Μητρ. Σισανίου & Σι­α­τί­στης κ. Παῦλος
­
Ὁ, νῦν, σε­βα­σμι­ώ­τα­τος Σισανίου & Σι­α­τί­στης ­ἀποφα­σί­ζον­τας νὰ μᾶς μι­λή­σει γιὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, μᾶς μι­λᾶ γιὰ τὰ πάν­τα: Συν­δέ­ει τὴν ἀ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Θε­οῦ μὲ τὴν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ μᾶς βο­η­θᾶ νὰ δι­α­κρί­νου­με τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς προ­πα­το­ρι­κῆς ἁ­μαρ­τί­ας ὡς μιὰ δι­α­δο­χὴ γε­γο­νό­των ποὺ ἀ­φη­γεῖ­ται σφαι­ρι­κώ­τε­ρα, βα­θύ­τε­ρα καὶ ἐν τέ­λει ἀ­κρι­βέ­στε­ρα ἀ­πὸ ὁ­ποια­δή­πο­τε ἄλ­λη αὐ­τὸ κα­θ­αυ­τὸ τό, τρέ­χον, ἱ­στο­ρι­κό μας πα­ρόν!

Ἐκ­φω­νή­θη­κε στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90, στὴν Κύπρο.

 

Οἱ ἑ­ορ­τὲς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας δὲν κα­θο­ρί­στη­καν τυ­χαῖ­α ἀλ­λὰ ἔ­χουν ἄ­με­ση σχέ­ση μὲ τὴ δι­κή μας ζω­ή. Εἶ­ναι μνῆ­μες καὶ μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­λή­θειας καὶ ζω­ῆς. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μαποὺ γεν­νι­έ­ται εἶ­ναι πό­σο κα­τα­λα­βαί­νο­με αὐ­τὲς τὶς γι­ορ­τές, πό­σο συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με ὅ­τι ὅ­λα τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι σταθ­μοὶ τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ζω­ῆς καὶ ἱ­στο­ρί­ας, μᾶς ἀ­φο­ροῦν ἄ­με­σα καὶ προ­σω­πι­κά. Καὶ τοῦ­το για­τί ὁ Χρι­στὸς δὲν εἶ­ναι μό­νο ὁ τέ­λει­ος Θε­ὸς ἀλ­λὰ εἶ­ναι καὶ ὁ τέ­λει­ος ἄν­θρω­πος. Ὅ,τι, λοι­πόν, ἀ­φο­ρᾶ τὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­φο­ρᾶ τὴ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὅ,τι συμ­βαί­νει στὸ Χρι­στὸ ἔ­χει ἄ­με­ση προ­έ­κτα­ση στὴ δι­κή μας ζω­ή. Τὸ ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τῶν ποι­μέ­νων της εἶ­ναι νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ φα­νε­ρώ­σουν τὶς δι­α­στά­σεις αὐ­τῶν τῶν γε­γο­νό­των, μέ­σα στὴν προσω­πι­κή μας ζω­ὴ καὶ ἱ­στο­ρί­α.

Σὲ λί­γες μέ­ρες ἑ­ορ­τά­ζου­με τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς τῆς ἐ­ναν­θρω­πί­σε­ως τοῦ Υἱ­οῦ καὶ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ: τὰ Χρι­στού­γεν­να. Γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς τῆς γι­ορ­τῆς πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.  Ἀπ­ὸ τὴν ἀρ­χὴ τῆς Ἱ­στο­ρί­ας. Καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς Ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι ἡ  ἀ ­γ ά ­π η  τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.  Εἶ­ναι ὁ τρι­α­δι­κὸς Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή, ἡ αἰ­τί­α, τὸ νό­η­μα καὶ τὸ τέ­λος τῶν πάν­των. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ εἶ­πε καὶ ἔ­γι­ναν τὰ πάν­τα, αὐ­τὸς ποὺ ἐ­νε­τεί­λα­το καὶ ἐ­κτί­σθη­σαν.

Ἡ κλήση κι ἡ ἄρνηση

Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὅ­τι ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Δὲνμᾶς λέ­ει ὅ­τι ἔ­χει ἀ­γά­πη, ἀλ­λὰ ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­γά­πη. Εἶ­ναι δη­λα­δὴ  κ ο ι ­ ν ω ­ν ί ­α  π ρ ο­ σ ώ ­π ω ν.  Ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γά­πη, σὲ αὐ­τὴ τὴν ἀ­γα­πη­τι­κὴ κοι­νω­νί­α τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος θέ­λει νὰ κα­λέ­σει καὶ ἄλ­λα πρό­σω­πα, συμ­μέ­το­χα αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης. Ὅ­πως – θὰ λέγαμε, στὰ ἀν­θρώ­πι­να δε­δο­μέ­να – δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἀ­γα­πι­οῦν­ται θέ­λουν σ’ αὐ­τὴ τὴν ὄ­μορ­φη κοι­νω­νί­α τοῦ γά­μου τους, τῆς ἀ­γά­πης τους, νὰ ἔ­χουν συμ­μέ­το­χους τὰ παι­διά τους, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὁ Θε­ός,ποὺ εἶ­ναι ἀ­γά­πη, δη­μι­ουρ­γεῖ στὴν ἀρ­χὴ τοὺς ἀγ­γέ­λους καὶ με­τὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ἔ­τσι λοι­πόν, ἡ αἰ­τί­α τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας μας εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ τρι­α­δι­κὸς Θε­ός μᾶς κα­λεῖ νὰ ζή­σου­με μα­ζί του, στὴ δι­κή του κοι­νω­νί­α. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ μᾶς βά­ζει στὸν πα­ρά­δει­σο. Καὶ πα­ρά­δει­σος δὲν εἶ­ναι τό­σο πο­λὺ ἕ­νας τό­πος ὅ­σο ἕ­νας τρό­πος ζω­ῆς. Εἶ­ναι τὸ νὰ ζεῖς μα­ζὶ μὲτὸ Θε­ό, νὰ με­τέ­χεις στὴ ζω­ή του, νὰ συ­να­να­στρέ­φε­σαι μὲ τὸ Θε­ό. Ταυ­τό­χρο­να, ὁ Θε­ὸς ποὺ εἶ­ναι ἀ­γά­πη φα­νε­ρώ­νει στὸν ἄν­θρω­πο τὰ σύ­νο­ρα τῆς ζω­ῆς – πού, ὅ­ταν τὰ δια­βεῖ, ἐ­κεῖ τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ θά­να­τος. Ποι­ά εἶ­ναι τὰ σύ­νο­ρα τῆς ζω­ῆς; Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι! Ἂν ὁ ἄν­θρω­πος δο­κι­μά­σει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, νὰ χω­ρι­στεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ θά­να­τος. Δ ὲ ν  ὑ ­π ά ρ ­χ ε ι  ὁ  θ ά ­ν α ­τ ο ς  ἀ ­φ’   ἐ α υ ­τ ο ῦ. Εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τῆς τῆς ἀ­πο­ξέ­νω­σης, αὐ­τῆς τῆς αὐ­το­νο­μί­ας. Ὅ­πως τὸ χέ­ρι μας, ἅ­μα τὸ ἀ­πο­σπά­σου­με ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα νε­κρώ­νε­ται, ὅ­πως τὸ κλα­δὶ ἅ­μα τὸ κό­ψου­με ἀ­π’τὸ δέν­δρο ξε­ραί­νε­ται, για­τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ φυ­σι­ο­λο­γι­κὸς χῶ­ρος τῆς ζω­ῆς του, ἔ­τσι καὶ ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς τὸ Θε­ό. Για­τί ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ‘‘δο­μι­κὸ­’’ στοι­χεῖ­ο τοῦ ἀν­θρώ­που. Θὰ λέ­γα­με πο­λὺ ἁ­πλά, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ‘‘ὑ­λι­κὰ­’’ ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε. Πό­τε ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­γι­νε ψυ­χὴ ζῶ­σα; Ὅ­ταν ὁ Θε­ὸς ἐ­νε­φύ­ση­σεν εἰς τὸπρό­σω­πον αὐ­τοῦ πνο­ὴν ζω­ῆς. Ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, γί­νε­ται πρό­σω­πο, ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ  μ ε ­τ έ χ ε ι  στὴ ζω­ὴ τοῦ Θε­οῦ. Γι’ αὐ­τὸ ὁ Θε­ὸς τὸν πλη­ρο­φο­ρεῖ ὅ­τι,τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ δο­κι­μά­σεις νὰ φᾶς ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ αὐ­τοῦ τοῦ δέν­δρου, θὰ πε­θά­νεις.Δὲν τὸν ἀ­πει­λεῖ ὁ Θε­ὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Ἁ­πλὰ τοῦ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι  δ ὲ ν  ὑ π ά ρ ­χ ε ι  ζ ω ὴ  ἔ ξ ω  ἀ π ὸ  τ ὸ ν  Θ ε ­ό. Ὅ­ταν λέ­τε στὸ μι­κρό σας τὸ παι­δί, παι­δί μου μὴ δο­κι­μά­σεις νὰ πη­δή­ξεις ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα για­τί ἂν πη­δή­ξεις θὰ σκο­τω­θεῖς, δὲν ἀ­πει­λεῖ­τε νὰ τὸ σκο­τώ­σε­τε, ἀλ­λὰ τὸ ἐ­νη­με­ρώ­νε­τε γιὰ τὴ φυ­σι­κὴ τά­ξη τῶν πραγ­μά­των. Κι ὅ­πως ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­γνο­ή­σει αὐ­τὴ τὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ δο­κι­μά­σει νὰ πη­δή­ξει γιὰ νὰ πε­τά­ξει ψη­λά, πέ­φτει καὶ συν­τρί­βε­ται, ἔ­τσι καὶ ὁ ἄν­θρω­πος δο­κί­μα­σε νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Δο­κί­μα­σε νὰ θε­ω­θεῖ – ἀλ­λὰ χω­ρὶς τὸ Θε­ό. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ πα­γί­δα ποὺ τοῦ ἔ­στη­σε ὁ δι­ά­βο­λος.

Ἔ­χει ση­μα­σί­α νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με αὐ­τὴ τὴν πα­γί­δα, για­τί δὲν εἶ­ναι πα­γί­δα γιὰ τὸν πρῶ­το ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο. Τί ὑ­πό­σχε­ται, ποι­ό ‘‘τέ­λο­ς’’ δί­νει ὁ Θε­ὸς στὸν ἄν­θρω­πο; Τὸν δη­μι­ουρ­γεῖ κα­τ’ εἰ­κό­να καὶ κα­θ’ ὁ­μοί­ω­σιν. Τὸν κα­λεῖ δη­λα­δὴ νὰ γί­νει μέ­το­χος τῆς θεί­ας ζω­ῆς, νὰ θε­ω­θεῖ! Τί τοῦ ὑ­πό­σχε­ται ὁ δι­ά­βο­λος; Τὸ ἴ­διο τέ­λος, τὴ θέ­ω­ση, ἀλ­λὰ μὲ ἄλ­λο δρό­μο: τὸ χω­ρι­σμὸ ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, τὴν αὐ­το­νο­μί­α ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Τὴν ἡ­μέ­ρα, τοῦ λέ­γει, ποὺ θὰ φᾶς ἀ­πὸ τὸν καρ­πὸ αὐ­τοῦ τοῦ δέν­δρου, δη­λα­δὴ ποὺ θὰ ἀ­γνο­ή­σεις τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, θ’ ἀ­νοί­ξουν τὰ μά­τια σου καὶ θὰγί­νεις καὶ σὺ Θε­ός. Καὶ πεί­θε­ται ὁ ἄν­θρω­πος… Καὶ δο­κι­μά­ζει νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ. Καὶ ἀν­τὶ πλέ­ον νὰ σω­θεῖ, ἀν­τὶ νὰ θε­ω­θεῖ, πέ­φτει ἀ­πὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς θεί­ας ζω­ῆς στὸ ἐ­πί­πε­δό του πό­νου, τῆς φθο­ρᾶς, τῆς ἀρ­ρώ­στιας καὶ τε­λι­κὰ τοῦ θα­νά­του. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἁ­μαρ­τί­α τοῦ πρώ­του ἀν­θρώ­που πτώ­ση, για­τί ἦ­ταν πτώ­ση ἀ­πὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς θεί­ας ζω­ῆς στὸ ἐ­πί­πε­δο τοῦ θα­νά­του.

Ἡ ἀναζήτηση

Κι ἔ­τσι πλέ­ον ἀρ­χί­ζει ἡ με­γά­λη πε­ρι­πέ­τεια τοῦ ἀν­θρώ­που. Δὲν θέ­λη­σε νὰ θε­ω­θεῖ διὰ τοῦ Θε­οῦ, καὶ τε­λι­κὰ ἀ­πέ­τυ­χε. Μέ­σα του βέ­βαι­α ὑ­πάρ­χει ὁ πό­θος καὶ ἡ λα­χτά­ρα, καὶ δο­κι­μά­ζει ὁ ἄν­θρω­πος – σὲ μιὰ μα­κρό­τα­τη πο­ρεί­α – νὰ ξα­να­βρεῖ τὸ Θε­ό. Ἔ­φια­ξε θρη­σκεῖ­ες, φι­λο­σο­φί­ες, ὀρ­γά­νω­σε πολ­λὰ συ­στή­μα­τα, σὲ μιὰ προ­σπά­θεια νὰ γί­νει Θε­ός. Ἀλ­λὰ ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τὴ ἀ­πέ­βη ἄκαρ­πη. Ὁ ἄν­θρω­πος τε­λι­κὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ θε­ω­θεῖ. Κι ὅ­σο περ­νοῦ­σαν τὰ χρό­νια τό­σο ἔ­βλε­πε πό­σο μά­ται­α ἦ­ταν ἡ προ­σπάθειά του. Ἔ­φτα­σε πο­λὺ κον­τὰ στὴν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ φτά­σει στὸ κέν­τρο τῆς ἀ­λή­θειας. Κα­τά­λα­βε πολ­λὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ  γ ν ω ­ ρ ί ­σε ι  καὶ νὰ  κ ο ι ν ω ν ή σ ε ι  μὲ τὸν Θε­ό. Δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἠ­θι­κὴ πα­ρά­βα­ση, ἀλ­λὰ γιὰ μιὰ δι­α­φθο­ρὰ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Ἔ­τσι ὁ ἄν­θρω­πος, καὶ νὰ θέ­λει νὰ σω­θεῖ, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ. Ἔ­φτα­σε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας: νὰ νοι­ώ­σει ὅ­τι μὲ τὸ Θε­ὸ δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει νὰ γί­νει κοι­νω­νὸς τῆς ζω­ῆς του. Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ ‘‘ἀρ­χαῖ­α μυ­στή­ρια­’’: ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ χρει­ά­ζε­ται ὁ ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι ἁ­πλὰ νὰ πι­στεύ­ει στὴν ὕ­παρ­ξη κά­ποι­ου Θε­οῦ, ἀλ­λὰ νὰ συ­ναν­τή­σει αὐ­τὸ τὸ Θε­ό, νὰ κοι­νω­νή­σει μὲ τὴ δι­κή Του ζω­ή. Καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα μά­ται­ο. Κι ἔρ­χε­ται κά­ποι­α στιγ­μή, σ’ ὅ­λο τὸν ἀρ­χαῖ­ο κό­σμο, ποὺ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ­ται ἡ  ἀ δ υ ν α μ ί α  τῆς αὐ­το­σω­τη­ρί­ας. Ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ μὲ τὶς δι­κές του δυ­νά­μεις.Στὴ δι­κή μας, τὴν ἑλ­λη­νι­κή, πα­ρά­δο­ση ὑ­πάρ­χει μιὰ ἀρ­χαί­α τρα­γω­δί­α, ἡ ὁ­ποί­α μὲ τὸν πιὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ζω­γρα­φί­ζει αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν κα­τά­στα­ση. Δη­λα­δὴ τὴν  ἀ­ δ υ­ ν α­ μ ί­ α  τῆς αὐ­το­σω­τη­ρί­ας. ­τι ν­θρω­πος δν μπο­ρε ν σω­θε μ τς δι­κές του δυ­νά­μεις.

 

Στ δι­κή μας, τν λ­λη­νι­κή, πα­ρά­δο­ση ­πάρ­χει μι ρ­χαί­α τρα­γω­δί­α, ­ποί­α μ τν πι κ­πλη­κτι­κ τρό­πο ζω­γρα­φί­ζει α­τν ­κρι­βς τν κα­τά­στα­ση. Δη­λα­δ τν ­δυ­να­μί­α τς α­το­σω­τη­ρί­ας.Εἶ­ναι ἡ πε­ρί­φη­μη τρα­γω­δί­α τοῦ Αἰ­σχύ­λου ‘‘Προ­μη­θέ­ας Δε­σμώ­τη­ς’’. Ὁ Προ­μη­θέ­ας, σύμ­φω­να μὲ τὴν τρα­γω­δί­α, ἔ­χει κλέ­ψει ἀ­πὸ τοὺς θε­οὺς τὸ ἱ­ε­ρὸν πῦρ, κι ἔ­χει κα­τα­δι­κα­σθεῖ πλέ­ον νὰ εἶ­ναι δε­μέ­νος στὸν Καύ­κα­σο κι ἐ­κεῖ νά ’ρ­χε­ται ἕ­να πτη­νὸ καὶ νὰ τοῦ τρώ­ει τὸ συ­κώ­τι. Πρέ­πει νὰ γί­νει τε­λεί­ως κα­λὰ γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει μό­νος του νὰ σπά­σει τὶς ἁ­λυ­σί­δες. Ἀλ­λὰ κεῖ ποὺ πά­ει νὰ γί­νει, ἕ­να πτη­νὸ ξα­νάρ­χε­ται καὶ τοῦ ξα­να­τρώ­ει τὸ συ­κώ­τι – καὶ τὸ μαρ­τύ­ριό του συ­νε­χί­ζε­ται γιὰ χρό­νια, γιὰ χρό­νια, γιὰ χρό­νια. Κά­ποι­α στιγ­μὴ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸν τό­ποτοῦ μαρ­τυ­ρί­ου καὶ τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ ὁ Ἑρ­μῆς. Καὶ βλέ­πον­τας τὸν Προ­μη­θέ­α σ’ αὐ­τὴτὴν κα­τά­στα­ση, τοῦ λέ­ει ἕ­να προ­φη­τι­κό – θὰ ἔ­λε­γα – λό­γο: Πο­τὲ δὲν θὰ πά­ρουν τέ­λος τὰ δει­νά σου… Ἐ­κτὸς ἂν ὁ Θε­ὸς σὲ λυ­πη­θεῖ καὶ στεί­λει κά­ποι­ον δι­κό του νὰ σὲ σώ­σει! Ἤ, ὅ­πως εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος σο­φὸς ἀρ­χαῖ­ος, «ἐ­κτὸς ἂν Θε­ός τις, δι­ά­δο­χος τῶν σῶνπό­νων φα­νεῖ». Τί ἐκ­φρά­ζουν τὰ λό­για τοῦ Ἑρ­μῆ; Τὴ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῶν ἀρ­χαί­ων ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν θὰ προ­έλ­θει ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἄν­θρω­πο. Ὅ­τι ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που θὰ ἔρ­θει μό­νον ἀ­πὸ τὸ Θε­ό! Κι ὅ­ταν πιὰ ὁ κό­σμος ἔ­χει ὡ­ρι­μά­σει, τό­τε θὰ ἔλ­θει τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου… Ἂν προ­σέ­ξε­τε, τὰ Χρι­στού­γεν­να – στὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ποὺ δι­α­βά­ζε­ται – θ’ ἀ­κού­σε­τε ἀ­κρι­βῶς νὰ λέ­ει: «Ὅ­ταν ἦλ­θε τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου ἐ­ξα­πέ­στει­λεν ὁ Θε­ὸς τὸν Υἱ­όν Του». Ποι­ό ἦ­ταν τὸ ‘‘πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου­’’; Τί ση­μαί­νει πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου; Τὸν κα­τάλ­λη­λο και­ρό. Ποι­όςἦ­ταν ὁ κα­τάλ­λη­λος και­ρός; Ὁ και­ρὸς ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι κα­τά­λα­βαν τὴν  ἀ δ υ ν α μ ί α ν ὰ  σ ω θ ο ῦ ν  μ ὲ  τ ὶ ς  δ ι κ έ ς  τ ο υ ς  δ υ ν ά μ ε ι ς…

Ἡ πρόσληψη

Καὶ τό­τε τί γί­νε­ται; Τό­τε ὁ Θε­ὸς κλί­νει τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­τε­βαί­νει στὴ γῆ. Τό­τε ὁ Θε­ὸς λυ­γί­ζει τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ ἔρ­χε­ται στὴ γῆ. […] Καὶ ἔ­τσι πλέ­ον φτά­νου­με στὰ Χρι­στού­γεν­να. Τό­τε ποὺ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που. Τό­τε ποὺ ὁ Θε­ὸςμπαί­νει μέ­σα στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου – τό­τε ποὺ ὁ Θε­ὸς μπαί­νει μέ­σα στὸ χρό­νο τοῦ ἀν­θρώ­που.
Τί ἔ­γι­νε τὰ Χρι­στού­γεν­να; «Ὁ λό­γος σὰρξ ἐ­γέ­νε­το». Ὁ Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ,τὸ δεύ­τε­ρο πρό­σω­πο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, ἔρ­χε­ται νὰ προσ­λά­βει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Μὲ ποι­ό τρό­πο; Ἐκ Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καὶ Μα­ρί­ας τῆς παρ­θέ­νου. […] Καὶ ἔ­τσι πλέ­ον, «ἄν­θρω­πος ἐ­γέ­νε­το Θε­ός». Για­τί ὅ­μως ἄν­θρω­πος ἐ­γέ­νε­το Θε­ός; Οἱ Πα­τέ­ρεςτῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς ἀ­παν­τοῦν: «Ἴ­να Θε­ὸν τὸν Ἀ­δὰμ ἀ­περ­γά­ση­ται.» Γιὰ νὰ κά­νει Θε­ὸτὸν ἄν­θρω­πο. […] Ἔ­τσι λοι­πὸν ὁ Θε­ὸς μπαί­νει μέ­σα στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου.
Καὶ πῶς μπαί­νει; Σὰν ἕ­να βρέ­φος. Σὰν ἕ­να ἀ­δύ­να­το μω­ρό. Για­τί μπαί­νει ἔ­τσι; Ἀ­πὸ_ σ ε β α σ μ ὸ_ στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ Θε­ὸς […] μᾶς ἔ­πλα­σε ἐ­λεύ­θε­ρους. Μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­ξου­σί­α νὰ τοῦ ποῦ­με ὄ­χι – καὶ σε­βά­στη­κε τὴν ἐ­ξου­σί­α μας. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ποὺ ἔρ­χε­ται, πά­λι σέ­βε­ται τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α μας. Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης λέ­γει κά­που ὅ­τι «ὅ­σοι ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι». Δὲν εἶ­πε: μᾶς ἔ­κα­νε παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­πε: μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­ξου­σί­α νὰ γί­νου­με παι­διὰ τοῦ Θε­οῦ – τὴν δυ­να­τό­τη­τα δη­λα­δή. Τώ­ρα (με­τὰ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση)ἂν θέ­λου­με, μπο­ροῦ­με νὰ γί­νου­με τέ­κνα Θε­οῦ. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, κλη­ρο­νό­μοι Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ νὰ κλη­ρο­νο­μή­σου­με τὴν ἡ­τοι­μα­σμέ­νην ἡ­μῖν Βα­σι­λεί­αν.
Ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σέ­ξου­με τὸ πῶς καὶ τὸ για­τί τῆς θεί­ας ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως. Δὲν μᾶς κα­τήρ­γη­σε σὰν ἀν­θρώ­πους. Θὰ μπο­ροῦ­σε ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς πεῖ: Σᾶς ἔ­πλα­σα, σᾶς ἔ­δω­σαπρο­ο­ρι­σμὸ καὶ νό­η­μα, ἐ­σεῖς ἀ­πο­τύ­χα­τε. Σᾶς κα­ταρ­γῶ λοι­πόν. Νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ αὐ­τὸ τὸ γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων – θὰ δη­μι­ουρ­γή­σω και­νούρ­γιον ἄν­θρω­πο. Ὄ­χι. Ἀλ­λὰ τίκά­νει; Ἐ­νῶ δὲν κα­ταρ­γεῖ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο, ἔρ­χε­ται νὰ ἀ­να­και­νί­σει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση. […] Ἔ­χου­με [τώ­ρα] τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ γί­νου­με μέ­λη μιᾶς και­νούρ­γιας ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὁ νέ­ος Ἀ­δάμ. Ὁ γε­νάρ­χης τῆς και­νούρ­γιας ἀν­θρω­πό­τη­τας. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ και­νούρ­για ἀν­θρω­πό­τη­τα; Ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ! Τώ­ραὁ ἄν­θρω­πος, ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος, μπο­ρεῖ νὰ με­τα­βεῖ ἀ­πὸ τὸ θά­να­το στὴ ζω­ή – μπο­ρεῖνὰ γί­νει μέ­λος αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ὁ ἄν­θρω­πος, μὲ τὴ σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πέ­κτη­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ εἶ­ναι πιά, ἐ­κεῖ­νος, φο­βε­ρὸς ἀ­πέ­ναν­τι στὸ θά­να­τοκαὶ στὸ δι­ά­βο­λο.

Ἡ χαρὰ τῆς γιορτῆς

Τί εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὁ­ποῖ­ο χρει­ά­ζε­ται, καὶ ἴ­σως εἶ­ναι τὸ ση­μαν­τι­κὸ ποὺ πρέ­πει νὰδοῦ­με; Ποι­ά ἡ δι­κή μας θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τι στὰ Χρι­στού­γεν­να. Φέ­τος, στὴν ἀρ­χὴ τοῦ χρό­νου, ἀ­φοῦ πέ­ρα­σαν οἱ γι­ορ­τές, μὲ κά­λε­σαν σὲ ἕ­να ρα­δι­ο­φω­νι­κὸ σταθ­μὸ στὴ Χαλ­κί­δα, νὰ κά­νου­με μί­α ἐκ­πομ­πή. Μοῦ ἔ­λε­γε λοι­πὸν ἡ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ὅ­τι, ξέ­ρε­τε, πά­τερ, ἤ­μου­να μὲ μί­α πα­ρέ­α ἀ­πὸ φί­λες μου, εἴ­χα­με μί­α θλί­ψη μέ­σα μας για­τὶ οἱ γι­ορ­τὲς πέ­ρα­σαν καὶ δὲν τὶς κα­τα­λά­βα­με, καὶ αἰ­σθα­νό­μα­στε τώ­ρα πιὸ ἄ­δει­οι καὶ ὑ­λι­κά – για­τὶ πολ­λὰ ξο­δέ­ψα­με – καὶ πνευ­μα­τι­κά – για­τὶ τί­πο­τα δὲν κα­τα­λά­βα­με. Τῆς εἶ­πα, τὸ κα­τα­λα­βαί­νω αὐ­τὸ ποὺ λέ­τε, για­τὶ ἁ­πλὰ δὲν γι­ορ­τά­σα­τε ἢ νὰ τὸ πῶ (λέ­ω) κά­πως ἀλ­λι­ῶς, γι­ορ­τά­σα­τε τὰ Χρι­στού­γεν­να ἀλ­λὰ  χ ω ρ ὶ ς  τ ὸ  Χ ρ ι σ τ ό. Καὶ τῆς ἔ­φε­ρα μά­λι­στα ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Λέ­ω, κά­ποι­οι ἄν­θρω­ποι θέ­λουν νὰ γι­ορ­τά­σουν τὰ Χρι­στού­γεν­να, ψά­χνουν λοι­πὸν τὴν πα­ρα­μο­νὴ τὸ βρά­δυ νὰ δοῦν σὲ ποι­ό ‘‘ρε­βε­γι­ὸ­ν’’ θὰ πᾶ­νε – ἀλ­λὰ εἶ­ναι τρελ­λὸ πράγ­μα τε­λι­κὰ νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­τι μπο­ρεῖς νὰ γι­ορ­τά­σεις τὰ Χρι­στού­γεν­να σ’ ἕ­να ‘‘κέν­τρο­’’. Εἶ­ναι τρελ­λὸ πράγ­μα νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­τι θὰ γι­ορ­τά­σεις τὰ Χρι­στού­γεν­να  τ ρ ώ γ ο ν τ α ς  τ ὴ ν  π α ­ρ α μ ο ν ή. Τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ Χρι­στού­γεν­να; Καμ­μί­α ἀ­πο­λύ­τως σχέ­ση δὲν ἔ­χουν… Τὰ Χρι­στού­γεν­να γεν­νᾶ­ται ὁΧρι­στός! Ἂν τὸν θέ­λεις, θὰ πᾶς ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι. Θὰ κά­νεις αὐ­τὸ ποὺ εἴ­πα­νε, με­τα­ξύ τους,οἱ ποι­μέ­νες: «δι­έλ­θο­μεν δεῖ ἕ­ως Βη­θλε­ὲμ καὶ εἴ­δο­μεν τὸ ρῆ­μα τοῦ­το, τὸ γε­γο­νός, ὃ ἐ­λά­λη­σεν ἡ­μῖν ὁ ἄγ­γε­λος». Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ Βη­θλε­ὲμ σή­με­ρα; Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α! Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ ἄγ­γε­λος σή­με­ρα; Ἡ φω­νὴ τῆς καμ­πά­νας, ποὺ μέ­σα στὴ νύ­χτα μᾶς λέ­ει «ἰ­δοὺ εὐ­αγ­γε­λί­ζο­μαι ὑ­μῖν χα­ρὰν με­γά­λην, ἥ­τις ἔ­σται παν­τὶ τῷ λα­ῷ, ὅ­τι ἐ­τεύ­χθη ὑ­μῖνσή­με­ρον σω­τήρ». […]
Γιὰ νὰ κλεί­σου­με τὰ ὅ­σα εἴ­πα­με: Ὅ­λοι μας ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με τὸν πει­ρα­σμὸποὺ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος. Ποι­ός ἀ­πὸ σᾶς ποὺ εἶ­ναι ἐ­δῶ, ἀ­πὸ μᾶς, ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­ναι ἀ­π’ ἔ­ξω, ποι­ός δὲν θέ­λει νὰ εὐ­τυ­χή­σει στὴ ζω­ή του; Ποι­ός δὲν θέ­λει νὰ ἐ­πι­τύ­χει; Γιὰ νὰ τὸ πῶ κά­πως ἀλ­λι­ῶς, ποι­ός δὲν θέ­λει νὰ ζή­σει; Ὅ­λοι μας θέ­λου­με νὰ ἐ­πι­τύ­χου­με, νὰ ζή­σου­με, νὰ εὐ­τυ­χή­σου­με – μὲ μί­α λέ­ξη: νὰ θε­ω­θοῦ­με. Για­τὶαὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ εὐ­τυ­χί­α στὸν ἄν­θρω­πο. Καὶ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸν πρῶ­το ἄν­θρω­πο, τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο, ἄ­ρα καὶ γιὰ μᾶς, εἶ­ναι ἕ­να: Πῶς θὰ κα­τορ­θώ­σου­με τὴ ζω­ή μας; Εἶ­ναι τὸ ἴ­διο δί­λημ­μα: μ α ζ ὶ  μὲ τὸ Θε­ὸ καὶ  μ έ σ α  ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ ἢ  χ ω ρ ὶ ς  τὸ Θε­ὸ καὶ  ἐ ν α ν τ ί ο ν_ τοῦ Θε­οῦ; Ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος δο­κί­μα­σε νὰ ζή­σει καὶ νὰ θε­ω­θεῖ χω­ρὶς τὸ Θε­ό, καὶ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἀν­τὶ νὰ θε­ω­θεῖ ἔ­πε­σε –καὶ συμ­πα­ρέ­συ­ρε ὅ­λο τὸ γέ­νος τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ νέ­ος Ἀ­δάμ, ὁ Χρι­στός, ἔρ­χε­ται καί(μὲ τὴν ὑ­πα­κο­ή του στὸ θέ­λη­μα τοῦ Πα­τέ­ρα) προσ­λαμ­βά­νει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση,τὴ ‘‘μπο­λι­ά­ζει­’’ μὲ τὸ θε­ϊ­κὸ ‘‘μπό­λι­’’. Θὰ τὴν πε­ρά­σει – μέ­σα ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό – στὸ θά­να­το (ποὺ εἶ­ναι τὸ πιὸ πα­ρά­λο­γο γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο) καὶ θὰ νι­κή­σει τὸ θά­να­το, καὶ θὰ ἀ­να­στη­θεῖ, καὶ θὰ ἀ­να­λη­φθεῖ καὶ θὰ κα­θή­σει στὰ δε­ξιὰ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τέ­ρα. Ποι­ός; Ὁ Χρι­στός. Δη­λα­δή, ὁ  Θ ε ὸ ς  κ α ὶ  ὁ  ἄ ν θ ρ ω π ο ς… Ὁ Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη, ση­μαί­νει ὁἄν­θρω­πος ἀ­νέ­στη! Ὁ Χρι­στὸς ἀ­νε­λή­φθη, ση­μαί­νει ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νε­λή­φθη… Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ τρο­πά­ρια τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως λέ­νε: «Ἄγ­γε­λοι θαυ­μά­ζου­σι, ὀ­ρῶν­τες ἄν­θρω­πον ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῶν.» Ὁ ἄν­θρω­πος πλά­στη­κε κα­τώ­τε­ρος ἀ­π’ τοὺς ἀγ­γέ­λους. Καὶ ἀ­φοῦ με­τὰ τὴν πτώ­ση του προ­σε­λή­φθη ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση του ἀ­π’ τὸ Χρι­στό, πλέ­ον,στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἑ­νω­μέ­νη καὶ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, κά­θε­ται στὰ δε­ξιὰ τοῦ Θε­οῦ καὶ Πα­τέ­ρα, καὶ οἱ ἄγ­γε­λοι θαυ­μά­ζου­νε για­τὶ βλέ­πουν τὸν κα­τώ­τε­ρό τους ἄν­θρω­πο τώ­ρα νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῶν. Αὐ­τὲς οἱ δυ­να­τό­τη­τες μᾶς δό­θη­καν τὰ Χρι­στού­γεν­να. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι, θὰ τὶς ἐ­κμε­ταλ­λευ­τοῦ­με; Τὸ θέ­μα εἶ­ναι, θὰ κα­τα­λά­βου­μεὅ­τι μό­νο μέ­σα ἀ­π’ τὸ Θε­ὸ καὶ διὰ τοῦ Θε­οῦ θὰ φθά­σου­με στὴν πραγ­μα­τι­κή μας θέ­ω­ση;

Οἱ ἄδειοι καιροί

Κά­τι ἀ­κό­μα, τε­λευ­ταῖ­ο. Ὁ ἄγ­γε­λος μᾶς εἶ­πε ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ ἔρ­χε­ται εἶ­ναι ὁ «σω­τή­ρας». Ἀ­πὸ τί μᾶς σώ­ζει; Τὸ ρῆ­μα «σώ­ζο­μαι» – τὸ ἑλ­λη­νι­κό­τα­το αὐ­τὸ ρῆ­μα – ση­μαί­νει γί­νο­μαι σῶ­ος, γί­νο­μαι ἀ­κέ­ραι­ος. Τί ζη­τᾶ­με λοι­πὸν στὴ σχέ­ση μας μὲ τὸ Θε­ό;Τὴ χα­μέ­νη μας ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα. Ἦ­ταν ὁ Θε­ός, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ ‘‘βά­ση­’’ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀρ­νη­θή­κα­με τὸ Θε­ό. Τί κερ­δί­σα­με; Ἀρ­νη­θή­κα­με τὸν ἄν­θρω­πο.
Τ ὸ  ἴ δ ι ο  σ υ μ β α ί ν ε ι  καὶ στὰ δι­κά μας τὰ χρό­νια. Εἴ­μα­στε στὸ τέ­λος ἑ­νὸς αἰ­ώ­να κι ἑ­νὸς πο­λι­τι­σμοῦ ποὺ θε­με­λι­ώ­θη­κε στὴν ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ. Ἤ­μουν ἀ­κό­μα μα­θη­τὴς τοῦ λυ­κεί­ου ὅ­ταν οἱ «ἀ­πό­στο­λοι» κά­ποι­ων ψεύ­τι­κων πα­ρα­δεί­σων ὑ­πο­σχόν­του­σαν και­νούρ­γιο κό­σμο, κό­σμο δι­και­ο­σύ­νης καὶ ἀ­λή­θειας καὶ πα­ρά­δει­σους,ἀλ­λὰ μὲ ἕ­να κοι­νὸ γνώ­ρι­σμα: Ὄ­χι στὸ Θε­ό… Καὶ κεῖ θε­με­λι­ώ­θη­κε ὁ πο­λι­τι­σμὸς αὐ­τὸς ποὺ τε­λει­ώ­νει. Ποι­ό ἦ­ταν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Αὐ­τὸς ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἀρ­νή­θη­κε τὸν ἄν­θρω­πο! Στὸ τέ­λος αὐ­τοῦ τοῦ αἰ­ώ­να ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­νυ­πό­λη­πτο ἀ­π’ ὅ­λατὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα. Ὁ Θε­ὸς ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος καὶ μπῆ­κε στὸν κό­σμο σὰν ἕ­να βρέ­φος,γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ξί­α ποὺ ἔ­χει ἀ­κό­μα κι ἕ­να παι­δί. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς σή­με­ρα που­λᾶ­με τὰπαι­διά μας στοὺς ἔμ­πο­ρους τῶν ναρ­κω­τι­κῶν, στοὺς παι­δε­ρα­στές, καὶ σ’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ συ­νά­φι, τε­λι­κά, τῶν κα­κο­ποι­ῶν. Αὐ­τοὶ ὅ­μως ἐκ­φρά­ζουν τὸν πο­λι­τι­σμὸ ποὺ τε­λει­ώ­νει. Ἀ­κρι­βῶς, ἀν­τὶ νὰ ἀρ­νη­θοῦν τὸ Θε­ό, ἀρ­νή­θη­καν τὸν ἄν­θρω­πο. Καὶ κά­ποι­οι ἀ­π’αὐ­τούς, π ε ι σ μ ω μ έ ν ο ι  γ ι α τ ὶ  δ ὲ ν  π έ τ υ χ α ν, ἐ­νῶ κά­πο­τε ἀρ­νι­όν­του­σαν τὸ Θε­ό, στὸ ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­στή­μης, τώ­ρα αὐ­τὴ ἡ «ἐ­πι­στη­μο­νι­κή» τους ἰ­δι­ό­τη­τα δὲν τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ γί­νον­ται… ἀ­πο­κρυ­φι­στὲς καὶ σα­τα­νι­στὲς καὶ ὀ­πα­δοὶ τῶν ποι­κί­λων πα­ρα­θρη­σκευ­τι­κῶν ὁ­μά­δων. Γιὰ νὰ φτά­σουν στὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που… Για­τὶ τε­λι­κὰ εἶ­ναι γε­λοι­ο­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ ἀρ­νεῖ­ται τά­χα τὸ Θε­ό, στὸ ὄ­νο­μα τῆς λο­γι­κῆς καὶ τῆς ἐ­πι­στή­μης – τὸν προ­σω­πι­κὸ Θε­ό, τὸ Θε­ὸ ποὺ μπῆ­κε στὴν Ἱ­στο­ρί­α, τὸ Θε­ὸ ποὺ πέ­ρα­σε εὐ­ερ­γε­τῶν καὶ ἰ­ώ­με­νος πάν­τας, τὸ Θε­ὸ ποὺ κι ἂν τὸν ἀρ­νη­θεῖς θὰ φω­νά­ξουν οἱ πέ­τρες (δί­πλα σας εἶ­ναι οἱ Ἅ­γιοι Τό­ποι) – νὰ θε­ω­ρεῖς πα­ρά­λο­γο νὰ πι­στεύ­εις σ’ αὐ­τὸ τὸ Θε­ό, καὶ νὰ θε­ω­ρεῖς τώ­ρα λο­γι­κὸ τὸ νὰ λα­τρεύ­εις ἀ­πό­κρυ­φες δυ­νά­μεις. Ἀλ­λὰ ἔ­τσι κά­νει ὁ δι­ά­βο­λος: γε­λοι­ο­ποι­εῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους.
Ἔ­τσι λοι­πόν, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἀ­φοῦ σᾶς εὐ­χα­ρι­στή­σω γιὰ τὴν ὑ­πο­μο­νήσας, θὰ πρέ­πει νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι τὰ Χρι­στού­γεν­να τό­τε μό­νον ἔ­χουν ἀ­ξί­α γιὰ μᾶς, τό­τε ἔ­χουν ἀ­ξί­α γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο, ὅ­ταν γί­νουν ἡ ἀ­φορ­μή, ὁ σαρ­κω­θεὶς Θε­ὸς νὰ μπεῖ στὸχρό­νο τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ζω­ῆς. Ὅ­ταν μπεῖ μέ­σα στὸ χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας – καὶ τὴν κό­ψει στὴ μέ­ση: στὴν πρὸ καὶ τὴν με­τὰ Χρι­στόν. Για­τὶ αὐ­τὸ δὲν ἀ­φο­ρᾶ μό­νο τὴν χρο­νο­λο­γί­α τὴ γνω­στή, ἀλ­λὰ τὴ χρο­νο­λο­γί­α τῆς δι­κῆς μας πο­ρεί­ας τῆς ζω­ῆς. Κι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ οὐ­σι­α­στι­κώ­τε­ρος τρό­πος νὰ ἑ­ορ­τά­σο­με. Ὄ­χι μιὰ στιγ­μή, ὄ­χι μιὰ μέ­ρα, για­τὶ ὅ­ποι­ος ἔ­τσι ἐ­πι­χει­ρεῖ δὲν γι­ορ­τά­ζει πο­τὲ καὶ τί­πο­τα – γι’ αὐ­τὸν περ­νᾶ­νε οἱ γι­ορ­τές, κιἔ­χει μέ­σα του θλί­ψη καὶ πί­κρα. Για­τί; Νά, για­τὶ αὐ­τὴ ἡ λέ­ξη «γι­ορ­τὴ» τὴ νοι­ώ­θεις ὅ­τι ἔ­χει μέ­σα της χα­ρά. Καὶ βλέ­πεις νὰ περ­νᾶ­νε οἱ μέ­ρες τῆς γι­ορ­τῆς, κι ἐ­σὺ νὰ εἶ­σαι ἄ­δει­ος, νὰ εἶ­σαι ‘‘ἰ­δι­ό­τρο­πος’’, νὰ εἶ­σαι ‘‘στριμ­μέ­νο­ς’’, νὰ εἶ­σαι ‘‘ἀ­νά­πο­δο­ς’’ – νὰ μὴ μπο­ρεῖς νὰ χα­μο­γε­λά­σεις σὲ κα­νέ­ναν. Ἔ, ποῦ εἶ­ναι ἡ γι­ορ­τὴ λοι­πόν, ποῦ εἶ­ναι ἡ χα­ρά;Για­τί ὁ ἄν­θρω­πος δὲν τὰ αἰ­σθά­νε­ται αὐ­τά; Δι­ό­τι γι­ορ­τά­ζει τὰ Χρι­στού­γε­να – ἀλ­λὰχω­ρὶς τὸ Χρι­στό. Δι­ό­τι ἀ­φή­νει τὸ χρό­νο τῆς ζω­ῆς του νὰ κυ­λά­ει στὴν κα­κο­μοι­ριὰ καὶστὸ θά­να­το, κι ὄ­χι στὴ χα­ρὰ καὶ στὴ δό­ξα τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. […]

Σὲ τί σκότος τὸ φῶς

Πῶς τε­λι­κά, τὰ Χρι­στού­γεν­να θὰ γί­νουν ἡ δι­κή μας γι­ορ­τή; Τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση μᾶςτὴν ἔ­χει δώ­σει ὁ Xρι­στός, στὴν ἐ­πὶ τοῦ ὄ­ρους ὁ­μι­λί­α. Ὅ­ταν μᾶς εἶ­πε «μα­κά­ριοι οἱ κα­θα­ροὶ τῇ καρ­δί­ᾳ ὅ­τι αὐ­τοὶ τὸν Θε­ὸν ὄ­ψον­ται». Για­τὶ τό­τε πλέ­ον θὰ ἀ­να­γνω­ρί­σεις τὸ Χρι­στό. Πό­τε; Ὅ­ταν ἔ­χεις κα­θα­ρὴ καρ­διά. Ἄ­ρα, λοι­πόν, ἡ προ­ϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι αὐ­τὴποὺ οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μᾶς λέ­νε. Ἡ κά­θαρ­ση τῆς καρ­διᾶς μας ἀ­πὸ τὰ πά­θη, εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει με­τὰ ὁ φω­τι­σμὸς τοῦ νοῦ μας ἀ­πὸ τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γιο καὶ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ  σ υ ν ε ι δ η τα ο π ο ι ή σ ο υ μ ε  καὶ νὰ  ζ ή σ ο υ με  ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ γε­γο­νό­τα, σὰν γε­γο­νό­τα τῆς προ­σω­πι­κῆς μας ζω­ῆς καὶ ἱ­στο­ρί­ας.
Εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Σκε­φθεῖ­τε το τε­λεί­ως λο­γι­κά: Τί εἶ­ναι τὰ Χρι­στού­γεν­να; Μιὰ γι­ορ­τὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τί σχέ­ση ἔ­χουν τὰ Χρι­στού­γεν­να μὲ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ‘‘κέν­τρο­’’; Δὲν εἶ­ναι λοι­πὸν τυ­φλὸς ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἐ­πι­χει­ρεῖ νὰ γνω­ρί­σει τὴ χα­ρὰ τῶν Χρι­στου­γέν­νων στὴν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε αἴ­θου­σα; Δὲν εἶ­ναι πα­ρά­λο­γος; Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ μιὰ σχι­ζο­φρε­νι­κὴ κα­τά­στα­ση; Ἐ­κεῖ θὰ συ­ναν­τή­σει τὸ Χρι­στό; Τίσυμ­βαί­νει λοι­πὸν καὶ δὲν ξέ­ρει ποῦ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει, καὶ δὲν ξέ­ρει ποῦ νὰ βρεῖ τὴ χα­ρά; Ὁ σκο­τα­σμὸς τοῦ νοῦ! Ὑ­πάρ­χει ἄ­πει­ρο σκο­τά­δι ἐ­δῶ [στὸ νοῦ] μέ­σα. Για­τί; Για­τὶ ὑ­πάρ­χουν τὰ ‘‘λέ­πια­’’. Ποὺ ἔ­χουν χα­λά­σει τὸ ‘‘ὀ­πτι­κὸ νεῦ­ρο­’’. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι τὰ λέ­πια;Τὰ πά­θη! Τὰ πά­θη τῶν ἀν­θρώ­πων.
Θυ­μᾶ­μαι (γιὰ νὰ δεῖ­τε μέ­χρι ποῦ φτά­νου­με, σὰν πα­ρά­δειγ­μα) ὅ­ταν κά­πο­τε ζή­τη­σα ἀ­πὸ μί­α, ἠ­λη­κι­ω­μέ­νη, γυ­ναί­κα νὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ μὲ κά­ποι­ο συγ­γε­νι­κό της πρό­σω­πο – γιὰ μιὰ ἀ­στεί­α δι­α­φο­ρά – ἀρ­νή­θη­κε. Τῆς εἶ­πα λοι­πὸν πο­λὺ χον­τρά: για­γιά μου, εἶ­σαι ἕ­να βῆ­μα πρὶν ἀ­π’ τὸν τά­φο. Θὰ πε­θά­νεις καὶ θὰ πᾶς στὴν κό­λα­ση! Καὶ τί μοῦ ἀ­παν­τά­ει ἡ για­γιά; Στὴν κό­λα­ση νὰ πά­ω καὶ στὰ μαῦ­ρα κα­τρά­μια, αὐ­του­νοῦ δὲν τοῦ μι­λά­ω… Τό­σο πο­λὺ ἐ­ξε­πλά­γην ἀ­πὸ τὸ μέ­γε­θος τῆς τυ­φλό­τη­τας (αὐ­τὴ ἡ για­γιὰ ποὺ ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες μπρο­στὰ στὶς εἰ­κό­νες κτλ) ὥ­στε εἶ­ναι ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος στὴ ζω­ή μου ποὺ τὸν ἔ­δι­ω­ξα ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση… Τῆς εἶ­πα, σή­κω καὶ φύ­γε! Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἴ­σως τε­λι­κὰ τὴν θε­ρά­πευ­σε, για­τὶ μὲ συ­νάν­τη­σε κά­που ἀλ­λοῦ καὶ μοῦ εἶ­πε, ξέ­ρεις ποι­ά εἶ­μαι; Λέ­ω, ποι­ά εἶ­σαι; Μοῦ θύ­μη­σε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καί, ἐ­κεῖ ποὺ πῆ­γα νὰ ἀ­γρι­έ­ψω, μοῦ λέ­ει, πῆ­γα ὅ­μως καὶ ἔ­κα­να αὐ­τὸ ποὺ μοῦ εἶ­πες.

Σκε­φτεῖ­τε λοι­πὸν πό­ση τυ­φλό­τη­τα. Ἀ­πὸ ποῦ; Ἀ­πὸ τὸν ἐ­γω­ι­σμό μας. Α ὐ τ ὸ ς μ ᾶ ς  κ ρ ύ β ε ι  τ ὴ  θ έ α  τ ο ῦ  Θ ε ο ῦ. Αὐ­τὸς μπαί­νει ἀ­νά­με­σα σὲ μᾶς. Για­τί, ἄλ­λω­στε, ‘‘ἐ­γω­ι­σμὸ­ς’’ καὶ ‘‘ἀ­γά­πη­’’ εἶ­ναι δύ­ο πράγ­μα­τα εὐ­θέ­ως ἀν­τί­στρο­φα. Καὶ ἂν σή­με­ρα ἔ­χου­με ἀν­θρώ­πους  ἀ ν ί κ α ν ο υ ς  ν ὰ  ἀ γ α π ή σ ο υ ν  ἀ κ ό μ α  κ α ὶ  τ ὰ  πα ι δ ι ά  τ ο υ ς, εἶ­ναι για­τὶ ζοῦν μί­α πα­ρὰ φύ­σιν ζω­ή, τὴ ζω­ὴ τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς σκο­τώ­νει. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς εἶ­ναι πάν­τα δο­λο­φο­νι­κός. Σκο­τώ­νει ψυ­χὲς πρῶ­τα, καὶ κά­πο­τε καὶ σώ­μα­τα.

Ἄ­ρα λοι­πόν, γιὰ νὰ κα­τα­λή­ξου­με, αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν εἶ­ναι κα­θα­ρὲς οἱ ψυ­χές μας. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ προ­τρο­πὴ εἶ­ναι «ψυ­χαῖς κα­θα­ραῖς καὶ ἀ­ρυ­πό­τοις χεί­λε­σι» νὰ πλη­σι­ά­ζου­με. Ἂν πραγ­μα­τι­κὰ μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει, τό­τε θὰ πρέ­πει, μὲ τὴσυμ­βου­λὴ καὶ τὴν κα­θο­δή­γη­ση κά­ποι­ου πνευ­μα­τι­κοῦ πα­τέ­ρα, νὰ βα­δί­σου­με μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α αὐ­τὸ τὸ δρό­μο ποὺ θὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ κα­θα­ρί­σου­με τὴν ψυ­χή μας ἀ­πὸ τὰ πά­θη, γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με με­τὰ νὰ χα­ροῦ­με πα­ρου­σί­α Θε­οῦ.

 

Τόσο ἡ ἠχητικὴ ἐγγραφὴ τῆς ὁμιλίας ὅσο καὶ ἡ ἀπομαγνωτοφώνηση τῶν κυριώτερων σημείων τῆς ὁμιλίας, ἔχουν ἀντληθεῖ τὸ πρῶτο ἀπὸ το ραδιόφωνο καὶ τὸ δεύτερο από τὸ περιοδικὸ τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας.

Η εἰκονογραφικὴ πλαισίωση τῆς μετάδοσης ἔγινε ἀπὸ τὸ Ἀντίφωνο.


Πηγή: Ἀντίφωνο

People in this conversation

  • Γιώργος Καστρινάκης

    Αναρωτιέμαι πόσοι άνθρωποι, στην Αθήνα, γνώριζαν τον π. Παύλο Ιωάννου – όχι πριν αυτός γίνει Μητροπολίτης αλλά, έστω, πριν αποτελέσουν κεντρικό ειδησεογραφικό γεγονός οι πρόσφατες δηλώσεις του εναντίον της “Χρυσής Αυγής”.

    Κι όμως: υπηρέτησε στην Αθήνα επί μακρά τη σειρά των ετών. Είχε βέβαια δύο «μειονεκτήματα»: Πρώτον, ήταν χριστιανός… Και δεύτερον, ήταν παπάς! Δεν είχε σημασία, λοιπόν, ότι ο λόγος του εκπορευόταν πάντα συναρπαστικός: Σημασία είχε ότι το κλασσικό ειδησεογραφικό στερεότυπο, περί ιερωμένων, διατείνεται (διαχρονικώς) ότι οι «καλοί» προβαίνουν… δυσεύρετοι. Αν τυχόν – οπότε – τα αρμόδια Μέσα τον παρουσίαζαν στο “πιστό” τους κοινό, το Στερεότυπο κατ’ ολίγον ίσως θα κλονιζόταν. Κι αυτή η δυναμική “ανατροπής” δεν αφορούσε και δεν αφορά, φυσικά, μόνο-και-μόνο τον συγκεκριμένο ποιμένα:

    Ας εκλάβουμε την υπερκείμενη εδώ ηχογράφηση, προτείνω, ως ένα ελάχιστο_ δ ε ί γ μ α_ τής συσκότισης την οποία – πρωτίστως – αναλαμβάνουν να οργανώσουν οι επιφορτισμένοι με τήν… ενημέρωσή μας φορείς ενός πολιτισμού (κατά τα λοιπά) των… φωταψιών
    Αλλά και ως μία αφορμή προσωπικής, επιτέλους, διερεύνησης που θα μας επιτρέψει – πρεσβεύω – να ανακαλύψουμε πόσο_ ε π ι μ ε λ η μ έ ν η_ μ υ θ ο π λ α σ ί α_ συνιστά η (ευρέως αυτοτροφοδοτούμενη μεταξύ των θεολογουσών συνευρέσεων) εκδοχή ότι, τάχα, τα πανάξια κηρύγματα – στη σημερινή γενιά των παπάδων μας – είναι σπάνια.

    0 Like
  • Theo

    Ναι, αγαπητέ Γιώργο, κι εγώ διαβάζοντας αυτό το κήρυγμα, σκέφτηκα πόσο διαψεύδει τους απαιδιόδοξους κήρυκες του \"Finis Graeciae\" και της τάχα επικρατούσας \"κηρυγματικής κενολογίας\".

    0 Like

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Παπαδόπουλος Χ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΟΥΛΙΑΣ
Εξαιρετικά πρωτότυπος ο ορισμός του λαικισμου ως την γνησια έκφραση των συμφερόντων του λαού .
Δεν ...
Γιώργος Καστρινάκης
Ευχαριστώ για την εστίαση, που μου δίνει την ευκαιρία να ξεδιπλώσω λίγο εκτενέστερα το κομβικό τούτο...
Απόστολος Κ.Σ.
Προφανώς, δεν θα πρόσεξες ότι μίλησα για παπική διαλεκτική στη θεολογία και όχι για διαλεκτική με το...
Άρης Νούλης
Η διάνοια (intellect), καλέ Απόστολε, ιδίως ως ratio, ναι, είναι χαρακτηριστικό των Δυτικών Πατέρων....
Απόστολος Κ.Σ.
Αγαπητέ Άρη, είναι πολύ καλό που θα περιμένεις με ευγνωμοσύνη. Να είσαι σίγουρος ότι αν ζητήσεις πλη...
Μαρία Σταματιάδου
«ἡ ζηλοφθονία τοῦ Διανοούμενου πρὸς τὸν Ἀσκητή»... Να μία φράση που εκφράζει τον πυρήνα του αποφατισ...
Άρης Νούλης
Αγαπημένε εν Χριστώ αδελφέ Απόστολε, καλησπέρα. Με ευγνωμοσύνη θα περιμένω το "Ορθόδοξο Πατερικό μάτ...