Ευγένιος Αρανίτσης

Μια, ευτυχώς όχι μοιραία, παραδρομή1 θα μπορούσε να φωτίσει τον άξονα της αντίρρησης που δοκίμασα να προβάλω σε ό,τι αφορά την απόπειρα του Χρήστου Γιανναρά να συσχετίσει ορισμένες από τις κατακτήσεις της δυτικής επιστημονικής εμπροσθοφυλακής με την ηχώ της πατερικής θεολογίας περί προσώπου, χρόνου, νοήματος κ.τ.τ. Διότι το νόημα, σήμερα, ακριβώς όπως στην παραδρομή μου, εξανεμίζεται στην ταύτιση με την αναπαράστασή του, η οποία όχι μόνο δεν είναι θεραπευτική της ύπαρξης του ανθρώπου, αλλά την περιορίζει αποκλειστικά στους ευμετάβλητους ή και τυχαίους κανόνες μιας διακίνησης κενών σημείων χάριν του θεαθήναι. Είναι, λοιπόν, απροσδιόριστο και ρευστό, επειδή δεν υφίσταται με την έλλογη μορφή του παλιού ψυχικού ισοδύναμου, και όχι επειδή, τάχα, περικλείεται σε κάποιο πνευματικό αίνιγμα.

Η παρανόηση αυτή, που τη χαρακτήρισα «πρόβλημα αντεστραμμένου ειδώλου», κατευθύνει δυστυχώς τον Γιανναρά στο βιβλίο του Μετα-νεωτερική Μετα-φυσική («Δόμος») μέχρι τα άκρα, όπου η εισαγωγή νέων μοντέλων πραγματικότητας από πλευράς δυτικής τεχνολογίας της γνώσης, όπως εκείνο της κβαντικής φυσικής, χαιρετίζεται σαν το συμβόλαιο πιστοποίησης των ανωμαλιών που δυναστεύουν την «αντικειμενική» φυσική πραγματικότητα, συνεπώς και σαν η χαρμόσυνη είδηση της άλωσης του θετικισμού.

Το σφάλμα εδώ, όπως έγραψα ήδη, ποιοτικά ανάλογο προς εκείνο του χαϊντεγκεριανού ειδυλλίου του Γιανναρά, τροφοδοτείται απ' τη βιασύνη να εκτιμήσουμε τις κάθε λογής χιμαιρικές απροσδιοριστίες του μη αποφάνσιμου ως σημαίνοντα του ανυπότακτου χαρακτήρα της πραγματικότητας. Ετσι, φαίνεται ότι δεν απομένει παρά να συλλάβουμε δήθεν την πραγματικότητα μέσω της συγκρότησης σχέσης μ' αυτήν και όχι πλέον με γνώμονα άκαμπτες μετρήσεις που λογοδοτούν στο ποσοτικό. Ναι, αλλά τι είδους σχέση; Οχι, πάντως, υπαρξιακή.

Αυτό το λάθος διαπράττοντας, ο Γιανναράς φιλοσοφεί γοητευμένος από τη νεο-επιστημονική συμφιλίωση με την ανυπακοή του κόσμου στα θεωρητικά εργαλεία, πιστεύοντας ότι η παρατήρηση, τώρα, εφόσον παραδέχεται το έλλειμμά της μ' έναν τόσο ανθρώπινο τρόπο, επεμβαίνει προκειμένου να συναποτελέσει, με το υπό παρατήρησιν πράγμα, ένα «υπαρκτικό γεγονός». Ομολογουμένως, αυτή η αισιοδοξία πλέει ξυλάρμενη προς τα εκεί απ' όπου το μηδέν του Θεού και του ανθρώπου κυβερνούν το σύμπαν.

Μη αποφεύγοντας έναν κάπως χονδροειδή ελιγμό, ο Γιανναράς καλωσορίζει την «ανθρωπική αρχή» (ότι το υποκείμενο υπεισέρχεται στη λογική αναπαράσταση του παρατηρούμενου πράγματος, ως αρμόδιος συντελεστής της), υπό την προστασία της οποίας ευημερούν οι μοντέρνες επιστήμες, εκλαμβάνοντάς την (ο Γιανναράς) σαν «οντολογική πρόταση», από κείνες τις θεάρεστες που υπόσχονταν κάποτε να συγκρατήσουν τον άνθρωπο στη θέση μιας συνείδησης η οποία φιλοξενούσε τον αγαθό Κόσμο εν ακεραιότητι. Του διαφεύγει, εδώ, ότι η «ανθρωπική αρχή» επωάστηκε ως κακό επακόλουθο μιας παρατήρησης που, μετά το θετικιστικό όργιο, δεν έχει τι άλλο να παρατηρήσει, με την έννοια ότι το παρατηρούμενο κυοφορείται ριζικά αποκομμένο από τη σημασία του. Παρατηρεί, λοιπόν, τον εαυτό της να παρατηρεί.

Ως προς αυτό, η έννοια της μετοχής (συμμετοχής) του υποκειμένου στο παιχνίδι της μοντέρνας φυσικής δεν είναι παρά η φασματική καρικατούρα της αυθεντικής συμμετοχής, όπως την αναγνώριζε ο αρχαίος κόσμος, δηλαδή της υπαρξιακής ενότητας πραγματικού και συνείδησης, όταν το βλέμμα εκτελούσε χρέη οικοδεσπότη της νοηματοδοτημένης θέας, και όχι επόπτη ή δεσμοφύλακα της πρόσοψής της, όπως κάνει το σύγχρονο βλέμμα, το κυριολεκτικά απτικό.

Το ίδιο λάθος ενθαρρύνει τις ευλογίες του Γιανναρά προς τον ολιστικό χαρακτήρα των επιστημονικών αναζητήσεων, όταν παραβλέπει το προφανές, δηλαδή ότι μια τέτοια ολιστική οπτική γεννιέται από την ψευδαισθησιακή επανασυγκόλληση ενός θρυμματισμένου κόσμου -διάσταση που αποτελεί την πεμπτουσία όλων των φαντασιακών θεσμίσεων της μεταμοντέρνας πραγματικότητας, είτε μιλάμε για ολογράμματα είτε για φράκταλ είτε για τη Συγχρονικότητα του Πάουλι είτε για πειραματικά μοντέλα που αντιμετωπίζουν την ύπαρξη σαν πεδίο αλληλοεξαρτώμενων εξισώσεων, για να μην πούμε και για το ίδιο το ψηφιακό σύμπαν, όπου το κύκλωμα διακίνησης της πληροφορίας είναι το παν, ενώ το μηδέν διαλάμπει στην ουσιαστική σημασία της πληροφορίας της ίδιας.

Ο λογικός μηχανισμός της παρανόησης αποσαφηνίζεται κάπως αν εντοπίσουμε την πηγή της στην αδυναμία ή απροθυμία του Γιανναρά να συλλάβει τις κοσμογονικές αλλαγές που έπληξαν τη φύση του μοντέρνου κόσμου, εφόσον διακινδυνεύσουμε την υπόθεση ότι ο τελευταίος δεν περιορίζεται στις πανεπιστημιακές έδρες φιλοσοφίας.

Αβίαστα, οι αλλαγές συνοψίζονται σε μια συνολική μετακίνηση της αντιληπτής πραγματικότητας από τη σφαίρα του συμβολικού σ' εκείνη του φαντασιακού. Σήμερα, πέραν πάσης αμφιβολίας, η πραγματικότητα γίνεται δεκτή σαν πανπεριεκτικό φαντασιωσικό μόρφωμα, κυριαρχούμενο από τη δυνητικότητα, τον επαμφοτερισμό και το τυχαίο. Σ' αυτό, οι επιστήμες, όταν δεν πρωτοστατούν, προσχωρούν υποχρεωτικά. Και ο Τζακ Σαρφάτι, στα Ψυχοενεργητικά Συστήματα, για να φέρω ένα παράδειγμα απ' τα χιλιάδες που συνωστίζονται στη βιβλιογραφία, δεν πρωτοτυπεί καθόλου δηλώνοντας ότι «η κβαντική αρχή [...] συμφωνεί με τη γραμμή που υπέδειξαν ο Παρμενίδης και ο Επίσκοπος Μπέρκλεϊ».

Καθώς ο θάνατος του Θεού, ως θάνατος του Πατέρα, αφήνει το συμβολικό εκτεθειμένο στη λεηλασία του φαντασιακού, με αποτέλεσμα να κατακλύζεται ο κόσμος από προσομοιώσεις πραγμάτων και ιδεών, το υπό κατεδάφισιν υποκείμενο φωτογραφίζεται πράγματι σαν προαπαιτούμενο της ψευδαίσθησης, αφού, έστω κι έτσι, η ψευδαίσθηση, ως τέτοια, δεν μπορεί να είναι «αντικειμενική». Ομως το υποκείμενο αυτό, της «ανθρωπικής αρχής» που επαινεί ο Γιανναράς, και το υποκείμενο του συμβολικού κόσμου, δηλαδή του Λόγου, χωρίζονται από ιστορική και οντολογική άβυσσο. Μοιάζουν μεταξύ τους, εξού και η παγίδα του αντεστραμμένου ειδώλου. Μοιάζουν στο βαθμό που και τα δύο εξυπακούονται για μια ορισμένη συνείδηση του κόσμου, απέναντι στην οποία κάθε αυτούσια ή απολιθωμένη «αντικειμενικότητα» μένει περιφερειακή. Ωστόσο η συνείδηση του δεύτερου, π.χ. του υποκειμένου της μυστικής εμπειρίας, είναι απαραιτήτως θεμελιωμένη στο συμβολικό έρεισμα ώστε να επωμίζεται τη διαλεκτική ανθρώπου/κόσμου, ενώ του πρώτου παραπαίει στο φαντασιακό της συλλογικής μας παραίσθησης.

Η πλάνη του «αντεστραμμένου ειδώλου» ευθύνεται για την παράβλεψη του γεγονότος ότι, ναι μεν η παρατήρηση προϋποθέτει ξανά το υποκείμενο ως στοιχείο που υπεισέρχεται στην εκάστοτε ετυμηγορία της, όμως το υποκείμενο δεν είναι καθόλου το ίδιο μ' εκείνο του παρελθόντος. Ο Γιανναράς, αρκετά ανιστορικός εν προκειμένω, αποτυγχάνει να δει (ίσως επειδή είναι τόσο ευδιάκριτο!) ότι, μαζί με την υπονόμευση της άκαμπτης αντικειμενικότητας από τη μοντέρνα επιστήμη, σημειώνεται η βαθμιαία απαλοιφή και της υποκειμενικότητας: το μάτι κοιτάζει το φαινόμενο, αλλά σε ποιον ανήκει το μάτι; Οχι στο υποκείμενο (του σημαίνοντος) αλλά στο φαντασιακό του, στη συσκευή του Εγώ. Ετσι, αν το μάτι βλέπει κάτι στο εσωτερικό του ανθρώπου, αυτό το κάτι δεν είναι σημασίες, αλλά μοριακές αλυσίδες και αμινοξέα. Το μοντέρνο κοίταγμα αποτελεί μια ψαύση. Και δεν πρόκειται για την ψαύση του Θωμά, να εξηγούμεθα.

1. Η φράση «ένεκα της μετατόπισης του πρωτείου από το σημαινόμενο στη λειτουργία του», στο κείμενο της περασμένης εβδομάδας, πρέπει να διαβαστεί: «ένεκα της μετατόπισης του πρωτείου από το σημαινόμενο στη λειτουργία του σημαίνοντος».


Ελευθεροτυπία  22/11/2002

  • No comments found

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Ἐτικέτες Συγγραφέων

Agamben   Alicin   Badiou   Barth   Bell   Berdyaef   Breck   Buntig   Chesterton   Clement Steiner   Dworkin   Elliot   Ellul   Evdokimov   Heidegger   Lacan   Lash   LeGoff   Lepeltier   Levinas   Losky   Malson   McGilchrist   Muse   Orwell   Pastoureau   Polony   Popper   Postman   Rawls   Rifkin   Sherrard   Skolimowski   Smith   Solzhenitsyn   Swartz   Szazs   Tarkofsky   Unger   Weil   Zirar   Zoja   Αγγελής Δ.   Αμάραντος Σ.   Ανδρουλιδάκης Α.   Ανδρουλιδάκης Κ.   Αρανίτσης Ε.   Βακαλόπουλος Χρ.   Βαμβουνάκη Μ.   Βαρδής Μ.   Βαρθαλίτης Γ.   Βιρβιδάκης Στ.   Βραχνός Κ.   Γεωργίου Θ.   Γρηγοράτος Μ.   Δανέζης Μ.   Διαμαντής Α.   Ζάχος Κ.   Ζιώγας Απ.   Ζουράρις Κ.   Ζώης Ι.   Ιωάννου Δ.   Ιωαννίδης Γ.   Καλογερόπουλος Α.   Καραμπελιάς Γ.   Καστρινάκης Γ.   Κατρούτσος Χρ.   Κιουρτσάκης Γ   Κομνηνός Στ.   Κονδύλης Π.   Κοροβίνης Β.   Κοσμόπουλος Δ.   Κουτρούλης Σ.   Κουτσουρέλης Κ.   Κούκος Σ.   Κυριαζόπουλος Σ.   Κωνσταντούδης Β.   Κόσσυβα Σ.   Λυγερός Ν.   Μαλεβίτσης Χ.   Μανουσέλης Σ.   Μαυρίδης Ν.   Μαυρόπουλος Δ.   Μητραλέξης Σ.   Μπάρλας Γ.   Μπαλτάς Δ.   Μπλάθρας Κ.   Ναξάκης Χ.   Νευροκοπλή B.   Ντόκος Γ.   Ξυδάκης Ν.   Παντούλας Θ.   Παπαγιάννης Α.   Παπαθανασίου Θ.   Παπαναγιώτου Ι.   Πρεβελάκης Γ.Σ.   Προγκίδης Λ.   Ροδίτης Α.   Σακελλαρίου Μ.   Σαλεμής Γ.   Σκλήρης Δ.   Σουφλέρης Στ.   Σταματελόπουλος Λ.   Σταυρόπουλος Β.   Σχοινάς Φ.   Τάσης Θ.   Τσιρόπουλος Κ.   Τσιτσίγκος Σ.   Φαραντάκης Π.   Φεραίος Χ.   Χαραλαμπίδης Κ.   Χατζηαντωνίου Κ.   π. Γιάγκου Β.   π. Γκανάς Ε.   π. Γοντικάκης Β.   π. Ζηζιούλας Ι.   π. Θερμός Β.   π. Παπαδόπουλος Χαρ.   π. Φάρος Φ.   JoelLipman.Com

Εισάγετε έγκυρο email για την εβδομαδιαία ενημέρωση. (Ελέγχετε τα spam ή τα promotion emails σας)
Η εβδομαδιαία αντιφωνική επισκόπηση καταχωρείται συνήθως στα spam ή στα promotion emails σας.
Ευθύμιος Βασιλειάδης
Νομίζω ότι ο ομιλητής αστοχεί κατά πολύ ταυτίζοντας το Σταυρό με την φθορά και τον θάνατο. Αφήνει να...
Απόστολος-Γεώργιος Σοφός
Πάντα υπήρχε κακία στον κόσμο. Το φαινόμενο όμως των ημερών μας είναι η τεράστια προσπάθεια προσπάθε...
Γεώργιος Ἰακ. Γεωργάνας
« ... Οι ενέργειες που επιτυγχάνουν στο LHC (Large Hadron Collider) του CERN θα φθάσουν τα 7000 GeV ...
Άρης Νούλης
Ας μού επιτραπεί, να προσθέσω από τον Ύμνο "Εις το Πάθος", (20) του Ρωμανού του Μελωδού τον οίκο β' ...
Mike
Προσωπικά αισθάνθηκα υπαρκτική ταύτιση με τις αλήθειες, που άκουσα. Ευχαριστώ
Γιῶργος Καστρινάκης
Οἱ δύο ἐρωτήσεις τὶς ὁποῖες – ὑπερτιμώντας με – μοῦ ἀπευθύνεις, ἀγαπητὲ Νίκο, μὲ ὑποχρεώνουν νὰ ἀπαν...
Νίκος Δεληνικόλας
Αγαπητέ Γιώργο Καστρινάκη, πώς σου φαίνεται αυτή η ομιλία από απόψεως Δογματικής; Και το νόημα του Σ...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ
Tὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ. Ἡ ἀλήθεια ποὺ κομίζει ἡ μεγάλη τέχνη δὲν χωράει σὲ ἐτικέτες καὶ περιχαρακ...

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι