Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για αγένεια

13
1463

Ο αγενής τρόπος συμπεριφοράς και η επιθετική έλλειψη ενδιαφέροντος για τον Άλλον, τα δικαιώματά του και τις ανάγκες του τα τελευταία χρόνια αποτελούν πραγματικά μάστιγα. Την αγένεια τη βλέπουμε καθημερινά παντού: στο δρόμο, στα μέσα μεταφοράς, στους οδηγούς, στη δημόσιες υπηρεσίες, στο αφεντικό, στους συνεργάτες, στους πολιτικούς, στα μαγαζιά, στις παρέες, στα social media. Αν δεν τη βλέπουμε, σημαίνεις πως την έχουμε συνηθίσει- και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Πότε η αγένεια έγινε κανονικότητα; Πότε αυτή η συμπεριφορά μπήκε στην καθημερινότητά μας και τη θεωρήσαμε κάτι το αποδεκτό; Γιατί αποδεκτό δε θα γίνει ποτέ. Γιατί η αγένεια και το bullying δεν είναι μια συμπεριφορά που συνηθίζεται ούτε κάτι που πρέπει να το δεχόμαστε και να το αποσιωπούμε.

Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για αγένεια
Το τι συνιστά ευγένεια ή αγένεια μπορεί να διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία.
Αρχικά, ίσως θα έπρεπε να μιλήσουμε για το τι συνιστά αγένεια και τι ευγένεια. Η ευγένεια και οι καλοί τρόποι δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Μπορεί να έχεις καλούς τρόπους αλλά να μην είσαι ευγενικός. Αν, όμως, είσαι ευγενικός, τότε κατά πάσα πιθανότητα έχεις καλούς τρόπους. Όταν αναφέρομαι σε αγενή συμπεριφορά, αναφέρομαι σε συμπεριφορές που βλάπτουν τον άνθρωπο-δέκτη αυτής της συμπεριφοράς πρακτικά. Με άλλα λόγια, δε με ενδιαφέρει αν ο άλλος τρώει ακουμπώντας τους αγκώνες του στο τραπέζι. Αυτά είναι θέματα του savoir-vivre και καθόλου δε θα μας απασχολήσουν εδώ. Με ενδιαφέρει αν βρίζεις τον άλλον ή του ασκείς βία με οποιονδήποτε τρόπο.
Η αγένεια μπορεί να εκφραστεί είτε γλωσσικά (λεκτικά) είτε εξωγλωσσικά (μη λεκτικά, με συμπεριφορές και χειρονομίες).
Γλωσσικά, η αγένεια μπορεί να εκφραστεί με ύβρεις και άσχημους χαρακτηρισμούς, με το να διακόπτεις συνεχώς τον συνομιλητή σου, με τη χρήση του ενικού σε αγνώστους, με τη χρήση προστακτικής, με προσταγές και απαιτήσεις χωρίς να έχει κάποιος το δικαίωμα να το κάνει.
Εξίσου εξοικειωμένοι είμαστε με τον εξωγλωσσικό τρόπο έκφρασης της αγένειας: Βλέπουμε συνεχώς ανθρώπους που σου κλέβουν τη σειρά, που πετάνε σκουπίδια στο δρόμο ή φτύνουν δίπλα σου, που σε σπρώχνουν και ασκούν κάθε είδους σωματική βία, που δε σε αφήνουν να βγεις από το συρμό του μετρό αλλά σε χτυπάνε και προσπαθούν να περάσουν από πάνω σου σαν να είσαι αόρατος, οδηγούς που πάνε να σε πατήσουν καθημερινά όταν περνάς μια διάβαση πεζών με πράσινο, μηχανάκια που σε τρακάρουν όταν είσαι σταματημένος στο φανάρι και σε βρίζουν γιατί δεν τους έκανες χώρο να περάσουν, γείτονες που δεν τους αφορά εάν ενοχλούν καθημερινά με το να παίζουν όλη μέρα μπάλα στο σπίτι, υπαλλήλους σε δημόσιες υπηρεσίες που σου μιλούν τρομερά άσχημα, πολιτικούς που βρίζουν όσους τους ψήφισαν ή όχι-ανάλογα την περίπτωση, ανθρώπους που μορφάζουν ή κάνουν άσχημες χειρονομίες ως σχόλια σε κάποιον που μιλάει, αφεντικά που θεωρούν δικαίωμά τους να σε βρίζουν επειδή δεν ξύπνησαν καλά και η λίστα πραγματικά δεν έχει τέλος.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που θεωρούν πως οι γνωστοί δείκτες ευγένειας «ευχαριστώ» και «παρακαλώ» είναι δείγματα προσποιητής ευγένειας και οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούν δεν είναι ειλικρινείς. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση ενικού αντί για πληθυντικού σε ανθρώπους που δε γνωρίζεις. Προσωπικά, εάν πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στην προσποιητή ευγένεια και την αγένεια στον τρόπο που μου απευθύνονται οι άνθρωποι, θα επιλέξω το πρώτο. Και εγώ από τη μεριά μου, θα συνεχίσω να λέω «ευχαριστώ», «παρακαλώ» και «με συγχωρείτε», ακόμα και σε μια εποχή και σε μια κοινωνία που θεωρείται ξεπερασμένο.

Γιατί οι άνθρωποι είναι αγενείς;
Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι όταν κάποιος σου φέρεται με αγένεια δεν έχει να κάνει καθόλου με εσένα. Έχει να κάνει μόνο με εκείνον (εκτός και αν του έχεις φερθεί με αγένεια, εσύ πρώτος, φυσικά). Η αγένεια είναι μια μορφή κακίας. Πολλές φορές, οφείλεται σε σύμπλεγμα ανωτερότητας και σε έναν φόβο ανεπάρκειας εκείνου που φέρεται έτσι. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος αποφασίζει να είναι αγενής (γιατί, φυσικά και η αγένεια είναι συνειδητή απόφαση από τη στιγμή που όλα τα μέλη μιας κοινωνίας γνωρίζουν τους ηθικούς κανόνες για το πώς θα πρέπει να φερόμαστε στους άλλους), επειδή φοβάται πως είναι ανεπαρκής και έτσι γίνεται «σημαντικός» και ανώτερός σου.
Θα πρέπει, επίσης, να έχουμε στο μυαλό μας πως η ευγένεια διδάσκεται. Πολλοί άνθρωποι είναι αγενείς επειδή οι γονείς τους δεν τους δίδαξαν ποτέ κάτι άλλο. Ή, ακόμα και αν τους είπαν πως πρέπει να φερόμαστε καλά στους άλλους, οι ίδιοι οι γονείς ήταν αγενείς στο περιβάλλον τους. Όπως γνωρίζουμε, τα παιδιά διδάσκονται όχι τόσο από τα λόγια των γονιών όσο από το παράδειγμά τους. Ή, όπως λένε και οι φίλοι μας οι Πορτογάλοι: «Γιος γαϊδάρου δεν μπορεί να είναι άλογο» (Filho de burro não pode ser cavalo).
Ας ελπίσουμε ότι μια μέρα τα σχολεία θα διδάσκουν την ευγένεια και τον τρόπο συνύπαρξης με τους άλλους σε μια κοινωνία, όπως ακριβώς διδάσκουν τα μαθηματικά και τη φυσική. Γιατί το να γνωρίζουμε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μας σε μια κοινωνία- από τη στιγμή που έχουμε επιλέξει να συνυπάρχουμε με τους άλλους και όχι να ζούμε σε μια σπηλιά- είναι μια γνώση και μια δεξιότητα που διδάσκεται. Και το συντριπτικό ποσοστό του πληθυσμού δεν το έχει διδαχθεί. Ας θυμόμαστε πάντα πως η ευγένεια διδάσκεται. Και η αγένεια επίσης.
Άλλη μια πηγή αγενούς συμπεριφοράς θα μπορούσε να είναι το πρότυπο του «αστείου-σαρκαστικού-αγενούς» ανθρώπου στις τηλεοπτικές σειρές όλα αυτά τα χρόνια. Για κάποιον λόγο, η αγένεια συνδέθηκε με την ευφυΐα. Αρχίσαμε να χαρακτηρίζουμε τους ανθρώπους που έχουν μια άσχημη κουβέντα για όλους και κάνουν τους γύρω τους να νιώθουν άσχημα χωρίς καμία αιτία και αφορμή «ετυμόλογους» αντί για αγενείς.
Στα social media παγκοσμίως δημιουργήθηκαν χιλιάδες «περσόνες» που όσο βρίζουν και επιτίθενται λεκτικά σε ανθρώπους, τόσο αυξάνεται η δημοτικότητά τους. Η αγένεια έγινε της μόδας. Στα social media συγκεκριμένα, οι (συχνά ανώνυμοι) χρήστες που εύχονται «ψόφο» σε ανθρώπους πολλαπλασιάζονται καθημερινά με γεωμετρική πρόοδο. Το να ευχόμαστε σε έναν άνθρωπο να πεθάνει επειδή δε συμφωνούμε μαζί του, έγινε κάτι το «φυσιολογικό». Τα υβριστικά σχόλια σε παντελώς αγνώστους έγιναν μια καθημερινή συνήθεια.
Πολλοί θα μπορούσαν να υποστηρίξουν πως κάποιος είναι αγενής επειδή έχει προσωπικά προβλήματα. Εγώ θα διαφωνήσω κάθετα. Κρίνοντας από τον εαυτό μου, από τον κοινωνικό μου κύκλο και από εκατοντάδες ανθρώπους που γνωρίζω έστω και ελάχιστα, δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια που να μην αντιμετωπίζουν προβλήματα. Αυτό δεν τους έχει κάνει αγενείς στην καθημερινότητά τους. Η αγένεια δεν είναι κάτι που σου προκύπτει. Είναι συνειδητή επιλογή και ζήτημα χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ή είσαι αγενής ή δεν είσαι.

Πώς αντιμετωπίζουμε έναν άνθρωπο που μας φέρεται με αγένεια;
Πολλοί υποστηρίζουν πως όταν κάποιος σου φέρεται με αγένεια, πρέπει να τον αγνοήσεις. Θα διαφωνήσω. Από τη στιγμή που κάποιος σου φέρεται με αγένεια, θα πρέπει να τον αντιμετωπίσεις, θα πρέπει να του μιλήσεις, δε θα πρέπει να το αποσιωπήσεις και να το κρατήσεις μέσα σου.
Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντιμετωπίσεις έναν τέτοιο άνθρωπο με το να γίνεις και εσύ αγενής. Αυτό θα τον κάνει να πιστέψει ότι κέρδισε, ότι έχει το «πάνω χέρι», ότι έχει εξουσία πάνω σου αφού σε έκανε να αλλάξεις και να χάσεις τον έλεγχο. Ή, όπως λέμε χαρακτηριστικά: «Δεν έχει νόημα να παλεύεις με ένα γουρούνι. Και οι δυο θα κυλιστείτε στη λάσπη, αλλά εκείνου θα του αρέσει». Η αγένεια μπορεί να χάσει μόνο από την ευγένεια. Μπορείς να του μιλήσεις προσωπικά (και όχι μπροστά σε άλλους) και να του εξηγήσεις ήρεμα αλλά ξεκάθαρα ότι θεωρείς πως σου φέρθηκε με αγένεια και ότι δεν είσαι διατεθειμένος να δεχθείς τέτοιου είδους συμπεριφορές.
Με το να μην αντιδράσεις καθόλου σε έναν άνθρωπο που σου ασκεί ψυχολογική (τουλάχιστον) βία και να χαμογελάσεις μόνο αμήχανα, απλώς επιβραβεύεις τη συμπεριφορά του και συμβάλλεις στη διατήρηση αυτού του φαύλου κύκλου. Και ο θύτης αυτής της συμπεριφοράς θεωρεί πως αφού δεν αντέδρασες, έχει το περιθώριο και τη δική σου άδεια να σου φέρεται πάντα έτσι.

Από τη στιγμή που έχεις ξεκαθαρίσει τη θέση σου και η συμπεριφορά αυτή συνεχίζεται, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αποφύγεις οποιαδήποτε επαφή με αυτό τον άνθρωπο- στο πλαίσιο του εφικτού. Σύμφωνα με έρευνα του Baruch College City University της Νέας Υόρκης (2013) το να αγνοείς αγενείς συμπεριφορές και να μην εμπλέκεσαι σε καυγάδες με τους ανθρώπους που φέρονται έτσι, έχει πολλά πλεονεκτήματα στην ψυχική σου υγεία.
Το να απομακρύνεσαι από αρνητικούς, αγενείς ανθρώπους είναι ευλογία. Πολλοί άνθρωποι φέρνουν ευτυχία όταν έρχονται στη ζωή σου. Οι αγενείς άνθρωποι τη φέρνουν όταν φεύγουν.
Θα πρέπει να θυμόμαστε πως δεν μπορούμε να αλλάξουμε έναν αγενή άνθρωπο- έναν άνθρωπο που φέρεται συχνά σε άλλους με αγένεια, καθώς δεν το κάνει από άγνοια ή κατά λάθος. Αντιθέτως, η αγενής συμπεριφορά συνιστά συνειδητή απόφαση.
Οι επιστήμονες και, κυρίως, οι ερευνητές παρομοιάζουν την εξάπλωση της αγένειας με την εξάπλωση μια ασθένειας και θεωρούν πως είναι κολλητική. Σε έρευνά τους με τίτλο: “Catching rudeness is like catching a cold: The contagion effects of low-intensity negative behaviors” οι ερευνητές Trevor Foulk, Andrew Woolum και Amir Erez από το Πανεπιστήμιο της Florida κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η αγένεια είναι πράγματι κολλητική. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζονται πως το θύμα μιας αγενούς συμπεριφοράς ή κάποιος που έχει υπάρξει έστω και μάρτυρας μιας τέτοιας κατάστασης, μπορεί να φερθεί και ο ίδιος με αγένεια στο μέλλον, καθώς είναι πιο ευαίσθητος σε τέτοια ζητήματα και μπορεί να ερμηνεύσει ως αγένεια μια άνευ ουσίας κατάσταση και να εκφραστεί με εχθρότητα.
Η αρνητική συμπεριφορά συχνά οδηγεί σε αρνητική συμπεριφορά. Και κάπως έτσι, νιώθουμε σαν να βιώνουμε ένα φαύλο κύκλο.
Πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο όπου η αγένεια είναι ο κανόνας; Πώς καταλήξαμε να ζούμε σε μια κοινωνία που την χαρακτηρίζει πολιτισμικά η αγένεια; Πώς μπήκε η αγένεια στην κουλτούρα μας, στην νοοτροπία μας; Άραγε την κληρονομήσαμε ή δουλέψαμε σκληρά για να την κάνουμε δική μας;

Τι έχω να προσθέσω για το τέλος;
Δε θα πρέπει να μπερδεύουμε την αγένεια με την ειλικρίνεια. Είναι δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες. Μπορείς να είσαι ειλικρινής χωρίς να προσβάλλεις τον άλλον. Η ειλικρίνεια και η αγένεια ξεκινούν από διαφορετική αφετηρία: το κίνητρο- γιατί λες αυτά που λες; Θέλεις να βοηθήσεις τον άλλο ή θέλεις να τον κάνεις να νιώσει άσχημα;
Δεν πρέπει να μπερδεύουμε την αγένεια με την ειλικρίνεια. Δεν έχει καμία βάση το να μπερδεύουμε την αγένεια με την υψηλή νοημοσύνη. Δεν υπάρχει νόημα να θεωρούμε πως κάποιος που είναι αγενής δικαιολογείται γιατί μπορεί να περνάει δύσκολα. Η αγένεια συνιστά συνειδητή επιλογή και είναι θέμα ανθρώπου. Είναι θέμα χαρακτήρα. Είναι θέμα παιδείας. Όχι δεν είσαι έξυπνος, όχι δεν είσαι ειλικρινής- αγενής είσαι.

Το εικαστικό έργο που πλαισιώνει τη σελίδα είναι δημιουργία του Ludwig Meidner.

13 Σχόλια

  1. …η αγένεια μπορεί να εκφραστεί με ύβρεις και άσχημους χαρακτηρισμούς, με το να διακόπτεις συνεχώς τον συνομιλητή σου, με τη χρήση του ενικού σε αγνώστους …
    Το ίδιο συμβαίνει και με τη χρήση ενικού αντί για πληθυντικού σε ανθρώπους που δε γνωρίζεις. Προσωπικά, εάν πρέπει να διαλέξω ανάμεσα στην προσποιητή ευγένεια και την αγένεια στον τρόπο που μου απευθύνονται οι άνθρωποι, θα επιλέξω το πρώτο. Και εγώ από τη μεριά μου, θα συνεχίσω να λέω «ευχαριστώ», «παρακαλώ» και «με συγχωρείτε», ακόμα και σε μια εποχή και σε μια κοινωνία που θεωρείται ξεπερασμένο.

    Λυπάμαι, κ. Λουκία Μητσάκου, αλλά εγώ θα σού μιλήσω στον ενικό διότι :
    α) Ουδέποτε υπήρξε στον Έλληνα Λόγο, από την εποχή του Ομήρου μέχρι τα τωρινά, ο πληθυντικός δήθεν ευγενείας, όπως πιστεύεις. Τον επέβαλαν στην κοινωνία μας ο πνευματικά καθυστερημένος Όθων και οι Βαυαροί του. Ανεπίγνωστά σου, βέβαια, αναιρείς την δήλωσή σου ότι δεν σ’ ενδιαφέρει το τυπικό αλλά το ουσιαστικό της ευγένειας όταν προτιμάς την έστω προσποιητή ευγένεια. Εγώ φίλη μου προτιμώ την αληθινή ευγένεια.
    β) Ο ενικός, καλή μου κυρία, ενίζει τους συνομιλητές. Ο πληθυντικός ξενίζει τους συνομιλητές πολλαπλασιάζοντάς τους σε πολλούς. Ο ένας αποξενώνει, ο άλλος φιλιώνει. Ε, εγώ θέλω να αισθάνομαι φίλος σου. “Ουδέν ενικώτερον του προσώπου”. Αυτό που περιγράφεις και απαιτείς είναι ο περίφημος “ζωτικός χώρος” που απομονώνει τα άτομα εξαλείφοντας τα πρόσωπα. Ο “ζωτικός χώρος”, δηλαδή τα προστατευτικά τείχη που περικλείουν το εγώ, είναι δείγμα ανασφάλειας και ιδιωτείας. Κι όποιος ιδιωτεύει ψεύδεται ενώ όποιος κοινωνεί αληθεύει – Ηράκλειτος. Κοινωνείς, όμως, όταν ταυτίζεσαι με τον άλλον. Όχι όταν απομακρύνεσαι.
    γ) Όταν προσφωνώ τον Θεό στον ενικό δεν θα σού κάνω την … τιμή να σε βάλω δήθεν πιο ψηλά και να σου μιλήσω στον πληθυντικό.
    Καλή μου κυρία, για να παραφράσω τον Αριστοτέλη, “και φίλων μεν όντων ουδέν δει προσποιητής ευγένειας”.
    Συγχώρεσέ με αλλά φίλος μεν ο Πλάτων, φιλτάτη η αλήθεια.
    Να ‘σαι καλά.

  2. Μερικές σκέψεις, εάν επιτρέπεται…
    Είναι καλό, θα έλεγα και δείγμα της ώριμης σκέψης που επιθυμεί να προσεγγίσει το ουσιαστικό και δεν μένει προσκολλημένη σε σκιαμαχίες, όταν διαβάζουμε ένα κείμενο να εφαρμόζουμε την “αρχή της χάριτος”. Τι λέει αυτή η αρχή; Ότι διαβάζουμε το κείμενο με μια “απλωχεριά” , ότι “δίνουμε” στο κείμενο το καλύτερό του επιχείρημα κι ότι προσπαθούμε να συλλάβουμε το πνεύμα που πνέει εντός του και δεν μένουμε στο τσιγκούνικο γράμμα του.
    Πού θεμελιώνεται αυτή η “αρχή”;
    Στην απλή και ξεχασμένη αλήθεια ότι ο άνθρωπος που γράφει επιχειρεί ήδη κάτι πολύ δύσκολο, δηλ. να φέρει στο επίπεδο του γραπτού λόγου και νοήματος μια εσωτερική του αλήθεια, μια σκέψη, εναν προβληματισμό, ένα βίωμα. Για τούτο, και μόνο, που κακώς παραθεωρείται, αξίζει να διαβάζουμε με μια κατ’αρχήν γενναιοδωρία… εάν μπορούμε ασφαλώς!
    Επί του προκειμένου το κείμενο της κ. Μητσάκου, την οποία δεν γνωρίζω, επιθυμεί , κατά την γνώμη μου και την δική μου ανάγνωση, να καταδείξει με τον τρόπο που η ίδια επέλεξε, τον εκβαρβαρισμό και εκφασισμό της καθημερινής ζωής στις σύγχρονες κοινωνίες και όχι να υποστηρίξει τον ατομισμό ή την εγωιστική συμπεριφορά.

    Το ότι οι Βαυβαροί έφεραν στον λόγο και στους τρόπους μας τον πληθυντικό ευγενείας κι αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ως δείγμα μιας ψευδο-ευγένειας ή υποκρισίας, δεν σημαίνει ότι εμείς σήμερα δεν έχουμε την υποχρέωση ή ότι φερόμαστε προδοτικά προς τα ηρακλείτια δόγματα, εάν επιχειρήσουμε να ξαναπροσδιορίσουμε την χρήση του, μέσα στο καθεστώς της ομογενοποίησης των μαζο-κοινωνιών στις οποίες ζούμε.

    Ο ευγενής άνθρωπος σήμερα, ασφαλώς δεν προσδιορίζεται από την καταγωγή του ή την θέση του στην οικονομική και κοινωνική ιεραρχία, αλλά, νομίζω, από την αρχοντιά της μεγαλοψυχίας του.
    Αυτός ο τύπος ανθρώπου, που θα τον έλεγα ο “καλαναθρεμένος άνθρωπος” δεν έχει καμία σχέση με τον ανταγωνιστή ιδιώτη.

    Ευχαριστώ

  3. Αγαπημένη κ. Ραβάνη – όχι αγαπητή, αυτή που μπορεί να αγαπηθεί, αγαπημένη εν Χριστώ αδελφή – δηλώνεις μ’ άλλα λόγια ότι αυτό που προσέλαβες από το σχόλιό μου είναι η αγένεια ενός κακομαθημένου γέρου.
    Λυπάμαι διότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου και σού ζητώ ταπεινά συγγνώμη, να με συγχωρέσεις. Δηλαδή να με δεχθείς στον χώρο σου και να γνωρίσεις την γνώμη μου. Γνωρίζω, όμως, στην ελληνοχριστιανική παιδεία σημαίνει ταυτίζομαι με το άγνωστο για να το κάνω γνώριμο. Δεν το παρατηρώ, αλλά το λαμβάνω ως βίωμά μου. Τότε, ίσως, καταλάβεις ότι δεν προσέβαλα την κ. Μητσάκου αλλά προσπάθησα να της γνωρίσω την άλλη πλευρά της ευγένειας, την ελληνότροπη.
    Αν όντως διαφωνείς μ’ αυτή την εκδοχή θα σού ήμουν ευγνώμων να διαβάσω τα επιχειρήματά σου. Κι αν με πείσεις να τα ασπασθώ. Πρώτα, όμως, πρέπει να τα καταθέσεις.
    Σ’ ευχαριστώ.

  4. Η αρθρογράφος, αν κατάλαβα καλά, κάνει λόγο για τον εκβαρβαρισμό των ηθών στη σύγχρονη κοινωνία φέρνοντας μάλιστα και χαρακτηριστικά καθημερινά παραδείγματα συμπεριφορών, λίγο έως πολύ γνωστών σε όλους μας. Το κατά πόσο ή όχι η τυπολογία της ευγένειας προέρχεται από τους Βαυαρούς είναι ένα θέμα, αλλά διαφορετικό, συγγενές μεν αλλά διαφορετικό. Στο πλαίσιο αυτό, αδυνατώ να αντιληφθώ το πνεύμα στον σχολιασμό του κ. Νούλη.
    Να σημειώσω ότι λέγοντας “εκβαρβαρισμός των ηθών” εννοώ την έλλειψη του στοιχειώδους ήθους που απαιτεί η κοινωνική συνύπαρξη, που αν απουσιάζει ίσως το πρώτο παρεπόμενο είναι η αγένεια.

    • Αντί σχολίου μου, κ. Μούσκουρη ένα εμπειρικό γεγονός.

      Χωριατάκι εκ Θεσσαλονίκης φοιτώ στο κοσμοπολίτικο Λονδίνο την δεκαετία του ’60. Θαμβώνομαι από την ευγένεια των Λονδρέζων που φτάνει στο σημείο οι εισπρακτόρισσες των δίπατων κόκκινων λεωφορείων να ανεβοκατεβαίνουν τα δύο πατώματα μουρμουρίζοντας συνεχώς : Tickets, please, thank you. Τι αντίθεση με τους “δικούς μας”, τους αξύριστους και αγενείς εισπράκτορες, που έχουν ξεχάσει την ύπαρξη της λέξης “παρακαλώ” και “ευχαριστώ” !
      Μία μέρα, όμως, καθισμένος στον πρώτο όροφο του λεωφορείου, κοντά στις σκάλες, αισθάνομαι να πέφτει επάνω μου ένας συνεπιβάτης που κατέβαινε, λιπόθυμος. Η εισπρακτόρισσα συνέχισε να είναι ευγενική, αδιαφορώντας για τον λιπόθυμο επιβάτη, μουρμουρίζοντας το ΑΠΡΣΩΠΟ tickets, please, thank you.

      Ευχαριστώ κι εύχομαι Καλό Πάσχα. Δίοδο-πέρασμα, δηλαδή, στο αληθές.

  5. Το βάρος της αποδείξεως φέρει αυτός που θέτει τον ισχυρισμό.
    Εγώ δεν έχω να αποδείξω τίποτα, σχετικά με την ελληνο-τροπία κι ούτε με ενδιαφέρει να υποστηρίξω αυτό ή κάποιο άλλο ιδεολογικό δόγμα.
    Θα πω μόνο, όπως το αντιλαμβάνομαι, ότι ο ενικός αριθμός στον λόγο μεταξύ αγνώστων ή ελάχιστα γνωστών ανθρώπων, ενέχει μια πλαστή οικειότητα, μια εξίσωση της αυθαιρεσίας και μια θρασύτητα της βιασύνης εκεί που το μόνο που πραγματικά υπάρχει είναι η απόσταση. Η απόσταση που πρέπει να καταγραφεί ως μια πραγματικότητα την οποία δεν καμουφλάρεται με την ανεμελιά του “άνετου” αλλά χρειάζεται να την διανύσουμε με αιματηρή προσπάθεια ώστε να φτάσουμε κάποτε όχι να ταυτιστούμε (τι τρομαχτικό και συνάμα χιμαιρικό πράγμα, που προδίδει μια ελαφρότητα) αλλά για να γνωρίσουμε τον άλλο στην απαραβίαστη ετερότητά του.
    Ο πληθυντικός αριθμός στον λόγο καταγράφει μια απόσταση η οποία είναι δικαιολογημένη και χρησιμοποιείται όχι επειδή είμαστε “ευγενικοί” άνθρωποι αλλά διότι αναγνωρίζουμε ότι λόγω θέσης, λόγω ηλικίας, λόγω ξενικότητας, λόγω ανοικειότητας κ.ο.κ είμαστε όντως σε απόσταση.
    Γιατί όμως να μας τρομάζει η απόσταση;
    Όπως καταλαβαίνετε διατηρώ για τον εαυτό το προνόμιο των μη-απαντήσεων.

    ΥΓ Δεν γνωρίζω ούτε εσάς προσωπικά, οπότε δεν θα μπορούσα να υπονοήσω κάτι που θα αφορούσε την ηλικία σας. Εάν εσείς έτσι το νιώσατε σαν σχόλιο επί της ηλικίας ή του χαρακτήρα σας, αυτό είναι κάτι που προέρχεται από εσάς και για τους δικούς σας λόγους.

    Ευχαριστώ

    • Αγαπημένη αδελφή εν Χριστώ κ. Ραβανή, αντί δικού μου σχολίου :

      Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας
      και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν
      τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος
      προσήλθε των Πιλάτω και καθικετεύει λέγων:
      «Δός μοι τούτον τον ξένον,
      Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσω.
      Δος μοι τούτον τον ξένον,
      ον ομόφυλοι, μισούντες θανατούσιν ως ξένον.
      Δος μοι τούτον τον ξένον,
      ον ξενίζομαι βλέπειν του θανάτου τον ξένον.
      Δος μοι τούτον τον ξένον,
      όστις οίδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους.
      Δος μοι τούτον τον ξένον,
      Ον Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω.
      Δος μοι τούτον τον ξένον,
      ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη.
      Δος μοι τούτον τον ξένον,
      ον η μήτηρ ορώσα νεκρωθέντα εβόα:
      Ω Υιέ και Θεέ μου, ει και τα σπλάχνα τριτρώσκομαι
      και καρδίαν σπαράττομαι νεκρόν σε καθορώσα
      αλλά τη ση αναστάσει θαρρούσα μεγαλύνω».
      Και τούτοις τοις λόγοις δυσωπών τον Πιλάτον
      ο ευσχήμων λαμβάνει του Σωτήρος το σώμα,
      ο και φόβω εν σινδόνι ενειλήσας και σμύρνη,
      κατέθετο εν τάφω τον παρέχοντα πάσι
      ζωήν αιώνοιν και το μέγα έλεος.

      Καλή Σταύρωση, αδελφή μου, για καλή Ανάσταση που οδηγεί στην Ουράνια Ανάληψη.

  6. Με νιώθετε πραγματικά “αδελφή” σας ή πρόκειται για μια εύσχημη τυπολογία ανάλογη των δυτικών “τύπων” που τόσο απεχθάνεστε, από την αντίθετη όμως πλευρά αυτή την φορά.
    Δεν ρωτώ για να μου απαντήσετε.
    Χρησιμοποιούμε στον λόγο εκφράσεις που υποδηλώνουν μια υψηλού τύπου αφαίρεση και μόνο έτσι μπορούν να σταθούν, ως γενικά αισθήματα κενά από κάθε περιεχόμενο.

    Επειδή τυχαίνει να ζω στην πολυθρύλητη ελληνική επαρχία, με τα ωραία χωριουδάκια, τις πολλές εκκλησιές και την βαριά οσμή μιας κατεστραμμένης ως το μεδούλι της κοινωνίας και επειδή παρά τα 55 χρόνια μου ποτέ δεν κατάφερα να αποκτήσω και γω -σαν άνθρωπος βρε παιδί μου- ένα ατομικό μέσο μεταφοράς, ήτοι ένα αμάξι και εξακολουθώ να μετακινούμαι με το τοπικό ΚΤΕΛ των περήφανων οδηγών και των λαικών εισπρακτόρων, έχω και γω πολλές ιστορίες να αφηγηθώ… “ελληνότροπης ευγένειας” που σε κάνουν να ανατριχιάζεις.

    Μια απ’ αυτές κατέγραψα κάποτε και θα μπορούσατε εάν έχετε τον χρόνο ασφαλώς και εάν πραγματικά σας ενδιαφέρει να γνωρίσετε κάτι ελάχιστο από τον άνθρωπο που αποκαλείτε “αδελφή” σας και για να έχουμε κάποια πραγματική ελπίδα συνεννόησης, να κάνετε τον κόπο να το διαβάσετε, εάν θεωρείτε ότι θα μπορούσε να υπάρχει μια χρήσιμη υποσημείωση στην κοσμοαντίληψή σας.

    Ευχαριστώ

    • ΝΑΙ, σε νοιώθω αδελφή μου γιατί έχω τάξει τον εαυτό μου πριν κάμποσα χρόνια, όταν πήρα την απόφαση μπροστά στο θαύμα του Θεού και μετανόησα, στον χώρο του Αχώρητου, την Αγάπη. Σαλός προς Χριστό και της Μητέρας όλων μας, την Θεοτόκο Μαρία. Έχω πάψει πια να υποκρίνομαι κι ασπάστηκα τον λόγο των Πατέρων. Αλλήλοις υπηρετών αναλίσκομαι και αγαπώ ακόμα και τους δαιμόνους, όπως μού έμαθε ο αγαπημένος μου Αββάς Ισαάκ ο Σύρος.
      Λυπάμαι,ειλικρινά λυπάμαι, για τα αρνητικά σου αισθήματα. Θα ‘κανα τα πάντα να σ’ απαλλάξω απ’ αυτά.
      Το λινκ που μού έδωσες ζητά να παρουσιάσω το δικό μου προφίλ. Δεν μού δείχνει το δικό σου. Αν θέλεις κι εσύ πάντως να με γνωρίσεις μπορείς να μπεις στον ιστότοπο Academia edu Aris Noulis και να διαβάσεις τα κείμενά μου. Εκεί βρίσκομαι ο ίδιος.
      Δεν θέλω να καταχραστώ την φιλοξενία του Αντιφώνου και να κουράσω τους άλλους αναγνώστες, γι αυτό, ει θέλεις, ζήτησέ μου την προσωπική μου ηλεκτρονική διεύθυνση. Ευχαρίστως θα σου την δώσω.
      Καλό Πάσχα. Στην άλλη διάσταση. Την χριστιανική.
      Σ’ αγαπώ.

  7. Απολαυστικό τό άρθρο σας, αγαπητή Κυρία Μητσάκου, καλογραμμένο, ευθύβολο, πολύ περιεκτικό καί διερευνητικό / διαφωτιστικό από πολλές πλευρές, καί – δυστυχώς, θά έλεγα – ΑΚΡΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟ, ΚΑΙΡΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΟ, ακόμα καί σάν ΜΑΘΗΜΑ γιά γονείς, μαθητές, εφήβους (καί ενήλικες), από τό Νηπιαγωγείο μέχρι τό post-doc (καί βάλε).

    Πολλές φορές έχω διερωτηθεί γιατί εξακολουθούν νά “φορτώνονται” τά παιδιά καί οι νέοι μέ γνώσεις / πληροφορίες (πρός παπαγαλίαν), αντί νά τούς εξοικειώνουμε μέ τόν υγιή τρόπο καί τήν μέθοδο γιά νά τίς βρίσκουν μόνοι τους στίς πληθωρικές, πλέον, υπάρχουσες πηγές (τόσο προσιτές σ’ αυτούς, που, κατά κυριολεξίαν, “τίς παίζουν στά δάχτυλα”), ενώ παραλείπουμε, παραλείπουμε ΕΝΤΕΛΩΣ, γονείς, σχολείο καί κοινωνία, νά τούς μάθουμε αυτό που πραγματικά, πιά, χρειάζονται, δηλαδή ΝΑ ΜΑΘΟΥΝΕ ΝΑ ΖΟΥΝΕ, νά συμπεριφέρονται καί νά συναναστρέφονται σωστά, ΝΑ ΣΥΝ-ΥΠΑΡΧΟΥΝ, κοντολογίς,σέ μιά κοινωνία, που αγαπητική τήν οραματιστήκαμε, αλλά άφιλη καί εχθρική “μάς” κατάντησε (μέσα, βέβαια, κι’ εμείς, ή, τουλάχιστον ο υπογράφων σχολιαστής), αλλά καί ν’ αγαπούν καί ν’ αγαπιούνται, οπότε η ευγένεια, οι καλοί τρόποι, ακόμα καί η φιλική, επαγγελματική ή διαπροσωπική διάθεση / στάση, προκύπτουν “αφ’ εαυτών” – PER SE, που θά έλεγαν οι γραμματιζούμενοι.

    Δέν θά παραλείψω νά σημειώσω, νεαρή καί φέρελπις αρθρογράφε, καί μιά κάποια υποδόρια, ενδοσκοπική “ενόχλησή” μου, ως εκ τής αντίληψης / συνειδητοποίησης ΚΑΙ προσωπικής μου συμμετοχής σέ μιά συλλογική καταισχύνη, που ένα άρθρο σάν τό δικό σας ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙ, μιά που όλα όσα αναφέρονται θά’ πρεπε νά’ ναι αυτονόητα, κατακτημένα, παγιωμένα καί καθημερινώς βιούμενα από ευρύτατα στρώματα τής κοινωνίας μας, ενώ στό αντίθετο έχουμε οδηγηθεί.

    Άς είναι. Μπορούμε τουλάχιστον, άραγε, νά αισιοδοξούμε γιά τό μέλλον, άν παρόμοιες ευαισθητοποιήσεις, σάν τήν δική σας, ή σάν τήν άποψη (όχι μόνο τήν δική σας / μου) οτι τά διαλαμβανόμενα θά έπρεπε νά διδάσκονται στά σχολεία * (όταν, αραιά καί πού, έρχονται οι μικρές μας εγγονούλες από τό νησί τής εγκαταβίωσής τους στό σπίτι τού παππού καί τής γιαγιάς, τό πρώτο πράγμα που μέ ρωτάνε είναι : “Παππού, πάλι θά “μάς πρήξεις” μέ τό “Ευγενικό Σχολείο” σου ; Κι’ από πλευράς μου, πρέπει νά πασχίζω νά εμφανίζω τό “πρήξιμο” αυτό σάν παιγνίδι, που, εν τέλει, νά τούς αρέσει !), αρχίζουν νά πυκνώνουν καί νά κεντρίζουν τό περίφημο (αλλ’ απόν ή μεταλλαγμένο) “φιλότιμό” μας ;

    Τέλος, θά ήθελα ακόμα νά σχολιάσω θαυμαστικά τήν ποιότητα τού διαλόγου, που τό άρθρο σας προκάλεσε μεταξύ τών σχολιαστών, έναν άλλο τομέα δηλαδή, όπου ή έννοια καί η ουσία τών γραφομένων σας δέν τηρούνται συνήθως, μιά που καμμιάν “εκπαίδευση” περί τής τέχνης, τής τεχνικής, τής νοηματοδότησης καί τής ευαισθησίας τού διαλόγου ΔΕΝ λαμβάνουμε, όλοι μας, μικροί καί μεγάλοι, παιδιόθεν – καί πάλιν.

    Συγχαρητήρια !

    Κι’ εσείς, αγαπητοί συμμετασχόντες όλοι, νά είστε καλά. Καλή συνέχεια τής ενδοσκοπικής περιόδου τής Σαρακοστής.

    * (θά ήσασταν ιδανική, πρός τούτο, Δασκάλα, τό ίδιο όπως καί η σχολιάζουσα Κυρία Ραβάνη, μέ τίς χαρίεσσες τοποθετήσεις της)

  8. Αν θέλετε κ. Νούλη δοκιμάστε αυτόν τον σύνδεσμο
    https://para-cosmos.blogspot.com/2013/11/blog-post_2.html?m=1
    Ήταν δικό μου λάθος!
    Ευχαριστώ, όχι για τα αισθήματα αγάπης που αποπνέουν τα λόγια σας -πράγματα ευμετάβλητα και φευγαλέα εάν δεν ριζώνουν στην πραγματικότητα ενός συγκεκριμένου προσώπου (πόσο δύσκολο πράγμα στ’αλήθεια!)- αλλά για την οντολογική σας τοποθεσία.

    Ευχαριστώ επίσης την αρθρογράφο, τους υπόλοιπους συνομιλητές και το “Αντίφωνο”.

  9. Νοιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω την κ. Ελένη Ραβάνη για την ποιότητα των παρεμβάσεών της σε αυτή τη σελίδα.
    Νοιώθω επίσης την ανάγκη να εκφράσω τη λύπη μου για τον υπαινιγμό της ότι, πάντως, δεν θα επαναλάβει κάτι τέτοιο.
    Νοιώθω τέλος την ανάγκη να ομολογήσω ότι θεωρώ την τελική αυτή απόφασή της δικαιολογημένη.

    Θα δοκιμάσω μόνο να βγάλω ένα συμπέρασμα: Το διαδίκτυο λειτουργεί κυρίως ως πεδίο ανθρωποφαγίας. Παρεκτός φυσικά αν ισχύουν λογικοί κανόνες.
    Ενόσω τώρα κάτι τέτοιο δεν τηρείται, η αυτοκατάργησή του ως χώρου ουσιώδους διαλόγου απομένει ο νομοτελειακός επίλογος.

  10. Θαυμάσιο κείμενο από αρχής -όπου η αγένεια συνδέεται πολύ εύστοχα με την επιθετική έλλειψη ενδιαφέροντος για τον Άλλον- έως τέλους! Καίριο και εύληπτο. Ευχαριστούμε.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here