Σ. Αμάραντος: Άτομο και κοινωνία στην Ελληνική πραγματικότητα

2
58

Σωτήρης Αμάραντος

Ελάχιστες κοινωνίες στην ιστορία της ανθρωπότητας μπόρεσαν να υπερβούν το φάσμα του πρωτείου της υλικής επιβίωσης, καθώς και να χαλιναγωγήσουν τις ροπές που αφορούν την υλική απληστία, κατορθώνοντας να τις εγγράψουν αλλά και να τις υποτάξουν σε μια διαδικασία αναζήτησης της ελευθερίας και της αλήθειας της ζωής. Ο δεύτερος αυτός τρόπος κοινωνικής οργάνωσης είναι το  σπουδαίο επίτευγμα του ελληνικού πολιτισμού. 

Η αναζήτηση της ελευθερίας και της αλήθειας του βίου, βρήκε την ενσάρκωσή της, στην άμεση συμμετοχή στα κοινά, στην άρνηση υποταγής της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης στις αναγκαιότητες της βιολογικής αναπαραγωγής,  στην  κοινωνικότητα ως αυτοσκοπό  για την πραγμάτωση  του ανθρώπου.  Όλα αυτά βέβαια  δεν θα πρέπει να κατανοηθούν από τον αναγνώστη του παρόντος κειμένου, ως μια απόλυτη και μονοσήμαντη μεταβλητή, αλλά ως μια αφαιρετικά διατυπωμένη από εμάς τάση, που αρκετές φορές στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, μπόρεσε να υπερκεράσει τις άλλες, συνυπάρχουσες και συγκρουσιακά διακείμενες προς αυτή, πολιτισμικές μεταβλητές.

Η ιδρυτική πράξη αυτής της πολιτισμικής πραγματικότητας μπορεί να εντοπιστεί στην ακλόνητη πίστη των αρχαίων  Ελλήνων  για την αιώνια διαπάλη μεταξύ του  χάους και της κοσμικής τάξης. Η μεταφυσική  διαπάλη του κόσμου με το χάος είναι ίσως αυτό που νοηματοδοτεί στη σκέψη και στη πράξη των Ελλήνων την ελευθερία και την αλήθεια ως διαχρονικά αιτούμενα και όχι ως δεδομένες  κατακτήσεις. Είναι  η ίδια πολεμική συνθήκη που κάνει αναγκαία την αναγνώριση του μέτρου και των ανθρώπινων  ορίων, τα οποία όταν υπερβαίνονται συνιστούν ύβρη και προκαλούν τη νέμεση.  Η μεταφυσική αντίθεση του κοσμικού στοιχείου με το χαοτικό αποτελεί πηγή δημιουργίας της συνολικής κοινωνικής δομής της αρχαιοελληνικής κοινωνίας, καθώς και των αντίστοιχων ιεραρχήσεων και λειτουργιών, των επιμέρους δομικών συστατικών της, δηλαδή της πολιτικής, της φιλοσοφίας, της επιστήμης,  της οικονομίας, της ιδεολογίας και της τέχνης.  Τη μέγιστη αυτή πολιτισμική κατάκτηση σημαντικοί φορείς του πνεύματος της εποχής μας την είδαν να αποκρυσταλλώνεται στην αρχαιοελληνική κοινωνία ως πάθος-μάθος (Κώστας  Παπαϊωάννου), ως αυτόνομη θέσμιση (Κορνήλιος Καστοριάδης), ως ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα (Γιώργος Κοντογιώργης), ως ηπιότητα σκέψης (Jacqueline de Romilly), ως συναμφότερον (Κώστας Ζουράρις) και τέλος ως άθλημα προσωπικών σχέσεων κοινωνίας (Χρήστος Γιανναράς). Με απλά λόγια, όλοι αυτοί οι όροι επιχειρούν στη δική μας ερμηνευτική προσέγγιση να εκφράσουν με τον ένα η τον άλλο τρόπο το μείζον κατόρθωμα της επίτευξης μιας αρμονικής ισορροπίας μεταξύ ατομικού και κοινωνικού. Μέσα δηλαδή από την θεσμική οργάνωση της κοινωνίας, μπόρεσαν να πραγματωθούν  σε σημαντικό βαθμό οι ατομικές δυνατότητες και ελευθερίες, ενώ ταυτόχρονα η ατομική δράση τέθηκε αβίαστα στην υπηρεσία συλλογικών προτεραιοτήτων και αξιών. Αυτή  η αντιστοιχία κοινωνικού και ατομικού προϋποθέτει μια εξαιρετική ωριμότητα,  τόσο για το κάθε άτομο ξεχωριστά, όσο και για τους κοινωνικούς θεσμούς.   

Κάπως έτσι κύλησαν τα πράγματα για την ελληνική κοινωνία για πολλούς αιώνες, ακόμη και όταν εξαιτίας  της ξένης κατάκτησης η πόλη-κράτος δεν μπόρεσε να διατηρήσει  την αυτονομία της, οι ελληνικές κοινότητες που διαμορφώθηκαν κατάφεραν να διασώσουν  και ως ένα βαθμό να πάνε ακόμη πιο πέρα, κάποια από τα σημαντικότερα στοιχεία των εποχών που προηγήθηκαν και που όπως είπαμε έχουν σχέση με την ελευθερία και την αλήθεια της ύπαρξης. 

Τι συμβαίνει  λοιπόν και διακόσια σχεδόν χρόνια μετά την απελευθέρωση, οι Έλληνες αρνούνται να συμμορφωθούν με τους νόμους του κράτους τους και αδυνατούν να λειτουργήσουν ομαλά εντός μιας οποιασδήποτε συλλογικής ένταξης; Γιατί κάθε συλλογική προσπάθεια να είναι καταδικασμένη, από την υπερτροφική εγωπάθεια των Ελλήνων; Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, συνοψίζοντας έρευνες βασικών μελετητών και σχολιαστών της ελληνικής ιστορίας πως το νεοσύστατο ελληνικό κράτος δεν κατάφερε να εκφράσει σε επίπεδο θεσμών τους αποκρυσταλλωμένους,  στους ελληνικούς  πληθυσμούς, τρόπους βίωσης της πραγματικότητας . Αντίθετα εισήγαγε μια θεσμική άρθρωση αλλότρια ως προς τις ζώσες κατακτήσεις του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι διαταράχθηκε αυτή η αρμονική ισορροπία μεταξύ ατομικού και κοινωνικού.  Από τη στιγμή που το κοινωνικό έπαυσε να πραγματώνει και να οριοθετεί το ατομικό, το τελευταίο διέκοψε τους δεσμούς μαζί του  και  αναζήτησε τους όρους της πραγμάτωσής  του  στον ίδιο του τον εαυτό, ως υποκατάστατο μιας πάντοτε παρούσας ανάμνησης της κοινωνικής πραγμάτωσης του ατομικού. Πλέον το κοινωνικό η αλλιώς το δημόσιο, δεν συνιστά για τα άτομα ένα πεδίο συλλογικής ευθύνης και δημιουργίας, αλλά έναν χώρο προς ατομική κατάκτηση και ικανοποίηση ναρκισσιστικών επιθυμιών. 

Στη βάση αυτής της υπόθεσης μπορούν να εξηγηθούν δύο τύποι συμπεριφοράς που σχεδόν μονοπωλούν την ατομική διαντίδραση στη δημόσια σφαίρα.  Η πρώτη μπορεί να συσχετιστεί με την ανάληψη από την πλευρά των Ελλήνων μιας καταστροφικής σχέσης με τα δημόσια αγαθά. Θα μπορούσαμε να φέρουμε ως παράδειγμα τη συστηματική φθορά που προξενούν οι μαθητές  στο δεύτερο σπίτι τους, το σχολείο, με κάθε ευκαιρία και ειδικώς στις περιπτώσεις που διεκδικούν τα συλλογικά τους δικαιώματα. Η λογική είναι μάλλον απλή, πρόκειται  για τη βία που προκαλεί η τραυματική παρουσία της αίσθησης της απόσχισης και της ξένωσης, του ατομικού από το κοινωνικό. Κάθε τι που εμπίπτει στη δημόσια σφαίρα, θεωρείται  ξένο ως προς το άτομο και μάλιστα ως κάτι που διεκδικεί πλαστά τον τίτλο του δημόσιου αγαθού. Αφού λοιπόν  δεν πραγματώνει το ατομικό,  του «αξίζει να καταστραφεί». Η δεύτερη χαρακτηριστική συμπεριφορά, προκαλεί στη σκέψη του ψύχραιμου παρατηρητή την εικόνα του άρπαγα και τη συνθήκη της λεηλασίας. Αυτή μπορεί να αποκωδικοποιηθεί  στην  αντίληψη του δημόσιου χώρου, ως αντικείμενου αποκλειστικά ατομικής κατάληψης και ιδιοποίησης. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε πολλά και ποικίλα παραδείγματα από την αυταρχικότητα  και την ασυδοσία των δημοσίων λειτουργών, επί των πολιτών και  επί της κρατικής περιουσίας, ως την αντίληψη του μέσου Έλληνα οδηγού, για τα απόλυτα του δικαιώματα, έναντι του αυτοκινητόδρομου στον οποίο κυκλοφορεί. 

Η  ανισορροπία μεταξύ ατομικού και συλλογικού, είναι μια από της ουσιωδέστερες πλευρές της παρακμής της ελληνικής κοινωνίας, αυτή που δίνει τροφή σε ένα σύνολο συνδρόμων, όπως αυτά της εγωπάθειας, της μειονεξίας, της ημιμάθειας, του δογματισμού, της ξυπασιάς, του μιμητισμού και τελικά της αποθέωσης του επιφανειακού και ασήμαντου.  Συνάμα μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις βασικές αιτίες της οικονομικής κρίσης, πράγμα που δικαιώνει πλήρως, την πριν από χρόνια διατυπωμένη, παρατήρηση  του Κώστα Αξελού  «Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο».

Οι προοπτικές διεξόδου και απαγκίστρωσης από τον στροβιλισμό της παρακμής και της φαυλότητας, μπορούν να αναζητηθούν σε πολιτικές και παιδαγωγικές διαδικασίες  αποκατάστασης της  ισορροπίας, μεταξύ κοινωνικού και ατομικού. Ίσως θα ήταν αναγκαίο να σχεδιάσουμε και να στηρίξουμε μοντέλα κοινωνικής ζωής που θα διαπαιδαγωγούν στην θεωρία, μα κυρίως στη πράξη προς αυτή τη κατεύθυνση. Ιστορικά  δεν γνωρίζουμε αρτιότερους θεσμούς για να το πράξουν αυτό, από τους θεσμούς της (άμεσης) δημοκρατίας.  Καμιά άλλη πολιτειακή δομή δεν εξασφαλίζει την ανάπτυξη, σε τέτοιο βάθος, της ατομικής ευθηνής για την συλλογικότητα, όσο η δημοκρατική. Το άτομο μέσα από την καθημερινή ενασχόληση με τα κοινά, αποκτά γνώμη και αναπτύσσει εποπτική προοπτική, ως προς την κοινωνική ολότητα, χωρίς να πολτοποιείται, όπως συμβαίνει με τις μαζικές πολιτικές οργανώσεις της νεότερης και σύγχρονης εποχής.

πηγή: Aντίφωνο

 

2 Σχόλια

  1. Φαίνεται ότι εδώ και αρκετά χρόνια, τώρα, έχουμε υποστεί μία ουσιαστική μετάλλαξη του ανθρωπολογικού μας τύπου, η οποία μάλλον και δεν μας ανησυχεί ιδιαιτέρως, επειδή πιστεύουμε ότι θα παρουσιαστεί και πάλι ο ”από μηχανής Θεός” και θα μας σώσει, δια μαγικού, φυσικά τρόπου!
    Τα μαγικά κόλπα, όμως, έχουν τελειώσει και είναι καιρός να αναστοχαστούμε πάνω στα αυτονόητα.
    Να δούμε, δηλαδή, τι είναι αυτό που μπορούμε να κρατήσουμε από την παράδοσή μας και εάν αυτό είναι ικανό να μας βοηθήσει ώστε να κάνουμε το αναγκαίο άλμα για την αναγέννηση και τι είναι αυτό που μας κρατά αγκυλωμένους και δέσμιους σ’ αυτήν την εθνική καχεξία και μειονεξία!
    Ποιά μεγέθη είναι αυτά, θα πρέπει να καθίσουμε και να τα αναζητήσουμε ή να τα ανακαλύψουμε εκ νέου, για να γίνει και το απαραίτητο προχώρημα σε επίπεδο ηθικό, κοινωνικό και πολιτικό, γιατί εαν μεταθέσουμε τις ανησυχίες για λίγο αργότερα, ίσως και να μην προφτάσουμε!

    Διογένης/Ε.Μ.

  2. Για το παλαιότερο κείμενο του Σωτήρη Αμάραντου “Μεταφυσική, Σκέψη, Μύθος και Λόγος αναζητούν επιδέξιο φορέα-χειριστή” έγραψα ένα σχόλιο, που ανέβαλλα να αναρτήσω, το οποίο άρχιζε έτσι:
    “Από πλευράς ποιητικής είναι ωραίο κείμενο και μπορεί να εμπνεύσει την προσωπική εμβάθυνση και φιλοσοφική προσπάθεια. Γιά να ερευνηθούν οι λύσεις, όμως, θα έπρεπε να αναδιατυπωθούν τα ερωτήματα με έννοιες γόνιμες και όχι αντλούμενες από εντελώς αντιφατικές ή άστοχες θεωρίες. Η απογοήτευση δεν είναι καλός σύμβουλος, ούτε ο υπερσυναισθηματισμός. Η ανεπτυγμένη διαίσθηση είναι ό ένας πόλος, χρειάζεται όμως και προσγειωμένη μελέτη γιά να αντληθούν τα στοιχεία της κατανόησης. Οι έννοιες είναι μονάδες δημιουργίας όταν αντιστοιχούν σε πράγματα της ζωής…”
    Αυτό το κείμενο φανερώνει μία επιδείνωση των μειονεκτημάτων του προηγούμενου. Όσα αναφέρονται στα προ του 1821 είναι προϊόντα αισιόδοξης ονειροπόλησης, όσα μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, εφιαλτικά λανθασμένα. Η υποτίμηση των αγώνων τόσων βασανισμένων γενεών Ελλήνων οδηγεί σε πλάνη. Η ήττα δεν δικαιώνει τους νικητές ούτε απαξιώνει τους νικημένους. Χρειάζεται σοβαρή μελέτη της ιστορίας και όχι ιδεολογημάτων για να κατανοήσουμε τα πραγματικά προβλήματα και να τολμήσουμε να σκεφτούμε λύσεις. Αντίθετα με άλλα κείμενα του Σωτήρη Αμάραντου, αυτό μοιάζει ιδιαίτερα επηρεασμένο από την περιρρέουσα ανθελληνική προπαγάνδα, αντίθετα από το κείμενό του “Η ελεύθερη σκέψη στο απόσπασμα”, όπου μόνο σε ένα σημείο διαφώνησα, εκείνο που επισήμανε πρώτος ο Theo.
    Η υλική βάση όλων των εκδηλώσεων της ζωής δεν επιτρέπεται να αγνοείται. Δεν είναι αποκλειστική συνεισφορά του Μαρξισμού, ωστε να εγκαταλειφθεί μετά την απαξίωσή του. Επομένως πρέπει πάντα να ξεκινούμε από αυτήν και να τελειώνουμε με αυτήν, αν θέλουμε να διατηρούμε την επαφή μας με την πραγματικότητα. Ο Χριστός ποτέ δεν παραμέλησε τις υλικές ανάγκες των μαθητών του και τάισε τα πλήθη με λίγα ψάρια και ψωμί, όχι μετατρέποντας ιδέες σε τρόφιμα. Το κρασί και το ψωμί γίνονται Αίμα και Σώμα, όχι το αντίθετο.
    Από όλα τα άρθρα του Αντίφωνου θεωρώ πιό πειστικά του Θανάση Παπαθανασίου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here