Έξι φιλοσοφικές ζωγραφιές. Κριτική παρουσίαση 3ο μέρος

0
79

Παύλος Κλιματσάκης

 

Συνεχίζουμε την κριτική παρουσίαση του βιβλίου του ΧΓ “Έξι φιλοσοφικές ζωγραφιές”, εισαγόμενοι στο σοβαρό θέμα της φιλοσοφικής ορολογίας που υιοθέτησε ο Χριστιανισμός. Όπως θα φανεί, ο ΧΓ έχει διακριβώσει μεν επιτυχώς πώς η αρχαιοελληνική ορολογία εκχριστιανίστηκε, αλλά τα φιλοσοφικά του συμπεράσματα, ιδίως στο θέμα της ελευθερίας, δεν είναι ιδιαιτέρως γόνιμα. Το παρόν μέρος, ως περισσότερο φιλοσοφικό, είναι πιο δύσκολο από τα προηγούμενα, και ως εκ τούτου προσπάθησα να περιορίσω το μήκος του. Παρότι, όπως είπαμε και στα προηγούμενα μέρη, στον ΧΓ αξίζει η τιμή ότι επανέφερε την φιλοσοφία σε επαφή με την θεολογία, στόχος μας εν προκειμένω είναι να καταδείξουμε ότι τα φιλοσοφικά μέσα που χρησιμοποιεί ο ΧΓ δεν επαρκούν. 

 

Όπως πάντα, τα εντός των αγκυλών […] είναι δικά μου σχόλια.

11. Μέθεξη στην εμπειρική πιστοποίηση

Ο ΧΓ τονίζει ότι εάν «η ελευθερία της αγάπης είναι ο τρόπος υπάρξης και ενέργειας της αιτιώδους αρχής του υπάρχειν [του Θεού], αυτός ο τρόπος μπορεί μεν να σημανθεί, αλλά όχι να γνωσθεί … Η γνώση του τρόπου προϋποθέτει μετοχή στον τρόπο, εμπειρία μετοχής.» (σελ. 80) [Αυτό το μοτίβο σκέψης το συναντάμε συχνά σε ορθόδοξους συγγραφείς· υπάρχει μία διάθεση να απορρίπτεται η «γνώση» του Θεού υπέρ μιας «βιωματικής», όπως συνηθίζεται να καλείται, μετοχής στον Θεό. Πρόκειται για μια κοινότοπη και ελάχιστα ουσιαστική διάκριση. Ερωτάμε: Η μετοχή στον Θεό δεν είναι γνώση Θεού; Αν πάλι η εν λόγω διάκριση αναφέρεται στο ότι η γνώση του Θεού δεν είναι δυνατή δια του νου, όπως επίσης συχνά λέγεται, τότε πάλι ερωτάται, τί σημαίνει εν τέλει γνώση δια του νου. Διότι βέβαια όταν ο όρος αυτός εκλαμβάνεται ότι δηλώνει τη γνώση μόνο ενουσίων όντων, τότε βέβαια δεν αφορά τον Θεό που είναι υπερούσιος.] Η εμπειρική πιστοποίηση λαμβάνει χώρα δια της γλώσσας, ως κώδικα συν-εννόησης, και η γλώσσα δεν είναι πάντοτε επαρκές εργαλείο να εκφράσει απαντήσεις εμπειρικά επαληθεύσιμες στο οντολογικό ερώτημα. Ωστόσο, στην ελληνική γλώσσα δύο νοηματικές διακρίσεις αποδείχθηκαν κλειδιά για την εμπειρικά κοινωνούμενη γνωστοποίηση του εκκλησιαστικού ευαγγελίου. Αφενός η διάκριση φύσεως (ή ουσίας) και προσώπων (ή υποστάσεων) και αφετέρου η διάκριση φύσεως και ενεργειών της φύσεως. (σ. 82)

12. Διασάφηση της ουσίας

Ο ΧΓ προχωράει στην διευκρίνιση του όρου «ουσία». Εξηγεί ότι αυτή «δηλώνει την μετοχή ακριβώς στο Είναι: το γεγονός της μετοχής , αλλά και τον τρόπο της μετοχής. Ό,τι υπάρχει έχει έναν δεδομένο τρόπο με τον οποίο υπάρχει, τρόπο σύστασης, συγκρότησης, λειτουργίας και μορφής … Αυτός ο τρόπος είναι η ουσία του, η ιδιαιτερότητα της μετοχής του στο Είναι, η υπάρκτική του διαφορότητα που φανερώνεται κυρίως με το είδος του.» (σ. 83) [Το να ονομάζει κανείς την ουσία τρόπο μετοχής στον Είναι, συνιστά αδέξια εκφορά. «Τρόποι» μετοχής στο Είναι αποτελούν και τα συμβεβηκότα. Ευτυχώς, ο ΧΓ στη συνέχεια αυτοδιορθώνεται.] «Όσα έχουν ομού το είδος, τα ομοειδή, τα ορίζουμε και με όνομα κοινό … λέμε είναι άνθρωπος, είναι λιοντάρι κλπ.» (σ. 83) [Επομένως, η ουσία {αριστοτελικά μιλώντας η δεύτερη ουσία} είναι το κοινό ειδικώτατο είδος. Από εδώ εκκινεί κάθε γνήσιος φιλοσοφικός προβληματισμός· πρόκειται για το αεί ζητούμενο και απορούμενο, τί έστι ουσία, και ποια η ουσία εκάστου όντος.] «Εκτός από τη διαφορά σε είδος, πιστοποιούμε και τη διαφορά από άτομο σε άτομο κάποιου είδους· κάθε ατομική ύπαρξη πραγματοποιεί τον κοινό τρόπο της ομοείδειας στην οποία ανήκει, αλλά μετά συμβεβηκότων …» (σ. 83) [Έχουμε αναφέρει και στα προηγούμενα μέρη αυτής της παρουσίασης ότι ο όρος «τρόπος» δηλώνει την ποιότητα μιας κίνησης, μεταβολής ή διαδικασίας. Τα άτομα, μετέχοντα της ουσίας τους, δεν μετέχουν επομένως σε κάποιον τρόπο ύπαρξης, αλλά σε κάποιον λόγο του όντος {βλ. σχετικά την παρουσίαση της διδασκαλίας του Μάξιμου}. Η ουσία ενός καθ’ έκαστον όντος είναι καθορισμός του όντος εν γένει, όχι τρόπος, εξωτερικός δηλαδή καθορισμός, όπως όταν λέμε τρέχω γρήγορα, ενώ μπορώ, ας πούμε, να τρέχω και αργά. Η ουσία είναι οντολογική κατηγορία.]

Ο ΧΓ προχωράει στον ορισμό του συμβεβηκότος: «Ονομάζουμε συμβεβηκός αυτό που απλώς συν-βαίνει, συνοδεύει κάτι χωρίς να το προσδιορίζει πρωταρχικά ..» (σ. 83-4) [Πράγματι, η ουσία σε αντιδιαστολή προς το συμβεβηκός είναι προσδιορισμός οντολογικά πρωταρχικός] Το συμβεβηκός «χαρακτηρίζει ποιοτικές και ποσοτικές διαφοροποιήσεις … ιδιώματα αποκλειστικώς ατομικά …»  (σ. 84) [πολύ σωστά!] Ο ΧΓ δεν ξεχνά και την αριστοτελική διάκριση ανάμεσα σε ουσία πρώτη, «ενική μοναδικότητα κάθε υπαρκτού, ως είδος μετά συμβεβηκότων», και ουσία δεύτερη, το ομοειδές. (σ. 84)

13. Διασάφηση της υπόστασης

Ο ΧΓ θεωρεί ότι μια σπουδαία γλωσσική κατάκτηση του εκχριστιανισμένου Ελληνισμού υπό την επίδραση του Νεοπλατωνισμού, ήταν η νοηματική ταύτιση της πρώτης ουσίας με τον όρο υπόσταση, και ειδικά στην περίπτωση του ανθρώπου η υπόσταση ταυτίστηκε με το πρόσωπο. (σ. 85) Στους Στωϊκούς και τους Νεοπλατωνικούς, σχολιάζει ο ΧΓ, ο όρος υπόσταση χρησιμοποιήθηκε για να δηλώνει αυτό που ενδέχεται να υπάρχει κάτω από (υπό) την ψιλή επίνοια ή την απλή φαινομενικότητα. Υπόσταση του ανθρώπου για τους Νεοπλατωνικούς είναι το πνεύμα-ψυχή του, όχι το φαινόμενο (εφήμερο – θνητό) σώμα του ούτε η καθολική έννοια άνθρωπος, συμπληρώνει ο ΧΓ. (σ. 85)

Η εκχριστιανισμένη ελληνική σκέψη ταύτισε την υπόσταση με την πρώτη ουσία του Αριστοτέλη. (σ. 86) Η υπόσταση άρχισε να δηλώνει την ατομική και συγκεκριμένη πραγματοποίηση μιας ουσίας. Αυτό σημαίνει ότι η ουσία δεν υπάρχει παρά μόνο εν υποστάσεσι, η ουσία πραγματώνεται υποστατικά σε ατομικές υπάρξεις. (σ. 86) [Εμείς θα ερμηνεύαμε ως εξής: Η ουσία «πραγματώνεται υποστατικά σε ατομικές υπάρξεις», δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι η ουσία εξατομικεύεται. Ό,τι είναι υπαρκτό είναι ατομικό· επομένως η ουσία υπάρχει ως άτομο. Αλλά το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιο είναι το αληθές άτομο, και σε αυτό το ερώτημα ο ΧΓ δεν έχει να μας πει κάτι.] Ο ΧΓ σχολιάζει ότι  η ουσία ως ομοείδεια «δεν υπάρχει καθ’ εαυτήν, είναι τρόπος, όχι οντότητα, τρόπος μετοχής στο Είναι.» (σ. 86) Τρόπος μετοχής στο Είναι είναι όμως και η υπόσταση, αλλά δυναμικά ενεργούμενος και όχι σταθερός και πάγιος [όπως η ουσία ως ομοείδεια]. Επομένως, καταλήγει ο ΧΓ, η διάκριση ουσίας και υποστάσεως είναι διάκριση τρόπων υπάρξεως, όχι διάκριση της γενικότητας του τρόπου από τη συγκεκριμένη πραγμάτωση του τρόπου σε ατομική οντότητα. [Μα, ακριβώς αυτά δεν έλεγε παραπάνω, ότι η δευτέρη ουσία αφορά την ομοείδεια και η πρώτη το καθ’ έκαστον;] Ο ΧΓ μοιάζει να συναισθάνεται την σύγχυση και συμπληρώνει, ότι «η υπόσταση βέβαια είναι συγκεκριμένη ατομική οντότητα, αλλά η κοινή εμπειρία πιστοποιεί ότι η ατομική οντότητα της υπόστασης συνιστά ένα δυναμικό υπαρκτικό γίγνεσθαι και όχι μια οριστικά συντελεσμένη ατομική πραγμάτωση του είδους». (σ. 87). Ο ΧΓ καταλήγει επιμένοντας ότι ουσία και υπόσταση αναφέρονται σε δύο τρόπους μετοχής στο Είναι, δύο τρόπους ύπαρξης, αφενός στον κοινό τρόπο του είδους, καθ’ εαυτόν ανυπόστατο και μόνο νοητικά συναγόμενο, και αφετέρου στον κοινό τρόπο της ατομικότητας, που είναι αισθητά πιστοποιούμενος, και αποτελεί πραγμάτωση του είδους μετά συμβεβηκότων. (σ. 87)

14. Ο ρεαλισμός του τρόπου

Ο ΧΓ επανέρχεται στο τελευταίο σημείο ρωτώντας εάν όντως είναι «ανυπόστατος και νοητικά μόνο συναγόμενος ο τρόπος του είδους [η ομοείδεια]». (σ. 87). Θεωρεί ότι σε κάθε άλλο έμβιο ον εκτός του ανθρώπου, π.χ. τα άλογα, η ετερότητα της υποστατικής πραγμάτωσης του είδους είναι δεδομένη και παθητική «αφορά στη λειτουργική ιδιομορφία … ενώ ο άνθρωπος υφίσταται μεν, αλλά και ενεργεί την υποστατική του ετερότητα, παράγει ενεργό ετερότητα». (σ. 88 ) [Αυτό κατ’ ουσίαν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ενούσιος αλλά και υπερούσιος· αυτό όμως δεν το αντιλαμβανεταιι ο ΧΓ, όπως θα δούμε.] Στα άλλα όντα η πράγματωση της υπόστασης είναι δεδομένη και «δεν ενεργείται με ενέργεια θελητική απροκαθόριστη … και ο άνθρωπος είναι ο μόνος προικισμένος με λογική θέληση, δηλαδή με τη δυνατότητα να καθορίζει ενεργά τον υποστατικό τρόπο του είδους του … και να παράγει θελητικά ενεργούμενη ετερότητα ακαθόριστη και απρόβλεπτη … αυτή τη δυνατότητα του ανθρώπου να πραγματώνει και να φανερώνει υπαρκτική ετερότητα ως προς τον δεδομένο τρόπο, τον κοινό του είδους και τον ατομικό των συμβεβηκότων, τον ονομάζουμε ελευθερία». (σ. 88) [Εν προκειμένω δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Η ελευθερία, η ελεύθερη βούληση δεν είναι η παραγωγή υπαρκτικής ετερότητας, αλλά το αυτεξούσιο, το να έχεις εξουσία επί του εαυτού σου. Ετερότητα δεν σημαίνει τίποτε το ιδιαίτερο· κάθετί είναι έτερον τινός ετέρου. Το ερώτημα είναι αντιθέτως πώς η ελευθερία ως αυτεξουσιότητα παράγει κοινωνία, κοινό Είναι εντός της ετερότητας και υπερβαίνοντας αυτήν.]

15. Υπαρκτική πραγματικότητα ο τρόπος

Ο ΧΓ σημειώνει ότι όσον αφορά στις ενέργειες της φύσεως η εμπειρική πιστοποίηση του τρόπου της ομοείδειας [της ουσίας] εκφέρεται στην κοινή γλώσσα με τους όρους ένστικτο, ενόρμηση, ορμέμφυτο. (σ. 89) Με αυτούς τους όρους δηλώνουμε, σχολιάζει, ενεργείς ψυχοσωματικές παρορμήσεις, ανεξέλεγκτες από την λογική και τη θέλησή μας, για την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών, και ως εκ τούτου αδιαφοροποίητες στην κάθε ατομική πραγματοποίησή τους. Τέτοιες παρορμήσεις, όπως η ορμή της αυτοσυντήρησης ή της ηδονής οριοθετούν μια κοινότητα γνωρισμάτων που έχουν τα δεδομένα της φύσεώς μας. Κύριο γνώρισμά τους η αναξαρτησία τους από τη λογική θέληση του ανθρώπινου υποκειμένου. Αυτή η ανεξαρτησία βιώνεται συχνά ως σχιζοείδεια· διαφοροποίηση της λογικής και της θέλησης από τις βιολογικές απαιτήσεις της φύσεως. Ως εκ τούτου ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που έχει συνείδηση της διάκρισης ανάμεσα στην ουσία του και στην υπόστασή του. (σ. 90) Γνωρίζει επίσης τον εαυτό του ως τρόπο υπάρξης με δυνατότητα ελευθερίας ως προς τις αναγκαιότητες. [Η συνείδηση της ελευθερίας ως αυτεξουσιότητας υποκινείται σίγουρα από την διαπίστωση ότι η υπόστασή μας, η ατομική μας ύπαρξη υπόκειται σε αναγκαιότητες της φύσεώς μας, υλικές και ψυχολογικές. Αλλά η ίδια η ενεργοποίηση της αυτεξουσιότητας προϋποθέτει τη συνείδηση ότι ο άνθρωπος είναι νους, και από αυτήν την άποψη υπερούσιο ον. Ο νους είναι θεωρητικός και πρακτικός. Η βούληση, θέληση, προαίρεση είναι δυνατά μόνο διότι ο άνθρωπος είναι νους, δηλαδή ον που θέτει τον εαυτό του, όχι βέβαια κατά το ον, αλλά από την άποψη του πώς θέλει να είναι η υπόστασή του, αν θέλει αυτή να είναι εν κοινωνία ή εν ελλείψει κοινωνίας. Το πρώτο λέγεται παράδεισος, το δεύτερο κόλαση.]

 

Κεφάλαιο Γ: Οντολογία της Τέχνης, οι Ενέργειες

1. Φύση και υπόσταση «εν έργω»

Ο ΧΓ εκκινεί το Γ’ κεφάλαιο υπενθυμίζοντας ότι ουσία και υπόσταση πρέπει να νοούνται ως τρόποι της ύπαρξης, η μεν ουσία ως ο καθολικός (κοινός) τρόπος της μορφικής ομοείδειας, η δε υπόσταση ως ο μοναδικός και αναπανάληπτος τρόπος του καθέκαστον υπαρκτού. (σ. 93) Και οι δύο τρόποι είναι δεδομένοι, αλλά στην περίπτωση του ανθρώπου «ο τρόπος της υπόστασης είναι (σε κάποιο ποσοστό) θελητικά (ελεύθερα) πραγματούμενος. [Όπως μόλις σχολιάσαμε, το πώς θέλει ο άνθρωπος να είναι κατά την ατομικότητά, αυτό μπορεί να αποτελεί αντικείμενο της ελευθερίας του, του αυτοπροσδιορισμού του, επειδή ο άνθρωπος ως νους είναι και υπερούσιος. Ο ΧΓ επιμένει να καλεί την ουσία και την υπόσταση τρόπους. Αλλά ο τρόπος δεν τροποποιείται αφ’ εαυτού· ελευθερία όμως σημαίνει να μπορώ να αυτοκαθορίζομαι, να θέτω το θέλημα μου είτε ως ατομιστικό είτε ως κοινωνητικό. Επομένως, πρέπει να μπορώ να θέτω το Είναι μου.]

Ο ΧΓ προχωρεί σε έναν ουσιαστικότερο ορισμό του τρόπου: «Η λέξη τρόπος δηλώνει το πώς, τον χαρακτήρα ενεργούμενου γεγονότος … την τροπή-κατεύθυνση και στόχευση της πραγματοποίησής του …» [ακριβώς!] «Έτσι τρόπος της φύσης είναι οι ενέργειες με τις οποίες ενεργείται – πραγματώνεται η ύπαρξη όλων των επιμέρους ατόμων κάθε φυσικής ομοείδειας.» (σ. 93) [περίεργη έκφραση: νομίζουμε ότι μάλλον θέλει να πει ότι ουσία ως κινούμενη – ως φύση – ενεργεί· οι ατομικότητες περιέχουν επομένως την ενεργητικότητα της ουσίας τους.] «Τρόπος της υπόστασης είναι η ετερότητα κάθε ατομικής υπαρκτικής πραγμάτωσης και έκφανσης των κοινών ενεργειών μιας και της ίδιας φύσης» (σ. 94). «Η ύπαρξη ενεργείται, πραγματώνεται εν έργω με τον τρόπο της φύσης και με τον τρόπο της υπόστασης».  Μιλώντας για ενέργειες της φύσης, εννοούμε τα κοινά γνωρίσματα του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιούνται όλα τα άτομα μιας ομοείδειας. [Ερμηνεύουμε ως εξής: Το ότι τα άτομα μιας ομοείδειας μετέχουν κοινών γνωρισμάτων σημαίνει ότι η κοινή φύση ενεργεί ούτως, και ότι περαιτέρω τα κοινά γνωρίσματα μέσα στα άτομα είναι οι ενέργειες της φύσης τους μέσα σε αυτά. Τα άτομα είναι πραγματώσεις της φύσης· αλλά το μέγα φιλοφικό ερώτημα είναι να δειχθεί πώς αυτό λαμβάνει χώρα. Απαιτείται δηλαδή μια θεωρία περί των δημιουργημένων όντων που να εξηγεί πώς οι λόγοι των όντων περιέχονται στα κτιστά όντα. Αλλά ο ΧΓ δεν έχει αντιληφθεί αυτό το ερώτημα.] Μιλώντας για ενέργειες της υπόστασης εννοούμε την ετερότητα του τρόπου με τον οποίο οι κοινές ενέργειες της ομοείδειας  πραγματοποιούνται σε κάθε ατομική υπόσταση. (σ. 94)

Ο ΧΓ δηλώνει ότι «δεν υπάρχει φύση έξω ή ξέχωρα από τις υποστατικές της πραγματοποιήσεις, όπως δεν υπάρχει και υπόσταση που να μην πραγματώνει εν-έργω μια φύση [Η ουσία ως ενεργούσα, κινούμενη (κατά το φυσικό θελημά της, θα έλεγε ο Μάξιμος) καλείται φύση. Αν ο ΧΓ θέλει να πει ότι η υπόσταση είναι πραγμάτωση μιας φύσης, τότε τί σημαίνει ότι η φύση πραγματώνεται ως υπόσταση; Ο ΧΓ θεωρεί ότι πρόκειται περί πραγμάτωσης της ουσίας-φύσης, αλλά όμως πρόκειται περί της υπάρξεως, περί του θέτειν στην εξωτερικότητα. Αλλά για να κατανοηθεί αυτό φιλοσοφικά, χρειάζεται μια θεωρία περί δημιουργίας, περί του θέτειν τους λόγους των όντων στην εξωτερικότητα του Θεού.] Όλοι οι άνθρωποι, συνεχίζει ο ΧΓ, έχουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ομοείδειάς μας, «τους τρόπους με τους οποίους ενεργείται (πραγματώνεται υπαρκτικά) η φύση μας». (σ. 94) Όμως κάθε επιμέρους άνθρωπος έχει τα γνωρίσματα αυτά με τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Κάθε ανθρώπινη υπόσταση πραγματώνει την υπαρκτική της ετερότητα με κάθε είδους ενέργειά της. «Η ενεργούμενη υποστατική ετερότητα του ανθρώπου είναι σε κάποιο βαθμό δεδομένη, αλλά σε ένα αποφασιστικό επίπεδο για την ανθρώπινη ετερότητα «είναι απροκαθόριστος λόγος – φανέρωση χαρακτήρα ιδιοσυγκρασίας, στάσης, νοοπροπίας, [κλπ.] … άμεσα ή έμμεσα θελητική έκφραση ανομοιότητας, ασύγκριτης και ανεπανάληπτης παρουσίας» (σ. 95) [Ελευθερία για τον ΧΓ είναι επομένως η θελητική ανομοιότητα, το μη επαναλήψιμο; Όπως είπαμε και παραπάνω, αυτό πόρω απέχει από το εκφράζει το αυτεξούσιο· αν μάλιστα, το μη επαναλήψιμο νοηθεί και ως αποτέλεσμα επιλογής, τότε μάλλον εκφράζει την κατεξοχήν ανελευθερία και αμαρτωλότητα.]

2. Κάθε ενέργημα, λόγος

«Η υπόσταση κάθε υπαρκτού ενεργείται (συγκροτείται και πραγματώνεται) ως γεγονός συντελούμενων σχέσεων και γνωρίζεται μέσα από πραγματούμενη σχέση» (σ. 95) Η υπόσταση ενεργείται [πραγματώνεται] πάντοτε εν σχέσει προς συγκεκριμένους συντελεστές της υπαρκτικής της πραγμάτωσης, π.χ. το άβιο ον σε σχέση προς τα χημικά στοιχεία που το συγκροτούν κττ. «Στο αισθητό σύμπαν δεν υπάρχει υπόσταση άσχετη, εκτός πλέγματος ενεργούμενων σχέσεων που την συγκροτούν και την γνωστοποιούν». (σ. 96) Η λέξη σχέση εκτός από «συσχετισμός», «αναλογία»,  «συνάρτηση» κλπ., έχει ακόμα και οντολογικό περιεχόμενο: «Δηλώνει τον τρόπο ύπαρξης των υπαρκτών, την εκδοχή της ύπαρξης όχι ως συντελεσμένης … αλλά ως ενεργούμενου γεγονότος δυναμικά συν-τελούμενου, παραγόμενου από ενεργούμενες σχέσεις» (σ. 96) [Το ζήτημα πρέπει να νοηθεί διαλεκτικά: Και οι ίδιες οι σχέσεις υφίστανται, εφόσον υφίστανται οι ατομικές και συντελεσμένες ουσίες· η ουσία ενός όντος δεν είναι κάτι ακαθόριστο και δυναμικά συντελούμενο· είναι αυτή που είναι· είναι ο λόγος του όντος. Ως εκ τούτου η ανθρώπινη υπόσταση είτε συμφωνεί προς την ουσία της είτε όχι. Η ελευθερία δεν είναι αυτοπροσδιορισμός υπό την έννοια μιας τυχαίας μοναδικότητας που είναι πλήρως έτερη και ίσως ακόμα και να επιδιώκει να είναι πλήρως έτερη. Το ζήτημα είναι πώς η ετερότητα ξεπερνιέται στην κοινωνία των όντων δια των λόγων τους, οι οποίοι αν και έτεροι είναι και εν.]

«Κάθε ενέργημα [ενέργεια] του ανθρώπου είναι αποκαλυπτικό της υποστατικής του ετερότητας και παραπεμπτικό στην ταυτότητα της φύσης του» (σ. 97) Η φανέρωση της ετερότητας του κάθε ανθρώπου (η πραγμάτωση του μοναδικού, ανόμοιου και ανεπανάληπτου τρόπου της υπόστασής του) καθρεφτίζεται σε κάθε ενέργημά του. Με ιδιαίτερη σαφήνεια αποκαλύπτεται ο λόγος της υποστατικής ετερότητας στην Τέχνη και στον μοναδικό τρόπο έκφρασης κάθε καλλιτέχνη. Η Τέχνη αναδείχνεται σε «ενεργούμενη μαρτυρία – φανέρωση ετερότητας των όρων-συντελεστών που συγκροτούν την παραγωγό του έργου σχέση». (σ. 99) [Ναι, άλλα η μεγάλη Τέχνη εκφέρει παρόλαυτά το καθολικό, το Απόλυτο στην κατ’ αίσθηση εποπτεία. Μόνο η σύγχρονη, ψευδώς καλούμενη, «τέχνη» ενδιαφέρεται για το παντελώς ανόμοιο και υποκειμενικό.]

«Γνωρίζουμε το Είναι (το υπάρχειν) ως τρόπο της φύσης, τρόπο της υπόστασης, τρόπο των ενεργειών. Οι τρεις τρόποι αλληλοπεριχωρούνται χωρίς να συγχέονται … Δεν υπάρχει φύση χωρίς υποστατική πραγμάτωση και ενεργητική φανέρωση». (σ. 100) Η υπαρκτική μοναδικότητα της υπόστασης δηλώνεται [φανερώνεται] στα ενεργήματά της. «Οι ενέργειες αναφέρονται μεν στην φύση, γιατί αυτές προσδιορίζουν την ομοείδεια, αλλά τις πιστοποιούμε μόνο στην κάθε υποστατική τους εκφορά και πραγμάτωση ως ανεπανάληπτο λόγο κάθε υπόστασης· λόγο μορφικής και δεδομένης ετερότητας στα άλλογα όντα και λόγο απροκαθόριστης θελητικής ετερότητας μόνο στον άνθρωπο». (σ. 101) [Η απροκαθόριστη θελητική ετερότητα μπορεί να αποτελεί και απλή αυθαιρεσία, και βέβαια δεν βοηθάει σε τίποτε, εάν δεν μπορεί να υπερβεί τον εαυτό της, να αυτεξουσιάζεται κατορθώνοντας μια κοινωνία.Ο ΧΓ δεν μπορεί να θεωρήσει την ελευθερία ως υπερουσιότητα, την βλέπει ως μοναδικότητα· αλλά στο επίπεδο της θέλησης η μοναδικότητα και η ετερότητα, εάν κανείς επιμένει σε αυτές, μπορεί να δηλώνουν το κακό.]

«Μια οντολογία που αρνείται να διακρίνει  … την φύση και την υπόσταση από τις ενέργειες αυτοπαγιδεύεται στο χωρισμό του νοείν από το Είναι, διολισθαίνει στην εκδοχή νοητικών συλλήψεων και ιδεολογικών κατασκευών ως πραγματικών δεδομένων». (σ. 101) Τέτοια είναι η δυτικοευρωπαϊκή θεολογία και φιλοσοφία. Αντίθετα,  η οντολογική κατηγορία των ενεργειών δίνει στη γνώση τον χαρακτήρα εμπειρικής πιστοποίησης μέσω της ενεργούμενης σχέσης του λογικού ανθρώπου με τον ενεργούμενο λόγο των πραγμάτων. [Κατά τον ΧΓ η γνώση πρέπει να είναι εμπειρία, διότι η νοητική σύλληψη δεν συλλαμβάνει την σχέση ή την μοναδικότητα ενεργούμενων σχέσεων. Η νοητική σύλληψη υποτίθεται ότι είναι εγκλεισμός στην ατομικότητα του νοούντος. Μα, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Η λεγόμενη «εμπειρία» και οι μοναδικότητες και τα ανεπανάληπτά της είναι ακριβώς μη κοινωνήσιμα. Μόνο οι έννοιες είναι πράγματι κοινωνήσιμες, τουλάχιστον στον μεταπτωτικό άνθρωπο. Η κοινωνία της εμπειρίας γίνεται μόνο δια της Χάριτος, αλλά αυτή προϋποθέτει το αυτεξούσιο με τη σημασία που αναφέραμε, όχι μια ελευθερία που συνιστά πλήρη ανομοιότητα.] Οι ενέργειες καταλύουν την νοησιαρχία και τον ατομοκεντρισμό, τα δύο καίρια γνωρίσματα του πολιτισμού της Δύσης. (σ. 101)

4. Τα «κομισθέντα εις την Τέχνην»

«Η αποκλειστικά ανθρώπινη υπαρκτική δυνατότητα του λόγου καθιστά την ύπαρξη του ανθρώπου εκ-στατική» (σ. 102) Ο όρος σημαίνει την συνεχώς γιγνόμενη (ποτέ δεδομένη) υπαρκτική ετερότητα του ανθρώπου. «Ο άνθρωπος υπάρχει εξιστάμενος, ιστάμενος έξω από αυτό που ορίζει η δεδομένη (παθητική) ετερότητα της φυσικής του υπόστασης – γίνεται συνεχώς κάτι άλλο από αυτό που φυσικά είναι». (σ. 103) Η ύπαρξή του ενεργείται σε σημαντικό ποσοστό με τρόπο ανυπότακτο στην αναγκαιότητα που επιβάλλει η φυσική ομοείδεια. Η γλώσσα εκφράζει την ενεργητική ετερότητα του ανθρώπου με τον όρο «πρόσωπο», « … που σημαίνει υπάρχω ως προς, μόνο αναφέροντας την ύπαρξή μου, εξιστάμενος από τη φυσική ομοείδεια, δηλαδή με τον τρόπο της λογικής φανέρωσης, της μετοχής σε λογικές σχέσεις». (σ. 103) [Ελευθερία ως ετερότητα, ανεξαρτητοποίηση από τη φυσική ομοείδεια, δεν είναι ούτε δυνατή, αλλά ούτε και αυθυπέρβαση· άλλωστε δια της φύσεώς μου αναφέρω την ύπαρξή μου σε άλλη ύπαρξη.] «Η υπόσταση της ενεργητικής ετερότητας σημαίνεται με την λέξη πρόσωπο, το γεγονός της εκ-στατικής ετερότητας σημαίνεται με την λέξη έρως». (σ. 103) [Εν προκειμένω η σκέψη του ΧΓ θα είχε την ευκαιρεία να συλλάβει την ανθρώπινη φύση ως πραγματικά εκστατική, υπερβατική, υπερούσια· αλλά, επειδή δεν διαθέτει αληθή έννοια ελευθερίας, η εκστατικότητα τού φαίνεται ως διαφυγή από τη φύση, από την ουσία, σε μια διαρκώς αναζητούμενη και επιδιωκόμενη μετάβαση σε έτερον και έτερον, όχι δηλαδή σε συνάντηση της ουσίας με την υπόσταση δια της Χάριτος. Η σκέψη του ΧΓ σε αυτό το ζήτημα δεν αποδίδει καρπούς.]

 

Σε αυτό το σημείο ας δώσουμε μια ανάπαυλα στον αναγνώστη.

 

πηγή: Αντίφωνο

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here