Άρση του θετικισμού, της οικονομίας και της αριστεράς

2
84

Αλέκος  Βαρβέρης

Άρση, όπως ξεπέρασμα και ανασύνθεση θεωριών και στερεότυπων, που εγκλωβίζουν το αύριο στο χθες.

Σοβεί τα τελευταία χρόνια μια «μυστική» προσπάθεια εξόδου από το φαύλο κύκλο των άκαμπτων περιχαρακώσεων και στερεότυπων σε ιδεολογικό-θεωρητικό και πολιτικό επίπεδο. Αναστοχασμοί διαφόρων επιπέδων και ζόρικες σκέψεις μας αγκαλιάζουν στην προσπάθεια να (ξανά)ψαχτούν τα «πράγματα». Να αντιμετωπιστούν τα αδιέξοδα και οι ψυχώσεις τους. Να αρθούν, στα επίμαχα σημεία, τα στραβά κοιτάγματα του καθένα. Πρόσωπα και συλλογικότητες αφήνονται κάθε μέρα πιο «εύκολα» στις δυνάμεις του αέρα και της ανάσας του Άλλου. Η τέχνη της ακουστικής μέλλει να περάσει μεγάλες στιγμές.
Δεν παρακάμπτονται άλλο τα παρατημένα. Δεν αντέχουμε άλλο την παραίτηση από τα ουσιώδη και επώδυνα ερωτήματα. Έγινε η αφασία πλέον πολύ βαριά και κουραστική στάση.

 Η άρση και το ξεπέρασμα του θετικισμού ως το βασικό (καθοδηγητικό) πεδίο αντιλήψεων, πρακτικών και κριτηρίων.
Οι πιο βασικοί αρμοί στα χθεσινοσημερινά μας συμπεράσματα, οι πιο κρυμμένες μας αναφορές, στη θετικιστική- υλιστική- μηχανιστική τοποθέτηση δεν προσφέρουν πλέον απαντήσεις ούτε συνιστούν ένα συνεκτικό έδαφος –πλαίσιο για να σταθούμε.
 
Το «ένα + ένα κάνουν δυο» αποτελεί ήδη την πιο θανατερή εξίσωση για την κατανόηση και εξήγηση της προσωπικής και κοινωνικής μας πορείας, για να κατανοήσουμε αυτό που είμαστε και αυτό που θέλουμε. Ο «δεξιο-αριστερός» θετικισμός που κυριαρχεί τόσο στις ταυτίσεις μας με το σημερινό σκηνικό όσο και στις αντιρρήσεις-κραυγές μας επιτείνει την οδυνηρή ανάγκη για προσωπική και συλλογική ανάταση. Τα παράγωγά του (σε καθημερινές σκέψεις και αποφάσεις): ο πραγματισμός, ο εμπειρισμός, ο δογματικός ορθολογισμός
, ο επιστημονισμός κ.λπ και οι δίδυμες σκιές τους (υποκειμενισμός, εγωτισμός, ατομισμός κ.λπ) έχουν εξοστρακίσει κάθε επιθυμία (κυρίως στην υλιστικο-μηχανιστική αριστερά) για εσωτερική –πνευματική αναζήτηση αφού κρατάει καλά ακόμα η θεωρία-παράνοια ότι «ανεξάρτητα από τη συνείδηση»… θα ‘ρθει το μέλλον, την ίδια στιγμή που κομματικές μηχανές και ντουντούκες μας πυροβολούν το μυαλό για ….συνειδητή συμμετοχή και πολιτικοποίηση: Η παράνοια.
 
Οι φιλοσοφικές και θεωρητικο-πρακτικές οπτικές των πολιτικών μορφωμάτων, σε όλο το αδιέξοδο και παρωχημένο τόξο: δεξιά- κέντρο– αριστερά (σε διεθνές επίπεδο), συναντιούνται σ’ αυτό το θετικιστικό πνευματικό τοπίο (το άδειο από καιρό) και συμφωνώντας … διαφωνούν. Σε ένα σίγουρα ταυτίζονται: το Πολιτικό Υποκείμενο πρέπει να διατηρηθεί εκτός κοινωνικού σώματος. Πρέπει να ζητάει ή να διαλέγει (από τα αζήτητα) την πολιτική της διέξοδο και να μην τη δημιουργεί. Και σ’ αυτή την αόρατη αλλά εξαιρετικά κρίσιμη γραμμή να ολοκληρώνεται η «συμμετοχή» της. Φιλελεύθερη ή Μετωπική-σοβιετική Δημοκρατία ενάντια στον συνεχή εκδημοκρατισμό που εκθέτει στο φως εξουσίες, κόμματα και πολιτικές. Θεσμικό ή Μαζικό κίνημα ενάντια στο κίνημα Προσώπων που υποκειμενοποιεί –υπευθυνοποιεί διαρκώς την κοινωνία. Μονοδιάστατη (ιδιωτική ή κρατική) προοπτική ενάντια στην προσωποκεντρική κοινωνική προοπτική «με χορούς κυκλωτικούς και άλλο τόσο ελεύθερους σαν ποταμούς».
 

Η άρση και το ξεπέρασμα της οικονομίας ως προτεραιότητας, δηλαδή ως πρωταρχικού πεδίου προϋποθέσεων, για να απαντηθεί το βίωμα, αποτελεί καταλυτικό σημείο για τη χειραφέτηση και την ανάκαμψη του προσωπικού και κοινωνικού βιώματος.

Έχουν περιδιαβεί από τις οθόνες μας, πάνω από δυο χρόνια, όλες οι αποδείξεις για το αδιέξοδο των οικονομικών προτάσεων. Όλα τα ντοκτορά και τα νόμπελ (που προφήτευαν καπιταλιστική ανάπτυξη το 2007 !!!) έχουν καταθέσει την ασχήμια των θεωριών τους και αγωνίζονται να συσκοτίζουν επίμονα τα θεμελιώδη.
«Δεν λες κουβέντα. Κρατάς κρυμμένα μυστικά». Ανάκαμψη – ανάπτυξη σε αντιπαράθεση με την Μεγέθυνση – ανάπτυξη. Παραγωγικότητα- δημιουργία. Πρωτογενής – δευτερογενής τομέας. Τι είναι μια χώρα στο χάρτη η οποία δεν τρέφεται και δεν ντύνεται κυρίως από την εγχώρια παραγωγή της; Μια τρύπα στο χάρτη, ένα άδειο πουκάμισο. Τι λένε τα νόμπελ για το πώς μια κοινωνία παράγει και καταναλώνει το βιός της (πιο πολλά ξέρει σήμερα ο αγρότης για τα σπρεντς παρά για τα …. ραδίκια). Τι κάνουμε όταν έχουμε ξεχάσει πως γίνεται το … παστίτσιο; το σίγουρο είναι ότι δεν ρωτάμε τον οικονομολόγο της γειτονιάς. Ψάχνουμε τον πιο παλιό τσελεμεντέ και κάνουμε ότι μας λέει. Ακόμα καλύτερα αν καταλάβουμε και γιατί μας το λέει.
 
Αλλά και οι ριγμένοι με θαυμαστή υπομονή επιμένουμε ότι το οικονομικό είναι το βασικό. Αξιοποιώντας την αλήθεια ενός ελάχιστου (αντι-καταναλωτικού) χρηματικού ποσού (αντι-καταναλωτικής) διαβίωσης, αναδεικνύουμε το οικονομικό-χρηματικό (και όχι την οικονομία λόγου και πράξης) σε αποκλειστικό καμβά για τη ζωή. Το σημείο αυτό αποτελεί κλασικό παράδειγμα όπου μια αδυναμία απάντησης προβάλλεται ως επιχείρημα να μην αλλάξουμε πλοήγηση. Και τα μυαλά στα κάγκελα. Η πολιτική του οικονομισμού, που αποτελεί το κυρίαρχό στοιχείο στην πολιτική της αριστεράς, τροφοδοτεί τέτοιες αντιλήψεις στην κοινωνία και ενισχύει (δικαιώνει;) τον φιλελευθερισμό.
 
Πολύ δε περισσότερο σήμερα γι’ εμάς που δεν φουντάρουμε απ’ τον τέταρτο όροφο μια τέτοια στάση και ΕΥΘΥΝΗ θα αναζητήσει τις λύσεις και γι’ αυτούς που ζουν πραγματικά στην εξαθλίωση. Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει δίπλα στο πανό της … ΓΕΝΟΠ. Δεν μπορούμε δηλαδή να συντασσόμαστε με την άθλια άποψη ότι για να γίνει το μηδέν ένα κομμάτι ψωμί, για να προλάβουμε το φουντάρισμα πρέπει να διατηρηθεί ο μισθός του δικαστή, του συνδικαλιστή, του εφοριακού κ.ο.κ. δηλαδή του μεσαίου και υψηλού πολιτικού προσωπικού ενός συστήματος «δημοκρατικού-προοδευτικού» παρασιτισμού. Ενός προσωπικού το οποίο παρασιτεί επί των πάντων (και στην κόντρα και στην συμφωνία).
 
Η «επιστροφή των χρημάτων», ως κορυφαία διεκδίκηση, ουσιαστικά είναι αίτημα για την επιστροφή στο άθλιο χθες. Εκτός κι αν δεν αναγνωρίζουμε τίποτα το άθλιο στο χθες.
 
Η Πολιτική Οικονομία, δηλαδή η αλλαγή του πολιτικού συστήματος, ΔΕΝ περνάει από το στομάχι. Το σύστημα άλλωστε έχει άπειρες εναλλακτικές μπροστά σε ένα μυαλό γεμάτο σκατά να του γεμίσει με σκατά και το στομάχι.
 

Η άρση και το ξεπέρασμα της αριστεράς συμπυκνώνει την πιο προωθημένη προσπάθεια που πρέπει να κάνουμε, την πιο απελευθερωτική διαδρομή που έχουμε να διανύσουμε. Οι μαρξιστές έχουν κακοποιήσει τις ιδέες του Μαρξ και έχουν χτίσει πάνω στις αδύναμες πλευρές του, με αποτέλεσμα η αριστερά να χρειαστεί 100 περίπου χρόνια για να κυκλώσει το μηδέν. Να δείξει ότι δεν κάνει λάθος αλλά είναι λάθος. Είναι η λάθος απάντηση στον λάθος κόσμο. Ένας φαύλος συστημικός κύκλος ιδιωτικού και κρατικού καπιταλισμού. Ένα πολιτικό σύστημα που όσο μας ταιριάζει τόσο θα μας πνίγει. Που και που ταράζει τα όνειρά μας το δομικό ρίξιμο που μας κερνάει, αλλά όλο και βρίσκουμε κάτι στις ειδήσεις των οκτώ για να το χωνέψουμε.

 
Το ξεπέρασμα της αριστεράς για τα «μαχητικά» και οριζόντια μυαλά μεταφράζεται μόνο στον οριζόντιο χωρικό (και α-χρονικό) άξονα. Μας φεύγεις; Που θα πας; στη δεξιά; Το ξεπέρασμα της αριστεράς θεμελιώνεται ωστόσο μόνο στην χωροχρονική καμπύλη στην οποία συμμετέχει δυναμικά ο κάθετος άξονας της υπέρβασης. Πάμε γι’ άλλα και όχι πάμε … δίπλα. Και κυρίως δεν ΠΑΜΕ να φύγουμε.
Ο πολιτικός εγκλωβισμός στον οριζόντιο άξονα (δεξιά-κέντρο –αριστερά) γειώνει οπισθοδρομικά τις αναζητήσεις περιορίζοντας τις σε «δεξιές και αριστερές αποκλίσεις».
Η προσπάθεια μιας νέας διαδρομής-προσπάθειας (στο Λόγο, στη Φαντασία και στην Πράξη) είναι συνυφασμένη με την τριπλή αυτή άρση που λαμβάνει χώρα κυρίως στο αξιακό πεδίο. Εγγράφει αποτελέσματα στο Υποκείμενο- Πρόσωπο δίνοντας Άλλες απαντήσεις πλάι και σε αντίθεση με τις γνωστές. Δημιουργεί νέα ίχνη σε συλλογικότητες προσώπων. Καταρχήν μέχρι εκεί που φτάνει το χέρι μας. Κι’ αν σκεφτούμε σαν τον Καραγκιόζη το χέρι μας μακραίνει και φτάνει μακριά.
 
Δεν είναι ότι «δεν γνωρίζει η δεξιά Μου τι ποιεί η αριστερά Μου» (προβλήματα συντονισμού βεβαίως και υφίστανται), κυρίως είναι ότι αρνούμαι να δεχθώ το πασιφανές, ότι στερούμε χεριών. Ότι πρέπει κυρίως να φτιάξω και όχι να διεκδικήσω. Ότι πρέπει να σκεφτώ με το ήθος και το σθένος ενός παρα-ολυμπιονίκη. Πόσο τρελό μας φαίνεται ότι για να αποκτήσω χέρια πρέπει να κολυμπήσω χωρίς αυτά; Πάντως αυτό γίνεται καθημερινά στις παρα-ολυμπιάδες.
 
Ότι τελικά πρέπει να γκρεμίσω και να χτίσω. Η στάση αυτή βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την πολιτική-οικονομική ζητιανιά των διεκδικήσεων του ατομιστικού (ή κλαδικού) δικαιωματισμού.
 
Ένα άλλο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα κυρίως παραπέμπει σε έναν ΑΛΛΟ άνθρωπο. Σε έναν άνθρωπο που θέλει να γίνει Άνθρωπος. Η βοήθεια εδώ όσων έχουν γνώσεις σε κτισίματα είναι καταλυτική. Θα πρέπει όμως να τα πουν με τον … καθρέφτη τους. Θα πρέπει να αναπροσανατολίσουν σκοπούς και προτεραιότητες. Θα πρέπει να τεστάρουν τις πραγματικές τους διαθέσεις για θεωρητικά και πρακτικά-άμεσα ουσιαστικά ψαξίματα. Για απαντήσεις –σκαλωσιές που υψώνουν θέληση-ρεαλισμό και φαντασία στο να ΓΙΝΟΝΤΑΙ πράγματα. Θα πρέπει όλοι μας να επιχειρήσουμε προσεγγίσεις στον «καημό» των παιδιών μας (τον αληθινό όχι τον φορετό).
 

Η μεγαλύτερη αλλοτρίωση των ημερών μας συμπυκνώνεται στην προσωπική άρνηση να λάβουμε ΕΜΕΙΣ τα μέτρα μας.

Με ή χωρίς μνημόνια θα πρέπει να χειριστούμε την αξιακή και παραγωγική μας πτώχευση.
Να κυβερνήσουμε τον αντιφατικό μας εαυτό.
 
Τι να αλλάξουμε πρώτα; τον εαυτό μας ή το πολιτικό σύστημα; (ερώτηση βέβαια η οποία ψευδώς υπονοεί ότι συνωστίζονται οι προθέσεις για αλλαγές). Ένα τέτοιο ερώτημα –φάντασμα είναι για το κομπολόι του ισοβίτη όπως και κάθε ερώτημα του τύπου «η κότα ή το αυγό».
Όλοι γνωρίζουν την απάντηση. Ή και τα δυο ή ΤΙΠΟΤΑ[2].
Σημειώσεις

[1] Για περισσότερα βλ. «ΟΙ ΛΟΓΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ;» του Α. Παπαηλιού, στο Φυλλομάντη.

[2] Για περισσότερα στο βιβλίο «Κρίση κι Από-κριση» του Δ. Τζουβάνου, εκδ. Ο Φυλλομάντης, 2010.

 

πηγή: Aντίφωνο, Σεπτέμβριος 2012

 

2 Σχόλια

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here