Δημήτρης Γ. Ιωάννου

 Προχωρώντας περισσότερο στην προσπάθειά μας να εξερευνήσουμε το «σύμπαν αισθημάτων» του Πλωτίνου, θα πρέπει να πούμε ότι για τον φιλόσοφο η ίδια η φύση, ερμηνευμένη ιδιότυπα και εξαϋλωμένη, είναι «θεωρία», παράγει «θεωρία» και αποτελεί περαιτέρω προϊόν «θεωρίας». Πρόκειται για μια, όπως είπαμε, «φαντασμαγορία». Ο Πλωτίνος ανακάλυψε ότι υπάρχει «νοερή δύναμη»[1], και καταγοητεύτηκε από αυτήν την πραγματικότητα. Πιστεύει ότι η ίδια η δύναμη του νου είναι εν τέλει κάτι αληθινά θεϊκό. Η δράση, καθότι εμπλέκεται και το σωματικό στοιχείο, αποτελεί μόνο ένα υποπροϊόν της ανθρώπινης ύπαρξης[2], εμφανίζεται όταν υποχωρεί η θεωρία. Και είναι φυσικά χάρη στην τελευταία που ανυψωνόμαστε στη θέα της Ιδέας της Ομορφιάς: το πιο σημαντικό, η «Φύση» (ως η συμπαντική φαντασμαγορία που είναι προσιτή στον άνθρωπο) μπορεί, όντας μέρος αυτού που ονομάζεται στην ξένη ορολογία «univers», να αυτοθεάται. Ωστόσο -και μην ψάχνουμε εδώ να βρούμε θεωρητικές αντιφάσεις, γιατί θα κουραστούμε να τις απαριθμούμε - μόνο οι Ιδέες, ως θεϊκά όντα, μπορούν να αυτοθεώνται πλήρως, με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Αυτές αποτελούν για την ακρίβεια τον κατώτερο θεό, δίπλα στον κυρίως Θεό, το «Εν» (η ύπαρξη ενός κατώτερου θεού δίπλα σε έναν ανώτερο είναι χαρακτηριστικό στοιχείο του Νεοπλατωνισμού). Θα πρέπει να προσέξουμε μία λεπτομέρεια: οι Ιδέες δημιουργούνται αυτοθεώμενες [3], έτσι αναδύονται στο «υπάρχειν», αν δικαιούμαστε να εκφραστούμε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Περαιτέρω, οι Ιδέες ταυτίζονται, συνιστούν την θεία Σκέψη, το Πνεύμα. Και το Πνεύμα είναι όμορφο - ο Πλωτίνος ανακάλυψε συνακόλουθα και κάτι άλλο, ότι δηλαδή ο νους έχει το δικό του κάλλος, είναι δηλαδή φύσει ωραίος- πράγμα που δεν αποτελεί καθόλου μεταφυσικό μύθευμα[4], καθώς, άλλωστε, η ανθρώπινη νόηση είναι γενικά προσανατολισμένη προς τη σαφήνεια, την απλότητα, την τάση για αρμονία και κομψότητα (στη σύγχρονη Δύση, λόγω του φόβου για τη μεταφυσική αλλά και κάποιας άγνοιας, η «ωραιότητα» αποδίδεται συνήθως στα προϊόντα του νου, όπως πχ όταν λέμε «η λογοτεχνία είναι ωραία» ή «η επιστήμη ψάχνει για κομψές θεωρίες» κλπ, παρά στον ίδιο τον νου). Σε αυτή την απόλαυση του νοητού κάλλους έγκειται, κατά τον φιλόσοφο, μια «πρώτη» μακαριότητα της ψυχής, πράγμα βέβαια που διαχωρίζεται σαφώς από τη χριστιανική «αγάπη», που αναζητά το κάλλος στην ετερότητα (στοιχείο που και πάλι λάμπει στον άγιο Διονύσιο: το κάλλος γίνεται μεγαλύτερο, όσο διανοίγεται η οντολογία της ετερότητας, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς).

Η ψυχή, μαθαίνουμε στη συνέχεια, μπορεί να ενωθεί με τις Ιδέες, τις οποίες δεν ατενίζει ως μια εξωτερική ύπαρξη, αλλά συμπίπτει περιέργως μαζί τους στην αυτοθέα τους[5] - το γεγονός ότι το ατομικό υποχωρεί σε ένα είδος απρόσωπου μυστικιστικού «υπάρχειν» σαγηνεύει όλο και περισσότερο τον φιλόσοφο. Εξακολουθεί δηλαδή κανείς να υπάρχει, μόνο που θεώμενος κάτι άλλο, θεάται τον εαυτό του: και ακόμη πιο απλά, φαίνεται ότι «κάτι» υπάρχει (και μάλιστα πολλαπλασιαστικά), αλλά τι ακριβώς είναι αυτό και πόσο αποτελεί «εγώ»; Δεν είναι καθόλου σαφές. Εν πάση περιπτώσει, αυτός ο ορισμός της ψυχής ως κάτι φύσει θεϊκού- έστω κι αν από μια άλλη άποψη είναι απροσδιόριστα και ανθρώπινο - βυθίζει τον Πλωτίνο στην πρακτική αδράνεια. Εφόσον η ψυχή προβαίνοντας σε θέα του εαυτού της, ορά το θείο εντός της, τι χρειάζεται να διανοιχτεί κάπου «έξω»;[6] (Ακόμη και η ιδιότυπη πλωτινική «αρετή», που δεν εξετάζουμε εδώ, περιέχει στην ουσία εσωστρέφεια). Ένας όρος όπως «κοινωνία προσώπων», θα φαινόταν εντελώς ακατάληπτος στον φιλόσοφο. «Εαυτός» είναι ασφαλώς η παρουσία του εαυτού στον εαυτό, υπό μια έννοια η αυτάρκεια, η αυτοπληρότητα- το «έτερον» καθίσταται εδώ τουλάχιστον, αν μη τι άλλο , προβληματικό. Και γιατί  να προτιμήσουμε την κινδυνώδη περιπέτεια της συναπάντησης με το έτερον, αφού μπορούμε να αυτοεκπληρωθούμε, έστω και δύσκολα;

                       *****************

Ο Πλωτίνος όμως μέχρι εδώ δεν μας έχει πει τίποτε για το πιο σημαντικό, την επαφή δηλαδή με τον κυρίως Θεό, το Υπέρτατο, το «Εν». Το  Πνεύμα, η Σκέψη, ή αλλιώς οι «Ιδέες», καθώς θεώνται τον εαυτό τους, γνωρίζουν δυστυχώς τη διάκριση «υποκειμένου-αντικειμένου», και, κατά συνέπεια, ως υποκείμενες στη διαίρεση, δεν μπορούν να ταυτίζονται με τον κυρίως Θεό. Αυτός δεν πρέπει να σκέπτεται καθόλου[7], να έχει δηλαδή απολύτως καμιά αυτοσυνείδηση- φτάνουμε έτσι στην καρδιά του μυστικισμού του Πλωτίνου, που φέρει αρκετές αναλογίες με το σύγχρονο μυστικισμό της Αποδόμησης, πχ του Ντεριντά. Το Πνεύμα, το Απόλυτο δεν σκέπτεται. Δεν υπάρχει αίσθημα πιο ξένο απ’ αυτό για τον χριστιανισμό, τίποτε για την ακρίβεια πιο «ειδωλικό», πιο «ανατολίτικο». Ο Θεός της ιουδαιοχριστιανικής παράδοσης, παρά την τελειότητά Του, είναι ο Θεός της άκρας συνειδητότητας. Είναι η απόλυτη αυτοσυνείδηση.

Πάνω λοιπόν και από την «θεωρία» των Ιδεών, για την οποία μιλήσαμε, υπάρχει μια ακόμη ανώτερη «εμπειρία» – θυμίζουμε ότι αυτός ο όρος κατέχει για τη φιλοσοφία του Πλωτίνου πολύ μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τη λογική επιχειρηματολογία αυτήν καθαυτήν, τουλάχιστον σε κάποια καίρια σημεία. Ο Νεοπλατωνισμός είναι άλλωστε στο βάθος του μια «εμπειρία», με την επισήμανση ότι το νόημα αυτής της λέξης διαφέρει από ό,τι θα ονομάζαμε σήμερα «βίωμα» (δηλαδή τη συναισθηματική προβολή ενός ηθικού κατά βάση γεγονότος). Ποια είναι λοιπόν η ανώτερη αυτή εμπειρία; Πρόκειται για την νεοπλατωνική «αγάπη», η οποία και μας βοηθά να εννοήσουμε ότι πάνω και από τον Νου, το Πνεύμα ή τις Ιδέες, υπάρχει το Υπέρτατο «Εν». Πώς το αντιλαμβανόμαστε αυτό; Ο Πλωτίνος αναρωτιέται γιατί ο νους, πλησιάζοντας κάτι όμορφο, όταν προπαντός ατενίζει τις Ιδέες, συμβαίνει να κατακλύζεται από την εμπειρία της αγάπης, να νιώθει αυτό το μοναδικό ερωτικό σκίρτημα. Και απαντά ότι αυτό συμβαίνει επειδή ακριβώς και στο παραμικρότερο αγαπητικό (=ερωτικό) σκίρτημα, υποκρύπτεται ένα προαίσθημα, μια κάποια ανίχνευση του Απολύτου, του Αγαθού, του «Ενός»[8], που κάνει αισθητή την παρουσία του κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Το «Εν» του φιλοσόφου, το «Αγαθό», δεν είναι βέβαια το ίδιο με το χριστιανικό αγαθό, καθώς ο Πλωτίνος έχει υπόψη του μια  μυστικιστική και πάλι κατηγορία[9], την οποία διακρίνει ένας αποφατισμός διαφορετικός απ’ αυτόν του Θεού της χριστιανικής παράδοσης. Το νεοπλατωνικό «Εν» χαίρεται να κρύβεται, ενώ ο Θεός της Βίβλου επιθυμεί αληθινά να αποκαλύπτεται. Η έννοια της Αποκάλυψης, που θα πει ότι ο Κύριος στρέφει πράγματι το πρόσωπό Του προς εμάς («τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εγνώρισάς μοι») είναι καθαρά ιουδαιοχριστιανική. Ο Θεός ξεπερνά και τον αποφατισμό, μας λέγει μάλιστα ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αρκετά αργά, τον 14ο αιώνα, συνοψίζοντας όμως μια τεράστια παράδοση- και ο όλος Θεός αποκαλύπτεται αληθινά στον χριστιανισμό, έστω κι αν μένει πάντα η Ουσία του απόκρυφη. Ναι, είναι ακατάληπτη και «υπερούσια» για τους Πατέρες η θεία Ουσία, ωστόσο ο Θεός είναι όλος παρών σε κάθε σωτηριώδη του ενέργεια, καθώς όντως ολόκληρος γίνεται ένα σπλαχνικό «βλέμμα» για το πλάσμα του –ο όλος Θεός μας επισκέφτηκε κατά την Ενσάρκωση. Και επίσης, ο Θεός αποκαλύπτεται ρεαλιστικά στο πρόσωπο κάθε αδικημένου, κάθε περιφρονημένου, εν γένει αποκαλύπτεται στο σταυροαναστάσιμο Πάθος Του, που είναι η κατεξοχήν, η πλήρης Αποκάλυψη. «Εφόσον καταφρονήσατε έναν από αυτούς τους ελαχίστους, εμένα καταφρονήσατε», λέγει ο Κύριος στο  Ευαγγέλιο.

Ο Πλωτίνος περιγράφει κατά βάση ως «αγάπη» την «εμπειρία» που νιώθει κανείς πλησιάζοντας τις «Ιδέες», δηλαδή το «νοερό»[10] - ο νους, όταν θεάται τον εαυτό του και αποσπάται από την ύλη, νιώθει πράγματι την φυσική αγάπη για τον εαυτό του (ούτε αυτό αποτελεί μεταφυσικό μύθευμα, πράγμα που φαίνεται από το ότι πχ η σύγχρονη Δύση θεωρεί «έμφυτη» την αγάπη κάθε καλλιτέχνη ή επιστήμονα για το έργο του, σε σημείο που ταυτίζει δημιουργό και έργο. Δεν λέμε πχ «έργο του Ντα Βίντσι», αλλά απλώς «Ντα Βίντσι»). Εγκαταλείποντας τις αισθητές μορφές, και οδηγούμενος προς τις νοητές ουσίες, τις Ιδέες[11], ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ολοένα και περισσότερο ότι αυτό που επιθυμούσε διακαώς είναι το ίδιο το «Εν» και τίποτε άλλο. Αυτό το Απόλυτο, που λέγεται αλλιώς και «Αγαθό», είναι μάλιστα στην πλωτινική ιεραρχία πάνω και από όλες τις Ιδέες, ακόμη και από αυτήν της Ωραιότητας (την πιο «ερωτική» πιθανώς), γιατί χωρίς αυτό η Ομορφιά μένει ψυχρή[12]. Το Αγαθό είναι που προσθέτει στις Ιδέες τη «χάρη»[13], τις καθιστά δηλαδή χαριτωμένες, επιθυμητές, αξιέραστες. Πάντα απόκρυφο στην ιδιοτυπία του, προξενεί στη ψυχή μια αίσθηση όχι ακριβώς γλυκύτητας, αλλά ενός περίεργου «ερμητισμού», μιας παράδοξης συντήρησης και διατήρησης της υπάρξεως εν αναστολή του υπαρκτού, ολόκληρου εν γένει του Είναι. Πώς γίνεται αυτό; Και πάλι δεν μετρά τι θεωρητικά λέγεται, όσο τι αφήνεται να «κυλήσει» ως αίσθημα. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ένα γνόφο που δίνει τη χαρά του μυστηρίου, του μυστικιστικού. Ο αρκετά κατοπινότερος, μαθητής ως ένα βαθμό και του Πλωτίνου, δομινικανός μονάχος Έκαρτ, περίφημος δυτικός μυστικός, κατέστησε αυτή τη διδασκαλία σαφέστερη, καθώς στις ομιλίες του δεν μιλά ακριβώς για τον Θεό, αλλά για την «Θεότητα» -έτσι παρατηρεί κάπου ο επίσης μυστικιστής Χάιντεγκερ (που μερικοί του χρεώνουν ότι εμπνεύστηκε την γνοφώδη ιδέα του «μηδενός» ακριβώς από τον Πλωτίνο). Η «Θεότητα» είναι τρομερή, και πιθανόν ακόμη και άτεγκτη με έναν ανήξερο για τους ανθρώπους τρόπο- ό,τι νομίζουμε εμείς «καλό» δεν σχετίζεται με το δικό της μυστηριώδες «αγαθό». Έστω κι αν είναι στη θεωρία απολύτως «αγαθή», φέρει ένα τόσο ισχυρό βουλητικό στοιχείο που καθίσταται «φοβερή»[14]. Ο Θεός, ωστόσο, ως Πρόσωπο που αποκαλύπτεται, ως ολόκληρος παρών στο βλέμμα του, είναι πάνω και από αυτήν την τρομερή «Θεότητα». Είναι αλήθεια ότι υπερβαίνει οποιοδήποτε  γήινο αγαθό, ωστόσο ολόκληρη η κτίση μαρτυρεί για την αγαθότητα του Προσώπου Του. Ο Θεός είναι πάντα δίπλα στον καλό Σαμαρείτη, εναγκαλίζεται («επιβλέπει») αληθινά τον ελεήμονα, ενώ η (αφηρημένη) «Θεότητα» δεν είναι βέβαιο προς τα πού κοιτά- ίσως το έργο του Κίργκεγκωρ «Φόβος και Τρόμος» να μαρτυρεί για όλα αυτά.

Αυτό που χαριτώνει τελικά τα πράγματα για τον Πλωτίνο, είναι κάτι άπιαστο, φευγαλέο, «αδικαιολόγητο». Ξανά ο ερμητικός αυτός και όχι υπαρξιακός μυστικισμός, που οδηγεί στην ανάγκη μιας αναστοχαστικής -θα λέγαμε σήμερα- εσωτερικής αναγέννησης[15]. Το ίδιο το Απόλυτο είναι «αδικαιολόγητο»[16], είναι ένας γνόφος που δεν γεννά ακριβώς μια ηθική, αλλά θέλγει με το μυστήριο της αγνωσίας του- και απορρέει απλώς μια «ηθική» συμπεριφορά ανάλογη προς αυτό το αίσθημα. Μια συμπεριφορά που δεν γνωρίζει ακριβώς ηθικούς κανόνες, που είναι απλά «συμπεριφορά».

Ίσως τελικά το «Εν» επιτρέπει σε μας τη μακάρια θέα του, αυτό όμως συμβαίνει πάντα μέσα από το φευγαλέο, το ριζικά άπιαστο, το ολισθηρό- αυτή η νοερή σύλληψη του  «αδικαιολόγητου», που δικαιολογεί μυστικιστικά όλα τα υπόλοιπα, επιτρέποντας και άλλα αδικαιολόγητα πράγματα ( πχ τις Ιδέες, που, όπως είπαμε, αυτοεξηγούνται), στερεί από το σύστημα του Πλωτίνου την κοινωνητική διάσταση. Μια παθητικότητα διαφορετική από τη χριστιανική κυριαρχεί παντού και επιβάλλει τους όρους της. Και το σκοτεινό αυτό «Αγαθό», διανοίγει μέσα στο «Είναι», το οποίο και υπερβαίνει, την επιθυμία, γεννά τον έρωτα και επιτρέπει τη μυστική ερωτική ένωση μαζί του. Το αγαθό είναι λοιπόν πάντα κάτι «περισσόν» (ένα «plus»)[17], γεμάτο πάντα από την γλυκύτητα και τη λεπτότητα της απρόσωπης «ξενικότητας», που είναι τόσο ριζική ώστε δεν επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ποτέ στο πρόσωπο του συνανθρώπου τον «ξένο». Η πλωτινική «αγάπη» δεν είναι μια  πρακτική εμπειρία- με την έννοια ότι δεν μπορεί ποτέ να γίνει πράξη. Όταν ενεργείται ως πράξη, τότε συνιστά κατά βάση έκπτωση από τη «θεωρία»[18]. Μιλάμε λοιπόν για μια παθητικότητα εντελώς αδρανή, για μια εξουδετέρωση του ενεργητικού στοιχείου εντός μας –ας μην ξεχνάμε ότι στον χριστιανισμό η ψυχή, ακόμη και όταν «πάσχει τα θεία», ενεργεί την ταπείνωσή της. Η θέληση στον Πλωτίνο εγκαταλείπεται, ως ενεργός μάλιστα κίνηση της ψυχής που απαντά στο θείο κάλεσμα (ενώ η χριστιανική «απάθεια» δεν συνιστά καθόλου μια τέτοια εγκατάλειψη του προσωπικού στοιχείου). Ο άνθρωπος μάλιστα, αν θέλει να φτάσει στο Αγαθό, πρέπει κατά τον Πλωτίνο να ξεριζώσει από μέσα του τα πάντα, να μην κρατήσει τίποτε, ούτε κακό, αλλά ούτε και καλό. Πρέπει να αδειάσει από όλα- προηγείται εδώ η έννοια της «στειρότητας»[19], του κενού, που υπερέχει ακόμη και έναντι της αγαθότητας. Υπάρχει σε έσχατη ανάλυση μια τομή ανάμεσα σε ό,τι καλό μπορεί να υπάρχει στην ψυχή και στο Αγαθό –να γιατί η Ηθική υποχωρεί τελικά έναντι της Αισθητικής. Άλλωστε, δεν ήταν η τελευταία φορά στην ιστορία της φιλοσοφίας που συνέβη κάτι τέτοιο.

Τελικά, φαίνεται σαν η ψυχή να αφήνει πίσω τον εαυτό της, για να γίνει ένα με το Αγαθό. Προχωρά στην «έκσταση» με όρους απώλειας του συγκεκριμένου, της ιδιοσυστασίας, του προσωπικού στοιχείου[20]. Η έκσταση αυτή είναι γεμάτη ηδονή και βεβαιότητα- ο Πλωτίνος πρέπει να ένιωσε ένα παρόμοιο βίωμα, καθώς, όπως λέγεται, τέσσερις φορές περιήλθε σε έκσταση. Πιθανόν οι Νεοπλατωνικοί να επιδίδονταν σε κάποιο είδος «αυτοσυγκέντρωσης», με στοχαστικές τεχνικές ανάβασης προς το «Εν».

Περαιτέρω, η χαρά και η ηδονή που νιώθει η ψυχή πλησιάζοντας το Αγαθό, την κάνουν, όπως λέγεται, ικανή να διακρίνει την «ουσία» του- είναι λοιπόν η χαρά που γίνεται αιτία γνώσεως του Θεού και όχι το αντίθετο. Η μυστικιστική εμπειρία παρέχει γνώση, ενατένιση[21]. Και τελικά, μπορούμε να διακρίνουμε δύο επίπεδα εμπειρίας, αυτό της θεωρίας, της θέας δηλαδή του Ωραίου, των Ιδεών, του Πνεύματος, και αυτό της ενατένισης του κυρίως Θεού, του Αγαθού. Ωστόσο, το Πνεύμα, πριν ακόμη στραφεί προς τον εαυτό του και γίνει αυτοθέα, καθώς ακόμη ατενίζει και συνδέεται μόνο με τον γεννήτορά του, το Αγαθό (περιγράφεται μια τέτοια παράδοξη «πρωτοσχέση»), βρίσκεται ακόμη σε μια κατάσταση αυτο-ανάδυσης και αυτο-αφύπνισης, που είναι εντελώς ιδιάζουσα[22]. Είναι κατά κάποιο τρόπο ακόμη εκστατικό, διατηρεί μέσα του τη φλόγα από το ίχνος της αγάπης που του χαρίζει η θέα του Αγαθού- και μόνο κατόπιν, στρεφόμενο προς τον εαυτό του, μεταβάλλεται σε αυτοθέα. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε, θεωρητικά έστω, γι’ αυτό το «Πνεύμα – πρωταρχή», και για το Πνεύμα δευτερογενώς ως αυτοθέα- και είναι η επαφή μόνο με το πρώτο που γεννά την άπειρη αγάπη μέσα στη ψυχή. Ο Πλωτίνος, είναι φανερό, πολλαπλασιάζει διαρκώς τις οντότητες και τις «θέες», οι ουσίες και τα φαινόμενα γίνονται πολυπρισματικά, καθώς προσπαθεί να δικαιολογήσει το δαίδαλο των ηδονών και των εμπειριών του. Το ίδιο το Αγαθό, όπως λέγεται, μπορεί να φέρνει πάντοτε την ευτυχία, ωστόσο το Ωραίο όχι∙ επειδή βρίσκεται σε κατώτερη οντολογικά θέση,  επιγεννά συχνά άλλο είδος αισθημάτων. Μπορεί μάλιστα να προξενεί στη ψυχή ακόμη και τον τρόμο, μια ηδονή ανάμεικτη με οδύνη, για όσους δεν έχουν ακόμη ατενίσει το Αγαθό[23]. Ο Ρίλκε το επαναλαμβάνει, σε μια στιγμή νεοπλατωνική: «το ωραίο δεν είναι παρά ο πρώτος βαθμός του τρομερού», μας λέγει στις «Ελεγείες του Ντουίνο». Και αυτό γιατί το ωραίο, όπως εξηγεί ο Hadot[24], είναι ωραίο μονάχα για τον εαυτό του, έχει εντός του, θα λέγαμε, έναν ναρκισσισμό, και ως εκ τούτου κάτι απορριπτικό για τον θεατή. Αντιθέτως, το Αγαθό είναι πάντα αγαθό για τον άλλο (εδώ ωστόσο πρέπει να διασαφηνίσουμε το έξης:  το Αγαθό, επειδή δεν υπόκειται στη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου δεν αυτοθεάται καν, δεν ενδιαφέρεται μάλιστα απολύτως για κανένα, ωστόσο οι άλλοι εμπλέκονται, κατά ανήξερο και αδικαιολόγητο για τη θεωρία τρόπο, στη γοητεία του). Ο κόσμος αυτός, το Πνεύμα, το Ωραίο, και ό,τι ωραίο επίσης υπάρχει στη συμπαντική φαντασμαγορία γεννούν εν τέλει φρίκη- θυμίζει αυτό κάτι από τη «φρίκη της ύπαρξης» των κατοπινών υπαρξιστών, και αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο ιδιότροπης «ξενικότητας» δίχως «ξενία», για το οποίο ήδη μιλήσαμε. Και όλα αυτά, έστω κι αν η θεωρία μας βεβαιώνει ότι τελικά το Αγαθό αγκαλιάζει το Ωραίο και το χαριτώνει. Το σύστημα ως θεωρητική σύλληψη επεμβαίνει για να στρογγυλέψει και να λειάνει, όπου χρειάζεται, τα πράγματα. Στο κάτω κάτω ο Πλωτίνος ήταν ένας Έλληνας και το κοινό του επίσης Έλληνες ή ελληνομαθείς. Δεν ήθελε να αφήσει πίσω του τη «διάνοια».    

                           ****************

Ο νεοπλατωνισμός, παρά τις όποιες κατακτήσεις του, αποτέλεσε δυστυχώς ένα πισωγύρισμα στην ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας. Φρονώ ότι η τελευταία βρήκε από νωρίς πολύ πιο γόνιμους τρόπους να ξεμπερδέψει με τον παγανισμό. Οι Ιδέες του Πλάτωνα και το «Αγαθό», που βασιλεύει σε αυτές, το «Πρώτον Κινούν Ακίνητον» του Αριστοτέλη και ο «υλομορφισμός» του ως μια δυναμική τελολογία, έστω και εμμενή στη φύση, ακόμη πιο πολύ ο ηθικολογικός διαφωτισμός του Σωκράτη, για να μην πούμε και ο σκεπτικισμός του Ευριπίδη, είναι πιο κοντά στον Χριστιανισμό από ό,τι το «μονοθεϊστικό» σύμπαν του Πλωτίνου, που είναι στην ουσία του αβάσταχτα παγανιστικό. Ίσως γι’ αυτό δεν βρήκε ποτέ το κουράγιο να γράψει κάποιο σύγγραμμα «κατά Χριστιανών», και όχι γιατί στις επιθέσεις του ενάντια στους Γνωστικούς συμπεριελάμβανε, όπως υποθέτουν μερικοί, και τους χριστιανούς. Όπως και να είναι, φυσικό επακόλουθο όλων αυτών ήταν να αναπτυχθεί η «θεουργία» του Πρόκλου, και γενικά μια τάση περαιτέρω θρησκειοποίησης και μυστικοποίησης της φιλοσοφίας, ενώ ευθύς εξαρχής η Εκκλησία μιλούσε για τον εαυτό της με όρους μιας αγαπητικής εσχατολογικής Κοινότητας.

 

Σημειώσεις

[1]Η νοερή δύναμη δεν είναι μυστικιστικό στοιχείο, αλλά πραγματικότητα που χαρακτηρίζει το ον «άνθρωπος». Οι Έλληνες φιλόσοφοι από νωρίς συνειδητοποίησαν την ύπαρξή της, ως εμπειρικής πραγματικότητας, και την αντιδιέστειλαν από την «διάνοια». Την ύπαρξη νοερής δύναμης παραδέχονται φυσικά και οι Έλληνες Πατέρες, πράγμα που αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό της ανθρωπολογίας τους.

[2]Εννεάδες III, 8,4,31

[3]Hadot…, σελ. 62

[4]Εννεάδες III 8,11,26.

[5]Hadot…, σελ. 63

[6]Εννεάδες VI7,15,24

[7]Hadot…,σελ. 73

[8]Hadot…,σελ. 75

[9]Εννεάδες VI7,33,22

[10]αυτόθι

[11]Hadot…, σελ. 75

[12]Εννεάδες V7,22,24

[13]Εννεάδες VI7,22,21

[14]Διαφοροποιείται έτσι από τους Έλληνες Πατέρες, πχ τον Μέγα Αθανάσιο, που διδάσκουν ότι δεν έχει νόημα να ισχυριστεί κανείς ότι «ο Θεός είναι καλός γιατί θέλει να είναι κάτι τέτοιο», καθώς αυτό αφορά την ίδια τη φύση του Θεού και δεν είναι προϊόν «βούλησης». Ο Μέγας Αθανάσιος δεν υπονοεί ασφαλώς ότι υπάρχει κάποια «αναγκαιότητα βίας» στον Θεό. Απλά, υπάρχει κατά τους Πατρολόγους μια «αναγκαιότητα φύσεως», που δεν καταργεί όμως μήτε αυτή την θεία ελευθερία.

[15]Με φόβο δυστυχώς να ακροβατήσω επικίνδυνα, θα ήθελα να επισημάνω ότι η χαϊντεγκεριανή «μέριμνα», ως απάντηση στο νεοπλατωνικής εμπνεύσεως «μηδέν», φαίνεται να σχετίζεται με όλα αυτά.

[16]«Autrement dit, l’ amour est toujours supérieur à son objet, si haut soit-il : Son objet ne peut jamais l’expliquer ou le justifier. Il y a dans l’ amour un ‘‘plus’’; il y a en lui quelque chose d’ injustifié.» (Hadot…, σελ. 77)

[17]αυτόθι.

[18]Η αγάπη ως πράξη είναι κάτι άσχετο με την αγάπη ως θεωρία. « Mais, aux yeux de Plotin, la voie qui s’ élève de l’ amour humain à l’ amour transcendant est tout à fait inutile pour celui qui est prédisposé à la philosophie, et, à plus forte raison, pour celui qui a déjà atteint le monde spirituel. On pourrait dire que, pour le vrai philosophe, l’ amour est d’ emblée mystique», γράφει ο Hadot (σελ. 85)

[19]Hadot…, σελ. 90

[20]Εννεάδες VI 7,34,1

[21]Hadot…, σελ. 98

[22]Hadot…,σελ. 97

[23]Εννεάδες V 5,12,33

[24]Hadot…, σελ. 101

πηγή: Aντίφωνο

People in this conversation

  • Φώτης Σχοινᾶς

    Πολύ ὡραῖο τό παρόν ἄρθρο (φυσικά καί τό πρῶτο μέρος). Πάντως ἕνας Γερμανός ἱστορικός τῆς φιλοσοφίας - δεν θυμᾶμαι ποιός - εἶχε πεῖ ὅτι ὁ Πλωτῖνος εἶναι τραγική φιλοσοφική φιγούρα καθότι αὐτό πού προσπάθησε νά στερεώσει (τον παγανισμό) το κατέστρεψε και αὐτό πού προσπάθησε νά καταστρέψει (τον χριστιανισμό) τον στερέωσε. Μήν ξεχνάμε ὅτι ὁ Νεοπλατωνισμός ὑπῆρξε ἡ γέφυρα πού συνέδεσε τήν ἑλληνική φιλοσοφία μέ τόν χριστιανισμό.

    0 Like
  • Δημήτρης Ιωάννου

    Σ' ευχαριστώ θερμά, Φώτη, για την κριτική.

    0 Like

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βακαλόπουλος Χρ.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Ροδίτης Α.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Παπαδόπουλος Χαρ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
Άρης Νούλης
Διά χειρός μεν Σταυροπούλου. Διά Πνεύματος δε Αγίου.
Θεσπέσιο κείμενο, υφολογικά και εννοιολογικά.
...
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΠΙΓΓΟΣ
Συμφωνώ με την ελπίδα που δίνει αυτή η φωτισμένη ομιλία.
Κωνσταντῖνος Ταούλας
Πραγματικά ὁ π. Λουδοβίκος ἦταν συναρπαστικός στήν ὁμιλία αὐτή. Διερμηνεύει αὐτό πού πολλοί λαχταροῦ...
Αλέξανδρος
Μια μικρή διόρθωση μόνο, προφανώς εννοούσατε τον Μακρυγιάννη παραπάνω, όχι τον Κολοκοτρώνη.
Μιχάλης Ν. Σταμπούλης
Τό πρώτο μου σχόλιο επί τή αναγνώσει ήταν : Μά, καλά, τί γράφει αυτός ο "στήν κοσμάρα του" ;
Μετά,...
Άρης Νούλης
ΚΥΡΙΕ Σουφλέρη, ευχαριστώ.
Τίποτε άλλο.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

Όσο υπάρχουν Σουφλέρηδες, θα υπάρχει και ο Έ...
Α. Παπαγιάννης
Β.Α., ο συγγραφέας αναφέρει την πηγή του. Είναι το βιβλίο Πιστοί άχρι θανάτου: Εκτελεσθέντες και μαρ...

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι