Ακούγοντας τον Παντελεήμονα Κάρτσωνα

5
121

Η Βυζαντινή μουσική είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη φωνή, δηλαδή με την ίδια την πνοή του ανθρώπου, πνοή που του είναι χαρισμένη άνωθεν. Αποτελεί ασφαλώς την υψηλότερη μουσική έκφραση που επιτέλεσε ποτέ ο άνθρωπος, ως ολότητα, ως ενότητα, ως ταύτιση ψυχής και σώματος, εν αρμονία και πληρότητι. Γλυκασμός που δεν εκπίπτει στη γλυκερότητα, αίσθημα που το προσωπικό στοιχείο έχει εκλείψει, και έτσι υπερίπταται της φθοράς στην οποία υπόκεινται όλα τα αισθήματα, όσο γνήσια ή έντονα κι αν είναι. Υπ’ αυτή την έννοια κινείται εκτός χρόνου. Δηλαδή ως έκφραση δεν υπόκειται στη φθορά. Τα πάντα αλλάζουν και ανατρέπονται, αλλά εκείνη παραμένει ασάλευτη εκεί, για να την βρει αλώβητη ο κάθε άνθρωπος, και να μεταρσιωθεί προς έναν κόσμο άφατης πληρότητας, απ’ όπου εύχεται να μην εξέλθει ποτέ.

Μια ευγένεια διέπει κάθε σημείο της, ωσάν μέσα της να περιέχονται οι ίδιες οι κινήσεις των χεριών του Δημιουργού κατά την πλάση του ανθρώπου. Μάλλον ο αέρας των κινήσεων. Η καρδιά μαλακώνοντας αποξενώνεται από τα του κόσμου, καθώς όλες οι ανθρώπινες εκδηλώσεις στοχεύουν να την παγώσουν, και τελικά να την πετρώσουν. Στοχεύουν, γιατί η βυζαντινή μουσική δεν στοχεύει. Αναπλάθει χαϊδεύοντας, και μια γλυκύτητα που δεν ξέρεις από πού έρχεται καταλαμβάνει την καρδιά, βυθίζοντας το νου σε θεωρία νοημάτων άρρητων. ΄Αρρητων, που όμως είναι παρόντα, εκπεφρασμένα εν τω φωτί, που δεν το σκιάζει κανένα σκότος. Σε καλούν να τα αγγίξεις, και να διαπιστώσεις ότι υφίστανται, ότι δεν είναι πλάνες του νου, γιατί ο νους δεν σκέφτεται τίποτα, κανένας λογισμός δεν ταράζει την άφατη γαλήνη, καμιά φαντασίωση. Ο νους σιωπά εν τη καρδία, και όλη η πλάση αναφωνεί: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ».

Βυθίζεσαι ολόκληρος πλέον σε μια κατάσταση ύψιστης αποδοχής, ύψιστης αφοσίωσης, ύψιστης απόλαυσης, αδειάζοντας ο ίδιος και ξεχνώντας τις αθλιότητες που συνοδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη σε κάθε της βήμα. Δεν υπάρχει υψηλότερο είδος τρυφής στον επίγειο κόσμο. Πίνουμε πόμα καινόν. Μεθάμε, αλλά η μέθη μας είναι νηφάλια. Είναι μέθεξη ατάραχη, αδιάσπαστη, απερίσπαστη. Είναι μέθη όπου όλα τα μέρη του λόγου μετατρέπονται σε ουσιαστικά. Μπορεί να μην καταλαβαίνουμε τίποτα από τα λόγια, αλλά ο ίδιος ο ήχος και ο τρόπος που προφέρεται μας συνεπαίρνει. Ενώ όλα γύρω μας συμβάλλουν στην εκμηδένιση του νοήματος, ο εκφερόμενος δια της πνοής ήχος μας προσφέρει μυστικά την υπόστασή του, και δεν υπάρχει κανένα κενό στην ψυχή μας.  Μας συνεπαίρνουν οι ήχοι και όλα πληρούνται νοήματος, Τα τροπάρια, οι ύμνοι και η ψαλτική αλληλοπεριχωρούνται στον ύψιστο βαθμό τελειότητας. Ως αύρα λεπτή, ως πνεύμα υπεράνω του ύδατος. Η Βυζαντινή μουσική γίνεται η καθ’ αυτό έκφραση της νηφαλίου μέθης. Μας παραπέμπει στην πληρότητα της ησυχίας, της σιγής που πληρούται από παρουσία.

Ας ξεχάσουμε, αδελφοί, τα κακώς κείμενα του εκκλησιαστικού χώρου που όλοι τα βλέπουμε, και ας στραφούμε αταλάντευτα προς την ουσία των πραγμάτων που δοχείο τους είναι η Εκκλησία, και ας τρυγήσουμε τον πλούτο που μένει ατρύγητος στον αιώνα, που δαπανάται και ουδέποτε καταναλίσκεται. Η Εκκλησία είναι πέρα από τον χρόνο και τον χώρο, κατέχοντας το πλήρωμα του Λόγου, ο Θεός-Λόγος και της Εκκλησίας το πλήρωμα, καθώς ο Θεός σμίγει με τον κόσμο, και Θεός και κόσμος γίνονται ένα.

Και όλα αυτά ακούγοντας τον Γέροντα Παντελεήμονα Κάρτσωνα, που μέσα στα κρατήματα, τα ποικίλματα και τους καλλωπισμούς της φωνής του υπάρχει ένα άφεμα, ώστε να θέλουμε να συντρέξουμε και να παρηγορήσουμε την ανυπεράσπιστη φωνή, που μέσα στην άτμητη σιγή δεν είναι παρά ένας αίνος και ένα έλεος.

Αναστάσεως ημέρα {mp3}theologia/kartsonas_Anastaseos{/mp3}

Γεωργήσας εμμελώς {mp3}theologia/Georgisas_emmelos{/mp3}

[Το ηχητικό υλικό μάς το διαβίβασε ο κ. Νίκος Δεληνικόλας. Από πλευράς Αντιφώνου, τον ευχαριστούμε θερμά.]

πηγή: Aντίφωνο

5 Σχόλια

  1. Πολύ ωραίος και ακριβής ύμνος για τον μεγάλο της ψαλτικής τέχνης π. Παντελεήμονα Κάρτσωνα. Προτείνω μόνο να βελτιωθεί η πρόταση: “Είναι μία απο τις υψηλότερες μουσικές εκφράσεις που επιτέλεσε ποτέ ο άνθρωπος, ως ολότητα, ως ενότητα, ως ταύτιση ψυχής και σώματος, εν αρμονία και πληρότητι” διότι πάσχει και το περιεχόμενό και η μορφή της. Η ακόλουθη, αντιστοιχεί περισσότερο στην έκφραση του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου και θα μπορούσε να προκύψει σε επόμενο στάδιο επεξεργασίας:
    [i][b]“Υψηλότατη μουσική έκφραση, απαιτεί από τον δημιουργό και τον ερμηνευτή ολότητα και ενότητα υπόστασης, ταύτιση ψυχής και σώματος, εν αρμονία και πληρότητι”.[/b][/i]

    Για το ιδίωμα του Πατρός Παντελεήμονα, πρέπει να επισημάνουμε ότι ήταν πολύ προσωπικό, ιδιαίτερα πλασμένο, με την ελευθερία που του έδινε η έμπνευση, ώστε να εξυπηρετεί χωρίς συναισθηματισμούς την νηπτική άσκηση των μοναχών. Επομένως, είναι ακατάλληλο για την ενοριακή ψαλτική τέχνη που απαιτεί μεγαλύτερη συντομία και απλότητα. Γι αυτό και η επιρροή του είναι συχνά κακή, διότι κάνει τον μέσο ψάλτη να αφήνεται σε υπερβολικές ελευθερίες και μεγάλη πλαδαρότητα. Ο π. Παντελεήμων όμως, όταν έπρεπε, γινόταν πολύ λιτός και αυστηρός, άψογα ρυθμικός. Η Διάκριση είναι μεγάλη αρετή.

    Η Μουσική, κάθε είδους, φυλής και εποχής, υπάρχει μόνο χάρις στους ερμηνευτές της. Η ερμηνεία αναδημιουργεί το έργο ή το αφήνει σε πλήρη αφάνεια ή το οδηγεί σε τερατογένεση. Η τελευταία περίπτωση είναι πολύ συνηθισμένη, σε όλες τις παραδόσεις. Χωρίς Κάρτσωνες η Μουσική της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Βασιλική, όπως την λένε οι Άραβες, δεν υπάρχει.

  2. Θέλω να απευθύνω ευχαριστίες στον Αλέξανδρο Κοσματόπουλο, επειδή (εκτός, αυτής καθαυτήν, της συγγραφής του βασικού εδώ κειμένου) έδωσε την ευκαιρία στον Νίκο Δεληνικόλα να μας εφοδιάσει με το έξοχο τούτο “εποπτικό” υλικό.

    [b]Η παραπομπή του γραπτού λόγου στην ηχητική εγγραφή σπάνια, θαρρώ, έχει λειτουργήσει εντελέστερα. Οπότε πρόκειται μάλλον για μια απ’ τις ευτυχέστερες στιγμές της εφεύρεσης που λέμε διαδίκτυο.[/b]

  3. Χτυπά το ψυχοσάββατο αργά αργά η καμπάνα
    και νυσταγμένος ο παππάς τον όρθρο του αρχινά
    στο φτωχικό της κείτεται άρρωστη, χήρα μάνα
    και με παράπονο κοιτά τα δυό της ορφανά
    Συνέχεια…..
    Σ΄ ένα τραπέζι ξύλινο δίχως κανένα ξάρτι
    Μία γαβάθα κόλλυβα στη μέση καρτερεί
    Και ένα μικρό πεντάρικο κεράκι
    Σύρτε παιδιά τα κόλλυβα στην εκκλησιά τρεχάλα
    Να βρη η ψυχή του δύστυχου πατέρα σας δροσιά
    Πεινάμε μάνα δώσε μας πρώτα να φάμε κάτι
    Κι ύστερα πάμε τρέχοντας κι οι δυο στην εκκλησιά
    Απ το καρβέλι το στερνό τρεις φέτες έχουν μείνει
    Φάτε τις δυο κι αφήστε εμέ την μια την ποιο μικρή
    Είναι πικρά τα χείλη μου και η γλώσσα μου στεγνή
    Τρώνε τις δυο, τρώνε τιε τρεις μ’ αχόρταγο το στόμα
    Και δεν αφήνουν ψίχουλο να πέσει καταγής
    Μάνα ήταν λίγο το ψωμί
    Μάνα πεινάμε ακόμα
    Μάνα πως θέλεις νά βγουμε στον δρόμο νηστικοί.
    Θωρεί η φτωχή τα κόλλυβα και άθελα ψιθυρίζει
    Βουβάσου πόνε μέσα μου και θλίψη περισσή
    Έδωσα εγώ την φέτα μου και η πείνα με θερίζει
    Δώσε πατέρα δύστυχε τα κόλλυβα σου εσύ
    Και απλώνοντας τρεμουλιαστά αργά
    ‘Αβαρκο χέρι, σκύφτει αναφτει τα κεριά
    Χωρίζει και τα κόλλυβα σε δυο μονάχα μέρη
    Και λέει αναστενάζοντας χορτάσετε παιδιά

    Ζέππος Δημήτρης d.zeppos@gmail.com

  4. Κύριε Ζέππο,
    νομίζω πως είχα διαβάσει αυτό το ποίημα προ αμνημονεύτων χρόνων, αλλά δεν θυμάμαι ποιού είναι. Μήπως του Βερίτη;
    Θα χαιρόμουν πολύ αν μου το θυμίζατε.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here