Χρήστος Μποκόρος

«Ο άνθρωπος κατοικεί ποιητικά τον κόσμο». Οι άνθρωποι κατοικούμε ασφυκτικά τις πόλεις. Οι πόλεις πληθαίνουν, τα πλήθη τις αλλοιώνουν, τα απόκεντρα της διογκούμενης περιφέρειας πολιορκούν τα ιστορικά τους κέντρα και ακυρώνουν το κοινοποιό τους νόημα. Σε τι ομονοούν αχανείς πλέον και ακοινώνητες; Τι αναζητούμε σωρευμένοι στις πόλεις; Εγκατοίκηση στην κοινότητα ή αποξένωση μεσ' στο πλήθος; Πολίτες της πόλης ή ιδιώτες μαζικής κατανάλωσης εφήμερων αγαθών και ενεστώτος χρόνου;

Τα νέα αντικαταθίστανται τάχιστα από τα νεώτερα αλλά πότε παλιώνουν τα παλιά; Το νόημα του κόσμου δεν είναι αναλώσιμο, υπερβαίνει το παρόν. Το παρόν είναι ακαριαίο και ως ακαριαίο, άπιαστο, ασύλληπτο. Σαν το νερό του ποταμού που τρέχει και δεύτερη φορά δεν το κρατάς. Η στιγμή μας, αυτή εδώ που ζούμε, είναι ήδη παρελθόν. Και το μέλλον απρόβλεπτο. Τι είναι λοιπόν ο χρόνος;
Η πόλη μας είναι μόνο τόπος ή είναι κυρίως χρόνος παραδεδομένος στο εκάστοτε παρόν; Κι εμείς; Καθένας μας είναι μόνον αναλωμένες στιγμές ή μήπως συνιστά συσσωρευμένο χρόνο; Είναι φυγόκεντρη ή κεντρομόλος η συνείδηση του ανθρώπου; Η ποιότητά μας δεν μπορεί να είναι εφήμερη. Η ζωή μας δεν είναι ανταλλάξιμη. Ζούμε έμψυχοι σε διευρυμένο τόπο και διεσταλμένο χρόνο. Όσο ζούμε την ζωή μας όλα είναι αθάνατα, και τα ζωντανά και τα πεθαμένα.

Και η τέχνη μας, ακόμη κι όταν είναι επίκαιρη δεν είναι ακριβώς εφήμερη. Διεκδικεί μιαν απόδραση από τον χρόνο που μας δαπανά παραμένοντας ο ίδιος αδαπάνητος. Τα έργα μας πλήττουν την ροή του για να αποσπάσουν μιαν ιδανική στιγμή. Εντάσσονται στον κόσμο και τεκμηριώνουν έτσι ένα αίτημα αθανασίας. Σώζουν απ' τη λήθη μιαν εικόνα, έναν ήχο, μία λέξη και τα ανάγουν στο αντίθετο της λήθης, στην α-λήθεια. Προσβλέπουν στην αιωνιότητα. Η μνήμη είναι το όχημα, το εργαλείο αυτής της αναγωγής, όχι όμως για να θυμηθεί ή να νοσταλγήσει αλλά για να αναβιώσει την συγκίνηση, να ξανανιώσει ένα δυνατό αίσθημα, να κρατηθεί ανατατική, να αναστηθεί. Να ορθώσει ανάστημα, να κοιτάξει ψηλά, να ανασάνει. Να αξιωθεί, να στοχεύσει νόημα.

Από τον καιρό που πρωτοβρέθηκα σπουδαστής στην Ανώτατη Σχολή των Καλών Τεχνών, όντας αμύητος στην παραδεδομένη καλλιτεχνική παιδεία, αναγκάστηκα να αναζητήσω μόνος και εξ αρχής τα στοιχειώδη νοήματα. Αισθανόμουν ναυαγός σε ένα πέλαγος αποριών σχετικών με την αξία των έργων. Το τι και το γιατί της Τέχνης. Προφανώς η αναπαραστατική δεξιότητα δεν μου αρκούσε για να νοηματοδοτήσει την λειτουργία τους. Ούτε βέβαια η ευρηματικότητα, η πρωτοτυπία ή η πρόκληση αρκούν. Κάτι περισσότερο απαιτείται για να αναχθούν τα έργα μας σε έργα Τέχνης. Να θαυμάζονται και να προσκυνούνται στους αιώνες. Έκτοτε δύο θεμελιώδη ερωτήματα ταλαιπωρούσαν την σκέψη μου. Πρώτα απ' όλα το τί νόημα μπορεί να έχει η τέχνη, και εν προκειμένω η ζωγραφική που με αφορούσε άμεσα, σε μιαν εποχή που εξαρτά την αξία από την ανανέωση. Σε μια κοινωνική συνθήκη όπου το νέο προσφέρεται και απαιτείται συνεχώς. Το αποκτούμε και πριν προλάβουμε καλά καλά να το οικειοποιηθούμε, να το παλιώσουμε, προσδοκούμε το επόμενο που θα το αντικαταστήσει. Η επιθυμία μας ξεπερνάει το νέο, λαχταράει το επόμενο νέο, το νεώτερο. Μέχρι πού; Και τι γίνεται με τον αχανή σκουπιδότοπο των αχρηστευμένων πρώην νέων; Πότε παλιώνει το νέο και κυρίως πότε παλιώνει το παλιό; Έχουν άραγε παλιώσει τα αριστουργήματα παρελθόντων εποχών; Παλιώνει η αγάπη, η δικαιοσύνη, η αρετή, η γενναιότητα, η πείνα, η δίψα, ο πόνος, η ηδονή, η επιθυμία, το διακαές αίτημα αθανασίας που κινητοποιεί επ’ αγαθώ τη ζωή μας; Το παιδί μέσα μας παλιώνει; Μια ζωγραφιά απαιτεί χρόνο, κόπο, ιδιαίτερη δεξιότητα και πνευματική εγρήγορση για να ολοκληρωθεί κι όταν επιτέλους τελειώσει και φανεί, δεν προσδοκά την ακύρωση και την αντικατάστασή της από μιαν επόμενη αλλά την μετοχή της στην αιωνιότητα. Στο Μουσείο. Στον χώρο των Μουσών οι οποίες εμπνέουν και προστατεύουν τις τέχνες του ανθρώπου. Ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας όταν τις θέλει κόρες αρτιέπειες του Μεγάλου Διός, του πατέρα των θεών. Στην αρχή της Θεογονίας του ο Ησίοδος βάζει στα χείλη των Μουσών κάποια εξαίσια λόγια: «ἴδμεν ψεύδεα πολλὰ λέγειν ἐτύμοισιν ὁμοῖα, ἴδμεν δ᾽, εὖτ᾽ ἐθέλωμεν, ἀληθέα γηρύσασθαι». «Ξέρουμε ψέμματα πολλά να λέμε ίδια με αλήθειες μα ξέρουμε όταν θέλουμε κι αλήθειες να ιστορούμε». Μητέρα των Μουσών η Μνημοσύνη. Δίχως μνήμη δεν γεννιούνται ούτε Μούσες ούτε έργα αντάξιά τους. Μνημεία άλλωστε τα αποκαλούμε τα σπουδαία έργα τέχνης, όπως και τους τάφους. Σήματα του αοράτου, εικόνες ορατές του μη πλέον όντος. Ή μήπως του όντως όντος;

Περιδιαβαίνοντας τα Μουσεία, τα σπουδαία κτίρια, τα δημόσια μνημεία, βλέποντας τα έργα της Μεγάλης Τέχνης, υποκλινόμουν στην αρτιότητα της τεχνικής, στο μεγαλείο της σύνθεσης, στο υποβλητικό τους κύρος. Δεν τα αισθανόμουν ωστόσο δικά μου, δεν ένιωθα να με περιέχουν, δεν αναγνώριζα κοινότητα με τους ωραίους και τις ωραίες, τους βασιλείς και τις πριγκίπισσες, τους ήρωες και τους επίσημους που παριστούσαν. Μεγαλωμένος στην επαρχία, σε λιβάδια και ρέματα έπαιζα παιδί, χωρίς ιδιαίτερη καλλιτεχνική παιδεία κι έτσι αισθανόμουν αδαής απέναντι στην επισημότητα των σπουδαίων έργων. Πρώτη φορά που αισθάνθηκα οικειότητα με το νόημα της ζωγραφικής, ήταν όταν είδα τα Μακεδονικά πορτρέτα της Αιγύπτου, αυτά που λέμε πορτρέτα του Φαγιούμ. Πρόσωπα καθημερινών ανθρώπων, σαν τους δικούς μου ανθρώπους, να με κοιτούν ακίνητοι με μάτια ορθάνοιχτα. Το βλέμμα της αιωνιότητας ενώπιόν μου. Ήταν παλιά, αρχαία αλλά και αιώνια ταυτόχρονα. Και κυρίως ζωντανά παρότι προσωπεία θανάτου. Έδιναν πρόσωπο σε καλοτυλιγμένες μούμιες απελθόντων. Διεκδικούσαν τη μορφή τους στην αιωνιότητα. Ανέστρεφαν το μνήμα σε μνημείο. Εντυπωσιάστηκα από την συνείδηση αυτής της ανατροπής. Έσωζαν από τη λήθη στην α-λήθεια το πρόσωπό τους, το προς όψιν. Το προορισμένο δηλαδή να ιδωθεί και να αναγνωριστεί ες αεί. Αλλά από ποιούς και προς τι;

Εδώ ήταν το δεύτερο ερώτημα που με βασάνιζε όλα αυτά τα χρόνια. Σε ποιούς απευθύνεται το έργο τέχνης, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν χαριτωμένα ότι δεν ξέρουν από τέχνη; Όσο μοναχική κι αν είναι η διαδικασία της ζωγραφικής, το έργο δεν γίνεται μόνον γι' αυτόν που το φτιάχνει. Απευθύνεται σε μια κοινότητα έστω κι αν είναι ιδανική. Να κοινωνήσει προσδοκά σε μια κοινή αντίληψη. Η περίφημη ατομικότητα είναι μάλλον μια ανεπαρκής κατανόηση του ανθρώπου. Οι άνθρωποι καταγόμαστε από άλλους ανθρώπους και συμπεριφερόμαστε ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους. Μεταξύ άλλων συρρέουμε στα μουσεία, στα θέατρα, στα ωδεία, στις εκθέσεις. Στεκόμαστε με σεβασμό και προσήλωση, σαν σε ναό, απέναντι στα έργα, μιλάμε με θαυμασμό και κάποιες φορές τα ανακαλούμε σαν οδηγούς και λυτρωτές για να καθαρθούμε απ' της ζωής μας τα παθήματα. Δεν είναι όμως επικοινωνία η τέχνη. Δεν επικοινωνούμε με το έργο ή με τον δημιουργό του. Να κοινωνήσουμε επιθυμούμε στο ύψος που ανακαλεί η εικόνα. Η προσκύνηση επί το πρότυπον διαβαίνει. Στην αύρα της απόστασης που μας επιβάλει όσο κοντά του κι αν βρεθούμε. Τελευταία βέβαια προστρέχουμε περισσότερο στα σχόλια και τις συμβουλές των ειδικών, ελπίζοντας να μας ανοίξουν εκείνοι δρόμους κατανόησης που δεν τολμούμε να εμπιστευτούμε στη δική μας κρίση. Είναι άραγε άμοιρη κρίσης η αυτόματη αισθητική μας αντίληψη; Δεν δικαιούμαστε να κρίνουμε και να προκρίνουμε μόνοι μας το καλό, το ωραίο, το άξιο; Να μετέχουμε, ως αυτό που είμαστε, στο υψηλό και το κύριο; Είναι αποτέλεσμα διδασκαλίας και υποδείξεων η αισθητική αγωγή; ή μήπως προσωπική μας βάσανος αναγωγής εαυτού στην ομορφιά; Δεν είναι εν τέλει απώτατο στάδιο της αισθητικής μας ανάπτυξης η ηθική μας στάση στον κόσμο; Ποια είναι η ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο αν όχι η στάση μας εντός του; Ποιος θα αναλάβει αντί για 'μας αυτήν την επιμέλεια;

Αν τα έργα γίνονται για την συντεχνία των ειδικών, για τους μυημένους και τους φιλότεχνους, τι νόημα έχει τότε η αναγόρευση του τεχνίτη σε δημιουργό; Σ' αυτόν που κάνει έργα για τον Δήμο, για την κοινότητα; Μπορεί να παιδαγωγείται η κοινότητα με την προσωπική έκφραση του κάθε, αυτοκυρησσόμενου συνήθως, καλλιτέχνη; Τι κύρος αποδίδουν τα εκθέματα, και ποιά εκθέματα, στον δημόσιο χώρο; Τι προσδοκά η κοινότητα από τα έργα τέχνης; Τι αναγορεύει η πόλις ως έργο τέχνης ικανό να ανάγει τους πολίτες της στο ύψος που προσδοκά και τι αποδίδει ως ιδανικό της στον παγιωμένο χρόνο των δημόσιων εκθεμάτων. Αρκείται στην ιδιομορφία της οποιασδήποτε, ελεύθερης γαρ, έκφρασης του οποιουδήποτε αυτόκλητου ή ετερόκλητου καλλιτέχνη; Επανέρχεται αμείλικτο το ερώτημα: πως πολιτεύεται η πόλη; Τι δήμο παριστά ο δημόσιος χώρος; Σε τι ομονοεί η κοινότητα; Τι το καλόν; Και τίνος;

Βαδίζοντας σε τέτοια σκιερά μονοπάτια αναπάντητων ερωτημάτων, ελλοχεύει βέβαια πάντοτε ο κίνδυνος της απομόνωσης και της αποπομπής από την κυρίαρχη ιδεολογία της νεωτερικής συνθήκης που μονοπωλεί τις απαντήσεις. Επικρέμεται αποκλεισμός από τον κατακτητικό μηχανισμό της ασφυκτικής ενημέρωσης που απαιτεί πειθαναγκαστικά και πάση θυσία αειφόρο ανάπτυξη και διασκέδαση μέχρις οριστικής εξαντλήσεως των αναλώσιμων αποθεμάτων ενέργειας. Καμιά διακινδύνευση του ετοιμοπαράδοτου νοήματος της ζωής των καταναλωτών. Αλλά είμαστε εδώ για να καταναλώνουμε μόνον την ζωή που μας αντιστοιχεί δίχως διακινδύνευση αναγωγής στο ύψος; «Όπου ωστόσο κίνδυνος, εκεί κι η σωτηρία βλασταίνει», για να κλείσω με έναν ακόμη στίχο του ποιητή με τον οποίο άρχισα την ομιλία μου. Φρήντριχ Χαίλντερλιν, αρέσκεται να τον αναφέρει και ο κ. Ξηροπαίδης που μου έκανε την τιμή να με καλέσει εδώ απόψε να σας μιλήσω.

Ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε. 

Ομιλία στην ΑΣΚΤ τον Οκτώβριο του 2017

 πηγή: Aντίφωνο

Αποσπάσματα από την συζήτηση που ακολούθησε την ομιλία «Η δημιουργία ως αίτημα αθανασίας»

  • No comments found

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βακαλόπουλος Χρ.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπαραμπούτης Κ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Ναστούλης Γ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Ροδίτης Α.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Μινώπετρος Π.   π. Παπαδόπουλος Χαρ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι