του σπιτιού κι ας της σφυρίξουμε. Αυτή τότε θα αναγνωρίσει τον ήχο του σινιάλου, θα κατέβει μοναχή της σε μας κι έτσι κανείς δε θα΄χει να πει πως βρισκόμαστε εκεί χωρίς λόγο. Αυτή ακούγοντας το σφύριγμα, σφράγισε τα αυτιά της και εισεπήδησε εις τον ενδότερο κοιτώνα και έκλεισε τας θύρας. Έλεγε (ο γέροντας) την ψυχή πως ήταν η πόρνη κι οι αγαπητικοί της τα πάθη κι οι άνθρωποι. Ο άρχοντας είναι ο Χριστός, η δε οικία η εσωτέρα, η αιωνία μονή. Αυτοί που της σφυρίζουν είναι οι πονηροί δαίμονες΄ αυτή δε διαπαντός φεύγει προς Κύριον.

Η διδασκαλία κι οι διηγήσεις των Γερόντων της ερήμου περνά στην αγιολογική παράδοση μεταξύ έκτου και εβδόμου αιώνα, σημείο στο οποίο για πρώτη φορά συναντάμε το μοτίβο της πόρνης γυναικός που ανοίγεται στην εσχατιά της ερήμου μετανοιωμένη για τον πρότερο βίο της. Ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, συγγραφέας του βίου της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ρητά δηλώνει την ύπαρξη μιας προφορικής παράδοσης γνωστής στους μοναστές που΄φτασε ως τις δικές του μέρες για να την καταγράψει. Το αγιολόγημα σαν καθημερινό ανάγνωσμα του βυζαντηνού ανθρώπου στοχεύει στη παίδευσή του, κι έτσι στο αστικοποιούμενο περιβάλλον, η αναφορά σε μία πόρνη που μετανοεί δε θα φάνταζε ως κάτι προκλητικό, αλλά ως μία εξαίρεση ανθρώπου μέσα στο τοπίο των πόλεων. Οπότε η ηθικοπλασία του αναγνώσματος στοχεύει σε μία κατηγορία πράξεως καθόλου ηθικής, μα υπαρξιακής, στη μετάνοια. Ο τόπος της ενδοτέρας ερήμου, συστημένος απ΄τις εντάσεις της μετανοιωμένης καρδιάς, γεννά την ανάγκη κατανοήσεως των πραγμάτων μέσα στην πολλαπλότητα των όψεών τους, σωσμένα όμως πάντοτε στην απλότητα της ουσίας τους.

Ο Ζωσιμάς, μας λέγει ο Σωφρόνιος στον Βίο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ήταν ένας γέροντας ενάρετος, εγκρατής, φρόνιμος στο κανόνα της μόνης και του δόγματος, μύστης και θεατής του ακτίστου Φωτός. Αυτός ο άνθρωπος όμως μπαίνει στο αυλάκι του λογισμού κι αποφασίζει να πάρει τους δρόμους, εγκαταλείποντας το μοναστήρι της μετανοίας του μέχρι να βρει κάποιον που θα΄ναι ανώτερός του στα πνευματικά. Έχει δηλαδή τη πίστη ο γέροντας πως είναι αυτός ο ύπατος των φιλοσόφων της ερημικής ζωής κι έτσι αποφασίζει μια οδοιπορία που θα τον οδηγήσει ή όχι στη βεβαίωση αυτής της υπόθεσης. Ξέρουμε πως οι περισσότεροι Πατέρες, ιεραποδημούσαν στην ενδοτέρα έρημο για να βρουν ανάπαυση στους λογισμούς και για να συλλέξουν εμπειρία και πνευματικούς καρπούς. Η περίπτωση όμως του Ζωσιμά είναι άλλη.

Τον συναντάμε σε νέα μονή, μα σκληρότερο κανόνα, αλλά και πάλι ο γέροντας έχει τον δικό του σκοπό. Κατά την τάξη αυτού του μοναστηριού, οι πύλες άνοιγαν μονάχα μετά τον εσπερινό της Συγγνώμης, δείχνοντας στους φίλαθλους αδελφούς τον δρόμο της ερήμου, για να ξανανταμώσουν τη Κυριακή των Βαΐων, κι έτσι μαζί να γιορτάσουν την Ανάσταση. Ο καιρός αυτός της φυγής στην έρημο σημαίνει για τους αναχωρητές την απόλυτη μόνωση. Δεν επιτρέπεται να πλησιάσει κανείς κανέναν, παρά να φεύγει μακριά έστω και στη θέα του, μήτε επιτρέπεται κανείς να γνωρίζει τον τρόπο ασκήσεως του αδελφού του, αλλά ο ίδιος να γίνεται ο σκληρότερος κανόνας για τον εαυτό του. Ας προσέξουμε αυτό όμως: ΄΄Κι αν κανείς καμιά φορά τύχαινε να δει από μακριά άλλον να έρχεται προς αυτόν, αμέσως άλλαζε κατεύθυνση και προχωρούσε σε διαφορετικό μέρος΄΄. Ο Ζωσιμάς όμως κρατά σύντονο και ταχύ το βήμα κι ανοίγεται στην έρημο όχι για να ξεμακρύνει απ΄τον κόσμο, μα για να συναντήσει τον δούλο του Θεού. Να μην ξεχνάμε πως είναι κι ετούτο μια παράβαση του κανόνα της μονής. Μα ο λογισμός του είναι αντάρτης. Τον ξεσηκώνει και τον πετά στις εσχατιές, το κάνει κυνηγό ΄΄φασμάτων δαιμονικών΄΄, ΄΄σωμάτων φευγόντων΄΄. Ο παππούλης όμως επιμένει κι αναλαμβάνει μια δεύτερη νεότητα, χάριν της ψυχής του και της επερχομένης βροντερής του διάψευσης. Γιατί όμως διάψευσης; Διότι η συνάντησή του με την Μαρία θα σημάνει αυτόματα και τον δικό του ΄΄υποβιβασμό΄΄ στη βαθμίδα των πνευματικών.

Η επίγνωση αυτής της κατωτερότητας μπροστά στην αρετή της Αιγυπτίας είναι ουσιαστική και σωτηριώδης, καθώς πλαταίνει τη γνώση  μες απ΄τη διάψευσή της, κι έτσι κατά κάποιο τρόπο φαίνεται πως ο Ζωσιμάς παίρνει τους δρόμους πιστός στη δυναμική αυτής της διάψευσης. Σχηματικά όμοιο προς το σωκρατικό αντίστοιχο: Κερδίζω την σοφία ως παραδοχή της άγνοιάς μου- κερδίζω την αγιότητα ως καρδιακή παραδοχή της αμαρτωλότητάς μου. Κι η Μαρία κι ο Ζωσιμάς τραβάνε προς τον ίδιο ορίζοντα, γι΄αυτό κι ώρα αρκετή λέει ο Σωφρόνιος, πεσμένοι στα γόνατά τους δεν έβγαζαν άλλη λέξη απ΄τα χείλη παρά το ευλόγησον. Δύο άνθρωποι στη μέση του πουθενά που παραμιλούν αδιάκοπα την ίδια λέξη, προσπαθώντας να πείσουν ο ένας τον άλλο, πως εκείνος είν΄ο άγιος κι ο άλλος ο αμαρτωλός. Αυτό θα πει η ταπείνωση: να τραβάω πίσω τον εαυτό ενώπιον της αλήθειας του άλλου, όχι για να κολοβωθώ, μα για να τον φέρω τον βαθύ εαυτό μου στο φως, κατά τι μαζεμένο απέναντι στη θέα του υπέροχου. Σημαίνει η ταπείνωση ένα δυναμικό άνοιγμα στο τώρα, ως η μπορετότητα του να στέκομαι ολόρθος ενώπιον της αληθείας μου ή αλλιώς το μη παραμύθιασμα του εαυτού. Η ταπείνωση δε λέει όχι στην αλήθεια του εαυτού, μα στις ψευδαισθητικές του αγυρτείες.

Απλήρωτη γυρνούσε η Μαρία η ταπεινή στα πορνεία και στα γλέντια και σε κάθε παλιογειτονιά, χαρίζοντας το κορμί σε όποιον βρισκόταν δίπλα της με μια επιθυμία ακόρεστη, με έναν έρωτα ακατάσχετο να κυλιστεί μες τη λάσπη της αμαρτίας, καθώς και τα γουρούνια του Δημοκρίτου: Σύες επί φορυτώ μαργαίνουσι- αρέσει στα γουρουνάκια να λουτσάνε στους βούρκους (Απόσπ. 147, Diels- Krunz). Μα η Μαρία στέκεται όρθια, φορτωμένη τον εαυτό της η πόρνη μπροστά στη Παρθένο, καθώς κι ο μικρόσωμος Ζακχαίος- που λέγαμε τις προάλλες- μπροστά στον Χριστό, ζητώντας θαρραλέα την ελευθερία της. Τη βρίσκει στην έρημο την πέρα του Ιορδάνου, όπου θερμά τη διεκδικεί για σαράντα εφτά χρόνια, υπομένοντας τα μηχανήματα του πειρασμού και τους σφοδρούς της λογισμούς, που τη πλησιάζουν όπως οι παλιοί φίλοι τη πόρνη ψυχή της διήγησης του Κολοβού. Μα εκείνη εξερχόμενη κατ΄έρημον θρηνεί πικρότερα, καθώς κι η πρώτη φεύγει εις τον ενδότερο κοιτώνα ρίχνοντας μάνταλα βαριά στις πόρτες. Τα ίδια κι ο Ζωσιμάς, που αψηφά τον κανόνα της μονής και γίνεται ο ίδιος ο σκληρότερος κανόνας για τον εαυτό του. Φεύγει στην έρημο γυρεύοντας τον δούλο του Θεού και βρίσκει και τη Μαρία και τη ψυχή του και τον Θεό. Εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω, μες την ξεραΐλα της ψυχής, εκεί ζητά ανάπαυση ο γέροντας.

Μη δυνήσεται ο Θεός ετοιμάσαι τράπεζαν εν ερήμω;

Η σύμπτωση μεταξύ των ασύμπτωτων βίων όλων των αγιογραφούμενων προσώπων- των οσίων και των μαρτύρων, των οπλιτών και των δούλων, των πορνών και των παρθένων, των τελωνών και των πτωχών, των λογίων και των σαλών- είναι η άρνηση στον κανόνα. Η είσοδός τους στην Ιστορία σημαίνεται από την απαίτησή τους να δουν το πεδίο εκτός των ορίων της, οπότε και το παίδεμά τους είναι άσκηση αυστηρότερη του κανόνα, καθώς κι η αγάπη ζητά ένα συνεχές ξεπέρασμα του εαυτού της, μία κατάφαση στην απεραντοσύνη της. Μεγάλη η μετάνοια είναι, γιατί είναι μεγάλες κι οι ψυχές που χωρούν το πένθος της Ιστορίας. Εκείνες που δε ψάχνουν να κρυφτούν από το βλέμμα του Θεού μετά τη γεύση του καρπού, μα στέκονται ντυμένες τη γύμνια τους. Η γύμνια μου σημαίνει όχι τον φόβο του θανάτου, μα την μνήμη του, που θρέφει την πιο άγρια ελπίδα του ανθρώπου, την Ανάσταση, που έλεγε κι ο Καρούζος. Το κοίταγμα προς το μέτρο της Ανάστασης είναι αυτό που θέτει το τέλος του κανόνα, όχι ως τέλος της άσκησης μα ως αρχή της. Ο Χριστός είναι ο μόνος κανόνας, ως κατάφαση στο ατέλειωτο του Σώματός του, ως μια πορεία συνεχής προς το υπέροχο. Μετανοώ όχι γιατί σκύβω το κεφάλι στην Εντολή, μα γιατί θέλω να φύγω απ΄αυτό τον κόσμο, πιο όμορφος, πιο αθώος απ΄ότι γεννήθηκα.

Κλείνω με μια παρατήρηση του αγίου Αμφιλοχίου. Λέει στον τέταρτο λόγο του πως ΄΄οι Φαρισαίοι γόγγυζαν βλέποντας τον Κύριο να τρώει μαζί με τους τελώνες. Και εκείνοι βέβαια σαν παλιό ασκί θα σκάσουν, γιατί δεν μπορούν να δεχτούν το νέο κρασί της διδασκαλίας΄΄. Αυτή η διδασκαλία ωστόσο δεν περιλαμβάνει κι όλα όσα ΄΄ οφθαλμός ουκ είδεν και ούς ουκ ήκουσεν και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη΄΄; Στη μυστική ραβινική γραμματεία η λέξη yayin- οίνος συνδέεται με τη λέξη sod- Μυστήριο. ΄΄Ο rabbi Yochanan λέει πως τούτο είναι το κρασί που φυλάγεται μες τα σκουτάρια του Θεού απ΄την έκτη μέρα ακόμα της Δημιουργίας΄΄.  Απ΄αυτό το κρασί θα πιουν οι Δίκαιοι εν τη Βασιλεία του Πατρός, για να΄ναι το τελευταίο νόημα της λέξης ίδιο με το αρχικό της. Για να΄ναι δηλαδή οίνος ο Χριστός κι εμείς πότες του καινού της αμπέλου γενήματος. Όταν λέω εμείς, εννοώ την Μαρία από την Αίγυπτο, τον καλό Ζακχαίο, την παραπονεμένη πόρνη γυναίκα, τον αγαθό Ζωσιμά, τους αγίους αυτούς της μη συμμορφώσεως, όπως θα΄λεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Τους ευλογημένους πονεμένους, που΄καναν το παράπονο σκαλί για την ελευθερία τους. Το παράπονο, που όπως έλεγα στην Αντιγραφή για τον Αγγελόπουλο, γεννά το δράμα και το δράμα την Ιστορία και η Ιστορία ζητά μια ελπίδα κι η ελπίδα ριζώνει στην Ανάσταση.

Όχι πως πρέπει να ελπίζω σε κάτι, αλλά όλοι ανήκουμε στην Ανάσταση, για να χρησιμοποιήσω πάλι τα χείλη του Καρούζου. Κι ο μόνος κανόνας της Εκκλησίας είναι η Ανάσταση κι ο Σταυρός μαζί.

Υ.Γ ο καλός αναγνώστης ας διαβάσει την συλλογή πατερικών κειμένων υπό τον τίτλο ΄΄Από την Ανάσταση του Λαζάρου στην Ανάσταση του Χριστού΄΄, έκδοση επιμελημένη απ΄τη Κουτλουμουσιανή Σκήτη Κοιμήσεως της Θεοτόκου και τυπωμένη απ΄τον Αρμό. Τη μεταγραφή στη νέα ελληνική έχει δουλέψει ο κύριος Γ. Μαυρομάτης κι απ΄αυτόν δανείζομαι τις λέξεις του Αμφιλοχίου. Ας ξανακοιτάξει κανείς τα ωραία λόγια των Ακολουθιών της Εκκλησίας και τα αποφθέγματα του Γεροντικού απ΄την ομώνυμη έκδοση του Αστέρος (1961). Το βίο της οσίας Μαρίας τον διάβασα απ΄την επίσης ομώνυμη έκδοση της Μονής Σταυρονικήτα, τυπωμένη απ΄τον Δόμο (1996). Τέλος το σχόλιο- γέφυρα στην ραβινική ερμηνευτική παράδοση το χρωστώ στα Μεσσιανικά Κείμενα του Emmanuel Levinas, που κανείς τα βρίσκει στην γαλλική έκδοση του οίκου le Livre de Poche, υπό τον τίτλο Difficile liberté (1976). Οι ποιητές δε χρειάζονται παραπομπές.

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here