Ένα σώμα πάνω σε βάθρο που τρίζει…

3
87

«Πάει πια ο καιρός της απάτης Το κομψό ψέμα μας παράτησε» 

Γ. Σαραντάρης

Ένας από τους πνευματικούς ανθρώπους, του οποίου η απουσία ήταν νομίζω πολύ σημαντική κατά τη θλιβερή για την κοινωνική μας συνείδηση τελευταία τριακονταετία, ο ‘Αγγελος Τερζάκης, έλεγε πως ένα καθεστώς κρίνεται από το είδος των πολιτών που ενθαρρύνει. Ενθαρρύνει δηλαδή τους καλύτερους ή τους χειρότερους; Φυσικά, δεν εννοούσε τους καλύτερους ή τους χειρότερους ανθρώπους (επ’ αυτού αρμόδιοι είναι μάλλον εκείνοι οι χολερικοί επιφυλλιδογράφοι που κρίνουν και κατακρίνουν τους πάντες, πλην του αθώου εαυτού τους βεβαίως) αλλά τους καλύτερους και τους χειρότερους πολίτες. Πέρα από κάθε υποκρισία και χωρίς διάθεση να αποθέσουμε σε κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο τις ευθύνες, είναι φανερό ότι το μεταπολιτευτικό καθεστώς κανάκευε και ενθάρρυνε, με κάθε τρόπο, άλλοτε σιωπηλά και άλλοτε εν χορδαίς και οργάνοις, όσους «πολίτες» είχαν ελαστική ή και στρεβλή αντίληψη των ατομικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών υποχρεώσεων. Ο λόγος ήταν φανερός: το καθεστώς αυτό δεν ήθελε πολίτες, δεν ήθελε καν πελάτες, όπως παλαιότερα. Ήθελε απλώς συνενόχους. Κάπως έτσι ετέχθη ο μεταπολιτευτικός μαζάνθρωπος.

Ο «μαζάνθρωπος» αυτός εμφανίζεται με λαμπρότητα στην Ελλάδα το 1974, και από το 1981 γίνεται κυρίαρχος στο δημόσιο βίο, στην πολιτική ζωή και την πολιτισμική σκηνή. Ας μην επιχαίρουν με αυτή την παρατήρηση οι νοσταλγοί του .αυταρχισμού και της πατριδοκαπηλίας. Και ας μη σπεύσουν να αγανακτήσουν οι ιδιοτελείς και οι αλλοτρίοις εξόδοις «προοδευτικοί». Διότι ο μαζάνθρωπος αυτός εκυοφορείτο κατά την προηγηθείσα τεσσαρακονταετία, ειδικά μετά την επικράτηση από το 1935 (με το τέλος της πρώτης, έστω ελλειμματικής, δημοκρατίας), της πιο αμόρφωτης και της πιο υποκριτικής πλευράς της νεοελληνικής καθυστέρησης. Από τότε, νομίζουμε, πρέπει να ανιχνεύσει κανείς την επιβολή ενός υβριδίου που σφετεριζόταν την παράδοση αλλά αγνοούσε την αλήθεια της ψυχής μας, που ανέμιζε γαλανόλευκες αλλά πίσω απ’ αυτές έκρυβε τα ράκη μιας οθωμανικής κακογουστιάς ή ακόμη χειρότερα, τις έκανε κουρτίνες για να διενεργεί πίσω απ’ αυτές τις ποικίλες ανομίες της.

Αφού η εθνική ιδέα προδόθηκε από τους φαρισαίους προμάχους της, από τους μεταπράτες και τους κερδοσκόπους κάθε όσιου και ιερού (που έκρυβαν πίσω από τα τρίπτυχα της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, τα απωθημένα ή την άγνοιά τους για τη γνήσια ελληνικότητα που είναι πίστη στην ομορφιά και στην τραγικότητα της ύπαρξης), επόμενο ήταν να εμφανιστεί ως «απελευθέρωση» η μεταπολιτευτική ασυδοσία. Κατανοητό. Αυτό που δεν κατανοείται όμως είναι πώς, ακόμη και σήμερα, μετά από τόσες διαψεύσεις και τόσες αποκαλύψεις, τα πολιτικά τέκνα όσων εγκατέλειψαν την Κύπρο και όσων διέλυσαν την παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, αρνούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους και παραδίδουν μαθήματα «εξόδου από την κρίση» παρέα με κεφαλαιοκράτες, εργολάβους και μεγαλοεκδότες που αντί να δεχθούν να αναλάβουν το μερίδιο των θυσιών που τους αναλογεί, για να βγει η πατρίδα από μια δραματική κατάσταση (στην οποία αυτοί την περιέφεραν), αγωνιούν μόνο για το πώς θα διατηρήσουν τα κεκτημένα τους ή και θα διευρύνουν με κάθε τρόπο το καθεστώς ανομίας τους.

Παρασιτικός και αντικοινωνικός ο μεταπολιτευτικός μαζάνθρωπος που δοξάστηκε ως ένστολος των κομματικών στρατών, είναι πλέον επιζήμιος για αυτό το καθεστώς. Τα δήθεν εκσυγχρονιστικά μέσα ενημέρωσης εκστρατεύουν τώρα εναντίον του -αν και χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαν. Ζούμε ουσιαστικά, με αφορμή το «μνημόνιο», έναν εμφύλιο ανάμεσα στις κάστες του μεταπολιτευτικού καθεστώτος. Για τούτο και θα ήταν εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης να πάρουμε θέση ανάμεσα στη διαμάχη των λαθρεμπόρων (των κομμάτων και του τύπου) και των συνδικαλιστών του δημόσιου τομέα.

Δεν μας εμπνέει η «μετάνοια» των πρώτων και δεν μας πείθει ο «ηρωισμός» των δευτέρων. Μας είναι εξίσου ανυπόφοροι, πολιτικά και αισθητικά. Διότι «όλοι μαζί τα φάγανε». Και όλοι μαζί θεωρούσαν, μέχρι χτες, φυσικό το σύστημα της καλοπέρασης, χωρίς να στοχάζονται για τις συνέπειες. Μαζί γέννησαν τον ανθρωπολογικό τύπο που απαιτούσε μόνο τα οφέλη της υλικής ανάπτυξης σαν να επρόκειτο για φυσικά δικαιώματα, χωρίς να αποδέχεται όμως και το κόστος.

Να ζεις στη «μεταπολίτευση» σήμαινε να μην έχεις όρια, να μη λογαριάζεις τον άλλο παρά στα μέτρα της συνενοχής. Σε ένα τέτοιο κόσμο πώς θα τολμούσε να αναμιχθεί με τα κοινά ο εξαιρετικός; Ποιος θα έλεγε προς τους πολίτες (και δεν θα εθεωρείτο γραφικός) να αναλάβουν το πεπρωμένο τους και το ανάλογο κόστος μιας ακέραιης ζωής; Ποιος τολμούσε να πει πως η ζωή έχει νόημα μόνο στην υπηρεσία του άλλου, στην υπηρεσία ενός σκοπού; Το υπηρετείν ήταν μια πρόφαση συνωμοσίας, όχι μια διακονία. Ο μεταπολιτευτικός μαζάνθρωπος και οι ηγέτες του θεωρούσαν πως δεν μπορεί να υπηρετεί κανείς τίποτα πέραν του εαυτού του. Κάπως έτσι η ανύψωση της πλημμυρίδας του μηδενισμού ήταν αναπόφευκτη και η πορεία από το ιδεώδες περιβάλλον του γηραιού Καραμανλή στην απίθανη «παρέα» του ολίγιστου ανιψιού (με τις αβυσσαλέες πολιτικές και αισθητικές διαφορές) ήταν προδιαγεγραμμένη.

Τώρα που ήρθε η «ώρα της κρίσεως», όσοι σταδιοδρόμησαν με τις στρατιές αυτού του μαζανθρώπου στην πρώτη γραμμή, διακινούν μέσω τυχοδιωκτών που θέλουν να συνεχίσουν να κυβερνούν με το χιτώνα της μετανοούσας, τη συλλογική ενοχή πως «φταίμε όλοι». Αλλά και στην πιο ένδοξη στιγμή της «μεταπολίτευσης», αυτοί οι «στρατοί» δεν ήταν παρά μια μειοψηφία του ελληνικού λαού. Υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες τίμιοι άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν τη δύναμη να αντισταθούν αλλά τουλάχιστον δεν έβαψαν τα χέρια τους με χρώματα της χυδαιότητας. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει σήμερα να μιλήσουν. Και να ζητήσουν δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη και όχι ισότητα, που είναι μια αρετή ηθικής δούλων και αποτελεί διαστρέβλωση της ιδέας της ισονομίας. Στη μαζική κοινωνία της «μεταπολίτευσης», στο όνομα της ισότητας οι αρετές ισοπεδώθηκαν και η διάκριση, η διαφορά εξοριζόταν στην ιδιωτική σφαίρα. Είναι καιρός η δικαιοσύνη (δηλαδή: η αξιοκρατία) να εμφανιστεί και στη δημόσια σφαίρα. Τώρα είναι η στιγμή, όσοι τουλάχιστον δεν συμμετείχαν στο πλιάτσικο της «μεταπολίτευσης», να απαιτήσουν την εφαρμογή του αγωνιστικού πνεύματος και του αριστεύειν στο δημόσιο βίο.

Πώς θα γίνει αυτό; Φέρνοντας με κάθε τρόπο πιο κoντά την έκρηξη. Μιαν έκρηξη όμως που δεν θα γίνει για να αλλάξουν απλώς οι φορείς των προνομίων και της εκμετάλλευσης και για να ανανεωθούν κοντόθωρες ευδαιμονικές επιδιώξεις ή να δικαιωθούν αι ηθικολογίες μιας εκφυλισμένης διανόησης. Ασφαλώς δεν θα είναι εύκολη υπόθεση μια τέτοια αντίδραση. Κάτι περισσότερο από μας γνώριζαν εκείνοι οι στοχαστές που σε αυτό τον τόπο πριν δυόμισι χιλιετίες υποστήριζαν ότι για μια πολιτεία δικαιοσύνης προϋποτίθεται οι πολίτες να διαθέτουν σωφροσύνη, σοφία και ανδρεία. Αυτές οι αρετές, που γεννούν τον πόθο της δικαιοσύνης, ηχούν σαν «μπλακ χιούμορ» στην Ελλάδα της «μεταπολίτευσης» που φρόντισε να διαλύσει την παιδεία, τη μόνη ελπίδα που έχει κάθε κοινωνία για μιαν αναστροφή. Το χάλι της παιδείας μας γεννά μεγαλύτερη απελπισία απ’ ότι η πραγματικότητα. Κι αυτό καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για μια νέα ευγενική πρωτοπορία.

Αν η επαναστατικότητα είναι πριν απ’ όλα μια ζωή πειθαρχίας που ορίζεται όχι από τα δικαιώματα που διεκδικούμε αλλά από τα καθήκοντα που αναλαμβάνουμε, η ανατροπή των διανοητικών παραδεδεγμένων της «μεταπολίτευσης» είναι η πρώτη πράξη της εξόδου από την κρίση. Προσοχή όμως. Όχι για μιαν άκριτη συντήρηση συντεχνιακών προνομίων, όχι για μια τεχνητή επιστροφή σε δήθεν «παραδοσιακές» αξίες κι ούτε βέβαια ως επιβολή της ασυδοσίας της αγοράς (όπως προπαγανδίζουν αναιδώς και ιδιοτελώς τα συγκροτήματα του τύπου) αλλά ως μια εξόρμηση προς ένα μέλλον δικαιοσύνης και αξιοκρατίας. Και αν τα κόμματα της «μεταπολίτευσης», ανίκανα και εσωτερικά ερειπωμένα, επιμένουν να θυμούνται τα καραμανλικά και παπανδρεϊκά νιάτα τους, ας απαλλαγούμε απ’ αυτά κι ας τα περιορίσουμε στα ιδρύματα που συνέστησαν για να αναμιμνήσκονται των ενδόξων ημερών τους.

Λαός που αρέσκεται να λατρεύει ναυάγια και δεν εννοεί να διαλέξει άλλη μοίρα, λαός που επιμένει να σέρνει τη χαμοζωή του χειροκροτώντας τους παλιάτσους των κομμάτων (που ξέρουν καλά να αλλάζουν μάσκες και ρόλους), δεν μπορεί να έχει μέλλον. Η «μεταπολίτευση» βρίσκεται ήδη πάνω σε ένα βάθρο που τρίζει. Κάποιος θα πρέπει να βρει τη δύναμη το ταχύτερο δυνατό να κλωτσήσει αυτό το βάθρο. Διότι η εικόνα στο βάθρο αυτό μπορεί σύντομα να αλλάξει. Και τότε θα είναι αργά. Κι ίσως το κορμί της κρεμασμένης που θα αιωρείται πάνω από το κενό να μην είναι πια το πτώμα της «μεταπολίτευσης» αλλά το άψυχο κορμί της ίδιας μας της πατρίδας…

πηγή: Αντίφωνο, manifesto τεύχος 25 Mαϊος 2011


3 Σχόλια

  1. 1.- Να θεωρήσω πως ο συγγραφέας του άρθρου έχει άγνοια ή έλλειψη αντικειμένικότητας; Γράφει: “…ήταν αναπόφευκτη η πορεία από το ιδεώδες περιβάλλον του γηραιού Καραμανλή…”. Ώστε θεωρείτε ‘ιδεώδες’ το περιβάλλον του γηραιού Καραμανλή κ. Χατζηαντωνίου; Του κατ΄εξοχήν υπεύθυνου για το σημερινό χάλι της Ελλάδας μας; Του ανθρώπου που κυριολεκτικά πρόδοσε την Κύπρο, (η Κύπρος κείται μακράν!); Του ανθρώπου που έφερε τον Α.Παπανδρέου για να αποτελειώσει την καταστροφή μας;
    2.- Ωραία η λέξη μαζάνθρωποι, με την οποία υπονοείτε το λαό. Αλλά ο λαός καθοδηγείται από τους ηγέτες του, (λεωφορειο!). Και οι ηγέτες του, δυστυχώς υπήρξαν και είναι μιζάνθρωποι κ. Χατζηαντωνίου. Ο λαός είναι σαν τα παιδιά. Πηγαίνει εκεί που τον πάνε…
    3.- Λύση; Πρακτικά δεν προτείνετε λύση. Γιατί; Ποιός και πώς θα ρίξει το βάθρο;
    γ.κ.

  2. Διάβασα το άρθρο στον Αμέθυστο και μπήκα στο αντίφωνο για να γράψω κάτι, όμως με περίμενε η ευχάριστη έκπληξη πως με προλάβατε με την πρώτη παρατήρηση και την τρίτη ερώτησή σας!
    Ειδικά για το ποιος και πως θα γκρεμίσει το βάθρο περιμέναμε κάτι παραπάνω. Ως εδώ φτάνουμε εύκολα.

  3. Αγαπητέ Κ. Χατζηαντωνίου. Ξεκίνησα να γράψω ένα αντιρρητικό σχόλιο στο πολύ ωραίο κείμενό σου, αλλά το τελικό του μέγεθος με υποχρέωσε να το αναρτήσω ως ξεχωριστό άρθρο στη στήλη των Αντιφωνικών με τίτλο «Τα καίσαρος καίσαρι. Σχόλιο στο βάθρο που τρίζει». ΒΞ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here