Σωτήρης Γουνελάς

 Είπαμε πιο πάνω ότι κλειδί στην ποίηση και τη φιλοσοφία του- ένα από τα κλειδιά- είναι η λέξη ηδονή. Τη λέξη αυτή την επεκτείνει την ‘κάνει’ ηδονισμό και συνάπτει τον ατομισμό ή ατομικισμό στον ηδονισμό, συνδέοντας έτσι τη θνητή υπόσταση με την ηδονή και το θάνατο του ανθρώπου και διαχωρίζοντάς τα από την ανθρώπινη ύπαρξη-άλλη λέξη κλειδί- η οποία σχετίζεται με την αλήθεια, την πίστη και την αιωνιότητα. Ο Σαραντάρης δίνει αυτή τη διάσταση στην ηδονή και στο άτομο για να ωθήσει τον άνθρωπο-ύπαρξη να την απαρνηθεί, ώστε να ενεργήσει πνευματικά  και να φτάσει την απόλυτη ενότητα. Η απάρνηση αυτή συνιστά τη θυσία της ηδονής για την πληρότητα της ύπαρξης.

Με τις λίγες αυτές φράσεις θα εμβαθύνουμε στο ζήτημα ‘θάνατος’, αφού καταφύγουμε εδώ στη βοήθεια του Λορεντζάτου και παραθέσουμε δύο αποσπάσματα που αποσαφηνίζουν πλήρως τα πράγματα:

« ‘Αλλά οφείλουμε να μιλήσουμε για το θάνατο από τη σκοπιά της ύπαρξης’» (Σαραντάρης σ.150). Έχομε θανάτους δύο ειδών: το ‘χυδαίο’ και το ‘συνολικό’ θάνατο. «Ο συνολικός θάνατος (που συμπίπτει με το φυσιολογικό) είναι εκείνη η αφαίρεση απ’ όπου δε μπορούμε να ξαναεπιστρέψουμε στον εαυτό μας» (ο.π). Με αναλυτικότερο τρόπο ο Σαραντάρης επεξηγεί πως: « Κατά τη διάρκεια του βίου πεθαίνει κανείς πολλές φορές, γιατί πολλές φορές αφαιρείται, λησμονάει την ουσία του, αλλά πάντοτε, εφ’ όσο συντηρεί διανοητική και σωματική υγεία, μπορεί να διορθώσει το σφάλμα, να γυρίσει στο συγκεκριμένο » (ο.π). Έρχεται μια στιγμή, όμως, που αυτό δεν μπορεί πια να γίνει, δηλαδή « η δυνατότητα εκλείπει να γνωρίσομε ή να ξαναεπιστρέψομε στον εαυτό μας», και ακριβώς: «Ο συνολικός θάνατος είναι η απόλυτη (η αναντίρρητη) αδυναμία μας να ξαναεπιστρέψουμε στον εαυτό μας» (ο.π) (Λορεντζάτος, Διόσκουροι, σ.89).

Συμβαίνει κάτι παράδοξο: ενώ ο Σαραντάρης είναι ο ποιητής που μίλησε-περισσότερο στη φιλοσοφία του ή μάλλον στα πιο φιλοσοφικά γραπτά του- για το θάνατο και μάλιστα δείχνοντας διαστάσεις που ο άνθρωπος μέσα στο στρόβιλο της καθημερινότητας έχει ολότελα λησμονήσει, ωστόσο είναι προσηλωμένος στη ζωή. Έχει τόση αγάπη για τη ζωή, που μόνο αν ληφθεί υπ’ όψιν ο πνευματικός του προσανατολισμός και η εγρήγορσή του εξηγείται αυτή του η στάση. Αυτός ο προσανατολισμός και η εγρήγορση τον κάνουν να ζητά με τέτοια επιμονή από τη μία να αποσαφηνίσει με φιλοσοφική γλώσσα τα πράγματα, από την άλλη να ακουμπήσει στο χαρτί το προσωπικό του βίωμα με όλα όσα άγγιξε η νεαρή του ύπαρξη, αφού είπαμε πέθανε στα τριάντα τρία του χρόνια. Καταφέρνει μάλιστα να περιλάβει μέσαθέ της όλη την φωτεινότητα, την καθαρότητα και τη διαφάνεια της ύπαρξης του. Ο Σαραντάρης δηλαδή ενεργεί έτσι σε ηλικία που άλλοι στην κυριολεξία παίζουν με τη ζωή, αγνοούν το θάνατο, περιπαίζουν τις σημασίες των πραγμάτων, αδυνατούν να συγκεντρωθούν στον εαυτό τους και να μελετήσουν το ιερό μυστήριο της ζωής και της ύπαρξης ή βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε έναν αβυσσαλέο βιοποριστικό κλοιό.

Εννοείται ότι μπροστά στην πραγματικότητα ή την πιθανότητα του «συνολικού θανάτου» δεν μπορούμε να σταθούμε αδιάφοροι. Αυτό όμως δεν σημαίνει,  στην περίπτωση του Σαραντάρη ή όποιου καταγίνεται με ποίηση, φιλοσοφία ή θεολογία, ή να το πούμε καλύτερα με όποιον ενδιαφέρεται υπαρξιακά (όχι υπαρξιστικά) για τη ζωή και το νόημά της, να ασχοληθούμε με τις λεπτομέρειες...της κηδείας μας, αλλά με αυτό που στον Πλάτωνα λέγεται ‘μελέτη θανάτου’. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η ‘μελέτη’ αποκτά όλη της τη σημασία στη χριστιανική παράδοση και ειδικότερα τον μοναχισμό και τον ασκητισμό, όπου ο άνθρωπος ‘πεθαίνει για τον κόσμο’ για να αναστήσει τον αληθινό εαυτό του, αυτόν που θέλει να αναστήσει και ο Σ. μέσα από την ποίηση και τη φιλοσοφία ως τρόπο πνευματικής ζωής.

Και το κάνει αυτό ο ποιητής με το μέσο που έχει: με την ομιλία, όπως την περιγράψαμε σε προηγούμενη  ενότητα της μελέτης μας, σε δύο ή περισσότερα είδη λόγου, απαλλαγμένος από προσκολλήσεις σε ένα και το αυτό είδος, αλλά και από την απολυτοποίηση του λογοτεχνικού ή ποιητικού ύφους του. Άλλωστε, αυτόν τον απασχολεί  μόνιμα η υπέρβαση, ένα συνεχές προχώρημα μέσα στην άπειρη διάσταση της Αγάπης και της Ζωής, με τις οποίες συναντήθηκε και από τότε προσπάθησε να τις οικειωθεί, να τις βιώσει και να τις μετουσιώσει στο έργο.

Φαίνεται αυτό ποιητικά; Φαίνεται στον τρόπο που μας μίλησε φιλοσοφικά για το θάνατο και συνάμα η σχέση του με την Αγάπη και τη Ζωή; Προτού προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά χρειάζεται να κάνουμε μια ακόμη διευκρίνηση. Ο Σαραντάρης στα φιλοσοφικά του δοκίμια διαχωρίζει ρητά τον κόσμο της φύσης από την ύπαρξη του ανθρώπου, το γενικότερο είναι του κόσμου από τον άνθρωπο, ως το ξεχωριστό εκείνο είδος που πνευματικός προορισμός του είναι να μετουσιώσει τον εαυτό του σε ‘ομιλία’, έτσι ώστε να τον αποσπάσει από το θάνατο, να τον φέρει προς τη μεριά της αιωνιότητας και του θαύματος. Η φύση δηλαδή πάει με τη θνητότητα, με το θάνατο, η ‘ομιλία’ μας βγάζει από τη φύση και το θάνατο, μας συνδέει με την ύπαρξη, μας ανοίγει τον ορίζοντα της ύπαρξης, για να μας αγγίξει ή άλλη θέα του κόσμου και του ουρανού. Ο Σαραντάρης δίνει ιδιαίτερη σημασία και χρώμα στη λέξη ‘άλλος’ (ή το επίρρημα αλλού) για την οποία ο Λορεντζάτος γράφει ότι « Το άλλος αναφέρεται στον κόσμο του πνεύματος, όχι στο δικό μας- «ο υφιστάμενος κόσμος », « ο κόσμος μέσα στο ψέμα»- και όσοι πραγματοποιούν στη ζωή τους το «θαύμα» να βγουν από τον ένα κόσμο και να επικοινωνήσουν με τον άλλο, αποχτούν τότε το λεγόμενο άλλο φρόνημα- στη γλώσσα της χριστιανικής παράδοσης- για το οποίο κάνει λόγο ο Μακάριος ο Αιγύπτιος (4ος αιώνας) ακριβώς με την ίδια λέξη » (Λορεντζάτος, Διόσκουροι, σ.20-21).

Συμβαίνει λοιπόν το εξής θαυμαστό: είναι τόσο πολύ ταυτισμένος με το ποιητικό-πνευματικό αυτό βλέμμα πάνω στον κόσμο και τη φύση, που το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του είναι θα μπορούσε να πω μετουσιωμένη φύση. Φύση δηλαδή περασμένη μέσα από την ‘ομιλία’ με το νόημα που είπαμε παραπάνω, φύση μετουσιωμένη μεταφυσικά, που έρχεται και πέφτοντας στο χαρτί- μέσα από όλη την ειδική σχέση που δίνει στην εσωτερική, μυστική, εν τοις εγκάτοις παρουσία και λειτουργία του λόγου ο Σαραντάρης- γίνεται φυσική: μια άλλη φύση.

Μετά απο αυτές τις αποσαφηνίσεις μπορούμε να απαντήσουμε στα ερωτήματα που θέσαμε πιο πάνω με παραδείγματα από την ποίησή του.

 


  Πάλι ο θάνατος πεθαίνει                                                                                      

(Στους Φίλους μιας άλλης χαράς, 1940).

 

Πάλι ο θάνατος πεθαίνει

Σαν εκείνος ο διαβάτης

Που μας έβρισε και φεύγει

Σαν το φυτό που δεν βλασταίνει πια

Τώρα που δεν το τρώμε

Σαν τα σκουλήκια

Που εξαφανίστηκαν

Και που να θέλαμε

Δε μας είναι βολετό

Ν’ ανακαλύψουμε

Σαν το τραγούδι

Που δεν είναι πια τραγούδι

Δεν το μαθαίνουμε απ’ τα πουλιά

Αλλά έγινε φωνή ολάκερη δική μας

 

Ω το τραγούδι της ζωής

Που μας σηκώνει όρθιους                                              (σ.111)

 

Ο Σαραντάρης έχοντας πείρα μοντέρνας ποίησης διαθέτει μεγάλη ελευθερία μεταφορών και εικόνων που παρά το ακατέργαστο της γραφής του, απλώνονται και μας διευρύνουν τον ορίζοντα του κόσμου. Μα ταυτόχρονα οι εικόνες συχνά-πυκνά είναι καθόλα καθημερινές, παρμένες από μια πεζή πραγματικότητα που όμως αυτός,  ‘τσιμπώντας’ την ποιητικά, την φέρνει μέσα στην ποίηση και την οδηγεί αλλού. Στο ποίημα αυτό συνεργάζεται με την πεζή αυτή πραγματικότητα για να ...νικήσει το θάνατο, αφού αρχίζει με το στίχο:

Πάλι ο θάνατος πεθαίνει

 

Και σηκώνοντας σιγά-σιγά το λόγο του πάνω από την πεζή πραγματικότητα των μεταφορών του (συνυφασμένων άλλωστε με τη φθορά) τον οδηγεί στο τραγούδι, σε αυτό δηλαδή που κάπως μας βγάζει από την πεζότητα και τη φθορά και που δεν είναι άλλο από το τραγούδι της ζωής| που μας σηκώνει όρθιους.

Αυτή η τελευταία λέξη μας καλεί να παραλληλίσουμε με ένα ακόμη ποίημα παραπλήσιου θέματος, νίκης δηλαδή καταπάνω στο θάνατο, ή της αναστάσιμης αντίληψης για τη ζωή.  Ο Α. Καραντώνης μιλώντας σχετικά με αυτή την τελευταία για τον Σαραντάρη, λέει ότι ‘πάντα είχε καρφωμένα τα μάτια του εκεί που αστράφτει  η όψη του αιώνιου’, και ο οποίος βλέπει στο ποίημα αυτό ‘το όραμα της πολυπόθητης Ανάστασης’. Οι στίχοι του:

 

Από μέσα μου

(Τελευταία ποιήματα, 1938-40)

 

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

Πάνω στην καταστροφή

Δεν κύτταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους

Δεν πρόφθασα να δω πως λείπουνε

Από τη συντροφιά μου

Πως έχασαν τον αγέρα που εγώ αναπνέω

Και πως η μουσική των λουλουδιών

Ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα

Δεν έρχεται στ’ αυτιά μου

Ακόμα δε χλιμίντρισαν τ’ άλογα

Που θα  με φέρουν πλάι τους

Να τους μιλήσω

Να κλάψω μαζί τους

Και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους

Όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος

Σαν τίποτα να μην είχε γίνει

Σαν ή μάχη να μην είχε περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια μας

 

Σταματά, καθώς βλέπουμε στη μουσική των λουλουδιών και στο βόμβο των ονομάτων που έχουνε τα πράματα. Η μουσική με την αέρινη υπόσταση της τον θέλγει- «η λέξη ‘μουσική’ περνά στο λεξιλόγιό του ως βασικό σύμβολο, πλάι στον ουρανό, τη γυναίκα, τη θάλασσα, τ’ όνειρο, τη σιωπή» (Θέμελης, σ. 85)- μα τον θέλγει ακόμη περισσότερο ή σύναψή της με τα λουλούδια και το υποτιθέμενο άρωμά τους: είναι κάτι σαν αιθέρια μουσική που ευωδιάζει. Τι άλλη εικόνα να βρει κανείς καθώς πορεύεται προς την ‘ανάσταση’; Είναι τέτοια η διάθεσή του προς τον άλλο, είναι τόσο ζωντανό  μέσα του το αίσθημα της κοινωνίας’ με τον άλλο- τονίζεται εδώ με τους στίχους: Να τους μιλήσω| Να κλάψω μαζί τους-προτού προβεί στην κίνηση του λυτρωμού και της υπέρβασης του θανάτου λέγοντας

 

Και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους

 Μα δεν περιορίζει, ούτε προορίζει το ‘σηκωμό’ για ορισμένους. Θέλει

 Όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος

Σαν τίποτα να μην είχε γίνει

Σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια μας

 

Είναι τέτοια η ζέση του για ουράνια κατάσταση ζωής, για εξαφάνιση της φθοράς και του θανάτου, που με αυτά τα «σαν» μηδενίζει τις όψεις της όποιας τραγωδίας, της όποιας τραγικής πραγματικότητας, ανοίγοντας- με πεζή ποιητικότητα-το δρόμο στο θαύμα.

Θα κλείσω αυτή την ενότητα του ‘θανάτου’ με τα λόγια του φίλου του Γ. Σφακιανάκη, με τα οποία τον νεκρολόγησε, πρωτοδημοσιευμένα στα Ελληνικά Γράμματα (τ.1941), ζωντανή μαρτυρία που ‘εξηγεί’ όσα ειπώθηκαν στην ενότητά μας:

 

« Έτσι έφυγε ο Σαραντάρης: Σαν ένα σούρουπο που ξεψύχησε πίσω από κατεβασμένες κουρτίνες. Σαν ένα πουλί που κάθονταν πάνω στο οριαίο κλαδί ζωής νύχτας και τίναξε αθόρυβα και σχεδόν άηχα τα φτερά του μεσ’ στο θάνατο. Υπάρχουν άνθρωποι ‘οριακοί’ που σ΄ολη τους τη ζωή στάθηκαν στο μεταίχμιο ήλιου και νύχτας, στο σύνορο ορατού και αοράτου, άνθρωποι που ταξίδεψαν με τ’ άυλα κουπιά ενός βιοθανάτου. Τέτοιος ο Ρίλκε όταν ζητούσε από τους γιατρούς του να τον αφήσουν να πεθάνει το δικό του θάνατο.

» Τέτοιος ήταν ο Σαραντάρης όταν φώναξε: ‘Σε μένα ο θάνατος μου, σε μένα η ζωή μου!’ Και ζητούσε μια ασπίδα να προφυλαχτεί. Ο Σαραντάρης δεν πέθανε, απλώς ‘πέρασε’ στην άλλη μπάντα, στην μπάντα με τα πολύφυλλα και ισκιερά δέντρα. Εκεί ήταν το σπίτι του»  (αναδημοσίευση ‘Γράμματα και Τέχνες’, 1984, σ. 33).

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά: «Ο ποιητικός οραματισμός του Γιώργου Σαραντάρη», ενότητα 7. Ποιήματα γύρω από το θάνατο, την υπέρβαση του και την αιωνιότητα, εκδ.Ίνδικτος, 2006, σελ.87-96.

Πρώτη "διαδικτυακή" δημοσίευση: Αντίφωνο


  • No comments found

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Steiner   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βακαλόπουλος Χρ.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κλεμάν Ο.   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπαραμπούτης Κ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Ναστούλης Γ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Ροδίτης Α.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Μινώπετρος Π.   π. Παπαδόπουλος Χαρ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
Άρης Νούλης
Όταν μιλά ο Θεόδωρος Ζιάκας όλοι εμείς οι υπόλοιποι πρέπει να σιωπούμε και να τον ακούμε. Η στοχαστι...
ny
μία διόρθωση - χρησιμοποιείτε την έννοια εξιλαστήριο θύμα εκεί όπου ταιριάζει αποδιοπομπαίος τράγος....
Φώτης Σχοινᾶς
Ἀδιαμφισβήτητα ὁ π. Νικόλαος Λουδοβίκος εἶναι ὁ κορυφαῖος θεολόγος τῆς γενιᾶς του, τῆς γενιᾶς τοῦ ΄9...
Άρης Νούλης
Κύριε Ελευθέριε, μην είσαι τόσο απαισιόδοξος. Δεν είναι μόνος στην ήδη Άνοιξη της Ορθοδοξίας ο καλός...
Στέλιος Μαφρέδας
έχει εκδοθεί ακόμη και 'Ο θάνατος του πλησίον", εκδόσεις Ίταμος, 2011 σε μετάφραση Μελή Μελετιάδη, α...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΙΓΓΟΣ
Τα τεκναινόμενα σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο αποτελούν τη συνέχεια και ολοκλήρωση της πολιτισμικής επ...
Άρης Νούλης
Γνωστές οι θέσεις του κ. Γιανναρά.
Γνωστό το ύφος της γραφής του.
Γνωστή και η απαξίωση του για όπ...
Ιωάννης Χατζόπουλος
Η ορθόδοξη Ελληνική εκκλησία έχει τεράστιες δυνατότητες και θα πρέπει να τις αξιοποιήσει. Θα γίνει π...
Κρίτων Παπακώστας
Συγχωρείστε με, αλλά απορώ με την ανάγνωση του σχολίου μου από τον κ. Δημήτρη Πεντζίκη. Αντίθετα από...
Δημήτρης Πεντζίκης
Μου κάνει εντύπωση ο Κρίτων Παπακώστας. Τον Ζακ Κωστόπουλο μπορεί μα μην τον σκότωσε κανείς. Τα βέβα...

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι