Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

Πώς μπορεί να εξηγηθεί μια κοινωνία, που από τη μια είναι έρμαιο αχαλίνωτων παθών και από την άλλη επιδιώκει μια πνευματική κατάσταση που, αν και ευρισκόμενη εντός του κόσμου, ανθεί επέκεινα του κόσμου; Ενώ η διάνοιά τους  είναι στραμμένη σε πνευματικά ζητήματα, που τους απομακρύνουν από την πρακτική αντιμετώπιση του βίου, ποικίλοι εχθροί ζώνουν από παντού την Ανατολική Ρωμαϊκή Βασιλεία. Τους ζώνει το σκοτάδι, και μέσα στο σκοτάδι αναζητούν το αιώνιο φως. Το φως του μέλλοντος αιώνος μέσα στο ζόφο του παρόντος. Βλέπουν το ιερόν κράτος της Βασιλείας να καταρρέει, κι αυτό αποτελεί πλήγμα αφάνταστο για τη  διάνοια. Θα έπρεπε να συνεχίσουν να ζουν χωρίς κράτος και εξουσία, να δεχτούν ότι υπάρχει ζωή και μετά το τέλος των πραγμάτων που μπορεί να προσεγγίσει o νους.

Μέσα στη γενική αποσύνθεση της εγκόσμιας πολιτείας, την αντι-παράθεση των αρχών και των εξουσιών που διψούν για δύναμη, οι ησυχαστές δείχνουν την έξοδο, όχι προς ένα κόσμο μυθικό που λυ-τρώνει πρόσκαιρα απ’ τα δεινά της ιστορίας, αλλά την παραίτηση απ’ τις δυνάμεις εκείνες που συντηρούν την τραγική της εξέλιξη. Είναι το σταμάτημα της ιστορίας, η άρση της τραγικότητάς της. Η απόκτηση και πραγματοποίηση εν τη ιστορία, εκείνου που ουσιαστικά κείται πέ-ραν της ιστορίας. Απορρίπτουν το δέλεαρ του κόσμου, ως αντανάκλα-ση της επιβολής και της βίας, ζώντες εν απολύτω πτωχεία, για να κα-ταστρέψουν την πηγή όλων των φαντασιώσεων, όλων των ειδώλων.
‘‘Εραστή του Θεού,’’ γράφει ο εκ των πρωτοπόρων του Ησυχα-σμού Γρηγόριος Σιναϊτης, ‘‘να είσαι πολύ προσεκτικός. ΄Οταν εργα-ζόμενος την προσευχή βλέπεις φως ή φλόγα μέσα ή έξω σου, κάποια εικόνα του Χριστού, αγγέλους ή αγίους, μη τα δεχτείς. Πολύ περισσό-τερο μην επιτρέψεις στο πνεύμα σου να ενδυναμωθεί απ’ αυτά. ΄Ολοι οι εξωτερικοί αυτοί σχηματισμοί θα παραπλανήσουν την ψυχή σου. Η αληθινή αρχή της προσευχής είναι η θέρμη της καρδιάς που κατακαίει τα πάθη, προκαλεί την ευφροσύνη και τη χαρά, και διαμορφώνει στην καρδιά την αδιασάλευτη αγάπη και ένα αίσθημα αδιατάρακτης πληρό-τητας.’’

Η αποφασιστικότητα του αφιέναι τα πάντα, τους οδηγεί στο κα-τώφλι μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας. Συμμετέχοντας στο ζόφο των ανθρωπίνων, μη ξεχωρίζοντας τον εαυτό τους από όσα μπορεί να κά-νει ένας άνθρωπος, αναλαμβάνουν μια πνευματική πάλη προς τον κό-σμο ολόκληρο, απεκδυόμενοι τις εικόνες και τις έννοιες των πραγμά-των όπως μεταλλάσσονται μέσα στο χρόνο, ελευθερώνοντας τον λογι-σμό από κάθε στρατήγημα της εν τω κόσμω επιθυμίας. Παραιτούμενοι απ’ την κοινωνική δράση, αποδεχόμενοι μια αυτοσμίκρυνση, άνοιγαν  δρόμο προς τον χώρο του πνεύματος. Η εξορία τους έδινε μια αίσθηση αιωνιότητας που αγκάλιαζε και το δικό τους τέλος.
Καμιά αρχή και εξουσία δεν μπορούσε να έχει ισχύ επάνω τους. Μπορεί να θεωρούνται θύματα της ιστορίας, αλλά έχουν λυτρωθεί από τον φαύλο κύκλο, μη συμμετέχοντας σε καμιά απ’ τις διαδικασίες που κινούν την αιώνια επανάληψη του αίματος και του θανάτου. Δεν είναι η ανατροπή κάποιας πολιτισμικής τάξης για να δημιουργηθεί στη θέση της μια άλλη. Είναι η αναίρεση οποιασδήποτε πολιτισμικής τάξης που η δημιουργία της βασίζεται στη βίαιη επιβολή. Γνωρίζουν ότι ο Χρι-στός δεν καταδικάζει κανέναν. Μη αντιστήναι τω πονηρώ, είναι η ρή-ση που πρώτη φορά, μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας, τείνει να εκληφ-θεί κατά γράμμα.
Η διδαχή, που κατ’ ουσία ανατρέπει κάθε πολιτισμική τάξη και διαλύει κάθε έννοια κοσμικού κράτους, γίνεται δεκτή με τον πιο επί-σημο τρόπο. Η επιλογή θα τους μεταβάλλει σε θύματα, διαλέγοντας έναν δρόμο που δεν μπορούν να δουν οι άνθρωποι που πιστεύουν πως αυτό που προέχει είναι μια κυρίαρχη θέση στον κόσμο δια της επιβο-λής.
Ενώ ο ησυχασμός προτείνει την συγγνώμη, με την παραίτηση από τα δεσμά που κρατούν αιχμάλωτο τον κόσμο, γίνεται ο ίδιος επίκεντρο έριδας και διαμάχης. Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Προ-σκολλημένοι στα πάθη και τις επιθυμίες τους που ταυτίζουν με τη ζω-ή, οι άνθρωποι αντιτάσσονται στον κανόνα της Ουράνιας Βασιλείας.
Εν τω κόσμω τούτω, αλλ’ ουκ εκ του κόσμου τούτου. Στη φράση αυτή συνοψίζεται η γνώση που δεν τους επιτρέπει να επιδοθούν στον πόλεμο, με αποτέλεσμα να γίνουν έρμαιο της επιθετικότητας των άλ-λων και να κατηγορηθούν για μοιρολατρία από το πνεύμα της κυριαρ-χίας και της επιβολής που διέπει τον κόσμο. Δεν μπορούν να διεξά-γουν κάποιον ιερό πόλεμο και να δικαιολογήσουν έτσι τη βία. ΄Εχει χαθεί απ’ τη συνείδησή τους κάθε μορφή «εποικοδομητικού μίσους». Η βία πλέον χάνει σιγά-σιγά στη συνείδησή τους το κέντρο της. Η ρή-ση του Γάλλου ιστορικού Φερνάν Μπρωντέλ περί του «εποικοδομητι-κού μίσους», μας φέρνει στο νου τους στίχους του Αισχύλου από τις Ευμενίδες: «Και να μισούν με ομοθυμία, αυτό το φάρμακο γιατρεύει τους ανθρώπους».
Ο αγώνας της πίστεως, ο αγώνας να υπερβούν τις διελκυστίνδες των ανθρωπίνων παθών, προς μια ολοκλήρωση στην οποία δεν μπορεί να φτάσει καμιά ατομική ηθική, εξαλείφει με τον καιρό στους ησυχα-στές εκείνη την αδηφάγο βουλιμία, το μίσος και την αλαζονεία που αποτελούν το υπόβαθρο κάθε εξουσίας. Η εκ του κόσμου αναχώρηση δεν προερχόταν από αδυναμία. Η παραίτηση απ’ την ζωή του κόσμου, σήμαινε ουσιαστικά παραίτηση από τη βία. Αποτέλεσμα της γνώσης ότι η βία δεν προέρχεται απ’ το Θεό, αλλά αποκλειστικά και μόνο απ’ τους ανθρώπους, και ότι εντός των ορίων της ιστορίας δεν υπάρχει παρά ο φόνος και ο θάνατος.

Δια του Γρηγορίου Παλαμά διατυπώνεται για πρώτη φορά με σα-φήνεια ότι μια δύναμη ανώτερη των στοιχείων που διαπνέουν την ι-στορία έχει εισέλθει στην παγκόσμια σκηνή. Το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου δεν είναι αξεπέραστο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο Θεός εν τη ουσία του μπορεί να προσπελαστεί. Η διάκριση ανάμεσα στις θείες ενέργειες και την θεία ουσία, σημαίνει πως ο Θεός δεν μπο-ρεί να βεβηλωθεί, αλλά και ότι δια του Σταυρού δίνεται η δυνατότητα να καταλυθεί το κράτος της βίας. Ο Θεός παίρνει τη θέση του αθώου θύματος. Τα ψευτο-πρότυπα συντρίβονται, όλες οι συγκρούσεις εν ο-νόματι κάποιου εγκόσμιου γοήτρου εκμηδενίζονται, ανακόπτοντας το κατέβασμα και το ανέβασμα στην καταχθόνια σπείρα του θανάτου.
Κατά τους ησυχαστές, η ουσία του Θείου ΄Οντος δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο. Αλλά η θεία ζωή μεταδίδεται με την θεία ενέργεια. Η πράξη της θεώσεως του ανθρώπου ενεργείται με την άκτιστο χάρη. Η αποκάλυψη στο όρος Θαβώρ δίνει μια ζωντανή στιγμή της θείας φύ-σεως και ενέργειας. Εκτός από την φωτεινή νεφέλη που τους κάλυψε, οι μαθητές άκουσαν την φωνή του Πατρός. Ωστόσο, το φως και η φω-νή παραμένουν ανερμήνευτα.
Το άκτιστον φως απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις και κατόπιν στη νόηση. Γιατί απ’ τις αισθήσεις ξεκινά η μεταμόρφωση του ανθρώπου. ΄Οταν η προσευχή του νου είναι προσηλωμένη στην καρδιά, είναι δυνατό να ελεγχθεί τι συμβαίνει στην καρδιά, και ο αγώνας κατά των παθών να πάρει ένα λογικό χαρακτήρα. Μ’ αυτό το ασκητικό κατόρθωμα η καρδιά γίνεται οξυδερκής, ώστε προσευχόμενη για κάποιον να μπορεί να πει την κατάσταση του προσώπου για το οποίο προσεύχεται.
Ο Γρηγόριος Παλαμάς κείρεται μοναχός στο Βατοπέδι απ’ τον μονα-στή Νικόδημο, και μετά τρία χρόνια μεταβαίνει στη Λαύρα.  Είκοσι χρόνια περνά με νηστεία, αγρυπνία και νήψη των λογισμών εν αδιαλείπτω προ-σευχή, για να αγκαλιάσει τον από καταβολής κόσμου άνθρωπο. Αδειάζει απ’ τον εαυτό του για να γίνει κάτοπτρο του απέραντου. Μιλώντας για ‘‘συνέλιξη του νοός εντός του σώματος,’’ υπαινίσσεται μια σκέψη που έχει πρωτίστως απαλλαγεί από την ίδια της την επιταγή, από την ίδια της τη βία. ΄Εχει αυτοπροαιρέτως στραφεί ως καθαρός καθρέφτης προς τον πλησίον, δεχόμενος την ύπαρξή του ως δική του ύπαρξη, χωρίς να εξου-σιάζεται ή να εξουσιάζει κανέναν.
‘‘Φώτισόν μου το σκότος,’’ βοούσε ημέρα και νύχτα ο Γρηγόριος, έ-χοντας στραμμένο το νου σ’ έναν κόσμο που δεν τοποθετούνταν κάπου στο μέλλον, αλλά αποτελούσε κορύφωση του παρόντος. Μέσα του αναδύ-ονται άλλες δυνάμεις, άλλη όραση, άλλη ακοή. Η αίσθηση και η πεποίθη-ση αυτή επέτρεψαν στον Γρηγόριο Παλαμά να διατυπώσει την περί ακτί-στων θείων ενεργειών θεωρία του. Η σχέση και η ένωση με την θεότητα δεν έχει να κάνει μόνο με την ζωή μετά θάνατο, αλλά γίνεται απτή πραγ-ματικότητα και ελπίδα του παρόντος, ελευθερώνοντας τον άνθρωπο από την χειρότερη καταδίκη που δηλητηριάζει τη ζωή, και είναι η πεποίθηση της μετά θάνατον πλήρους εκμηδενίσεως.
Κυριότερος αντίπαλος του Γρηγορίου Παλαμά είναι ο Βαρλαάμ, που παρουσιάζεται ως φανατικός ορθόδοξος και αργότερα προσχωρεί στην Ρωμαϊκή Εκκλησία. Αντίπαλός του είναι και ο ιστορικός και λόγιος Νικηφόρος Γρηγοράς, εχθρός ωστόσο του Βαρλαάμ και σφοδρός πολέμιος της Ρώμης, ο οποίος κατακρίνει τον Παλαμά επειδή διατηρούσε φιλική αλληλογραφία με τον Μέγα Μάγιστρο των Λατίνων Ιπποτών της Ρόδου. ΄Όπως και ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Γρηγοράς θεωρεί την ιστορία σπουδή ουσιαστική  για την πορεία των ανθρώπων, η οποία δεν εξηγεί μόνο το παρελθόν, αλλά προσφέρει υποδείξεις για το μέλλον. Τον Παλαμά αντι-στρατεύονται ακόμη ο Πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας, ο Γρήγοριος Ακίν-δυνος, βουλγαρικής καταγωγής και ευνοούμενος μαθητής του που αργότε-ρα στράφηκε εναντίον του, και ο Δημήτριος Κυδώνης, αφοσιωμένος φίλος του Καντακουζηνού, που τελικά προσχώρησε στον παπισμό. 
Ανάμεσα στους υποστηρικτές του Παλαμά περιλαμβάνονται ο Ιωάν-νης Καντακουζηνός, ο Νικόλαος Καβάσιλας, που θεωρεί πως τίποτα δεν εμποδίζει τον μυστικό να ζει εν τω κόσμω, και πως η κοσμική παιδεία μπορεί να βοηθά για την εν Χριστώ ζωή, και ο Θεόδωρος Μελητινιώτης, ο οποίος συνέγραψε μια πλήρως ενημερωμένη αστρονομική εγκυκλοπαίδεια που δείχνει ότι γνώριζε τις έρευνες Περσών και Αράβων. ΄Ομως και πολλοί αντίπαλοι του Καντακουζηνού, ανάμεσά τους και η βασίλισσα ΄Αννα Παλαιολογίνα, τον θαυμάζουν.

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός αναχωρεί εκ του κόσμου για να μονάσει, ζώντας σε δύο επίπεδα ταυτοχρόνως. Η δύναμη ενός πνεύματος πέρα από την φθορά του κόσμου, πέρα από τον θάνατο, τον ωθεί να απεκδυθεί τα σύμβολα της εγκόσμιας βασιλείας. Ενώ θα μπορούσε να στεφτεί βασιλέας την επομένη του θανάτου του αγαπημένου φίλου του Ανδρόνικου Παλαιο-λόγου, χωρίς να αμφισβητηθεί από κανέναν, κι ακόμη περισσότερο όταν εισήλθε νικητής στη Βασιλεύουσα, εκείνος αρνείται να σφετεριστεί το θρόνο, αρνείται να φονεύσει τον γιο του Ανδρόνικου, Ιωάννη, και να στηρίξει τη βασιλεία του στο φόνο. Τα λόγια του προδίδουν τους δισταγ-μούς ενός ανθρώπου που οι περιστάσεις τον εξώθησαν να πάρει αποφάσεις που δεν ήθελε, και τα πράγματα παίρνουν ένα δρόμο που δεν περίμενε κανείς.
Στη χρονογραφία του απεικονίζονται τα ανθρώπινα δεινά μέσα από ένα  ασταμάτητο ορυμαγδό συμβάντων και γεγονότων, και η αντίληψη για τις μεταβολές των ανθρωπίνων μας αφήνει ένα αίσθημα συντριβής, που ο Θουκυδίδης δεν μπορεί να προσεγγίσει. Στον Θουκυδίδη το γεγονός της σφαγής των Μηλίων απ’ τους Αθηναίους, επί παραδείγματι, αντιμετωπίζε-ται σαν ένα από τα επεισόδια του πολέμου που ξεχωρίζει, κι έτσι τείνει να εκλογικευτεί. Η πράξη αυτή έσχατης βίας και απανθρωπίας, τείνει έτσι να νομιμοποιηθεί ως απαραίτητη κίνηση, ανάλογη με τη φύση του σκοπού. Το σκοπό αυτό εξυπηρετούν εξάλλου και οι δημηγορίες των αντιπάλων, αποκρύβοντας τον απόλυτο παραλογισμό των συμβαινόντων. Στον Θου-κυδίδη προέχει η τοποθέτηση απέναντι σε διακριτά και διακεκριμένα γεγονότα, ενώ η ίδια η ζωή στη διάρκειά της μπορεί να προσομοιαστεί μόνο με σάρωμα. Τα γεγονότα χάνουν τη σημασία τους μέσα στη χοάνη του χρόνου, και μόνο ιδωμένα απ’ τη μεριά των θυμάτων μπορεί να βρουν κάποιο νόημα. Από τη συντριβή για τα δεινά του κόσμου, από την από-γνωση για τη συμπεριφορά των ισχυρών, γεννιέται το αίτημα της σωτηρί-ας.
Ο ποτισμένος με τα νάματα του ησυχασμού Καντακουζηνός  προβαί-νει σε μια απολογία για όλα τα έργα της βίας που εν ονόματι της εξουσίας διέπραξε, όχι απλώς για να εξιλεωθεί, αλλά για να τα αφήσει οριστικά και για πάντα πίσω του. Γι’ αυτό και αναχωρεί εκ του κόσμου. Δεν συμπερι-φέρεται σαν ένας ακόμη εξουσιαστής, που για χάρη και εν ονόματι της εξουσίας δεν λογαριάζει τίποτα. Δεν θεωρεί απλώς τη βία ένα παράσιτο, απ’ το οποίο μπορεί κανείς εύκολα να απαλλαγεί αντιδρώντας κατάλληλα ή προβάλλοντας δικαιολογίες, ή ότι αποτελεί στοιχείο της ανθρώπινης  φύσης και για τούτο δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Προτιμά να παραιτηθεί, ξεφεύγοντας απ’ τον σκαιό κύκλο των ανθρωπίνων, απ’ τον εφιάλτη της ιστορίας, για να εισέλθει στην βασιλεία όπου επικρατεί ο κανόνας της αγάπης. Παραιτείται από διεκδικήσεις, διαμάχες, ανταγωνισμούς, από κάθε τι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ‘‘νόμιμη άμυνα’’, ακόμη κι αν πιστεύει ότι αδικείται. Η βία δεν είναι γι’ αυτόν το έσχατο μέσο, προκειμέ-νου να επιβάλλει κάποιο ‘‘δίκαιο’’. Αντί να επιβληθεί, παραιτείται.
Ο Καντακουζηνός πολύ λίγο λογαριάζει τον εαυτό του. Δεν επιδιώκει να προξενήσει κάποια διαφορετική εντύπωση στους άλλους. Αν το επεδί-ωκε θα υπερασπιζόταν τα βασιλικά διαδήματα με κάθε τρόπο και θα προσπαθούσε να δικαιολογηθεί γι’ αυτό. Πολλοί πιστεύουν ότι γράφοντας την ιστορία του, σκοπός του ήταν να παρουσιάσει με ευνοϊκό τρόπο τις αδυναμίες του. Και πέφτουν στον πειρασμό να μεγαλοποιήσουν τις ατέ-λειές του, για να έχουν την ικανοποίηση να τις αναδεικνύουν εκεί που ο συγγραφέας δήθεν τις αποκρύπτει, ή τις συγχωρεί.
Η δικαίωση των πράξεών του προέρχεται ακριβώς απ’ την παραίτησή του. Από την ίδια την πράξη της αναχώρησης. Αυτό υποδεικνύει και η καθαρότητα και απλότητα του ύφους της χρονογραφίας του. Οι επικριτές του ξεχνούν πόσες φορές του δόθηκε η δυνατότητα να επιβληθεί δια της βίας, και η επιβολή του να φαντάζει απολύτως νόμιμη. Και το μόνο που μπόρεσαν να διακρίνουν σε έναν άνθρωπο που παραιτείται από κάθε επίδειξη ισχύος, ήταν ο τρόπος λειτουργίας ενός πνεύματος που εκ των προτέρων το θεωρούσαν, λόγω του απολογητικού χαρακτήρα του, ύπουλο και ανειλικρινές. Μα αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα εύρισκε χίλιους τρόπους για να μην αποχωρήσει, και οι περισσότεροι τότε θα τον δικαιολογούσαν.
‘‘Επαίνεσα τον τρόπο σου, φίλε Ισίδωρε, διαβάζοντας την επιστολή σου,’’ γράφει ο βασιλεύς Ιωάννης Καντακουζηνός και μοναχός  Ιωάσαφ, απευθυνόμενος σε έναν φίλο του μοναστή. ‘‘Το να θέλεις να μάθεις από μας τι συνέβη στους βασιλείς των Ρωμαίων, σημαίνει πως ποθείς να μάθεις την αλήθεια. Παράδοξα πράγματα και αλλόκοτα συνέβησαν, που δεν έμοιαζαν καθόλου με όσα έγιναν στους προηγούμενους βασιλείς. Πολλά παράλογα θα βρεις στα γεγονότα, στις αγχίστροφες των πραγμάτων μετα-βολές και στα ήθη και στους βίους των ανθρώπων, άλλους να έχουν στερεώσει τον εαυτό τους σ’ αυτό που πάντα μένει ευσταθές και ασάλευτο, και δεν παρασέρνεται απ’ τις μεταβολές των πραγμάτων, και άλλους να παρασέρνονται και να αστατούν σαν τα κύματα του Ευρίπου. ΄Όμως σ’ εκείνον που θέλει να εξετάσει με επιμέλεια τα πράγματα, θα φανεί το βάθος των κριμάτων του Θεού.’’
Και με τα λόγια αυτά ξεκινά το νήμα της ιστορίας του.

* Από το βιβλίο "Ο Αγρός του αίματος",εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ,2003.

People in this conversation

  • Ανδρέας Παπαχριστοδούλου

    Υπέροχη ματιά, ζωντανή, στον ησυχασμό

    0 Like
  • Κωστής

    Πόσο επίκαιρα είν όλα αυτά!
    Μέσα στα γεγονότα του παρόντος χρόνου είναι το φως του φάρου για όποιον ναυαγό...!

    0 Like

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Steiner   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βακαλόπουλος Χρ.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κλεμάν Ο.   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπαραμπούτης Κ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Ναστούλης Γ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Ροδίτης Α.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Μινώπετρος Π.   π. Παπαδόπουλος Χαρ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
Γιῶργος Καστρινάκης
Οἱ «νέοι καιροὶ» ἀντιστοιχοῦν ἀσφαλῶς πρὸς τὴν «ἦττα» τοῦ ἀρνίου. Ἀπὸ τότε καὶ μετά, οἱ διῶκτες του ...
Φώτης Σχοινᾶς
Ἀγαπητέ κ. Γ. Ἰωαννίδη,
εὐχαριστῶ καί ἐγώ γιά τήν προσοχή καί τό χρόνο σας. Θά προβῶ σέ δυό-τρία...
Άρης Νούλης
Να προσθέσω μόνο την Πατερική ρήση : Σώμα δίχως ψυχή το πτώμα. Ψυχή δίχως σώμα το φάντασμα.
Χαίρομα...
Γιάννης Δ. Ιωαννίδης
Αγαπητέ κ. Σχοινά,
οι παρατηρήσεις μου δεν είχαν καθόλου να κάνουν με το πώς θεωρείτε το όλο κείμεν...
Φώτης Σχοινᾶς
Τό ἀντικείμενο τῆς ἐνστάσεώς μου ἐντοπιζόταν ἀποκλειστικά ἄν στέκει ἤ ὄχι ἡ φράση αὐτή τοῦ π. Θεοδοσ...
Νίκος
Να πω ότι είναι το πρώτο μου σχόλιο στην σελίδα μετά από ανάγνωση χρόνων.
Αρχικά μου άρεσε πολύ το ...
Γιάννης Δ. Ιωαννίδης
Θα ήθελα να συζητήσω λιγάκι την ένσταση, που διατύπωσε ο κ. Φώτης Σχοινάς αναφορικά με τη φράση του ...
Φώτης Σχοινᾶς
Γενικά τό κείμενο τοῦ π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου εἶναι πολύ καλό. Ἔχω ὅμως μία ἔνσταση σέ μία ἀπόφανσή ...
Πέτρος Πανταζής
Καλές οι διαπιστώσεις και πολύ ωραία και σωστά δομημένο το άρθρο του π.Θ. Μαρτζούχο, ειδικα η τελευτ...
Αλέκος Βαρβέρης
Φίλε Βασίλη. Εξαιρετικό κείμενο. Η αφιέρωση μάλιστα εύστοχα συνδέει θύμα & θύτη και από-δομεί τη...

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι