π. Ν. Λουδοβίκος Κρίση-Υποκείμενο-Θεσμοί-Δύση-Eλλάδα

3
179

Η εκπομπή “Ανιχνεύσεις” της 4ης Ιουλίου του 2012 με θέμα  “αποτίμηση της κρίσης και του μέλλοντός μας” είχε καλεσμένο μεταξύ άλλων τον π. Νικόλαο Λουδοβίκο που τόνισε τα βαθύτερα αίτια της κρίσης και την ανάδυση του νέου υποκειμένου.

Μεταξύ άλλων αναφέθηκε στην αξιοπιστία, την λειτουργία και  τον διαφορετικό τρόπο δημιουργίας των θεσμών στην Δύση και στην Ελλάδα όπου με την ίδρυση του νεο-ελληνικού κράτους δημιουργήθηκαν θεσμοί “ξένοι” με το υπαρξιακό περιεχόμενο της δικής του παράδοσης.

Μίλησε για  την κοινωνιολογία του πλησίον, την Δυτική αντίληψη περί θεού και ανθρώπου χωρίς μετοχή(εσωτερική σχέση) στο Θεό που έφερε την θέληση για δύναμη και την γέννηση ενός αυτόνομου ‘εγώ’ κατά αντιπαράσταση με τους άλλους και με τον Θεό αδυνατίζοντας την σχεσιοκεντρική διάσταση του ανθρώπινου προσώπου.

” Η Δύση ψάχνει ένα είδος σωματιδίου του Ηiggs που θα δώσει νόημα στους θεσμούς και την αποτελεσματικότητά τους”.

“Για να ανέξεις την ιστορία εκτός από την αποτελεσματικότητα χρειάζεται και το νόημα”.

 

 

3 Σχόλια

  1. Είχα παρακολουθήσει την εκπομπή – ολόκληρη – στην απ’ ευθείας μετάδοση από την ΕΤ3. Χθες, εκμεταλλευόμενος τη χρηστική ιδέα του “Αντίφωνου” να συγκεντρώσει μόνο τις παρεμβάσεις του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, είδα τα 21 ετούτα λεπτά άλλες δύο φορές.
    Κάθε μία απ’ αυτές, εκπλησσόμουνα από το πόσα επιπλέον (εννοώ: που δεν είχα προλάβει να συγκρατήσω νωρίτερα) καίρια σημεία είχε κατορθώσει να περιλάβει στις τοποθετήσεις του ο λειτουργός, αυτός, του μυστηρίου αλλά και του λόγου.

    Επί του συγκεκριμένου, τώρα: Ο Παντελής Σαββίδης ξεκίνησε τη συζήτηση με μια τίμια, από πλευράς του, παραδοχή ότι παρατηρεί δυο μονάχα θεσμούς, εν Ελλάδι, να καρποφορούν ακόμα και μέσα στις πιο δυσμενείς συγκυρίες: Την [i]οικογένεια[/i] και την [i]εκκλησία[/i].
    Σε άλλο σημείο του διαλόγου, εστίασε (για μια ακόμα φορά) το ενδιαφέρον του στο “γιατί” να μην κατορθώνουν να “λειτουργήσουν” (οι υπόλοιποι, λοιπόν) θεσμοί στην πατρίδα μας – εκτίμηση που, προσωπικά, θεωρώ ότι περιέχει και ικανή δόση δημοσιογραφικής υπεραπλούστευσης, δεν είναι της στιγμής όμως να σταθώ σ’ αυτήν.
    [b]Η απάντηση του π. Νικόλαου κινήθηκε στον καθιερωμένο δρόμο της “political-corect” θεώρησης του νέου (χρησιμοποιώ τον όρο με διόλου αρνητική σημασία) ορθόδοξου ρεύματος: Εξακολουθεί να φταίει το ότι, εξ ιδρύσεώς του, το «ελλαδικό κρατίδιο» συγκροτήθηκε πάνω σε ξένα / ανοίκεια προς τις λαϊκές προσλαμβάνουσες σχήματα.[/b]

    Ας μου συγχωρεθεί να σημειώσω τις [i]επιφυλάξεις[/i] μου για την ερμηνευτική, ετούτη, πρόκριση: Σε ευθεία (εκ μέρους μου) προέκταση της αρχικής διαπίστωσης του Π. Σαββίδη, προτιμώ να διαβλέπω ότι αν τυχόν το ελληνικό κράτος αφηνόταν να ενεργήσει ορθολογικά, θα αξιοποιούσε την εκκλησιαστική – έστω μόνη αυτή – ιστορική, λοιπόν, γονιμότητα και θα επέλεγε να ενσωματώσει (ή να μιμηθεί τουλάχιστον) κάτι απ’ τις δομικές προϋποθέσεις της.
    Καθώς, μάλιστα, η καθοριστική από αυτές τις προϋποθέσεις είναι – όπως έξοχα ανέδειξε ο π. Νικόλαος – η_ δ ι ά σ ω σ η_ του [b]νοήματος[/b], θα μπορούσε να συναινέσει (για να επικαλεσθώ ένα στοιχειώδες παράδειγμα) να δοθεί στην Εκκλησία μεγαλύτερη αρμοδιότητα ως προς τη διαμόρφωση, αν μη τι άλλο, του θρησκευτικού μαθήματος στα σχολεία.
    Δεν διανοείται βεβαίως, η ελληνική πολιτεία, κάτι παρόμοιο – και δεν το διανοείται για τον απλούστατο λόγο ότι ότι δεν της το επιτρέπει η κρατούσα παρ’ ημίν… διανόηση.

    Κατά απολύτως ανάλογο τρόπο – ισχυρίζομαι – λειτουργεί, πάντως, και ο,τιδήποτε άλλο εξακολουθεί να_ δ ι α κ ο ν ε ί_ την [b]κοινή χρεία[/b] μέσα στην ελληνική επικράτεια: [i]Στον βαθμό[/i] δηλαδή, ακριβώς, κατά τον οποίο το πλήρωμά αυτής της επικράτειας επιμένει να [i]εμπνέεται[/i] από τις ευαγγελικές «πηγές του νοήματος».
    [b]Οι θεσμοί που «δεν λειτουργούν», καταλήγω, δεν λειτουργούν κατά το μέτρο – ειδικά – στο οποίο η «ποιμαντική» τής απο-εκκλησιοποίησης έχει εδραιωθεί στην κοινή συνείδηση.[/b]
    Οι αποτυχίες του ελληνικού κράτους – κατ’ αυτή την ανάγνωση – είναι αποτυχίες της ελληνικής κοινωνίας. Και οι αποτυχίες της ελληνικής κοινωνίας είναι νομοτελειακές επαγωγές τής, εν ψυχρώ, α ν τ α γ ω ν ι σ τ ι κ ή ς_ στάσης της ημεδαπής “υψηλής διανόησης” έναντι της λαϊκά κατακτημένης ευαισθησίας.
    Στον πυρήνα: Έναντι των εμπεδωμένων, στα μέρη μας, αναβαθμών του νοήματος.

  2. Κύριε Καστρινάκη,

    προκειμένου να κατανοήσω καλύτερα το συλλογισμό σας, θα μπορούσατε να μου διευκρινήσετε μερικές απορίες σχετικά με τη διατύπωση “αν τυχόν το ελληνικό κράτος αφηνόταν να ενεργήσει ορθολογικά, θα αξιοποιούσε την εκκλησιαστική – έστω μόνη αυτή – ιστορική, λοιπόν, γονιμότητα και θα επέλεγε να ενσωματώσει (ή να μιμηθεί τουλάχιστον) κάτι απ’ τις δομικές προϋποθέσεις της”.

    Θεωρείτε ότι το κράτος δεν είχε αυτή τη δυνατότητα; Αν όχι, από ποιον την αποστερήθηκε; Έχω την εντύπωση πως, αντιθέτως, η Εκκλησία συνεργάστηκε στενά και με περισσή αρμονία με το κοσμικό κράτος, από συστάσεώς του. Δεδομένων όμως των οικτρών ιστορικών μου ελλείψεων, αν θα θέλατε μπορείτε να μου αναπτύξετε το συλλογισμό σας, πού υπήρχε τελικά το πρόβλημα;

    Γιατί θεωρείτε την “υψηλή διανόηση” ως τον κατά κύριο λόγο υπεύθυνο για την απο-εκκλησιοποίηση και όχι το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του περασμένου αιώνα η τεχνολογική υπέρβαση των συνόρων κι ο εκμηδενισμός των αποστάσεων, εξέθεσαν την ελληνική κοινωνία σε μια πληθώρα πνευματικών ή άλλων ρευμάτων – συχνά αντικρουόμενων – τα οποία οδήγησαν αναπόφευκτα και σε κάποιο ποσοστό σε αναθεωρήσεις και αμφισβητήσεις; Θέλω να πω γιατί η στάση της “υψηλής διανόησης” να θεωρείται υπεύθυνη και όχι συνέπεια και η ίδια της νέας εποχής;

    Στο ίδιο πλαίσιο, γιατί θεωρείτε ότι η συνδρομή της Εκκλησίας στο μάθημα των θρησκευτικών θα προσδώσει διαφορετική διάσταση σε αυτό; Πιστεύετε ότι σα θεσμός η Εκκλησία, λειτουργούσα κι η ίδια εντός της κοινωνίας και όχι αποκομμένη, δεν έχει βλαφτεί επίσης σε μεγάλο βαθμό από την περιρρέουσα απο-νοηματοδότηση; Θέλω να πω, μήπως κι ο εκκλησιαστικός λόγος – ο επίσημος και όχι εκείνος που εκφράζεται από εξαιρετικούς ποιμένες της – στέκεται ξύλινος, κενός περιεχομένου; Μήπως, να το πω και διαφορετικά, υπάρχει κρίση πίστης ακόμη και μέσα στην ίδια την καρδιά της;

    Θεωρείτε άτοπο να υποστηρίξει κανείς πως αν η αγάπη, αν ο μεστός χριστιανικός λόγος ήταν ζωντανός και παρόντας μέσα στον καθημερινό βίο και την αγωνία των ανθρώπων, ότι τότε το λιγότερο που θα μας απασχολούσε θα ήταν το ποιος επιμελείται της σχολικής ύλης και διδασκαλίας των θρησκευτικών; Μήπως αντί να χανόμαστε στα τύποις και στο γράμμα να ξαναβγούμε στους δρόμους και στις ζωές των συνανθρώπων μας, με τον ενθουσιασμό ακριβώς εκείνον που αδυνατούν να μεταφέρουν κηρύγματα, κενά βιωματικού περιεχομένου και δράσης;

  3. Κύριε Αντώνη Κόλλα, το πρώτο πράγμα στο οποίο είμαι σε θέση να σας παραπέμψω είναι η γειτονική, χθεσινή, ανάρτηση στο “Αντίφωνο” [i]«Η Οσία Σοφία της Κλεισούρας και η διά Χριστόν σαλότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία»[/i]. Θα βρείτε, ελπίζω, σ’ αυτή την αφήγηση την απάντηση στις κρισιμώτερες από τις ερωτήσεις σας.

    Όσο για τα υπόλοιπα: Νομίζω ότι αυτό που φέρνει σε απόσταση τα συμπεράσματά μας είναι μια διαφορά όσον αφορά το “κλειδί” μέσω του οποίου κατανοούμε την Ιστορία: Από πλευράς σας, θεωρείτε την πορεία της (έστω και αν δεν το έχετε προσέξει) ως άθυρμα της τυχαιότητας. Λέτε, για παράδειγμα, ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις [i]επικαθορίζουν[/i] και τις μεταστροφές της συνείδησης.
    Επιτρέψτε μου να αντιτείνω, επιγραμματικά, ότι μια τέτοια θεώρηση αφήνει τα γεγονότα ανερμήνευτα. Δικαούμαστε φυσικά να πρεσβεύουμε, εν επιγνώσει, αυτή την εκδοχή. Να λέμε, δηλαδή, ότι «μια πληθώρα πνευματικών ή άλλων ρευμάτων – συχνά αντικρουόμενων […] οδηγεί αναπόφευκτα […] σε αναθεωρήσεις και αμφισβητήσεις». Μόνο που (εκ της αυτής επιγνώσεως) οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι προκρίνουμε, τότε, ως εμηνευτικό μας “κλειδί” τήν… απουσία κλειδιού – δηλαδή, ειδωλοποιούμε την Τύχη.
    Η από πλευράς μου πεποίθηση, λοιπόν, είναι ότι η «πληθώρα των ρευμάτων» έχει, εξ αντικειμένου, κάποια [b]συνισταμένη[/b] – κι ότι αυτή η συνισταμένη αποβαίνει, κάθε φορά, να_ τ α υ τ ί ζ ε τ α ι_ με την επιλογή της Ηγουμένης Συνείδησης. Δηλαδή της «ελίτ» – δική τους λέξη – των διανοουμένων μας.

    Με ρωτάτε, περαιτέρω, για το μάθημε των θρησκευτικών. Είναι προφανές ότι, αν απαντήσω διεξοδικά, η όλη συζήτηση σε αυτή τη σελίδα θα καθηλωθεί στο προκείμενο. Για να αποδειχθεί – στο τέλος – ότι είναι μάταιο να εστιάζουμε στα επιμέρους ενόσω, ακόμα, δεν έχουν συγκλίνει οι απόψεις μας στα καθολικά.

    Ενώ ένα κεντρικό, προφανώς, σημείο των αμφιβολιών σας, ως προς την Εκκλησία, συνοψίζεται στην απορία: «Μήπως […] υπάρχει κρίση πίστης ακόμη και μέσα στην ίδια την καρδιά της;». Είναι κάτι, αυτό, περί του οποίου μπορεί – αν θελήσει – να ιχηλατήσει το τοπίο, «μόνος» του, ο καθένας μας. Σε ό,τι μέ αφορά, αρκούμαι να σημειώσω ότι έδινα πάντως διαφορετική απάντηση, σ’ αυτή την ερώτηση, όσον καιρό σχημάτιζα γνώμη μέσω… δημοσιογραφικών πληροφοριών, και πολύ διαφορετική αφ’ ότου άρχισα να σχηματίζω «ιδία αντίληψη».

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here