Αγκριτζέντο

0
249

Ο Ισοκράτης επιλέγει

«ΣΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΤΑ ΠΕΛΑΓΑ γράφονταν αχνά, των Λινδίων τα λευκά Ιστία.. Τους θαυμάζαμε, δεν είχαμε τη ναυτοσύνη και τους σοφούς τους. Μας φθονούσαν. Δεν είχανε την ευγένεια και τους αθλητές μας. Μα ενόσω οι νεαροί μας γόνοι αποκοιμιόνταν επί ρηγμίνι θαλάσσης ή τρέχανε στα γυμνάσια, ατρόμητοι οι έμποροι εκείνων, άφηναν τις νουθεσίες του Κλεόβουλου κατά μέρος και πλέανε στην Ανατολή, την Ταρσό και τη Φοινίκη, κυνηγώντας με κερδοσύνη το διάφορο. Μ’ αυτό πήραν στα χέρια των πόλεων τις τύχες. 0ι άριστοι υπέκυπταν, έφευγαν από την αγορά και το άστυ, αποτραβιόνταν στα κτήματα τους. Ήτανε οι πικροί καιροί της ασχολίας που οι έμποροι αρετή την είπαν. Οι αρχαίες πέτρες που αιώνες οι άνεμοι χτυπούσαν, μέσα σε λίγα χρόνια φαγώθηκαν. Η ηδύτατη ασθένεια, να ζει κανείς την αγωνία της ύπαρξης μακριά από ανάγκες, δεν χάριζε πια καμιά παρηγοριά. Άρχοντας να είσαι, ήτανε πια κατάρα και οι μέρες κυλούσανε σαν πρωινά του ορφανού, σαν βράδια του αρρώστου. Όχι πώς φοβόμαστε. Μα φτάσαμε να ντρεπόμαστε που έτυχε να γεννηθούμε ευγενείς. Να φύγουμε απ’ αυτό τον άθλιο τον τόπο, είπαμε, να φύγουμε. Κι αρχίσαμε να μελετούμε νέες χώρες».

Ο Παυσανίας σταμάτησε να γράφει και όρθωσε το σώμα πού ένιωθε πιασμένο. Ή νύχτα προχώραγε μα δεν είχε ύπνο. Βιασύνη ανεξήγητη τον είχε συνεπάρει, να δώσει σχήμα στις λέξεις και τις εικόνες που από καιρό τριγύριζαν στο νου του, να ξετυλίξει το νήμα πού δένει το χρόνο με τη σκέψη και ν’ ανατρέψει την τάξη πού κινεί τον κόσμο πάντα εμπρός. Έτσι μπήκε στον κύκλο που τον έβγαζε εκεί όπου θα ταυτιζόταν με αυτά που έγραφε σαν να τα είχε ζήσει ο ίδιος. Και δεν ξεχώριζε πια τις εικασίες από τις βεβαιότητες, τη φαντασία από την πραγματικότητα. Έβλεπε και άκουγε καθαρά μονάχα όσα βαθύφωνα ο Ερατίδης πρόγονος του ξηγούνταν.·

«Μίαν αφορμή ζητούσαμε μονάχα. Και τη βρήκαμε, στα λογία των Λινδίων και του Αντίφημου. Σπορά φόβων αλλά και ελπίδων τα λόγια εκείνα, έκαναν εντύπωση ζωηρή στο δήμο των Ίαλυσίων. Πώς να αναπαραστήσεις την ώρα του πειρασμού και την πρώτη τη στιγμή, τότε που ένας Χαλκιδαίος εμφανίστηκε στην αγορά και αλίευε βλέμματα και φαντασίες; “Εμείς” είπε ο Χαλκιδαίος “στη Δύση κυνηγάμε την τύχη μας. Με τους Ερετριείς και με Κυμαίους χτίσαμε νέες πόλεις. Σε ένα γλαφυρό νησάκι πρώτα, Πιθηκούσες τ’ ονομάσαμε. Μετά απέναντι, στην ιταλιωτική ακτή ιδρύσαμε τη νέα Κύμη. Κι ενώ οι πόλεις συγκλονίζονται από των τάξεων τη μάχη για το δήμιον και για το ίδιον, τα πλοία μας οργώνουνε τις θάλασσες, φέρνοντας πλούτο αξόδευτο, άφθονα αγαθά. Ο δήμος βέβαια ποτέ του δεν χορταίνει. Κι επειδή πλάι στα φτωχά κι άεργα πλήθη, κάποιοι άρχοντες πάντα περισσεύουν, όπως αφανίστηκαν οι βασιλιάδες —μ’ όλο που δώσανε στους ευγενείς κι υστέρα στους εμπόρους ό,τι αυτοί ζητούσαν— έτσι θα σβήσουν κι οι άρχονται από του πλήθους την ορμή, των αγενών το φθόνο. Φύγετε. Φύγετε να προλάβετε .

Τέτοια ο Χαλκιδαίος έλεγε, σκανδαλίζοντας όσους “ες φίλην πατρίδα γαίαν” ήθελαν να πεθάνουν. Κρύος ο αγέρας σφύριζε, περνούσε από τ’ αρχαία ιερά μέσα από μύριες χαραμάδες, ξύριζε σώματα και ρούχα. Κρατούσαν τα παράθυρα, αχνίζανε κρατήρες. Ζύγωσαν οι πιο τολμηροί, ζητούσαν κι άλλες ιστορίες. Ο Έρατος στριφογύριζε τις νύχτες στα στρωσίδια, σκεφτότανε του ξένου τα έπη. Δεν ήταν οι θησαυροί πού είχαν τη φαντασία του ξεσηκώσει, δεν ήταν η εύφορη η γη μήτε η πλεονεξία. Σε αρ­χοντική οικογένεια άνηκε, δεν ήταν η ανέχεια που τον έσπρωχνε να φύγει μα η λαχτάρα της περιπέτειας, η επαγγελία μιας αδύνατης ελευθερίας. Και δεν μπορούσε πια να βγεί από το νου του το άγριο στενό της Ζάγκλης, η νέα γη των μύθων, η πέρα από τη θάλασσα της Ιους. Ό,τι κι αν έκανε, αυτήν συλλογι­ζότανε, κάθε μέρα. Έξω ο κάμπος φορούσε ξανά το πράσινο βελούδο του, άνθιζαν τα νιόφυτα στα πόδια της ‘Ροδιακής Αχαΐας. Μ’ αυτός δεν έβλεπε τίποτα.

Έτρεχε ο χρόνος και πάνω στις παλιές απλώνονταν νέες φήμες για τους Ευβοείς εμπόρους που είχανε φτάσει ως την Καμπανία, το Λάτιο, την Ετρουρία. Μιλούσαν όλοι για την πολεμική τους ρώμη —τέτοια που οι Όσκοι και οι Οπικοί, οι Σαμνίτες κι οι Ιάπυγες να μην αποτολμούν ηρωικής αντίστασης αποκοτιές. Έκαναν κάμπους τα ελώδη κι απ’ την κρεμνή ακρόπολη τους διαφέντευαν τις γύρω χώρες. Και καθώς είχε παρέλθει πια η εποχή που οι άνθρωποι πιστεύανε πώς “ουδέν γλύκιον πατρίδος”, ζήλευαν κι άλλοι των Ευβοέων την τύχη κι έπαιρναν τον ίδιο δρόμο η συνέχιζαν πιο κάτω, προτιμώντας να ρίξουν άγκυρα στη Σικελία, στου Ήλιου το θείο νησί που λέγανε τότε Τρινακρία. Το τρίτο έτος της ενδέκατης “Ολυμπιάδας ο Θεοκλής αποβιβάστηκε στις ακτές της Αίτνας και ίδρυσε την πρώτη σικελική αποικία, τη Νάξο. Και τον άλλο χρόνο, Κορίνθιοι αποβιβάστηκαν στην Ορτυγία. Πιο υστέρα πολίστηκαν η Κατάνη και οι Λεοντίνοι. Όσοι έρχονταν τώρα από κει μιλούσανε για πεδιάδες καρποφόρες, για ντόπιους πληθυσμούς μ’ αισθήματα φιλίας. Και έτσι, Ρόδιοι και Κρήτες το αποφάσισαν και ζήτησαν χρησμό για το δικό τους κοινό ταξίδι. Η μάντιδα υπέδειξε τα νότια παράλια της νήσου.

Πάντα χλωμό, με κάποιου θανάτου την όψη, είναι το τελευταίο βράδυ στην πατρίδα. Οι γεωργοί απέθεσαν κάτω τα κοφίνια με τα γεννήματα, στερνό υπόλοιπο σεβασμού. Με βλέμμα στην πυροστιά στραμμένο, στο πυροκόκκινο μάτι της εστίας, αυτοί πού έφευγαν, αναλογίζονταν το Ιερό κέντρο της ζωής, αυτή τη σπιτική φωτιά που έχει ουράνια πηγή. Μήπως ο πιο ιερός όρκος την πρέσβειρα και πρωτογέννητη Εστία δεν είχε μάρτυρα; Και αφ’ Εστίας δεν άρχιζαν όλες οι προσφορές; Αυτή δεν ήταν το κέντρο του βωμού, της κατοικίας και της πόλης; Αυτή την ιερή φλόγα, την αγνή και άσβηστη, θα παίρνανε από το πρυτανείο το χάραμα ξεκινώντας. Με τον Αντίφημο και το Γέλωνα επί κεφαλής….

 

Αγκριτζέντο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου

σελ 67-69 εκδ. Ιδεόγραμμα

Ζητάμε συγγνώμη για τη…μετάβαση από το πολυτονικό του πρωτοτύπου στο μονοτονικό της ανάρτησης. Οφείλεται σε τεχνική αδυναμία. Προτιμήσαμε όμως να σας δώσουμε έστω κι έτσι μια μικρή γεύση από το υπέροχο μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου,το πρώτο μετά από μια μεγάλη σειρά ιστορικών έργων.


 

Ευρωπαϊκό λογοτεχνικό βραβείο στον Κώστα Χατζηαντωνίου
Ο έλληνας συγγραφέας βραβεύθηκε για το μυθιστόρημά του «Αγκριτζέντο»

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here