Μανώλης Γ. Βαρδής

 

Και, όταν ην ευχή μου θα ζητάς, εγώ θα γονατίζω και θα σου ζητάω συγγνώμη. Έτσι θα ζούμε! Θα προσευχόμαστε, θα τραγουδάμε, θα λέμε παραμύθια, θα γελάμε χαζεύοντας τα χρυσαφιά φτερά των πεταλούδων και θα’ χουμε τους κακομοίρηδες να μας κουτσομπολεύουν όλα τα νέα της Αυλής. Και θα κουβεντιάζουμε μαζί τους τα πάντα: ποιος χάνει, ποιος κερδίζει, ποιος έχει δύναμη και ποιος την έχασε. Κι εμείς μόνο θα νιώθουμε και θα ερμηνεύουμε το μυστήριο των όντων, σαν να’ μαστε απεσταλμένοι των θεών. Και θα επιβιώνουμε εμείς μέσα στους τοίχους της στενής μας φυλακής και θα παρατηρούμε σπείρες και φατρίες να έρχονται και να παρέρχονται, όπως η πλημμυρίδα και η άμπωτη, που επηρεάζονται από τους κύκλους της σελήνης (Βασιλιάς Λήρ, Πέμπτη Πράξη, Σκηνή 3).
EXTERIOR - REMAINS OF AZUSA CASTLE - STONE WALL - SUNSET Tsurumaru wanders alone, cane in hand. His cane knocks at the stones at the top of the wall, then finds nothing further. Surprised, he steps back. The scroll falls from his hand, rolls down the high wall of the donjon, opens, and lands on the grass in the empty moat. The picture of the Amitabha, torn in places, shines golden in the last light from the darkening sky.  The face of the Amitabha looks sad as it gazes at the upper side of the wall. EXTERIOR - AZUSA FIELD - SUNSET  On top of the steep stone wall, Tsurumaru is at a loss. The evening glow is now in its final stages. The last light of day will soon fade, and darkness will reign over the realm. Against the background of the last glow of evening, the small figure of Tsurumaru is standing alone on the lofty stone wall in the remains of the castle. Wretchedness! (Τελευταία σκηνή του ΡΑΝ)
 
Ran σημαίνει Χάος. Το 1985 ο Ιάπωνας κινηματογραφιστής Ακίρα Κουροσάβα δημοσιεύει αυτή την επική τραγωδία, πολλοί λένε ως μία ακόμη διασκευή του σαιξπηρικού Βασιλιά Λήρ. Η σύνδεση αυτή δεν αρέσει. Κριτικοί κατηγορούν το Ran ως μία εντελώς αποστασιοποιημένη και στυλιζαρισμένη μεταφορά του Σαίξπηρ. Η έμφαση μεταφέρεται από τους χαρακτήρες και τον ποιητικό λόγο στις εικόνες και στο θέαμα. Οι ανθρώπινες, τραγικές διαστάσεις εκλείπουν. Κυριαρχεί το υπερθέαμα.
Οι θετικές προσλήψεις του έργου δεν λείπουν, και αυτές με την σειρά τους. Αναγνωρίζεται ότι το Ran αποτελεί συνέχεια των σαιξπηρικών εφαρμογών, που είχαν αρχίσει με τον Θρόνο του Αίματος (1957), του οποίου το σενάριο θα βασιστεί στον Μάκβεθ του Σαίξπηρ, πριν ακόμη από το The Bad Sleep Well(1960), που θα έχει την αναφορά του στον Άμλετ.  Γνωρίζουμε πλέον ότι ο Κουροσάβα θαύμαζε βαθύτατα τον δυτικό- ευρωπαϊκό πολιτισμό. Τον θαύμαζε όμως χωρίς να απομακρύνεται από τη δική του παράδοση. Το Rashomon (1950), εμφανίζεται σε μία εποχή που η ταπείνωση της Ιαπωνίας είναι ακόμα ζωντανή. Δεν θα διστάσει να πει: «Οι Ιάπωνες έχουν σπάνια ταλέντα. Στη μέση του πολέμου, ήταν η ενθάρρυνση των εθνικιστικών- μιλιταριστικών πολιτικών που μας οδήγησαν σε μία πλήρη αξιολόγηση των παραδόσεων και της τέχνης μας, όμως αυτό το πολιτικό σπονσονάρισμα δεν είναι πλέον απαραίτητο» (Something like an Autobiography, 1983).
O απόγονος των Σαμουράι, ο γνώστης της πολεμικής τέχνης Kendo, ο επιδέξιος της καλλιγραφίας, ο θαυμαστής του παραδοσιακού θεάτρου Noh και Kabuki, ο πιστός της φιλοσοφικής σχολής του Ζεν και δηλωθείς άθεος, Ακίρα Κουροσάβα αναγνωρίζει ότι το Ran του θα είναι λιγότερο τραγικό από τον Βασιλιά Λήρ, και αυτό διότι ο βασιλιάς Hidetora στο έργο έχει να πληρώσει και να μετανιώσει για αμαρτήματα και υπερβάσεις βίας του παρελθόντος, όταν ήταν ισχυρός και αδυσώπητος πολεμιστής- σε αντίθεση με τον Βασιλιά Λήρ που δεν έχει να σκεφθεί καθόλου το παρελθόν.
 Ο σαιξπηρικός ήρωας είναι υπερ-ιστορικός και διαχρονικός, βαθύτατα τραγικός: «μόλις γεννιόμαστε, αρχίζουμε τα κλάματα, γιατί ερχόμαστε σε τούτη τη θεατρική σκηνή, που είναι γεμάτη με τρελούς» (Βασιλιάς Λήρ, Τέταρτη Πράξη, Σκηνή 6), ο Ιάπωνας αντίστοιχός του στρέφεται κατά της θρησκευτικής παρηγοριάς όταν μαίνεται ο τρομακτικός εμφύλιος πόλεμος. Ο γελωτοποιός- τρελός του μπορεί να λέει ότι «οι άνθρωποι ολοένα χάνονται. Τα ανθρώπινα πλάσματα βαδίζουν τους ίδιους δρόμους, ξανά και ξανά, από τα αρχέγονα χρόνια. Αν επιθυμείς κάτι άλλο, τότε πήδα απ’ αυτόν τον τοίχο», όμως ο ίδιος ο Βασιλιάς, που καταντά τρελός, ένας αιματοβαμμένος τρελός, θα απαντήσει στην νύφη του και ενσάρκωση της βουδιστικής αγιότητας Sue, που δεν τον μισεί- παρόλο που αφάνισε όλη της την οικογένεια και την έδωσε γυναίκα στο δεύτερο παιδί του, «διότι όλα προκαθορίζονται από τις προηγούμενες ζωές μας· όλα τα πράγματα είναι στην καρδιά του Βούδα», ότι «Πάλι με τον Βούδα; Δεν υπάρχουν Βούδες στον σημερινό κόσμο. Είναι μία εποχή παρακμής, όταν οι φύλακες του Βούδα Bonten και Taishaku απομακρύνονται από τους οργισμένους Asura. Δεν είναι ένας κόσμος που μπορούμε να βασιζόμαστε στην βουδιστική συμπόνια».
Ο Κουροσάβα εκφράζει την υπαρξιακή του αγωνία. Η αγωνία του εμφυλίου πολέμου έστρεψε τον Σαίξπηρ σε έργα κλασικού ύφους. Η αγωνία του Κουροσάβα έχει σαν ιστορικό της υπόβαθρο τον εμφύλιο πόλεμο των οικογενειών (στον 16ο αιώνα), αλλά δεν περιορίζεται σε αυτόν.  Χρησιμοποιεί το σκηνικό για να δείξει την εποχή της παρακμής, της αποσύνθεσης και του θανάτου του Θεού. Η οπτική του Ιάπωνα είναι σύγχρονη, και ίσως για αυτό λιγότερο τραγική. Η παράδοση διατηρείται, υφίσταται, στο υποσυνείδητο και στην ποιητική της εικόνας: είναι χαρακτηριστική η σκηνή στην αρχή της ταινίας όταν, στη διάρκεια της εορτής μετά το κυνήγι, αναπάντεχα, ο γηραιός βασιλιάς Hidetora πέφτει σε βαθύ ύπνο· για να τον προφυλάξει από τον ήλιο, ο νεότερος γιός του Saburo θα κόψει ένα κλαδί δέντρου και θα το τοποθετήσει δίπλα του, δημιουργώντας σκιά. Η εικόνα ενός κοιμώμενου ή μήπως διαλογιζόμενου (;) Hidetora, στα λευκά, κάτω από ένα δέντρο, ανακαλεί τη βουδιστική εικονογραφία του Βούδα που κάθεται κάτω από το banyan δέντρο, και εκεί λαμβάνει την πρώτη του φώτιση.  Πού περισσότερο που όταν ακολούθως ο γέρος βασιλιάς ξυπνά, έχει να πει για ένα όνειρο μίας απέραντης ερημίας, που φώναζε, αλλά κανείς δεν απαντούσε- εικόνα της ατελεύτητης κενότητας της σχολής του Μαχαγιάνα Βουδισμού.
Η παράδοση υφέρπει, σε αυτή και σε άλλες πολλές σκηνές και εικόνες (για παράδειγμα, τα σύννεφα, τα τοπία με το γρασίδι, το ξίφος και το τόξο, τα σύμβολα- εμβλήματα των ομάδων που πολεμούν), όμως υφίσταται ριζική κριτική στην τελευταία σκηνή της ταινίας όταν ο τυφλός Tsurumaru, ψάχνει εντελώς μόνος και έρημος να βρει τον δρόμο του στα ερείπια ενός ρημαγμένου κάστρου. Ο αδελφός της Sue και κύριος ενσαρκωτής της ανθρωπότητας που αναζητεί τον δρόμο της ηθικής και αγιότητας, έχει κρατήσει από την αδελφή του την εικόνα του Amida Βούδα σε πάπυρο.  Πρόκειται για ό,τι πιο κοντινό προς τον Χριστιανισμό υπάρχει στην βουδιστική θεολογία, καθώς είναι αυτός ο Βούδας που χαρακτηρίζεται από το πλήθος των αγαθών πράξεων. Είναι αυτός που κατακλύζει τον κόσμο όλο με την συμπόνια του. Είναι αυτός που αρνείται ολοκληρωτικά το πέρασμα στην οριστική Νιρβάνα μέχρι να οδηγήσει όλους τους ανθρώπους σε αυτήν. Αυτή η εικόνα πέφτει από τα χέρια του τυφλού, και μετά η κάμερα τραβιέται για να δείξει την άκρη του τρομακτικού γκρεμού. Ο ίδιος ο Κουροσάβα θα δηλώσει ότι με την τελευταία αυτή σκηνή, ήθελε ακριβώς να δείξει ότι οφείλουμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε για τον Θεό ή τον Βούδα, ότι πρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη για τις ίδιες τις ζωές μας.
Ο θάνατος του θεού σε ιαπωνική εκδοχή; Μπορεί. Μέσα από το Ran, δηλαδή το Χάος, ο θεατής φιλοσοφεί για τη ματαιότητα του κύκλου της βίας και του αίματος, όμως παράλληλα τα «δεκανίκια» της παρηγοριάς ακυρώνονται: ο τρελός βασιλιάς και ο καλός γιος πεθαίνουν, η Sue σφαγιάζεται και ο τυφλός Tsurumaru ψαχουλεύει στην άκρη του γκρεμού, χωρίς καν την εικόνα του Βούδα. Η ζωή είναι μία σκοτεινή πέπλος. Ο θάνατος του θεού, στην ιαπωνική του εκδοχή, επαναφέρει «από την πίσω πόρτα» την απω-ασιατική μεταφυσική. Ενώ στον Βασιλιά Λήρ η τυφλότητα προκαλεί μία κρίση πίστης που οδηγεί στην επανακύρωση της θρησκείας και της οικογένειας, στο Ranο γέρος βασιλιάς που βλέπει θέλει ν’ αυτοκτονήσει, και ο τυφλός τυφλός Tsurumaru, επιζητεί να ζήσει, στα τυφλά, στα όρια του κατακρημνισμού, με κάθε τρόπο, γνωρίζοντας το σκοτάδι.
 

Σημειώσεις

1.     Ran, screenplay, http://www.cinephiliabeyond.org/wp-content/uploads/2014/09/Ran.pdf
2.     Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Βασιλιάς Λήρ, μετ. Ερρίκος Μπελιές, Κέδρος, 2006,
3.     Joan Pong Linton, «Kurosawa’s Ran (1985) and King Lear: towards a conversation on historical Responsibility», Quarterly Review of Film and Video, 23/4 (341-351),
4.     Kenneth Nordin, Buddhist Symbolism in Akira Kurosawa’s Ran: A counterpoint to Human Chaos, Asian Cinema, Fall/ Winter 2005, http://web.archive.org/web/20091117070632/http://www.ice.usp.ac.jp/~wklinger/class/jcmu/Nordin-BuddhistSymbolismRan.pdf
5.     Ann Thompson, Kurosawa’s Ran: Reception and Interpretation, file:///C:/Users/My%20PC/Downloads/filmjournal00302.pdf
 
πηγή: Aντίφωνο
  • No comments found

Leave your comments

Post comment as a guest

0
Your comments are subjected to administrator's moderation.
terms and condition.

Nοιάζομαι δηλαδή Μοιράζομαι