Ένα κλωνάρι δάφνης για την Ζωή Καρέλλη

5
599

΄Όταν ξεκίνησα να μελετώ το έργο της Ζωής Καρέλλη μου ήταν αδύνατο  να εισχωρήσω σε έναν ποιητικό λόγο με τέτοια πυκνότητα νοημάτων που εκφέρονταν μέσα από ορμαθούς λέξεων. Για να αφουγκραστώ τα νοήματα και να τοποθετηθώ απέναντί τους άρχισα να αντιγράφω αποσπάσματα από τα ποιήματά της ή ολόκληρα ποιήματα, χωρίς να προσπαθώ να τα κατανοήσω μεμιάς και να τα εξηγήσω. Η αντιγραφή, που σημαίνει αδράνεια του νοός απέναντι στις άμεσες εντυπώσεις αλλά και ένα άφημα σε κάτι έξω από εμάς, βοήθησε να λειτουργήσει ο ποιητικός της λόγος μέσα μου, να με διαποτίσει και να μου αποκαλυφθεί. ΄Αρχισα να καταλαμβάνομαι από το θάμβος μιας ποίησης που ο πλούτος της προέκυπτε από τον λόγο καθεαυτό, χωρίς να εκφέρεται, όπως συνήθως, με ποιητικές εικόνες.

΄Οταν το πληρωμένο θα είναι κενό,
άδειο το πλαίσιο,
γεμάτο άχρηστα χρώματα σχημάτων,
πώς θα υποδεχτώ τον ονομαζόμενο θάνατο;
Τι θ’ αποδώσω στον ήλιο της ζωής;
Πώς θα εκλέξω την κραυγή που δημιουργεί,
θριάμβου και πόνου αρμονική;

Να μ’ επισκεφτεί ο Ερχόμενος
για να υπάρξω εντός μου.
Να κρατήσω την έννοια της ζωής
στην αναγέννηση που επικρατεί,
αύριο υπήρχα, όπως θα υπάρξω χτες,
στην ατομική προσφορά της αλήθειας.
(ΑΠΟΡΙΑ)

Στην ποίηση υπάρχει αυτή η μετάθεση, η μεταρσίωση του λόγου. Μια λέξη έχει κάποιο νόημα, όμως στην ποίηση παίρνει μια διαφορετική χροιά. Τι κάνει αυτό το πράγμα; Είναι μια βαθύτερη εμπειρία του βίου, η οποία είναι μυστική, δεν εξηγείται. Πρέπει να σε έχει αγγίξει κάτι θρησκευτικό όταν γράφεις ποίηση, ιδίως στην εποχή μας. Υπάρχει ένα ζύγισμα ανάμεσα στον εμπνευσμένο άνθρωπο και στον τεχνίτη. Τι θα επιτρέψει η τέχνη του λόγου να περάσει. Αν και η ποίηση καθ’ εαυτή είναι μια μετάθεση σε έναν άλλο κόσμο. Αυτή όμως η πάλη είναι που δημιουργεί τον παλμό του ποιητικού λόγου, απ’ όπου περνάει ολόκληρος ο άνθρωπος.
Στη Ζωή Καρέλλη δεν είναι μονάχα ο βαθύς προβληματισμός πάνω στα πράγματα, αλλά και η σημασία που δίνει στην εκλογή της λέξης. ΄Όχι μόνο στο ζύγιασμά της, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις συνδέονται, την ιδιαίτερη σημασία που δίνει στον λυρικό λόγο. Η πνευματικότητά της  αναδύεται από την διαμόρφωση του ποιητικού υλικού, την πετυχημένη διασύνδεση των στοιχείων και την πύκνωση των εντυπώσεων, χωρίς καθόλου να λησμονείται η αυστηρότητα που σ’ αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται. Διατηρώντας την ικανότητα να παρακολουθεί τα πάθη της με διαυγή ματιά, έχει την δύναμη να τα περιγράψει σε όλη την ακαταδάμαστη ορμή τους. Σ’ αυτήν οφείλουμε την αποκατάσταση του επιθέτου στην ελληνική ποίηση, το οποίο, μετά την επί δεκαετίες χρήση του για να εκφράσει πρόσκαιρους ενθουσιασμούς ή το μεγαλεπήβολο των συναισθημάτων, εξοβελίστηκε σχεδόν από την ποίηση μετά τον πόλεμο.

Κι είσαι συ απειράριθμη κυμαινομένη,

γράφει απευθυνόμενη στη θάλασσα, φέρνοντας στη μνήμη μας τα Ναυαγίων ναυάγια του Παπαδιαμάντη,

είσαι συ γοητεύουσα, μαγική
ψιθυρίζοντας μυστικά κινουμένη,
απατηλή επιφάνεια ησυχάζουσα
και η μαινομένη, εσύ, έξαφνα,
πρασινωπή οργισμένη, τινάζεσαι,
η ορμή σου ηχηρή ηχηρότατη,
συστρεφομένη αναδίνεις τ’ αμέτρητα κύματα.

Τα επίθετά της, ο τρόπος της εκφοράς των μέσα στην όλη ποιητική της οικονομία, δίνουν την αίσθηση κτερισμάτων σε τάφο, ενέχουν δηλαδή θέση ουσιαστικού, όπως τα συνοδεύοντα τον νεκρό στη μετά θάνατο ζωή του, όπλα, σκεύη και κοσμήματα.
«Είναι στιγμές που με πιάνει ένα είδος λωλάδα», μου έλεγε. «Θυμάσαι τους στίχους του Αχιλλέα, όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος και κλαίει πάνω στο σώμα του. Τι επίθετα, τι πολύτιμες λέξεις! Λυπάμαι που θα πεθάνω και δεν μπορώ να γράψω αυτό για την ελληνική γλώσσα. Η σύνθεσή της, ορίζει να την προσέξεις. Σε κάθε σχεδόν ελληνική λέξη είναι δεμένος ο ένας λόγος με τον άλλον. Είναι ο παλμός του ανθρώπου με τα πράγματα, ο δεσμός του. Η σύνθεση του λόγου στα ελληνικά, στα αρχαία ιδίως φαίνεται αυτό, έχει όλο το βάρος, το πάθος του ανθρώπου να εκφραστεί σωστά και αληθινά. Δεν υπάρχει στην ελληνική γραμματική λέξη που να μην έχει ένα βαθύτατο αίσθημα της ζωής, της συμβίωσης των ανθρώπων, και της προσπάθειας των ανθρώπων για συμβίωση. Με πιάνει δέος. Γιατί υπάρχει συνάμα και μια ψυχραιμία,  θα την έλεγες ώρες-ώρες ψυχρότητα. ΄Εχει εμπειρίες αφάνταστες. Δεν ζαλίζεται, φτάνει σε έναν κολοφώνα για να εκφραστεί, να μπορέσει να διαμορφώσει τη λέξη».
Δεκαπέντε μέρες πριν την τελευτή της είχε αρχίσει να αποσύρεται από τα εγκόσμια. Επί μία εβδομάδα δεν ξάπλωνε στο κρεβάτι, αλλά κοιμόταν καθιστή στην πολυθρόνα, χωρίς να μιλά, ωσάν το αδάμαστο πνεύμα της να έδινε ύστατη μάχη, ωσάν το αγέρωχο φρόνημά της να μην ήθελε να υποταχτεί στη μοίρα του. Ο θάνατος των ανθρώπων μπορεί να μας διδάξει περισσότερα απ’ ό,τι η ζωή τους, γιατί συνήθως δεν διαθέτουμε την όραση για να δούμε τον άλλον άνθρωπο σε όλο το εύρος της παρουσίας και της προσφοράς του όσο βρίσκεται στη ζωή. Φωτίζονται πτυχές που δεν είχαμε προσέξει, δεν είχαμε δει, κουβέντες και χειρονομίες που στο φως του θανάτου αποκαλύπτουν ένα κρυφό νόημα. Στην εκφορά της, στην εκκλησία της Αναλήψεως, παραβρέθηκαν πολύ λίγοι, ενώ στα κοιμητήρια ήταν τριάντα δύο μόνον άνθρωποι. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα για την ίδια, ή για το μέγεθος και την αξία του έργου της. Δηλώνει όμως πολλά για μας. ΄Αγνοια, αδιαφορία, στομώνουν τις αισθήσεις αποξηραίνουν τα αισθήματα. Δεν είναι οι τιμητικοί επικήδειοι που θα ακουστούν, αν κάποια οδός θα φέρει το όνομά της, που, παρότι ειπώθηκε, ούτε και αυτό έγινε.  Είναι  το τι λογής γνώση έχουμε, κατά πόσο συνδεόμαστε με τον πραγματικό εαυτό που ξεπερνά την ατομική διάσταση, εκεί όπου θα συναπαντήσουμε και τον άλλον άνθρωπο.

Η μεγαλύτερη ωστόσο οφειλή στη Ζωή Καρέλλη είναι ότι με το σθένος ενός φρονήματος ανδρικού κατόρθωσε να συγκεράσει στο έργο της το αρχαίο ελληνικό με το χριστιανικό πνεύμα, μάλλον να δείξει την επώδυνη μετάθεση από το ένα στο άλλο. Δοκιμάζεται από τούτο τον διχασμό. Τι συμβαίνει όμως; Ενώ ο Καβάφης μετεωρίζεται ανάμεσα στο «εν μέρει εθνικός, εν μέρει χριστιανίζων», πράγματα που θεωρεί αγεφύρωτα και αμεταμόρφωτα, η Καρέλλη ντύνεται τη Μαρία Μαγδαληνή και πάσχει, συνοδεύει τη Βαϊοφόρο και πάσχει, όπως ντύνεται την Ευρυδίκη και την Αντιγόνη. Ταυτίζεται με τα πρόσωπα που ιστορεί χωρίς, ωστόσο, να απεκδύεται τον εαυτό της, κι έτσι  μπορεί και εισχωρεί σε άλλον  χρόνο που δεν είναι άμοιρος της παρουσίας της.
Σε καιρούς ανύποπτους ακόμη για τα δεδομένα της ελληνικής κοινωνίας και τη θέση της γυναίκας σ’ αυτήν, θα αντιμετωπίσει το οικογενειακό και κοινωνικό της περιβάλλον για να εκφράσει την οδύνη, αλλά και το μέγεθος της ευθύνης για την χειραφέτησή της ως γυναίκα, κάτι που παρατηρείται στην σκανδιναυϊκή λογοτεχνία, ιδίως με τον ΄Ιψεν και την Ίνγριντ Ούνστετ. Θα υψώσει όμως το ανάστημά της και στο κυριότερο πρόβλημα του καιρού μας, που είναι το πρόβλημα της αντιμετώπισης του χρόνου. Η Καρέλλη έχει επίγνωση ότι η διαδρομή της μέσα στο χρόνο δεν αντιστοιχεί απλώς στον ιστορικό χρόνο που την προσδιορίζει ως φυσική παρουσία, αλλά σε όλο τον χρόνο της ύπαρξης από καταβολής κόσμου.
Η με διαφορετικό τρόπο βίωση του χρόνου ξεκινά από την επίγνωση της φθοράς, που αισθάνθηκε ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό πηγαίνοντας στο νεκροταφείο Ευαγγελιστρίας για κάποιο μνημόσυνο. «Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω», είναι ο πρώτος στίχος ικεσίας και προσευχής, με τον οποίο η Καρέλλη ξεκινά, αναλαμβάνοντας με πλήρη ευθύνη τη μοίρα της, μετά την διάψευση και τον αφανισμό του θρησκευτικού αισθήματος, όπως το είχε ζήσει στο περιβάλλον της προπολεμικής αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης, με τους αυστηρούς της αστούς. Ο στίχος αυτός έρχεται σε μια στιγμή αναστροφής προς τα ενδότερα της υπάρξεως, ένα άδειασμα του εαυτού, όπου ακούγεται να ομιλεί το σώμα πνευματικά. Τέτοιες στιγμές  ανοίγονται τα μάτια μας προς το άγνωστο, σε κόσμους που αγνοούμε, και μοιάζουν να περιμένουν στο σκοτάδι την έλλαμψη που θα τους φωτίσει, θα τους φανερώσει στο φως, μπροστά στα έκπληκτα και απορημένα μάτια μας, καθώς αναδύονται τα πράγματα ωσάν να μην είχαν ειπωθεί ποτέ, καινούρια και άφθαρτα.
΄Ετσι αρχίζει την ποιητική και υπαρκτική της διαδρομή με την πρώτη της συλλογή «Πορεία»:

Κύριε, μη μου δίνεις την οδύνη που περιέχω.
Είμαι το διεσταλμένο ρόδο δίχως σεμνότητα,
είμαι ο καρπός που αποστάζει ασύστολα χυμό,
είμαι η θερμότατη καλοκαιρινή μέρα
που αντηχεί το φως, την πυράδα του ήλιου.
Είμαι βαρύς από τον ίδιο εαυτό μου
σε βάρος αισθήσεων υπέρμετρο.
Πολύχρωμο έντομο με έντονο χνούδι χρωμάτων
να πετάξω δεν δύναμαι πια.
Πού ν’ αποθέσω τον εαυτό μου;
…………………………………..
Με διαπερνούν τα πρόσωπα,
ανόητοι περιπατητές της Κυριακής ημέρας,
άσχημος όχλος.
Περιέχω τον δρόμο με τα βρώμικα χαρτιά,
με τ’ ακατάλληλα σκουπίδια,
κατέχω την στεκούμενη κατάσταση
της στατικής αηδίας στάσιμης,
Μιλώ τα φθαρμένα λόγια της κοινής αντίληψης,
χαμογελώ στα πρόσωπα τα βδελυρά κι αδιάφορα
χωρίζομαι, αποχωρίζομαι, δεν υπάρχω,
βρίσκομαι στην  αποσύνθεση.
(10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1938)

Ζωντανή παρουσία ανάμεσα στο σκοτάδι και την πυράδα του ήλιου, το σώμα της, ζητώντας να εξηγηθεί στο φως της δικαιοσύνης του θανάτου, θα προσφέρει την ομιλία για την προσέγγιση αοράτων και ορατών. Μέσω μιας βαθύτατης αίσθησης της ελληνικής γλώσσας, η ποιήτρια θα μας μεταγγίσει το αίσθημα, πως η ελληνίδα λαλιά δύναται να προσφερθεί σ’ αυτούς που της προσφέρονται ως όχημα προς εκείνον τον μυστικό χώρο, ο οποίος ξανοίγεται όχι σε πλέγματα σχηματοποιημένων αντιλήψεων και ιδεών, αλλά καλλιεργείται σε έδαφος αναίρεσης και αμφιβολίας. Παραίτηση από βεβαιότητες, που ο χρόνος και τα ανθρώπινα επιτεύγματα σωρεύουν εν είδει δερματίνων χιτώνων, κρυσταλλωμάτων του ζωντανού σώματος.

Διαλύομαι
στην έννοια του χρόνου,
χάνομαι.

Στ’ αόρατα του χρόνου
δάχτυλα συμφύρομαι, συντρίβομαι
και η ζωή μου άνεμος της στιγμής,
φωνή απομένει εναγώνια,
αφανίζομαι και ζητώ
στου θανάτου το νόημα
καταφύγιο απίθανο εκεί,
να βρεθώ ακατάλυτη παρουσία.

Επίμονα και επίπονα η ποιήτρια, σε πνεύμα αυστηρής πειθαρχίας και συνέπειας, αναδιφά στους υδροφόρους ορίζοντες του ελληνικού λόγου, στην απειρία των βλαστικών δυνατοτήτων του, ό,τι η έκφρασή της προσκόμισε σε τρόπους ανάλογους του εγγενούς και αγενούς πολλαπλασιασμού των φυτών, αποκαλύπτοντας ήχους, ρυθμούς και χρώματα των εκτάσεων της ύπαρξης όπου οδηγείται. Το νόημα των λέξεων, ωσάν να κινείται πέρα απ’ αυτές, υποστηρίζεται από τους ήχους που τις συνθέτουν, από αντικατοπτρισμούς και ανταποκρίσεις μεταξύ των φθόγγων τους. Διάβρωση συγκεκριμένων εννοιών από τη φαντασία, συνενώνοντας το ορισμένο με το αόριστο, τη λογική ισχύ με την αγωνία της αμφιβολίας.
Ταλαντευόμενη ανάμεσα στην οδύνη και την ηδονή, τη λαχτάρα της ολοκλήρωσης και την αδυναμία προσέγγισης του άλλου ανθρώπου, ο έρωτας έλκει και απωθεί. Προσμένει από τον άλλον άνθρωπο να την αναγνωρίσει, να πιστέψει στο ανθρώπινο πρόσωπο πέρα από την αφή και την ματιά του πλησίον, και να θεραπεύσει την αμφιβολία για τον ίδιο της εαυτό. Και από λαχτάρα για το απόλυτο, στρέφεται στη μελέτη του θανάτου. Μακρά πορεία ψυχικών αναβαθμών, ώς την «Στενή Πύλη», την Αψίδα του Γαλερίου, όπου ο χρόνος δεν αισθητοποιείται στα απομεινάρια της ορμής και του πάθους των ανθρώπων που έδρασαν και πέρασαν από την πόλη, αλλά στην ακινησία των αναγλύφων της. Εισερχόμενοι δια της «Στενής Πύλης», όπως ονομάζεται και  το πρώτο ποίημα της συλλογής «Το Σταυροδρόμι», η ποιήτρια θα μας θυμίσει ότι δι’ αυτής, τώρα  που οι ευλογημένοι καρποί της άσκησης έχουν λησμονηθεί, μπορεί κανείς να αφυπνιστεί προς τη ζωή, «την εντός μας και γύρω μας πεποικιλμένη».

Εγνατία Οδός
κι εσύ της Αψίδας πύλη στενή,
προς το μέλλον της μνήμης πορεία,
της ψυχής οδηγία διαρκής.

Στη «Στενή Πύλη» η Ζωή Καρέλλη προσπαθεί να βρει εξήγηση της δοκιμαζόμενης ύπαρξής της στην ιστορία της γενέτειράς της πόλεως Θεσσαλονίκης, αντικρίζοντάς την ως σημείο στάσεως, αλλά και ζεύξεως των αντιθέτων στην αέναο ροή, τόπο που της φανερώνεται ως σημείο αιωνιότητας μέσα στο εφήμερο. ΄Εως  το «Πανδοχείο», όπου και ο τόπος της εκλογής, όχι για να εκλέξει, αλλά για να εκλεγεί, κάτι που κατά  τον Σεστώβ σημαίνει την υπέρτατη ελευθερία: «Δώθε μόνο ή το εκεί;». Διάζευξη στο χώρο και το χρόνο, που τελικά αναιρείται καθώς πρόσωπα και πράγματα περνούν από  μέσα της. Οι κουβέντες της καθημερινότητας που ακούγονται στο «Πανδοχείο» δεν απηχούν απλώς διατυπώσεις της αδιάφορης καθημερινής ζωής. Αντικατοπτρίζουν βαθιά ταπείνωση.

Ένας θεατρολόγος σε κάποιο θεατρικό συνέδριο που έτυχε να παρευρεθώ, είπε πως το ελληνικό θέατρο στρέφεται προς τη μνήμη και στην δια της μνήμης προσέγγιση των πραγμάτων. Η Καρέλλη από το 1960 ακόμη πραγμάτωσε την δια της μνήμης σφυρηλάτηση μιας ερμηνευτικής των πραγμάτων συνείδησης. Στο τελευταίο θεατρικό της έργο, «Περιμένοντας τη Μαρίνα», το οποίο δεν παίχτηκε ποτέ και παραμένει ανέκδοτο, ανοίγονται νέοι δρόμοι. Η Μαρίνα είναι ένα πρόσωπο που δεν εμφανίζεται διόλου, μια νεαρή κοπέλα που αυτοκτονεί, και ακούγεται μόνο η φωνή της, όταν ο πατέρας της βρίσκει το ημερολόγιό της και το διαβάζει στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, στη μητέρα και τη θεία της. Το «Περιμένοντας τη Μαρίνα» αποτελεί πρόκληση προς την σημερινή ελληνική κοινωνία. Η δράση, όντας όλως διόλου εσωτερική, απομακρύνει απ’ το φτιαχτό, φέρνοντάς μας, χωρίς φωνασκίες, κοντά στις ουσιαστικές ψυχικές διεργασίες των προσώπων.

«ΦΩΝΗ: Σε ποιον να μιλήσω; Όλοι στο σπίτι μου φοβούνται. Ο πατέρας μου που προσπαθεί να συμμαζεύεται στην καθημερινή, συνηθισμένη εργασία του,  εκεί, να μην τον βρει τίποτα και τον χτυπήσει. ΄Οσο γίνεται πιο αφανής, στη μέτρια απασχόλησή του. Φοβάται κι αυτός. Εγώ έχω και τούτο τον φόβο μέσα μου. Τον ξεχωρίζω γλοιώδη πάνω στη στάση του σώματός μου. Η μητέρα μου ζει με τον φόβο. Μου έχει πει πως γύρω της αισθάνεται παρουσίες μυστικές. Πότε την φοβερίζουν, πότε την ορμηνεύουν. Βλέπει όνειρα και θέλει να μου τα εξηγεί. Η θεία μου φοβάται τον Θεό. Φοβάται την αμαρτία. Παντού βλέπει την αμαρτία και την φοβάται. Κι όταν έρχεται από την εκκλησία, αντί να είναι γαληνεμένη, δείχνει το φόβο της.
Αχ, λίγος καθαρός αέρας.
Και όλα τα σπίτια λοιπόν… Δεν είναι δυνατόν να είναι έτσι όλα τα σπίτια των ανθρώπων. Γιατί βλέπω εγώ έτσι το δικό μου; Να φύγω. Πού να πάω όταν αισθάνομαι πως το κακό είναι μέσα μου; Τι περιμένω; Τίποτα δεν έρχεται και δεν μπορώ να στηριχτώ σ’ αυτόν που αγάπησα. Δεν με καταλαβαίνει. ΄Η μήπως με καταλαβαίνει, με γνωρίζει καλύτερα εκείνος απ’ ό,τι εγώ τον ίδιο εαυτό μου. Δεν αντέχω να αντιμετωπίσω την αλήθεια. Ο Λευτέρης αισθάνεται τον σιχαμερό φόβο μου, την αδυναμία μου, κι απομακρύνεται. Είναι ο ίδιος τόσο ζωντανός. Αισθάνομαι την ανάγκη να ακουμπήσω, να σκαλωθώ  πάνω του….και το βλέπω καθαρά πως γι’ αυτό έξαφνα με αποστρέφεται. Και τότε σιχαίνομαι πιο πολύ τον εαυτό μου που μπορεί να μεταδώσει τη φθορά του. Ο Λευτέρης φυλάγεται από ένστικτο. Φυλάγεται από την άρρωστη ψυχή μου. Θέλω να του πω «σ’ αγαπώ», και δεν αρθρώνεται η λέξη στο στόμα μου. Να φύγω. Η μάνα μου με το πάθος της, ο πατέρας μου με την δειλή του στοργή, η θεία μου με την προσευχή της, την γεμάτη καχυποψία, μέσα στο μέτριο σπίτι μας….Μεγάλες προσδοκίες, χαλασμένα ιδανικά, άρρωστη πίστη. Να παραδοθώ στην αδράνεια, να ησυχάσω, να μην έχω να μάχομαι. Δεν ξέρω να χτυπήσω κι έρχεται η ώρα που αμφιβάλλω αν αγαπώ. Βλέπω παντού εικόνες θανάτων φρικτές. ΄Όλα όσα ακούω, όσα μαθαίνω…Σαν να είναι να ορμήσουν επάνω μου οι απανθρωπίες και η σκληρότητα….Θέλω να ησυχάσω…».

Μετά την ανάλυση της διαπάλης των συναισθημάτων, το πέρας άκαρπων συζητήσεων, μετά την όλη πορεία, πορεία ψυχής που δεσμεύεται μόνο απ’ το απόλυτο, το δέος για το ανεξιχνίαστο της ανθρώπινης μοίρας και το ερώτημα για της θυσίας το νόημα, εξακολουθούν να την διακατέχουν. Καθώς εκλείπει οποιαδήποτε κοινή αντίληψη ζωής, η δοκιμασία του πειρασμού αποκτά χροιά  διαφορετική:

Κι όταν τη ρώτησαν με λαχτάρα οι άλλοι·
«πες μας» και πάλι, «πες μας», ρωτούσαν
και της τρώγαν με τα μάτια
το αχτινοβόλο πρόσωπο
και της κολλούσαν τ’ ανυπόμονα λόγια στο μέτωπο
σα νομίσματα παρακλήσεων,

γιατί είχαν περάσει και περνούσαν
αγωνία κι αγωνίες πολύ φοβερές,
αμέτρητοι κίνδυνοι της φθοράς και της πάλης,
το καταπέτασμα του ναού ρημαγμένο,
οι ανοιχτοί τάφοι, το σκοτάδι,
καταστροφή του χρόνου, Κύριε,
είναι λοιπόν, δυνατόν να φτάσει
η περίβλεπτη κι αστραφτερή σου πρωία!

Μίλησε, Μαρία, τα πρέποντα, νοητά λόγια,
πυρέσσουσα η ακοή μας,
αγκαθωτή η ανησυχία μας,
αυτές οι τρεις μέρες της αμφιβολίας
είναι αιώνες αιώνων,
δώσε το λόγο της χαράς, της μεταβολής μας,
πάρε το τίμημα της ψυχής μας.

«Είχες δε αυτήν τρόμος και έκστασις»,
πόσο ανυπόμονοι είναι συνήθως
«βραδείς τη καρδία», οι άνθρωποι,
συλλογίζεται η Μαρία,
καθώς την κατείχε ακόμα
η απαστράπτουσα, λευκότατη σιωπή.
«Ην δε ιδέα αυτού ως αστραπή
και το ένδυμα αυτού λευκόν ως η χιών.
«Ουκ έστιν ώδε, ηγέρθη».

Εγείρεται θέλει να επαναλάβει
και η φωνή της ακούγεται σε όνειρο
μονάχα, γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί
που δεν φαίνεται στους άλλους η απάντηση;
Δεν βλέπουν το άσπρο πουλί
ν’ αποσπάται ύστερα από τόσην αγωνία,
παλλόμενο από πάνω της
και πώς να ζήσει,
πώς θα σταθεί στη ζωή η Μαρία Μαγδαληνή
που είδε τον άγγελο κι «εξεθαμβώθη;»

«Νεανίσκον καθήμενον εν τοις δεξιοίς»
και τ’ άσπρο πουλί είναι η ματωμένη καρδιά της·
πώς να εξηγηθεί στους ανθρώπους
που ζητούν τα μετά την βεβαιότητα;
Γι’ αυτό δε μιλεί,
φαίνεται να μην ομιλεί
κι ας ποθεί τόσο ν’ ακουστεί η φωνή της.

Κι η ακοή της είναι γεμάτη
από χρυσούς κύκλους ήχων,
στο χρόνο θ’ αντηχεί η χαρμόσυνη είδηση,
πάντα καινούργια η ομιλία·
«τι θρηνείτε τον άφθαρτον ως εν φθορά;»
πάντα καινούργια η ομιλία·
«ουδενί, ουδέν είπεν· εφοβείτο γαρ».
Πώς ν’ αποκαλύψει την ταυτότητα και τη διαφορά;
Σωπαίνει γεμάτη κατάνυξη
γεμάτη ελπίδα για τη ζωή,
νυν και αεί, έως της συντελείας
του χρόνου των ανθρώπων.
(ΟΡΘΡΙ΄Α)

Στο θεατρικό της έργο «Ορέστης», θα δώσει τη δική της απάντηση στην πάλη της με τα πάθη. Δεν είναι η λύση η καθαρτήρια του αίματος που θα γαληνέψει την πάσχουσα διάνοιά της και θα εξαγνίσει τα ανθρώπινα. Είναι η συγχώρεση που θα γιατρέψει τις πληγές και η αγάπη, που εξαγοράζοντας τον πόνο, θα καθαρίσει τον ρύπο των ανθρωπίνων παθών. Μαρτύριο και μαρτυρία της ποιήτριας που η διάνοιά της, μη γνωρίζοντας ανάπαυση, κυοφορεί και τίκτει.
Η δια της μνήμης προσέγγιση του κόσμου,  η πάλη με τις σκιές που σκορπίζει το φως της εσπέρας, για να αναπαραχθεί όχι το γεγονός, που έχει κιόλας παραδοθεί στις φλόγες, αλλά η αίσθηση και η ατμόσφαιρα που το συνθέτουν, ακινητούν το χρόνο. Ακούγεται ο λόγος ο οποίος έχει αποτινάξει τον ύπνο, όπου δεν χωρούν τερτίπια και σκαριφήματα, ο λόγος ως καθρέφτης της αληθείας. Ο λόγος κρίνει, ο λόγος εικονίζει το ποιοι είμαστε. Δεν μπορούμε να ζήσουμε με θεωρίες και απόψεις. Δεν μπορούμε να ζήσουμε με τις πληροφορίες, τη διαφήμιση, το ατέλειωτο κυνήγι της προβολής. Πεινάμε και διψάμε. Μια διαφορετική πείνα και μια διαφορετική δίψα.
Στα χρόνια μας τεμαχίστηκε η ιδέα, η αντίληψη περί αμαρτίας. Και πρέπει πολύ να παλέψουμε σ’ αυτό που βλέπουμε, που υποχρεωνόμαστε να κάνουμε, να ζούμε. ΄Όλα αφορούν το είναι του ανθρώπου. ΄Ένα πλήθος από αγωνίες και οι απαντήσεις φτωχές. Ο ίδιος ο χρόνος, χωρίς φτιασίδια, μας χτυπά κατακέφαλα. Είναι ο θάνατος του ανθρώπου που ζούμε, με το ανικανοποίητο, τις απαιτήσεις, το δήθεν ιδανικό. Δεν υπάρχουν πλέον προφάσεις. Η εξυπνάδα μολύνει, των λόγων η δεξιοτεχνία μιαίνει.
Ο βαθύτερος χαρακτήρας του έργου της Ζωής Καρέλλη έγκειται σε τούτη την δοκιμασία κι αυτή την αναζήτηση: δια της αμφιβολίας κρούει την θύρα της πίστεως. Καθώς, πληρώνοντας με την ποιητική της το άδειο κέλυφος του ανθρωπίνου σώματος, με τους φθόγγους του ποιητικού λόγου, των επιθέτων την ηχώ, συνοδευτικά του ήχου της φωνής που νερό καθαρτήριο τα πήλινα χείλη προφέρουν, οι στίχοι του αγίου Ρωμανού του Μελωδού αποκρίνονται:
Νίπτει την πλίνθον η θάλασσα
αποπλύνει την πηλόν η άβυσσος
και ουκ αναιρεί τούτου την σύστασιν,
αλλά σφίγγει την υπόστασιν και
αποσμήχει την προαίρεσιν.

5 Σχόλια

  1. Μπράβο ! Ἐπιτέλους μιά δίκαιη φωνή .
    ” Οἱ νεκροί δέν ἔχουν κανέναν νά τούς ὑπερασπιστεῖ ”
    κατά τόν Κ.Ε.Τσιρόπουλο.

    Χίλια Κλωνάρια Δάφνης
    στή Μνήμη τῆς Ζωῆς Καρέλλη .

  2. Ἀλέξανδρε, γράψε κι ἄλλα !
    Γιατί φαίνεται πώς σοῦ πέφτει/ἀναλογεῖ τό χρέος τῆς δίκαιης μαρτυρίας ( μετά μάλιστα τόν θάνατο τοῦ Τ. Βαρβιτσιώτη , τοῦ τελευταίου , θαρρῶ, ἀπό τήν γνωστή ὡς ” Σχολή τῆς Θεσσαλονίκης ” ) .
    Τουτέστιν τό χρέος Κλώνων Ἀγάπης καί Ἐνθύμησης : Βαφόπουλου, Θέμελη , καί ὅλων τῶν ἄλλων . Γιά νά μήν ἀναφέρω τόν ” δάσκαλό σου ” , ὡς αὐτονόητο !

    Κι ἄς πάρω τό θάρρος νά σημειώσω , πώς ἔτσι σκέπτεται ἄνθρωπος πού τιμᾶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς τήν Κορυφαία Ζωή Καρέλλη, ἄν καί τοῦ εἶναι πλησιέστερη , άπό κάθε ἄποψη , ἡ Ὄλγα Βότση !

    Λοιπόν, εἰς ἀναμονήν. Καλό Κουράγιο, καί πολυευλογημένη Σαρακοστή .

  3. Νατάσα, δεν είναι εύκολα αυτά που ζητάς, και μάλιστα από έναν άνθρωπο που θεωρεί τον εαυτό του όχι συγγραφέα, αλλά αντιγραφέα. Δηλαδή η αντιγραφή είναι που καθορίζει τη σχέση μου με τα πράγματα και όχι οι ιδέες επί των πραγμάτων. Τιμώ αφάνταστα τους ποιητές που αναφέρεις, αλλά τα όσα έγραψα για την Καρέλλη και τον Πεντζίκη βγήκαν μέσα από την ιδιαίτερη και μακροχρόνια σχέση που είχα μαζί τους. Νομίζω πως καταλαβαίνεις τούτη την στάση, η οποία δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας εκ των προτέρων απόφασης, αλλά καρπός μιας βιοτής. Εύχομαι να είσαι καλά. Τους χαιρετισμούς μου στον Νικόλα.

  4. Χάρηκα τον ουσιαστικό λόγο σου, Αλέξανδρε, και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή την εισαγωγή, κατά κάποιο τρόπο, στο έργο της Ζωής Καρέλλη. Πολύ εύλογο το “αίτημα” της Νατάσας, αλλά χάρηκα το ήθος της απαντήσεώς σου!
    Εγκαρδίως,
    Νίκος

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here