Ένας αποχαιρετισμός στον Θεόδωρο Αγγελόπουλο

2
282

Αλέξανδρος Λαμπρίδης*

 Ο αγώνας συνεχίζεται

Όταν ζήσεις κάτι από κοντά και μετά το διαβάσεις στις εφημερίδες αρχίζεις να αναρωτιέσαι αν αυτό που περιγράφουν ήταν αυτό που έζησες ή αν κάποιοι δημοσιογραφούντες ζουν σε μια άλλη, δική τους πραγματικότητα. Το τι μαργαριτάρια έχουν γραφτεί αυτές τις μέρες δεν περιγράφεται, αλλά τι νόημα έχει να ασχοληθεί κανείς μαζί τους; Θα ηθελα απλά να μοιραστώ μαζί σας κάτι που, μάλλον, διέλαθε κάποιων κορακιών της εν(ξ)ημέρωσης. Το έζησα λιγάκι προνομιακά κι είναι αρκετά πολύτιμο για να το κρατήσω για μένα. Νιώθω ότι μας αφορά όλους.

Όταν η τελετή της κηδείας του Θόδωρου Αγγελόπουλου στην εκκλησία τελείωσε, το φως έξω είχε μουζγκώσει για τα καλά. Η πομπή ξεκίνησε. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, που δεν είχαν παρά μια επαγγελματική σχέση με τα τεκταινόμενα, αποχώρησαν βιαστικά για να προλάβουν να δώσουν έγκαιρα ρεπορτάζ. Ο δρόμος για το μνήμα διαρκώς στένευε σαν μια, σχεδόν, φυσική επιλογή και ταξινόμηση των συνοδοιπόρων στην ύστατη διαδρομή.

Στο πρώτο στένεμα ο Ανδρέας άρχισε να παίζει το «Γιάξεμπόρε». Λιγάκι παρακάτω ξαναπιάσαμε με τα παιδιά της «Χαονίας» την «κοντούλα λεμονιά». Το δρομάκι ανάμεσα στα μνήματα είχε γίνει αρκετά στενό κι ανηφορικό όταν αρχίσαμε το «Μάρκο Μπότσαρη». Με αυτό φτάσαμε στο φρεσκοσκαμμένο μνήμα. Το τραγούδι των τίτλων αρχής της πρώτης ταινίας του ακούστηκε στους τίτλους τέλους της ζωής του…

Μπροστά στο μνήμα αποθέσαμε το φέρετρο από τους ώμους μας. ήρθαν κοντά μας οι ιερωμένοι που προπορευόταν στην πομπή και μας περίεμεναν. Ακριβώς δίπλα μου στάθηκε ο Αναστάσιος, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας. Παλιός συμμαθητής και παιδικός του φίλος, σε εκείνη την απίστευτη φουρνιά του 2ου Λυκείου Αθήνας (κατοπινά και δικού μου σχολείου). Φανταστείτε στην ίδια τάξη Αναστάσιο, Αγγελόπουλο, Γιανναρά, Λευτέρη Παπαδόπουλο και τόσους άλλους! Σε όλη την κηδεία ήταν έκδηλη η συγκίνησή του, η πλήρης παρουσία του στα τεκταινόμενα. Και ξεχώρισε ανάμεσα σε διάφορους απόντες παρόντες.

Ο Αναστάσιος στεκόταν δίπλα μου. Απένταντί μας κάποιος άλλος ιερωμένος, ίσως ο πλέον αναγνωρίσιμος στα τηλεοπτικά ήθη, αποτάνθηκε στον Αναστάσιο με μια έμμεση προτροπή κι ένα ακούσιο λάθος της στιγμής. «Στην ταφή του Παλαμά ο Σεφέρης (το σωστό: ο Σικελιανός) είπε εκείνο το εξαίρετο: “επάνω σε τούτο το φέρετρο ακουμπά όλη η Ελλάδα”, εσείς Δέσποτα θα θέλατε κάτι να πείτε;»

Ο Αναστάσιος στάθηκε λίγο σιωπηλός κι οι γύρω, έτσι κι αλλιώς, κρατούσαμε την ανάσα μας. Έπειτα, με το βλέμμα στον δικό του Θόδωρο, μίλησε με φωνή χαμηλή στην εξωτερική αλλά πικαρισμένη στην εσωτερική της ένταση: «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ»!

Τρεις λέξεις, μια φράση, δύο φορές. «ο αγώνας συνεχίζεται»! μια φράση στη διαχρονική επαναληπτικότητά της, σχεδόν, στερεότυπη, ένα σχήμα λόγου καταταλαιπωρημένο στην κατάχρηση και την παραφθορά, πως γίνεται κι ακούγεται για πρώτη φορά, σαν μια παράτολμη,εμπευσμένη επινόηση της στιγμής; Λες και το άκουγα για πρώτη φορά, λες κι οι λέξεις ξαναβαπτιζόταν την έννοια και το περιεχόμενό τους. Πριν λίγα βήματα τα τελευταία λόγια του τραγουδιού μας: «…να πολεμήσουν την Τουρκιά και τους κοτζαμπασήδες». Και τώρα, σαν φυσική και αναπόφευκτη συνέχειά τους, η φράση του αποχαιρετισμού από τα χείλη του Αναστάσιου: «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ». Μίλησε για όλους μας εκείνη τη στιγμή ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας. Ήταν ο αποχαιρετισμός όλων μας, ή, μάλλον, ο χαιρετισμός όλων μας στον Θόδωρο Αγγελόπουλο.

Αρκετά αργότερα, στην έξοδο του Νεκροταφείου, βρέθηκα και πάλι δίπλα στον Αναστάσιο. Τον πλησίασα λιγάκι διστακτικά. Ένιωσα την ανάγκη να τον ευχαριστήσω για αυτό τον ύστατο χαιρετισμό του. Ίσως να ήταν χαιρετισμός, για πολλούς από εμάς τα λόγια του, όμως, λες και απέμπλεξαν το χρόνο από το απίστευτα δραματικό σκάμμα του γεγονότος και της στιγμής, σαν να μας έδωσε οδηγία πλεύσης και πυξίδα για να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα ανοιχτά της «άλλης θάλασσας»…

Με κοίταξε με αυτό το δυνατό, πεισματικό βλέμμα που προδίδει την εσωτερική φλόγα στο βλέμμα των ανθρώπων που πιστεύουν πολύ σε ό,τι πιστεύουν, που η πίστη τους γίνεται προσάναμμα της ψυχής τους. «Δεν το σχεδίασα παιδί μου, βγήκε μέσα από την καρδιά μου». Μια σιωπή. και μετά: «κι εσύ, έτσι μίλησες μέσα στην εκκλησία, από την καρδιά σου»!

Στην εκκλησία ένιωθα το βλέμμα του σαν αγκαλιά που μας χωρούσε και μας έσκεπε όλους. Στην έξοδο της εκκλησίας είχα τείνει το χέρι μου να αγγίξω ανάερα τα άμφιά του. Ήταν, ίσως, η πρώτη φορά που ένιωθα να αγγίζω ιερή, αμφιοφορούσα αγιοσύνη.

Όταν μάθαμε ότι η κηδεία θα ήταν θρησκευτική κάποιοι ίσως παραξενευτήκαμε λιγάκι. Πριν δύο μήνες, στον ίδιο χώρο, μαζί με τον Θόδωρο, είχαμε αποχαιρετήσει τον Ντίνο Κατσουρίδη με μια σεμνή, γεμάτη αγάπη, τελετή πολιτικής κηδείας. Πριν είκοσι χρόνια και τι δεν είχαμε περάσει ως… αφορισμένοι στο «Μετέωρο Βήμα του Πελαργού». Και, σίγουρα, ο ίδιος ο Θόδωρος πέρασε τότε τα περισσότερα κι αυτές οι δύσκολες μνήμες δύσκολα σβήνουν. Η απάντηση που πήραμε στην ένστικτη απορία μας ήταν αφοπλιστική: «Θα χοροστατήσει ο Αναστάσιος»!

Η επιλογή ήταν σωστή και όλα έγιναν όπως έπρεπε, πως αλλιώς;

 

* Ο Αλέξανδρος Λαμπρίδης είναι κινηματογραφιστής και συνεργάτης του Θόδωρου Αγγελόπουλου, είπε δυο λόγια στην κηδεία εκ μέρους του συνεργείου της τελευταίας ταινίας, που ο σκηνοθέτης δεν ολοκλήρωσε. Είναι συν-ιδρυτής του μουσικού πολυφωνικού σχήματος «Χαονία».

πηγή: Αντίφωνο, δημοσιεύτηκε στη “Χριστιανική“, 2 Φεβρουαρίου 2012

2 Σχόλια

  1. Απλό, ωραίο καρδιακό κείμενο!

    Μια πληγή: Ο Αυγουστίνος Καντιώτης (ένας κατά τα άλλα άμεσος και πηγαίος άνθρωπος) που, ως άλλος πάπας, αφόριζε όποιον δεν συμφωνούσε μαζί του κι ήθελε να είναι ο γενικός δερβέναγας της Φλώρινας και της περιοχής της. Κι η Εκκλησία (στα πρόσωπα δύο επικεφαλής αυτοκεφάλων εκκλησιών) που ακυρώνει εμπράκτως τον αφορισμό του, ή μάλλον ποτέ δεν τον πήρε στα σοβαρά.

    Μια απορία: Στα αυτοβιογραφικά κείμενα του Γιανναρά (“Καταφύγιο ιδεών”) και του Λ. Παπαδόπουλου (“Είναι γλεντζές, πίνει γάλα!”) δεν φαίνεται πουθενά ο Αλβανίας Αναστάσιος στην παρέα των Γιανναρά, Παπαδόπουλου, Αγγελόπουλου, Φασιανού, κλπ. Και εύλογα, γιατί ο μεν σεβ. Αναστάσιος γεννήθηκε το 1929, οι δε λοιποί το 1935. Γιατί κι ο Λαμπρίδης και πολλοί δημοσιογράφοι τους αναφέρουν ως συμμαθητές; Μήπως ήταν ο κατηχητής τους; (Το 1952, όταν ο σεβ. Αναστάσιος πήρε το πτυχίο του, οι άλλοι πρέπει να ήσαν στην πέμπτη γυμνασίου.)

    Και μια προσωπική άποψη: Ο Αγγελόπουλος είναι σημαντικός γιατί με τις τρεις πρώτες ταινίες του άνοιξε τον δρόμο για ένα νέο είδος ελληνικού κινηματογράφου, το σύνολο του έργου του δεν μετρά σε διεθνές επίπεδο. Νομίζω πως έχει υπερεκτιμηθεί.

  2. Επί της καλλιτεχνικής πλευράς του θέματος:

    Ο Αγγελόπουλος με τις τρεις πρώτες ταινίες του – «Αναπαράσταση», «Θίασος» και «Μέρες του ’36» – [i]«άνοιξε τον δρόμο για ένα νέο είδος ελληνικού κινηματογράφου»[/i], συμφωνώ απολύτως με τον Theo.
    Υποστηρίζω, ωστόσο, ότι εξαιρετικά αξιοπρόσεκτο ως αφηγηματική “γλώσσα” (με κάμψεις και ανατάσεις, παραδέχομαι, από ταινία σε ταινία) παραμένει και το υπόλοιπο έργο του.

    Ένα έργο που νομίζω ότι κάθε φορά που το ξαναβλέπει κανείς τόσο περισσότερο το εκτιμά. Έργο που – προβλέπω – θα μείνει ως [i]σημείο αναφοράς[/i] ενός όχι, μόνο, [b]νέου είδους[/b] ελληνικού κινηματογράφου αλλά ως κορυφαία (δ ε ν λέω: Η κορυφαία) εκδοχή μιας [b]άλλου είδους[/b] κινηματογραφικής έκφρασης διεθνώς.
    Στο βαθμό, τουλάχιστον, που η μοίρα της έβδομης μούσας δεν θα κρίνεται από το “Αθηνόραμα”.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here